ΡΑΜΙ ΝΤΕΜΛΟΖ, v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 173/2026, 15/7/2026
print
Τίτλος:
ΡΑΜΙ ΝΤΕΜΛΟΖ, v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 173/2026, 15/7/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 173/2026)

 

15 Ιουλίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΡΑΜΙ ΝΤΕΜΛΟΖ,

Εφεσείων,

 

v.

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,

Εφεσίβλητης.

______________________________

 

Γ. Καλογερίδης για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα

Α. Χατζηγεωργίου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

(Αυθημερόν)

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Ο εφεσείων αντιμετωπίζει, ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, μία κατηγορία κλοπής, κατά παράβαση Άρθρων του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Συγκεκριμένα, του αποδίδεται ότι στις 19.5.2026, έκλεψε μία γεννήτρια αξίας €50.000.‑, περιουσία συγκεκριμένου διαγνωστικού κέντρου. Κατόπιν της μη παραδοχής του, το πρωτόδικο Δικαστήριο, σε συνεργασία με τους δύο συνηγόρους, προς εξεύρεση κατάλληλων ημερομηνιών για ακρόαση της υπόθεσης, όρισε αυτήν για ακρόαση στις 11 και 13 Αυγούστου 2026.

 

Ζητήθηκε η κράτηση του εφεσείοντα στη βάση του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων. Το αίτημα αντιμετώπισε την ένσταση της πλευράς του εφεσείοντα και το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού εξέτασε τα όσα τέθηκαν ενώπιόν του, στη βάση των όσων εξηγεί στην απόφασή του, διέταξε την κράτηση του εφεσείοντα, διαπιστώνοντας ότι συντρέχει κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων.

 

Ο εφεσείων προσβάλλει την πρωτόδικη κρίση με δύο λόγους έφεσης. Ο πρώτος λόγος έφεσης αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι αξιολόγησε λανθασμένα τα ενώπιόν του δεδομένα αποδίδοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στη σωρευτική ύπαρξη των εκκρεμουσών ποινικών υποθέσεων του εφεσείοντα χωρίς συνεκτίμηση αποδεικτικού υλικού που είχε τεθεί ενώπιόν του και το οποίο επηρέαζε άμεσα τη βαρύτητα που μπορούσε να αποδοθεί στις συγκεκριμένες εκκρεμούσες υποθέσεις για τον σκοπό της εκτίμησης κινδύνου διάπραξης αδικημάτων. Επίκληση γίνεται ενόρκων δηλώσεων παραπονούμενων προσώπων σε δύο από τις εκκρεμούσες υποθέσεις, οι οποίες αφορούν αδικήματα βίας στην οικογένεια, με τις οποίες τα εν λόγω πρόσωπα (μητέρα και σύζυγος του εφεσείοντα) διαφοροποίησαν τα παράπονά τους, καθώς επίσης και του ότι ο εφεσείων εξακολουθεί να διαμένει με την οικογένειά του και ότι καθ’ όλο το διάστημα κατά το οποίο τελούσε ελεύθερος συμμορφώθηκε πλήρως προς όλους τους όρους που του είχαν επιβληθεί. Σύμφωνα με την πλευρά του εφεσείοντα τα εν λόγω στοιχεία δεν συνεκτιμήθηκαν ουσιαστικά από το πρωτόδικο Δικαστήριο.

 

Ο δεύτερος λόγος έφεσης αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι δεν προέβηκε στην απαιτούμενη εξατομικευμένη αξιολόγηση της υπόθεσης και της συμπεριφοράς του εφεσείοντα, υποδεικνύοντας καθοριστική σημασία στην ύπαρξη εκκρεμουσών ποινικών υποθέσεων. Αυτό προβάλλεται στη βάση του ότι ο εφεσείων ουδέποτε καταγγέλθηκε για οποιαδήποτε παραβίαση των όρων της ελευθερίας του ή οποιαδήποτε νέα εγκληματική συμπεριφορά κατά το διάστημα που τελούσε ελεύθερος. Κατά την πλευρά του εφεσείοντα, η πρωτόδικη απόφαση δεν περιέχει ειδική και εξατομικευμένη αιτιολογία που να δικαιολογεί την αναγκαιότητα της κράτησης υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης.

 

Μας έχουν απασχολήσει τα όσα εγείρονται με την παρούσα έφεση, έχοντας ακούσει και την επιχειρηματολογία των δύο πλευρών επί αυτών. Έχουμε, επίσης, εξετάσει καθετί σχετικό με την υπό κρίση διαδικασία, περιλαμβανομένης της πρωτόδικης απόφασης αλλά και όσων τέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Ως κατ' επανάληψη έχουμε υποδείξει, αντικείμενο εξέτασης σε τέτοιες περιπτώσεις είναι η ορθότητα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του θέματος στη βάση των όσων είχαν τεθεί ενώπιόν του. Σχετικό είναι το κάτωθι απόσπασμα από την A.A.S. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 193/2022, ημερομηνίας 14.9.2022:

 

«Υπενθυμίζουμε ότι η κράτηση ενός υποδίκου μέχρι τη δίκη ή η επιβολή όρων για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του στο Δικαστήριο, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου με αφετηρία, βεβαίως, την ατομική ελευθερία και ότι η κράτηση αποτελεί μέτρο κατ' εξαίρεση (Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 130, 134). Επέμβαση του Εφετείου χωρεί αν διαπιστωθεί ότι αυτή η εξουσία δεν ασκήθηκε κατά τρόπο δικαστικό, είτε διότι εμφιλοχώρησαν εξωγενή στοιχεία, είτε γιατί παραγνωρίστηκαν κριτήρια που καθορίστηκαν από τη νομολογία ως προαπαιτούμενα (Dydi v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 103/2020 [σχ. Με 104/2020], ημερ. 3/9/2020 και Γεωργίου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 131/2021, ημερ. 1/9/2021). Στην Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997)2 Α.Α.Δ. 109 λέχθηκε ότι «το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στα πρωτόδικα Δικαστήρια εκτός για πολύ σοβαρούς λόγους και σε εξαιρετικές περιπτώσεις». (Βλ. Επίσης Μαυρομιχάλης ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 256 και Suleyman v. Αστυνομίας, ποιν. Εφ. 120/20, 11.8.20), ECLI:CY:AD:2020:B286

 

Η συνάφεια των λόγων έφεσης καθιστά ευχερές το να εξεταστούν παράλληλα μέσα από μία σφαιρική εξέταση της πρωτόδικης κρίσης.

  

Από το περιεχόμενο της πρωτόδικης απόφασης, διαπιστώνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο επαρκώς αποτύπωσε τις νομολογιακές αρχές που το αφορούν. Στην MERZO v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 57/2026, ημερομηνίας 13.3.2026, αναφερθήκαμε στην IGNATOVA v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 268/2025, ημερομηνίας 14.10.2025 και στο κάτωθι απόσπασμα:

 

«Στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΚΙΤΣΙΟΥ, Ποινική Έφεση 111/2025, ημερομηνίας 29.5.2025 λέχθηκαν τα εξής, αναφορικά με τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων:

«Οι αρχές που έχουν καθιερωθεί από τη Νομολογία για εξέταση του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων συνοψίστηκαν στην Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 47/24, ημερ. 11.3.2024 ως εξής:

«(1) Για την κατάληξη σε συμπέρασμα περί ύπαρξης πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία. Αρκεί αν με βάση όλα τα στοιχεία τα οποία τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα.

(2) Η πιθανολόγηση αναφέρεται σε ροπή προς το έγκλημα ή τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο μέλλον, για την οποία το Δικαστήριο δύναται να καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα, βασιζόμενο, μεταξύ άλλων, είτε στο ιστορικό του είτε στον χαρακτήρα του είτε στα περιστατικά της υπόθεσης ή σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της ή και σε διάφορες άλλες περιστάσεις.

(3) Τέτοια πιθανολόγηση δύναται μεταξύ άλλων να στοιχειοθετηθεί: (Α) Από το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου ή από εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις ή ποινικές υποθέσεις των οποίων αναμένεται η καταχώριση, νοουμένου ότι αφορούν αδικήματα ίδιας ή παρόμοιας φύσης ή ανάλογης σοβαρότητας, (β) Από το μαρτυρικό υλικό και από τα περιστατικά της υπό εκδίκαση υπόθεσης, κρινόμενα στην όψη τους (όπως έγινε στην υπόθεση Matznetter v. Austria, Appl. 2178/64, ημερ. 10.11.69 και στις υποθέσεις Κωνσταντινίδη και Χριστούδια, ανωτέρω)».»

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε στην απόφασή του τις τέσσερεις εκκρεμούσες υποθέσεις που ο εφεσείων αντιμετωπίζει, αναφερόμενο στο τι αφορούν. Δύο εξ αυτών αφορούν συναφή αδικήματα ενώ οι άλλες δύο αφορούν αδικήματα βίας στην οικογένεια. Τα φερόμενα αδικήματα παρουσιάζονται να διαπράχθηκαν από τον Μάρτιο του 2021 μέχρι και τον Ιούνιο του 2024. Δεν παρέλειψε, το πρωτόδικο Δικαστήριο, να αναφερθεί στις ένορκες δηλώσεις παραπονούμενων προσώπων στις υποθέσεις που αφορούν αδικήματα βίας στην οικογένεια με τις οποίες διαφοροποιούνται τα παράπονα αυτών. Όμως, ως εξήγησε, δεν ήταν σε θέση να διαπιστώσει την επίδραση αυτών των ενόρκων δηλώσεων στις εν λόγω υποθέσεις. Ως, περαιτέρω κατέληξε:

 

«Εξάλλου, αυτό το οποίο εξετάζεται είναι κατά πόσο αυτές οι υποθέσεις, για αυτό το υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μαζί με το Έγγραφο Α, το ποινικό μητρώο, είναι ικανά να πιθανολογήσουν κάποια ροπή ή τάση του κατηγορουμένου στο έγκλημα. Έχω υπόψη μου ότι τα αδικήματα, τα οποία αντιμετωπίζει με τις άλλες υποθέσεις, εκτός από τις δύο υποθέσεις που αφορούν παρόμοιας φύσης αδικήματα με το παρόν Κατηγορητήριο, ότι αφορούν άλλα αδικήματα, όμως η Νομολογία επιτρέπει σε κάποιο Δικαστήριο χωρίς αυτό φυσικά να επηρεάσει το τεκμήριο αθωότητας, καθότι δεν προβαίνει το Δικαστήριο σε οριστικά συμπεράσματα, κατά πόσο τα αδικήματα είναι παρόμοιας ή ανάλογης σοβαρότητας. Επισημαίνω ότι κάποια εκ των αδικημάτων τα οποία ειδικότερα αφορούν βία στην οικογένεια, επισύρουν μεγαλύτερη ποινή σε περίπτωση καταδίκης παρά το αδίκημα της κλοπής. Θεωρώ ότι αντιμετωπίζει αδικήματα μεγαλύτερης σοβαρότητας παρά το αδίκημα, το οποίο αντιμετωπίζει. Όλα αυτά συνολικά αποτιμώμενα σε συνάρτηση και με το κατηγορητήριο που αντιμετωπίζει, ότι αντιμετωπίζει και κατηγορίες ομοειδούς φύσεως ότι είναι ικανά να πιθανολογήσουν τάση για έγκλημα.

Θέλω να αναφέρω προτού προχωρήσω στην κατάληξή μου, έχω υπόψη μου και θα θέσω και την υπόθεση Δημοκρατία v. Θεμιστοκλέους, 84/24, ημερομηνίας 16/04/24, στην οποία απόφαση επισημάνθηκε ότι, «όπου τα υπό κατηγορία αδικήματα εμπίπτουν σε χρονική περίοδο, όπου ο κατηγορούμενος ήταν ελεύθερος με όρους σε άλλη υπόθεση για παρόμοια αδικήματα τότε αποκτά αυξημένη ισχύ κατά την εξέταση των υπό αναφορά αδικημάτων». Το ίδιο αναφέρθηκε, ως ανέφερα και προηγουμένως, στην υπόθεση Μπατιρίδης v. Αστυνομίας, και δίδω έμφαση σε αυτό το σημείο και να αναφέρω ότι εκτός του ότι από το ίδιο το υλικό που τέθηκε ενώπιόν μου, φαίνεται να υπάρχει μία τάση τουλάχιστον από το 2021 μέχρι σήμερα με το παρόν Κατηγορητήριο ροπής στο έγκλημα του κατηγορουμένου, όπου, φέρεται να διάπραξε αδικήματα, ενόσω τελούσε ελεύθερος με όρους. Αναφέρθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο ότι θα μπορούσε να θέσει όρους εγγύησης ή να καταθέσει μετρητά, όμως επαναλαμβάνω ότι ενώσω τελούσε με όρους, διάπραξε, φέρεται να διέπραξε άλλα αδικήματα.»

 

Δεν εντοπίζουμε σφάλμα στην ως άνω πρωτόδικη κρίση, ούτε μας βρίσκουν σύμφωνους τα παράπονα του εφεσείοντα. Από τα ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεδομένα, ήταν πλήρως δικαιολογημένη η κατάληξή του αυτή. Η επιθυμία παραπονούμενου προσώπου να μην διωχθεί το πρόσωπο το οποίο είχε καταγγείλει ή η απόσυρση παραπόνου εναντίον αυτού ουδόλως επηρεάζει το εξεταζόμενο θέμα. Άλλωστε, με βάση τη νομολογία, το τι αναζητείται είναι η ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος και όχι το πιθανό αποτέλεσμα άλλων υποθέσεων τις οποίες κατηγορούμενο πρόσωπο αντιμετωπίζει. Ούτε, φυσικά, η απόσυρση παραπόνου από παραπονούμενο πρόσωπο, από μόνη της, φανερώνει στοιχεία σε σχέση με τον χαρακτήρα του κατηγορουμένου προσώπου σχετικά με το υπό κρίση θέμα.

 

Ουδεμία παράλειψη εντοπίζουμε στην όλη διεργασία στην οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβηκε εξετάζοντας το θέμα που είχε να αποφασίσει.

 

Ούτε, όμως, η όποια συμμόρφωση του εφεσείοντα με προηγούμενους όρους εγγύησης σε άλλες υποθέσεις διαφοροποιεί την κατάσταση, ανατρέποντας την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης, ούτε η αιτιολόγηση της πρωτόδικης απόφασης υπολείπεται σε οτιδήποτε του ενδεδειγμένου. Ως το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά υπέδειξε, σημαντικό στοιχείο αποτελούσε και το ότι ο εφεσείων φέρεται να τέλεσε το κατ’ ισχυρισμόν αδίκημα ενόσω τελούσε υπό όρους εγγύησης. Ως υποδείξαμε στην IGNATOVA (ανωτέρω), επιπρόσθετο στοιχείο προς υποστήριξη του δικαιολογημένου διαταγής κράτησης, αποτελεί το ότι ο εφεσείων φέρεται να τέλεσε τα υπό κρίση αδικήματα ενόσω τελούσε υπό όρους εγγύησης για άλλη υπόθεση (βλ. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΝΤΕΜΛΟΖ, Ποινική Έφεση 100/2025, ημερομηνίας 24.4.2025, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v. ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ, Ποινική Έφεση 84/2024, ημερομηνίας 16.4.2024, ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. MOHAMMAD SERAQ κ.α., Ποινική Έφεση 269/2024, ημερομηνίας 23.1.2025).

 

Επομένως, καθ’ όλα ορθή κρίνεται η πρωτόδικη κρίση, χωρίς να εντοπίζεται πεδίο επέμβασής μας σε αυτήν.

 

Αβάσιμοι κρίνονται αμφότεροι οι λόγοι έφεσης.

 

Ως αποτέλεσμα, η παρούσα έφεση απορρίπτεται στο σύνολό της και η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.

 

 

Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο