CRAIG MICHAEL BARNETT v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 108/2025, 9/7/2026
print
Τίτλος:
CRAIG MICHAEL BARNETT v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 108/2025, 9/7/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 108/2025)

 

9 Ιουλίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

CRAIG MICHAEL BARNETT,

Εφεσείων,

 

v.

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,

Εφεσίβλητης.

______________________________

 

Μ. Παυλίδου (κα), για τον Εφεσείοντα

Σ. Παπαλαζάρου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Στυλιανίδου, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.: Ο εφεσείων προσβάλλει με την παρούσα τις συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 36 μηνών που του επιβλήθηκαν, κατόπιν παραδοχής του, για δύο αδικήματα κατά παράβαση του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77.

 

Πρόκειται για τα αδικήματα της καλλιέργειας ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα (2η κατηγορία), και για την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα (5η κατηγορία). Για αμφότερα, η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή είναι η διά βίου φυλάκιση ή και χρηματική ποινή. Σημειώνεται ότι το κατηγορητήριο το οποίο αντιμετώπιζε περιλάμβανε συνολικά επτά συναφείς κατηγορίες.

 

Οι συνθήκες διάπραξης των πιο πάνω αδικημάτων, όπως καταγράφονται στην εκκαλούμενη απόφαση, έχουν ως ακολούθως:

 

Μέλη της Αστυνομίας, του κλιμακίου της ΥΚΑΝ, κατόπιν δικαστικού εντάλματος έρευνας, μετέβησαν σε κατοικία στο υπόγειο της οποίας, υπήρχε μεταλλική κατασκευή, με γλάστρες, χώμα και φυτά με ρίζωμα, ύψους 16cm-30cm. Ήταν τοποθετημένα πάνω σε κουβέρτα, πάνω σε μεταλλικό σύστημα φωτισμού, με μωβ λάμπες και ενσωματωμένο μετασχηματιστή ρεύματος, με μεταλλικές αλυσίδες, και με ενσωματωμένο χρονόμετρο σε λειτουργία, με σύνδεση με συσκευή μέτρησης υγρασίας και συσκευή μέτρησης. Βρέθηκε κάνναβη σε συσκευασίες, η οποία στο σύνολο ήταν 269 γραμμάρια. Βρέθηκε εκεί ο εφεσείων και το όχημά του.

 

          Θέτουμε τις αρχές αναφορικά με το πεδίο επέμβασης του Εφετείου σε εφέσεις κατά της ποινής, όπως τέθηκε στην GEORGIOS TSINTSARATZE v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ κ.α., Ποινική Έφεση 139/2025, ημερομηνίας 30.10.2025:

 

«Στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΜΥΛΩΝΑ, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2017, ημερομηνίας 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, επαναλήφθηκαν  οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας του Εφετείου προς επανακαθορισμό επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, ως τέθηκαν σε σχετικό απόσπασμα στην ΚΥΠΡΙΖΟΓΛΟΥ κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 53/2017 κ.ά., ημερομηνίας 15.12.2017:

«Οι βασικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας επέμβασης του Εφετείου επί επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, επαναλαμβάνονται στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Selmani κ.ά. v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, ημερομηνίας 5.10.2016, όπου λέχθηκαν τα εξής:

“Είναι πάγια νομολογημένο ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής, καθότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου δικαστηρίου. Σε δεύτερο βαθμό, εξετάζεται αν η ποινή εντάσσεται στα πλαίσια τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία και τα οποία αρμόζουν προς τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητάς της. Η επάρκεια δε της τιμωρίας καταδικασθέντος κρίνεται υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που άπτονται της ποινής. Το Εφετείο έχει εξουσία επέμβασης μόνο όπου η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής, είτε έκδηλα υπερβολική. Στις περιπτώσεις αυτές εναπόκειται στο Εφετείο ο καθορισμός της αρμόζουσας ποινής. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί επίσης όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής. (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 525, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδου (1993) 2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λάμπρου (2009) 2 ΑΑΔ 686, Χρίστου Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 130/2013, ημερ. 16.5.2015  και Αναστάσιος Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 222/2014, ημερ. 25.11.2015).”»

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος του εφεσείοντα κατά την ενώπιόν μας ακρόαση της έφεσης επιχειρηματολόγησε ότι με τον έβδομο λόγο έφεσης προβάλλεται το σοβαρότερο σφάλμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, και ως εκ τούτου αυτός θα εξεταστεί πρώτα. Με αυτόν υποστηρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του για την επιβολή της ποινής φυλάκισης για τα πιο πάνω αδικήματα και την κατοχή ποσότητας 269 γραμμαρίων κάνναβης, η οποία αποτελούσε το αντικείμενο ξεχωριστής κατηγορίας. Στην εν λόγω κατηγορία δεν επιβλήθηκε καμία ποινή. Βάση για το παράπονο του εφεσείοντα αποτελεί το πιο κάτω απόσπασμα από την εκκαλούμενη απόφαση:

 

«Ανατρέχω, για σκοπούς αναλογικότητας, στη Παντελή ν. Δημοκρατίας (2014) 2 ΑΑΔ 301, όπου, προ δεκαετίας, για την κατοχή με σκοπό την προμήθεια 12 φυτών (εδώ εννέα φυτών) κάνναβης, και για την καλλιέργειά τους, κατόπιν ακρόασης (εδώ κατόπιν παραδοχής), επιβλήθηκαν μειωμένες κατ' έφεση ποινές σε τρία και δύο έτη, αντίστοιχα. Παρά τον καλά σχεδιασμένο και προφυλαγμένο τρόπο καλλιέργειας, ο οποίος συνιστούσε επιβαρυντικό παράγοντα, λήφθηκε ιδιαίτερα υπόψη η μικρή ποσότητα των φυτών, και η έλλειψη μαρτυρίας ως προς την ποσότητα κάνναβης η οποία μπορούσε να εξαχθεί, με αποτέλεσμα να μην αποκαλύπτεται σκοπός εκτεταμένης διάθεσης. Εκεί, ο εφεσείων ήταν άτομο νεαρής ηλικίας και λευκού ποινικού μητρώου. Εδώ, δεν πρόκειται για άτομο νεαρής ηλικίας, υπάρχει παρόμοιος προσεγμένος προσχεδιασμός, και πέραν των λιγότερων (κατά τρία μόλις φυτά) φυτών, υπάρχει και η κατοχή με σκοπό την προμήθεια ακόμα 269 γραμμαρίων κάνναβης, σε συσκευασίες.» 

 

Δεν συμμεριζόμαστε τον τρόπο που αντιλαμβάνεται ο εφεσείων την επίμαχη αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Είναι θεωρούμε, προφανές, ότι η αναφορά στην εν λόγω ποσότητα κάνναβης έγινε για να διαφοροποιήσει την υπό κρίση υπόθεση από την ΠΑΝΤΕΛΗ (ανωτέρω), αναφορικά με το ύψος της αρμόζουσας υπό τις περιστάσεις ποινής. Στην εν λόγω απόφαση υπήρχε η εισήγηση από πλευράς Υπεράσπισης ότι δεν ανευρέθηκαν άλλα στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να συνδέσουν τον εφεσείοντα με εμπορία ναρκωτικών υπό τη συνήθη έννοια που αυτό γίνεται αντιληπτό. Στην παρούσα υπόθεση, το πρωτόδικο Δικαστήριο σαφώς υπέδειξε με την αναφορά του στην επιπλέον ποσότητα κάνναβης η οποία ήταν σημειωτέο κατανεμημένη σε ξεχωριστές συσκευασίες, ότι μία τέτοια περίσταση δεν υφίστατο, λόγω ακριβώς του γεγονότος αυτού, το οποίο αντιστρατεύεται το όποιο επιχείρημα περί μη ύπαρξης σκοπού διάθεσης.

 

Εν όψει των ανωτέρω παρατηρήσεων μας ο έβδομος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.

 

Με τον πρώτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν έλαβε επαρκώς υπόψη την άμεση παραδοχή του εφεσείοντα, γεγονός που δεικνύει την έμπρακτη μεταμέλειά του. Ο λόγος αυτός θα εξεταστεί μαζί με τους λόγους έφεσης 2 και 3 με τους οποίους προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε επαρκώς υπόψη του ότι ο εφεσείων είναι άτομο ηλικίας 63 ετών με λευκό ποινικό μητρώο και ότι δεν δόθηκε καμία βαρύτητα στο ότι ουδέποτε απασχόλησε τις Αρχές. Θε εξεταστεί επίσης στο ίδιο πλαίσιο και ο πέμπτος λόγος έφεσης με τον οποίο προβάλλεται ότι δεν δόθηκε βαρύτητα στη συνεργασία του εφεσείοντα με τις Αρχές, καθώς και στις άλλες προσωπικές του συνθήκες όπως προκύπτουν από τη σχετική έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Είναι η θέση του εφεσείοντα ότι το  πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη μόνο σε φραστική αναφορά στους ελαφρυντικούς παράγοντες, εφόσον η έκπτωση δεν αντανακλάται στην ποινή.

 

Ειδικά σε σχέση με τον τρόπο που το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε το λευκό ποινικό μητρώο του εφεσείοντα και το ότι δεν είχε απασχολήσει τις Αρχές, έρεισμα για το παράπονο του εφεσείοντα αποτελεί το πιο κάτω απόσπασμα από την εκκαλούμενη απόφαση:

 

«Το λευκό ποινικό μητρώο, ως μετριαστικός παράγοντας, σε ορισμένες περιπτώσεις, είναι ήσσονος σημασίας ή τείνει να ουδετεροποιείται. Ανάμεσα στις περιπτώσεις αυτές, είναι και εκείνες όπου η παραβατική συμπεριφορά συνδέεται με σοβαρής φύσης αδικήματα, που μαστίζουν την κοινωνία, για τα οποία υπερέχει η ανάγκη αποτροπής, όπως είναι η καλλιέργεια και η κατοχή ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια ή και η χρήση ναρκωτικών ουσιών. Όπου τα αδικήματα συνδέονται και με την χρόνια προσωπική χρήση ναρκωτικών ουσιών, χωρίς οποιαδήποτε ένδειξη προσπάθειας απεξάρτησης, κατ' επέκταση με την αναμενόμενη επανάληψη, δεν μπορεί να λειτουργήσει μετριαστικά το λευκό ποινικό μητρώο ως σε άλλες περιπτώσεις, ούτε μπορεί να υπάρξει διατύπωση περί «μεμονωμένου περιστατικού» και ξαφνική αντίληψη της σοβαρότητας, εξ αυτού, και υπόσχεσης μη επανάληψης στο μέλλον. Δεν παραγνωρίζεται, σε κάθε περίπτωση, πως, κατά την εξαετή παραμονή στην Κύπρο, δεν υπήρξε προηγούμενη απασχόληση των Αρχών ή της Δικαιοσύνης, ακόμα κι αν αυτό ελάχιστη ελαφρυντική επίδραση μπορεί να έχει, για τους λόγους που εξηγήθηκαν.»

 

Δεν συμμεριζόμαστε τον τρόπο που αντιλαμβάνεται ο εφεσείων την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Προφανώς, το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στην αναγνωρισμένη από τη νομολογία αρχή ότι σε σχέση με σοβαρά αδικήματα, όπου η επιβολή αποτρεπτικών ποινών αποτελεί σημαντικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη, οι προσωπικοί ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται μεν υπόψη αλλά είναι μειωμένης σημασίας, (βλ. ενδεικτικά, ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΖΑΝΝΕΤΟΥ, (2001) 2 Α.Α.Δ. 438).

 

Ειδικότερα σε σχέση με υποθέσεις ναρκωτικών ως η παρούσα στην ΜΑΡΙΟΣ ΠΑΡΠΑΡΙΝΟΣ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 255/2023, ημερομηνίας 19.2.2025 λέχθηκαν τα εξής:

 

«Είναι επίσης παγίως νομολογημένο ότι οι προσωπικές περιστάσεις του αδικοπραγούντος σε υποθέσεις ναρκωτικών έρχονται σε δεύτερη μοίρα, καθότι προέχει το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς από την άλλη να δίνεται η εντύπωση ότι δεν λαμβάνονται καθόλου υπόψη (βλ. και Abe v. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 211).»

 

Πρέπει στο σημείο αυτό να τονισθεί ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσε και κατέγραψε ότι ο εφεσείων είχε μετατρέψει ένα δωμάτιο σε θερμοκήπιο, με εξειδικευμένο εξοπλισμό, για την καλλιέργεια φυτών κάνναβης, συνθήκη ενδεικτική του βαθμού προσχεδιασμού και της οργάνωσης γι’ αυτήν την εγκληματική δραστηριότητα με παραπομπή στην ΠΑΡΠΑΡΙΝΟΣ (ανωτέρω) στην οποία λέχθηκαν τα εξής:

 

«Υπογραμμίζεται ότι η μετατροπή δωματίου σε θερμοκήπιο με εξειδικευμένο εξοπλισμό, για την καλλιέργεια φυτών κάνναβης αποτελεί ιδιαίτερα επιβαρυντικό παράγοντα λόγω του βαθμού προσχεδιασμού και οργάνωσης που απαιτείται για την εκτέλεση του εγκλήματος.»

 

Με δεδομένο λοιπόν τον πιο πάνω παράγοντα, θεωρούμε επίσης σχετικά τα όσο λέχθηκαν στην ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΕΙΜΩΝΑ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 87/2022, ημερομηνίας 6.3.2023  στην οποία διαπιστώθηκε ότι η εκεί καλλιέργεια με σκοπό την προμήθεια συνιστούσε την κατ'  επάγγελμα εμπορία ναρκωτικών και κατά συνέπεια η υπόθεση θεωρήθηκε ιδιαίτερα σοβαρή. Λέχθηκαν τα εξής:

 

«Σε ό,τι αφορά στις προσωπικές, οικογενειακές και άλλες περιστάσεις του εφεσείοντα, το Κακουργιοδικείο τις έλαβε υπόψη, όπως και την παραδοχή του. Σημείωσε όμως, παράλληλα, ότι οι προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου, σε τέτοιας φύσεως υποθέσεις, έχουν μόνο οριακή σημασία, παραπέμποντας, μεταξύ άλλων, στην Ζωμενής ν. Αστυνομίας (2004) 2 ΑΑΔ 400, και πως η εξατομίκευση έχει τη θέση της, αλλά δεν μπορεί να εξουδετερώσει την ανάγκη για προστασία της κοινωνίας (Παυλίδης κ.α. ν. Αστυνομίας (1996) 2 ΑΑΔ 220)

 

Επίσης , πιο πρόσφατα το Εφετείο στην ΝΕΤΑΛ ΚΑΜΠΙΣΙΟ κ.α. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις Αρ.: 89/23, 90/23, 91/23, ημερομηνίας 14.6.2024, σημείωσε συναφώς τα εξής:

 

«Η ανάγκη επιβολής αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών καθιστά τις προσωπικές περιστάσεις των κατηγορούμενων περιθωριακής σημασίας παράγοντα, ιδιαίτερα εκεί όπου υπάρχει το στοιχείο της εμπορίας, χάριν προστασίας του κοινωνικού συνόλου (βλ. Ζωμενής ν. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 400, Ρεσλάν ν. Αστυνομίας (2006) 2 Α.Α.Δ. 127).»

 

Κρίνουμε ότι, αν και το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν θεώρησε τα αδικήματα της παρούσης ιδιαίτερα σοβαρά, εντούτοις, ορθά κατ’ αναλογία με τα όσα λέχθηκαν στις ΧΕΙΜΩΝΑΣ (ανωτέρω), ΚΑΜΠΙΣΙΟ (ανωτέρω), και ΠΑΡΠΑΡΙΝΟΣ (ανωτέρω), προσέδωσε την αρμόζουσα μειωμένη βαρύτητα στους ελαφρυντικούς παράγοντες που προβάλλει ανωτέρω ο εφεσείων.

 

Συνεπώς, οι λόγοι έφεσης 1, 2, 3 και 5 κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται.

 

Με τους λόγους έφεσης 4 και 6 προβάλλεται ότι η ποινή είναι έκδηλα υπερβολική εφόσον βρίσκεται εκτός του εύρους των ποινών που επιβάλλονται σε ανάλογες περιπτώσεις.

 

Ως προς το εύρος των ποινών φυλάκισης σε περιπτώσεις με ενδείξεις εμπορίας το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε καθοδήγηση από την ΚΑΜΠΙΣΙΟ (ανωτέρω). Κατ’ αρχάς σημειώνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά σημείωσε την πιο κάτω αρχή, όπως έχει υπενθυμισθεί στην εν λόγω απόφαση:


«
Είναι επίσης γνωστή η αρχή ότι προηγούμενες αποφάσεις επιβολής ποινών δεν δημιουργούν δεσμευτικό προηγούμενο. Είναι μόνο ενδεικτικές του μέτρου της τιμωρίας ομοειδών αδικημάτων και των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό της ποινής (βλ. Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 123, Valdez κ.ά. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 144/16 (Σχ. 145/16), ημερ. 21.2.2017, Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 127/19 (Σχ. 130/19), ημερ. 10.3.2021)

 

Αυτό που προκύπτει από την ΚΑΜΠΙΣΙΟ (ανωτέρω) και είναι σχετικό με τις περιστάσεις της παρούσας, είναι ότι ακόμη και όταν η κατοχή με σκοπό την προμήθεια αφορά σχετικά μικρές ποσότητες ναρκωτικών, δεν ατονεί η ανάγκη για επιβολή αυστηρής και αποτρεπτικής ποινής. Επίσης, έμφαση δόθηκε στη βαρύτητα που αποδίδεται στην επιμέτρηση της ποινής όταν είναι έκδηλος ο σκοπός εμπορίας των ναρκωτικών.

 

Έχοντας κατά νου την καθοδήγηση από την εν λόγω απόφαση, θεωρούμε ότι η διεργασία του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι εντός του ορθού πλαισίου και ότι οι προσβαλλόμενες ποινές δεν βρίσκονται εκτός του εύρους των ποινών που έχουν διαχρονικά επιβληθεί σε ανάλογες περιπτώσεις. Θεωρούμε επίσης, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εντόπισε ορθά τις διαφορές στις περιστάσεις των αποφάσεων που επικαλέστηκε ο εφεσείων στις οποίες είχαν επιβληθεί χαμηλότερες ποινές. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι οι πλείστες εξ αυτών έχουν εκδοθεί πριν 10 και πλέον έτη. Επομένως, θα πρέπει να ιδωθούν υπό το φως της πάγιας νομολογιακής αρχής ότι, όπου παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιας φύσης αδικημάτων παρά τις επιβληθείσες από τα δικαστήρια αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμα αυστηρότερων, αρχή η οποία υπογραμμίστηκε προσφάτως από το Εφετείο στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΑΝΤΡΙΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ.: 263/2023, ημερομηνίας 20.5.2026 με αναφορά στις παλαιότερες SELMANI κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 235/2013, ημερομηνίας 5.10.2016 και BORA ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 79/2017, ημερομηνίας 13.3.2018, ECLI:CY:AD:2018:B110.

 

Επίσης, στην ΠΑΡΠΑΡΙΝΟΣ (ανωτέρω), λέχθηκαν τα εξής σε σχέση με την αυξητική τάση των ποινών σε σχέση με αδικήματα ναρκωτικών:

 

«Καθίσταται κατά την γνώμη μας σαφές από την προαναφερθείσα νομολογία ότι υπήρξε αυξητική τάση των ποινών, ένεκα της ανάγκης αποτροπής σε αδικήματα ναρκωτικών τα οποία κλονίζουν τα θεμέλια της κοινωνίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Sak (2005) 2 A.A.Δ. 377).

[…]

Παρατηρούμε ότι η θλιβερή αυτή πραγματικότητα εξακολουθεί να υφίσταται με τα αδικήματα ναρκωτικών να αυξάνονται με ραγδαίους ρυθμούς, έχοντας καταστεί το μεγαλύτερο καρκίνωμα και μάστιγα της κοινωνίας μας. Το οποίο δικαιολογεί την επιβολή ολοένα και αυστηρότερων ποινών.»

 

Εν όψει των πιο πάνω παρατηρήσεων μας, ανεδαφικοί κρίνονται οι λόγοι έφεσης 4 και 6 και απορρίπτονται.

 

Συνακόλουθα, η έφεση απορρίπτεται στην ολότητά της και η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

 

 

Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.

 

 

Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο