ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 17/2025)
9 Ιουλίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
Εφεσείων,
v.
AHMAD MUAHANAD HAWA,
Εφεσίβλητου.
______________________________
Μ. Κουτσόφτας για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τον Εφεσείοντα
Αυτοπροσώπως, για τον Εφεσίβλητο
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη. Θα δοθεί από την Στυλιανίδου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.: Το Κακουργιοδικείο Λάρνακας έκρινε ένοχο τον εφεσίβλητο κατόπιν ακρόασης για το αδίκημα της υποβοήθησης παράνομης εισόδου υπηκόων τρίτης χώρας στο έδαφος της Δημοκρατίας κατά παράβαση του Άρθρου 19(1)(Α) του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ.105 (κατηγορία 1) και για το αδίκημα της συνδρομής ή βοήθειας σε απαγορευμένο μετανάστη vα εισέλθει στη Δημοκρατία, κατά παράβαση τoυ Άρθρου 19(1)(ζ) του ίδιου Νόμου (κατηγορία 2).
Ο εφεσείων προσβάλλει την ποινή των 4 ετών φυλάκισης η οποία επιβλήθηκε στον εφεσίβλητο για το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας, ως έκδηλα ανεπαρκή. Για το εν λόγω αδίκημα η μέγιστη προβλεπόμενη στον Νόμο ποινή φυλάκισης είναι τα 15 έτη. Για το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας δεν επιβλήθηκε ποινή, επειδή τα γεγονότα της περιλαμβάνονταν σ’ αυτά της κατηγορίας 1.
Η συμμετοχή του εφεσίβλητου στα αδικήματα συνίστατο στο ότι πλοήγησε βάρκα από την Ταρτούς της Συρίας στην Κύπρο, επί της οποίας επέβαιναν 19 άτομα μεταξύ των οποίων και τέσσερεις ανήλικοι. Το σκάφος ήταν υπερφορτωμένο αφού μπορούσε να μεταφέρει μέχρι τα πέντε άτομα, δεν έφερε σωστικά βοηθήματα και είχε υποστεί μετατροπές ώστε να μπορεί να μεταφέρει περισσότερα άτομα, έτσι μπορούσαν εύκολα να μπουν νερά από την πρύμνη του. Ο εφεσίβλητος αποδέχτηκε όπως λάβει αντάλλαγμα 2000 δολαρίων ως αντάλλαγμα για την εν λόγω πλοήγηση.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στην ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών εν σχέσει με τα εν λόγω αδικήματα, τα οποία όπως αναγνώρισε θεωρούνται σοβαρά με παραπομπή σε σχετική νομολογία συμπεριλαμβάνοντας και την πιο πρόσφατη, ήτοι τις ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΑΣ v. KHAN, Ποινική Έφεση 123/2023, ημερομηνίας 15.9.2023 και ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. TERZELAKI κ.ά., Ποινική Έφεση 6/2023 κ.ά., ημερομηνίας 4.6.2024.
Στρεφόμενο στο έργο της εξατομίκευσης της ποινής, επιμέτρησε την επικινδυνότητα του όλου εγχειρήματος. Συνάρτησε δε τον αριθμό των ατόμων επί του σκάφους, το γεγονός ότι ήταν παράνομοι μετανάστες και δεν ήταν συγγενικά πρόσωπα του εφεσίβλητου, με τους αντίστοιχους επιβαρυντικούς παράγοντες που καταγράφονται στην αγγλική απόφαση LE AND STARK [1999] 1 Cr App R (S) 422, η οποία αναφέρθηκε στην TERZELAKI (ανωτέρω). Έλαβε συναφώς επίσης υπόψη ότι σκοπός του εφεσίβλητου ήταν η αποκόμιση κέρδους.
Ως ελαφρυντικούς παράγοντες έλαβε υπόψη κυρίως το γεγονός ότι ο εφεσίβλητος ήταν ηλικίας 24 ετών, θεωρώντας ότι εμπίπτει στην κατηγορία των ατόμων στα οποία πρέπει να δίδεται έμφαση στην αναμόρφωση παρά στην τιμωρία καθώς και το λευκό του ποινικό μητρώο. Επίσης, έλαβε υπόψη τις δεινές προσωπικές του περιστάσεις, καθώς και το γεγονός ότι δεν ήταν ο ιθύνων νους για τη διοργάνωση του ταξιδιού.
Τέλος, σημειώνοντας ότι οι προηγούμενες αποφάσεις είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για παρόμοιας φύσης αδικήματα, χωρίς, όμως, να έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα (βλ. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v. ΧΑΤΖΗΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Ποινική Έφεση 20/2021, ημερομηνίας 19.10.2021), εκτίμησε και το εύρος των ποινών για παρόμοια αδικήματα όπως αυτό προκύπτει από πρόσφατη νομολογία.
Στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΜΥΛΩΝΑ, Ποινική Έφεση 65/2017, ECLI:CY:AD:2018:B537, ημερομηνίας 14.12.2018, επαναλήφθηκαν οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας του Εφετείου προς επανακαθορισμό επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, ως τέθηκαν σε σχετικό απόσπασμα στην ΚΥΠΡΙΖΟΓΛΟΥ κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 53/2017 κ.ά., ημερομηνίας 15.12.2017:
«Οι βασικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας επέμβασης του Εφετείου επί επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, επαναλαμβάνονται στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Selmani κ.ά. v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, ημερομηνίας 5.10.2016, όπου λέχθηκαν τα εξής:
"Είναι πάγια νομολογημένο ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής, καθότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου δικαστηρίου. Σε δεύτερο βαθμό, εξετάζεται αν η ποινή εντάσσεται στα πλαίσια τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία και τα οποία αρμόζουν προς τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητάς της. Η επάρκεια δε της τιμωρίας καταδικασθέντος κρίνεται υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που άπτονται της ποινής. Το Εφετείο έχει εξουσία επέμβασης μόνο όπου η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής, είτε έκδηλα υπερβολική. Στις περιπτώσεις αυτές εναπόκειται στο Εφετείο ο καθορισμός της αρμόζουσας ποινής. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί επίσης όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής. (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 525, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδου (1993) 2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λάμπρου (2009) 2 ΑΑΔ 686, Χρίστου Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 130/2013, ημερ. 16.5.2015 και Αναστάσιος Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 222/2014, ημερ. 25.11.2015)."»
Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και τη διεργασία επιβολής ποινής στην οποία προέβη το πρωτόδικο Δικαστήριο, θεωρούμε ότι η ποινή που επιβλήθηκε είναι ορθή και δίκαιη και αντικατοπτρίζει τόσο τη σοβαρότητα του αδικήματος αλλά και τις προσωπικές περιστάσεις του παραβάτη, χωρίς να μπορεί να θεωρηθεί έκδηλα ανεπαρκής. Δεν διαπιστώνουμε, παράλληλα, ούτε σφάλμα αρχής ούτως ώστε να δικαιολογείται η επέμβασή μας.
Συνεπώς, η έφεση απορρίπτεται και η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο