ROMANOS STAMPOLIDIS v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 135/2026, 9/7/2026
print
Τίτλος:
ROMANOS STAMPOLIDIS v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 135/2026, 9/7/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 135/2026)

 

9 Ιουλίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ROMANOS STAMPOLIDIS,

Εφεσείων,

 

v.

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,

Εφεσίβλητης.

______________________________

 

Αλέξανδρος Αλεξάνδρου, για τον Εφεσείοντα

Κώστας Στυλιανού για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Στυλιανίδου, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.: Ο εφεσείων προσβάλλει την ποινή φυλάκισης 6 μηνών η οποία του επιβλήθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου σε δύο κατηγορίες για το αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρεια ναρκωτικών κατά παράβαση Άρθρων του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/86 και Άρθρου του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλισης Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου 96(Ι)/2000. Διατάχθηκε όπως οι ποινές συντρέχουν. Η προβλεπόμενη από τον Νόμο ανώτατη ποινή φυλάκισης είναι τα τρία έτη.

 

Προσβάλλεται επίσης η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να μη διατάξει την αναστολή της εν λόγω ποινής φυλάκισης.

 

Στρεφόμαστε πρώτα στους λόγους έφεσης που αφορούν το ύψος της ποινής.

 

Ως προς το πεδίο επέμβασης του Εφετείου σε πρωτοδίκως επιβληθείσα ποινή, στην GEORGIOS TSINTSARATZE v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 139/2025, 141/2025 ημερομηνίας 30.10.2025, λέχθηκαν τα εξής:

 

«Στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΜΥΛΩΝΑ, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2017, ημερομηνίας 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, επαναλήφθηκαν  οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας του Εφετείου προς επανακαθορισμό επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, ως τέθηκαν σε σχετικό απόσπασμα στην ΚΥΠΡΙΖΟΓΛΟΥ κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 53/2017 κ.ά., ημερομηνίας 15.12.2017:

«Οι βασικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας επέμβασης του Εφετείου επί επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, επαναλαμβάνονται στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Selmani κ.ά. v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, ημερομηνίας 5.10.2016, όπου λέχθηκαν τα εξής:

“Είναι πάγια νομολογημένο ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής, καθότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου δικαστηρίου. Σε δεύτερο βαθμό, εξετάζεται αν η ποινή εντάσσεται στα πλαίσια τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία και τα οποία αρμόζουν προς τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητάς της. Η επάρκεια δε της τιμωρίας καταδικασθέντος κρίνεται υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που άπτονται της ποινής. Το Εφετείο έχει εξουσία επέμβασης μόνο όπου η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής, είτε έκδηλα υπερβολική. Στις περιπτώσεις αυτές εναπόκειται στο Εφετείο ο καθορισμός της αρμόζουσας ποινής. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί επίσης όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής. (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 525, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδου (1993) 2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λάμπρου (2009) 2 ΑΑΔ 686, Χρίστου Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 130/2013, ημερ. 16.5.2015  και Αναστάσιος Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 222/2014, ημερ. 25.11.2015).”»

 

Με τον πρώτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι οι ποινές είναι έκδηλα υπερβολικές και/ή σε βαθμό εξοντωτικές καθότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρά τη φραστική αναφορά σε σειρά ελαφρυντικών παραγόντων που προβλήθηκαν από την Υπεράσπιση, δεν απέδωσε ουσιαστικά καμία βαρύτητα σε αυτούς.

 

          Πρόκειται για τους πιο κάτω παράγοντες:

 

Το γεγονός ότι ο εφεσείων είχε παύσει να κάνει χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών και στο ότι σύμφωνα με την ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2004) 2 Α.Α.Δ. 148, η προσπάθεια απεξάρτησης ανεξαρτήτως επιτυχίας θα πρέπει να αποτιμάται και να ανταμείβεται ώστε να ενθαρρύνεται ο χρήστης να τη συνεχίσει. Το ότι δεν προκλήθηκε ζημιά ή βλάβη σε άλλο πρόσωπο ως ελαφρυντικός παράγοντας. Η έμπρακτη μεταμέλεια, συνεργασία και απολογία του εφεσείοντα. Ο χρόνος που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων, ήτοι από την 21.11.2022 και την 3.12.2022 μέχρι την 8.5.2026.

 

Κρίνουμε ότι προκύπτει από την εκκαλούμενη απόφαση ότι οι πιο πάνω παράγοντες λήφθηκαν υπόψη και ορθά σταθμίστηκαν σε συνάρτηση με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε σχέση με το συγκεκριμένο αδίκημα, λόγω της έξαρσης που αυτό παρουσιάζει (βλ. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΕΣΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 4/2025, ημερομηνίας 8.10.2025 και ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. IVAN ZHEL YAZKOV, Ποινική Έφεση Αρ.: 64/2025, ημερομηνίας 9.10.2025).

 

 

Επισημαίνουμε ότι στην ΚΕΣΙΔΗΣ (ανωτέρω) το Εφετείο επέβαλε  ποινή φυλάκισης 9 μηνών και στη YAZKOV (ανωτέρω) ποινή φυλάκισης 5 μηνών. Προφανώς οι εκεί επιβαρυντικοί και μετριαστικοί παράγοντες, παρουσιάζουν διαφορές μεταξύ τους, ωστόσο αυτό που καθίσταται σαφές είναι ότι για το υπό κρίση αδίκημα επιβάλλονται αυστηρές ποινές. Συνεπώς, είναι υπό αυτό το πρίσμα που θα πρέπει να κριθεί η ποινή φυλάκισης 6 μηνών η οποία επιβλήθηκε στην παρούσα. Υπό αυτό το πρίσμα, δεν διαπιστώνουμε οι ελαφρυντικοί παράγοντες να μην αντανακλώνται στην ποινή.

 

Επιπλέον διαπιστώνουμε ότι οι εν λόγω ελαφρυντικοί παράγοντες αντισταθμίστηκαν με το ότι ο εφεσείων επέδειξε την ίδια συμπεριφορά σε διάστημα 15 ημερών, καθώς και το ότι προέβη στην εν λόγω οδική συμπεριφορά ενώ του είχε στερηθεί διά διατάγματος Δικαστηρίου η ικανότητα να κατέχει άδεια - παράγοντας ο οποίος αναδεικνύεται ως επιβαρυντικός στην YAZKOV (ανωτέρω).

 

Εν όψει των ανωτέρω παρατηρήσεων μας, θεωρούμε ότι δεν μπορεί να λεχθεί ότι η προσβαλλόμενη ποινή δεν αντικατοπτρίζει και τους ελαφρυντικούς παράγοντες.  Ως εκ τούτου, κρίνουμε αβάσιμο τον πρώτο λόγο έφεσης.

 

Σημειώνουμε ότι το παράπονο του εφεσείοντα στον πρώτο λόγο έφεσης περιλαμβάνει και τη θεώρηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με το ότι ο εφεσείων είχε εκτίσει ποινή φυλάκισης 2 μηνών σε σχέση με τα ίδια αδικήματα που είχαν λάβει χώραν πριν τα υπό κρίση αδικήματα, στο πλαίσιο προγενέστερης καταδίκης. Το ζήτημα αυτό αποτελεί ωστόσο ουσιαστικά το αντικείμενο του δεύτερου λόγου έφεσης επομένως θεωρούμε καταλληλότερη την εξέτασή του στο πλαίσιο αυτού.

 

Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένα την αρχή της συνολικότητας της ποινής και/ή διέπραξε σφάλμα αρχής. Για να γίνει κατανοητή η θέση του εφεσείοντα θεωρούμε χρήσιμο όπως θέσουμε πρώτα το πραγματικό υπόβαθρο.

 

Όπως προαναφέραμε, τα υπό κρίση αδικήματα έλαβαν χώραν τον Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2022. Το κατηγορητήριο σε σχέση με αυτά καταχωρίστηκε την 21.11.2023.

 

Ο εφεσείων είχε τελέσει τα ίδια αδικήματα την 24.6.2020, την 3.1.2021 και την 16.4.2021. Καταχωρήθηκε σε σχέση με αυτά η  Ποινική Υπόθεση 1850/2022 και κατόπιν παραδοχής του, του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δύο μηνών την 25.8.2023, την οποία εξέτισε.

 

Κατά την αγόρευση για μετριασμό της ποινής στην εν λόγω υπόθεση η Κατηγορούσα Αρχή δεν αναφέρθηκε στα αδικήματα της παρούσης υπόθεσης. Βάση για τέτοια αναφορά αποτελεί το Άρθρο 81 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, το οποίο έχει ως εξής:

 

«Ποινικά αδικήματα για τα οποία δεν άρχισε ακόμα δίωξη ή δίκη

81.-(1) Όταν σε ποινική διαδικασία που ασκήθηκε από ή εκ μέρους δημόσιου λειτουργού ο κατηγορούμενος βρίσκεται ένοχος ποινικού αδικήματος, το Δικαστήριο, κατά τη λήψη απόφασης και την επιβολή ποινής, δύναται, με τη συναίνεση του κατήγορου και του κατηγορούμενου, να λάβει υπόψη οποιοδήποτε άλλο ή άλλα ποινικά αδικήματα για τα οποία δεν άρχισε ακόμη δίωξη ή δίκη τα οποία ο κατηγορούμενος ομολογεί ότι διέπραξε:

Νοείται ότι αν εκκρεμεί οποιαδήποτε ποινική διαδικασία σε σχέση με οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα ή ποινικά αδικήματα για τα οποία δεν άρχισε ακόμη δίωξη ή δίκη από ή εκ μέρους δημόσιου λειτουργού, το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί πρώτα ότι ο κατήγορος στη διαδικασία αυτή συναινεί στην εν λόγω πορεία.

(2) Όταν παρέχεται συναίνεση όπως στο εδάφιο (1) του άρθρου αυτού και ποινικό αδίκημα για το οποίο δεν άρχισε δίωξη ή δίκη λαμβάνεται υπόψη, το Δικαστήριο καταχωρεί ή προκαλεί σχετική καταχώριση στα πρακτικά και, μετά την επιβολή ποινής, ο κατηγορούμενος δεν υπόκειται σε κατηγορία ή δίκη σχετικά με οποιοδήποτε αδίκημα που λήφθηκε υπόψη με αυτό τον τρόπο, εκτός αν η γενομένη καταδίκη ακυρωθεί.»

 

Ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου πρωτοδίκως ότι εξ υπαιτιότητας της Κατηγορούσας Αρχής, δεν είχε προωθηθεί έγκαιρα το κατηγορητήριο για τα υπό κρίση αδικήματα, έτσι ώστε τα αδικήματα αυτά να μπορούσαν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο το οποίο επέβαλε την ποινή των 2 μηνών στην Ποινική Υπόθεση 1850/2022.

 

Εν όψει τούτου, ήταν η θέση του συνηγόρου πρωτοδίκως ότι τύγχαναν εφαρμογής τα λεχθέντα στην ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΣΑΒΒΑΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2004) 2 Α.Α.Δ. 443 αναφορικά με τη συνολικότητα της ποινής.

 

Ο εφεσείων παραπονείται ότι η πιο κάτω προσέγγιση του ζητήματος από το πρωτόδικο Δικαστήριο είναι εσφαλμένη:

 

«Στην υπό κρίση περίπτωση λαμβάνω υπόψη μου την ποινή φυλάκισης 2 μηνών όπου εξέτισε ο Κατηγορούμενος, το γεγονός ότι τα υπό κρίση αδικήματα είναι ιδίας φύσεως με τα αδικήματα στα οποία του επιβλήθηκε η προαναφερόμενη ποινή φυλάκισης, καθώς και ότι κατά τον χρόνο όπου επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης στον Κατηγορούμενο 2 μηνών, τα υπό κρίση αδικήματα είχαν ήδη διαπραχθεί και θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη στα πλαίσια της υπόθεσης υπ’ αριθμό 1850/2022 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, ωστόσο δεν λήφθηκαν λόγω υπαιτιότητας της Κατηγορούσας Αρχής όπου καταχώρησε την υπό κρίση υπόθεση μετά την επιβολή ποινής στα πλαίσια της υπόθεσης υπ’ αριθμό 1850/2022. Ταυτόχρονα λαμβάνω υπόψη μου ότι τα υπό κρίση αδικήματα διαπράχθηκαν περί τα δύο έτη μεταγενέστερα από τα αδικήματα στην υπόθεση υπ’ αριθμό 1850/2022 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου

[…]

Για σκοπούς πληρότητας σημειώνονται τα ακόλουθα σχετικά με το ύψος της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης στην πρώτη και τέταρτη κατηγορία. Έχοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω, κρίνω ότι η συνολική ποινή των 8 μηνών, που προκύπτει από τις ποινές οι οποίες επιβλήθηκαν στο Κατηγορούμενο στην υπό κρίση υπόθεση καθώς και στην υπόθεση υπ’ αιρθμό1850/2022 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου δεν είναι στο σύνολο τους υπέρμετρες και δυσανάλογες ως προς τα εν λόγω αδικήματα. Ή, θέτοντας το κάπως διαφορετικά, αν η υπόθεση αυτή ήταν ενώπιον του Δικαστηρίου όταν επιβάλλετο ποινή στην υπόθεση υπ’ αριθμό 1850/2022 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου και ελαμβάνετο υπόψη, κρίνω ότι η ποινή όπου θα επέβαλλε το Δικαστήριο, με δεδομένο πάντοτε το μέτρο των δύο μηνών που το ίδιο έκρινε ως ορθό, θα ήταν αισθητά διαφορετική από εκείνη που επεβλήθη. Η επανάληψη της ίδιας ποινικά κολάσιμης συμπεριφοράς από τον Κατηγορούμενο, καθιστά την υπό κρίση περίπτωση ως ιδιαίτερα σοβαρή.»

 

Εισηγείται ο συνήγορος του εφεσείοντα ότι η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι εσφαλμένη για τους πιο κάτω λόγους.  

 

Εισηγείται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη την επανάληψη της κολάσιμης συμπεριφοράς του εφεσείοντα, πράγμα που δεν θα μπορούσε να γίνει αν τα υπό κρίση αδικήματα είχαν ληφθεί υπόψη στην Ποινική Υπόθεση 1850/2022. Ανεδαφικό κρίνουμε το επιχείρημα.  Η επαναλαμβανόμενη παραβατική συμπεριφορά αποτελεί παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη ακόμη και όταν διαπιστώνεται αυτή στο ίδιο κατηγορητήριο, βλ. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. YAZAN HASAN κ.α., Ποινικές Εφέσεις Αρ. 227/2025, 228/2025, ημερομηνίας 24.6.2026.

 

Έπειτα, εισηγείται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο  ουσιαστικά έκρινε την απόφαση άλλου ομόβαθμου Δικαστηρίου. Αβάσιμη κρίνουμε την εισήγηση αυτή. Κατ’ αρχάς ο ίδιος εισηγήθηκε τόσο πρωτοδίκως όσο και ενώπιόν μας ότι εάν τα υπό κρίση αδικήματα είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στην Ποινική Υπόθεση 1850/2022, η συμπερίληψή τους δεν θα έπαιζε σημαντικό ρόλο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο τοποθετήθηκε επί τούτου και διαφώνησε με την εισήγησή του. Η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, βρίσκει έρεισμα στη νομολογία (βλ. ΜΙΧΟΓΛΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 48/2026, ημερομηνίας 22.6.2026).

 

Θεωρούμε σημαντικό να τονίσουμε ότι το κρίσιμο στην παρούσα ερώτημα δεν είναι το ποια θα ήταν η αντιμετώπιση του Δικαστηρίου στην Ποινική Υπόθεση 1850/2022 εάν είχαν τεθεί ενώπιόν του τα υπό κρίση αδικήματα. Στην κατάλληλη περίπτωση, θα μπορούσε να ήταν δόκιμο να εξεταστεί το ζήτημα αυτό, προς υποβοήθηση της κατάληξης του Δικαστηρίου ενώπιον του οποίου τίθεται το κρίσιμο ερώτημα της επιβολής ποινής σε μεταγενέστερη υπόθεση όταν εφαρμόζει την αρχή της συνολικότητας της ποινής, όπως επεξηγήθηκε στο πιο κάτω απόσπασμα από την XΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ (ανωτέρω):

 

«Η αρχή της συνολικότητας της ποινής ισχύει βεβαίως στην Κύπρο όπως ισχύει και στην Αγγλία. Επεκτείνεται πέραν της περίπτωσης διαδοχικών ποινών που επιβάλλονται από το ίδιο δικαστήριο την ίδια ώρα στην ίδια ή σε διαφορετικές υποθέσεις και καλύπτει περιπτώσεις όπως η προκειμένη στην οποία οι ποινές επιβάλλονται από διαφορετικό δικαστήριο σε διαφορετικό χρόνο και σε διαφορετικές υποθέσεις. Ακόμα, δεν περιορίζεται σε αδικήματα που είναι όμοια ή σχετίζονται μεταξύ τους ως μέρος μίας ενιαίας ενέργειας, ως προς τα οποία ο γενικός κανόνας είναι ότι δεν πρέπει να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές (ίδε και Αχιλλέως ν. Αστυνομίας (1989) 1 Α.Α.Δ. 331). Επίκεντρο της είναι ο τιμωρούμενος και προοπτική της η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη του. Και υπόβαθρο της είναι οι ευρύτεροι παράμετροι που διέπουν την αναλογικότητα της τιμωρίας προς το έγκλημα και που έχουν έρεισμα στις θεμελιακές αρχές του δικαίου και αναγνώριση στο Σύνταγμα και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, υπό το φως των οποίων και θα πρέπει να εφαρμόζεται το άρθρο 117(2) και να ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ύψος της επιβληθησομένης ποινής. Εφόσον πρόκειται για στέρηση της ελευθερίας του ατόμου για σκοπούς τιμωρίας, η ποινική ευθύνη του τιμωρούμενου πρέπει να αντικρίζεται διαχρονικά σαν σύνολο σε κάθε δεδομένη περίπτωση φυλάκισής του.»

 

Η διαπίστωσή μας αυτή μας οδηγεί στο τρίτο και ουσιώδες παράπονο του συνηγόρου του εφεσείοντα ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε τριπλάσια ποινή από αυτήν των δύο μηνών που είχε επιβληθεί στην Ποινική Υπόθεση 1850/2022, ουσιαστικά καταλήγοντας σε συνολική ποινή φυλάκισης 8 μηνών.

 

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι άλλο από το κατά πόσον υπό τις  περιστάσεις της κάθε υπόθεσης και εφαρμόζοντας την αρχή της συνολικότητας της ποινής, η ποινή είναι έκδηλα υπερβολική ή όχι.   

 

Αυτή ήταν εξάλλου η αντιμετώπιση στην ΒΕΛΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2013) 2 Α.Α.Δ. 76, στην οποία μας παρέπεμψε ο συνήγορος του εφεσείοντα. Λέχθηκαν τα εξής:

 

«Η δυνατότητα στο δικαστήριο, κατά τη λήψη απόφασης και την επιβολή ποινής, να λάβει υπόψη άλλο ή άλλα ποινικά αδικήματα στα οποία ο κατηγορούμενος παραδέχεται ενοχή, παρέχεται από τις πρόνοιες του Άρθρου 81 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155*. Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία, εκεί όπου μια υπόθεση θα μπορούσε να είχε ληφθεί υπόψη και δεν λήφθηκε, αυτό δυνατό να αποτελέσει λόγο για μείωση της ποινής που επιβλήθηκε κατά τη μεταγενέστερη εκδίκαση του αδικήματος. Ωστόσο, όπως η νομολογία επισημαίνει, θέση που μας βρίσκει απόλυτα σύμφωνους, δεν είναι βέβαιο σε μια τέτοια περίπτωση ποια θα ήταν η ποινή που θα επιβαλλόταν στην προηγούμενη υπόθεση αν είχε ζητηθεί η μεταγενέστερη υπόθεση να ληφθεί υπόψη και δεν λήφθηκε. (Djionis v. The Police (1984) 2 C.L.R. 59, 64, Varnava v. Police (1984) 2 C.L.R. 349, Παναγή ν. Δημοκρατίας (1993) 2 Α.Α.Δ. 47 και Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 138, 143, 144). Επομένως, θα εξετάσουμε το συγκεκριμένο παράγοντα στα πλαίσια εξέτασης του ευρύτερου ζητήματος που τίθεται με την παρούσα έφεση και που είναι κατά πόσο η εκκαλούμενη ποινή είναι έκδηλα υπερβολική ή όχι.»

 

Στην παρούσα υπόθεση το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν παρέλειψε να εξετάσει το κατά πόσον η συνολική ποινή των 8 μηνών είναι στο σύνολό της υπέρμετρη και δυσανάλογη προς τα εν λόγω αδικήματα. Η κατάληξή του, μας βρίσκει σύμφωνους. Υπό το φως των όσων προαναφέραμε για την ανάγκη αποτρεπτικών ποινών σε σχέση με το συγκεκριμένο αδίκημα, η συνολική ποινή φυλάκισης 8 μηνών αναφορικά με πέντε συνολικά περιστατικά οδήγησης υπό την επήρεια ναρκωτικών σε περίοδο από το 2020 μέχρι το τέλος του 2022, με τα δύο τελευταία να έχουν λάβει χώραν ενώ ο εφεσείων οδηγούσε ενώ του είχε στερηθεί το δικαίωμα να κατέχει άδεια, κάθε άλλο παρά υπερβολική μπορεί να χαρακτηριστεί. Κρίνουμε ότι δεν ευσταθεί ούτε το τελευταίο ως άνω παράπονο του εφεσείοντα.

 

Συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και αποτυγχάνει.

 

Με τον τρίτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο βρισκόταν σε σύγχυση αναφορικά με το ποινικό μητρώο του εφεσείοντα, όταν επέβαλλε την προσβαλλόμενη ποινή. Έρεισμα για τον λόγο έφεσης αποτελεί το ότι σε ένα σημείο της εκκαλούμενης απόφασης γίνεται αναφορά στο καθαρό οδικό μητρώο του εφεσίβλητου, ενώ σε άλλο σημείο, στις δύο προηγούμενες καταδίκες του. Θεωρούμε ότι στην πρώτη αναφορά του το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφερόταν στο ότι ο εφεσίβλητος δεν είχε βαθμούς ποινής. Σε κάθε περίπτωση όμως, ατελέσφορος κρίνεται ο λόγος έφεσης, εφόσον δεν ευσταθεί το ότι ο εφεσείων είχε λευκό ποινικό μητρώο. Ο τρίτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.

 

Με τον τέταρτο λόγο έφεσης προσβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε εσφαλμένα τη διακριτική του ευχέρεια και εσφαλμένα δεν ανέστειλε την ποινή φυλάκισης την οποία επέβαλε.

 

Το Εφετείο προέβη προσφάτως σε μια επισκόπηση της νομολογίας σε σχέση με το ζήτημα της αναστολής στην ΑΡΤΖΑΝΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 3/2026, ημερομηνίας 22.6.2026. Λέχθηκαν τα εξής:

 

«Σύμφωνα με το Άρθρο 3 (2) του περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιστάσεις Νόμου του 1972, Ν.95/1972, αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης διατάσσεται αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου (ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΤΖΙΑΟΥΧΑΡΗ, (2005) 2 Α.Α.Δ. 161).

Σύμφωνα με την ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v. ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ. 168/2016, ημερομηνίας 19.4.2018:

«Η απόφαση για αναστολή της ποινής ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου, στην απουσία δε οποιουδήποτε λάθους αρχής δεν δικαιολογείται η επέμβαση του Εφετείου».

Ως εξηγείται στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΜΥΛΩΝΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2017, ημερομηνίας 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537:

 «Όπως αναλύεται το όλο ζήτημα στην υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, 938‑939:

“Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 22). Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες ‑ είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς ‑ οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.”

Το θέμα της αναστολής παραμένει πρωτίστως εντός της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Οι μετριαστικοί όμως παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της ποινής και του ύψους της δεν μπορούν να είναι ταυτόσημοι και να αποτελούν ταυτόχρονα και αιτιολογία για την αναστολή της ποινής φυλάκισης. Το σύνολο των περιστάσεων μαζί με τα προσωπικά περιστατικά του παραβάτη θα πρέπει να αναδύουν μία εικόνα που να δικαιολογεί την απόφαση για αναστολή. Όπως για παράδειγμα η απόφαση στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσάνθου Πολ. Έφεση Αρ. 137/2015, ημερομηνίας 23.6.2018, όπου μετά την ανατροπή της πρωτόδικης αθωωτικής απόφασης, προσμέτρησαν ως ιδιαίτεροι παράγοντες για αναστολή της επιβληθείσας από το Εφετείο ποινής η μεγάλη πάροδος του χρόνου και η ύπαρξη νέων δεδομένων όπως ο αρραβώνας και ο προγραμματισμός γάμου και η απόκτηση παιδιού στο μεταξύ.»

(βλ. επίσης, ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΚΑΛΛΙΚΑ, Ποινική Έφεση Αρ. 268/2022, ημερομηνίας 30.9.2025).

Μόλις στις 4.6.2026, στην ΣΠΥΡΟΥ V. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 300/2025, ημερομηνίας 4.6.2026, είχαμε την ευκαιρία να πραγματευτούμε το ζήτημα της αναστολής εκτέλεσης επιβληθείσας ποινής φυλάκισης σε όμοιας φύσης υπόθεση, παραπέμποντας στην ΑΡΓΥΡΙΔΗΣ κ.ά. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2013) 2 Α.Α.Δ. 449.

Καθίσταται προφανές ότι το τι έχει σημασία σε τέτοιες περιπτώσεις είναι οι ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης και του κατηγορούμενου ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσον δικαιολογείται η κρίση για αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης στη βάση των πιο πάνω αρχών

 

Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, εξετάσαμε τον δεύτερο λόγο έφεσης. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην αιτιολογία στο γεγονός ότι ο εφεσείων έχει ήδη εκτίσει ποινή φυλάκισης δύο μηνών για παρόμοια αδικήματα, στο ότι έχει πλέον θεραπευθεί από την εξάρτηση στα ναρκωτικά και στα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου έφεσης περί της μη συμπερίληψης των υπό κρίση αδικημάτων στην προηγούμενη ποινική υπόθεση για της ίδιας φύσης αδικήματα. Δεν θεωρούμε ότι οι περιστάσεις αυτές θα έπρεπε απαραιτήτως να προσμετρήσουν υπέρ της έκδοσης διατάγματος αναστολής. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν παρέλειψε να τις συνεκτιμήσει και δεν διαπιστώνουμε σφάλμα στη διεργασία στην οποία προέβη.

 

Επιπλέον των πιο πάνω, αποδίδεται σφάλμα στο πρωτόδικο Δικαστήριο σε σχέση με το ότι ενώ έλαβε υπόψη ότι ο εφεσείων είχε ήδη εκτίσει ποινή για τα προηγούμενα αδικήματα της ίδιας φύσης, εντούτοις αντιφατικά, κατά τον εφεσείοντα, προσμέτρησε το ότι ο εφεσείων επανέλαβε το αδίκημα δύο φορές. Προφανώς, δεν πρόκειται περί σφάλματος. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφερόταν στο ότι στην υπό κρίση υπόθεση αντιμετώπιζε δύο κατηγορίες για το ίδιο αδίκημα και μάλιστα, όπως σημείωσε, επανέλαβε το αδίκημα σε σύντομο χρονικό διάστημα.

 

Εν κατακλείδι, διαπιστώνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο   συνεκτίμησε στο ορθό πλαίσιο τους σχετικούς με το ζήτημα παράγοντες, χωρίς να υφίσταται λόγος επέμβασής μας. Ο τέταρτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.

 

Η έφεση απορρίπτεται στην ολότητά της και η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.

 

 

Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο