ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΝΕΟΦΥΤΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 174/2026, 14/7/2026
print
Τίτλος:
ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΝΕΟΦΥΤΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 174/2026, 14/7/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 174/2026)

 

14 Ιουλίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΝΕΟΦΥΤΟΥ,

Εφεσείων,

 

v.

 

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

Εφεσίβλητης.

_________________________

Αυτοπροσώπως ο Εφεσείων

Χ. Καραολίδου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

(Αυθημερόν)

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η παρούσα έφεση αποτελεί συνέχεια των Ποινικών Εφέσεων 129/2026 και 130/2026 με αντικείμενο τη συνέχιση της κράτησης του εφεσείοντα εκκρεμούσης της ακροαματικής διαδικασίας της υπόθεσης την οποία αντιμετωπίζει ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας. Καταγράφεται, σχετικά, ότι ο εφεσείων τελεί υπό κράτηση στη βάση του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων και στη βάση του κινδύνου επηρεασμού μαρτύρων, αποφάσεις οι οποίες έχουν καταστεί τελεσίδικες. Παρά, λοιπόν, όσα τέθηκαν από τον εφεσείοντα στις ως άνω Ποινικές Εφέσεις 129/2026 και 130/2026 (αμφότερες οι αποφάσεις είναι ημερομηνίας 29.5.2026), κατά τη δικάσιμο κατά την οποία η υπόθεση επαναορίστηκε στις 27.7.2026, για συνέχιση της ακρόασης με την έκδοση της απόφασης του Κακουργιοδικείου επί εισήγησης αναφορικά με την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, ο εφεσείων, και πάλι, ήγειρε θέμα τερματισμού της κράτησής του. Το Κακουργιοδικείο, για τους λόγους που εξήγησε διέταξε τη συνέχιση της κράτησης του εφεσείοντα μέχρι την ως άνω ημερομηνία συνέχισης της ακρόασης.

 

Ο εφεσείων, από μόνος του, καταχώρισε την παρούσα έφεση. Σημειώνεται ότι και πρωτοδίκως ο εφεσείων ήγειρε την ένστασή του ως προς τη συνέχιση της κράτησης αυτοπροσώπως, έχοντας συναινέσει στην απαλλαγή του συνηγόρου του από τα καθήκοντα του λόγω διαφωνίας τους. Στην ειδοποίηση έφεσης, ο εφεσείων αναφέρει, ως λεπτομερείς λόγους επί των οποίων βασίζεται η έφεση, ότι πρόκειται για έφεση εναντίον της ενδιάμεσης απόφασης ημερομηνίας 2.7.2026 ως προς την κράτησή του. Υπό αυτά τα δεδομένα, η υπό κρίση έφεση ορίστηκε σήμερα για ακρόαση.

 

Κατά την ακρόαση της έφεσης, ο εφεσείων, λαμβάνοντας τον λόγο, ζήτησε όπως καταθέσει γραπτώς την αγόρευσή του και προσθέσει προφορικώς συγκεκριμένες τοποθετήσεις. Παρατηρούμε ότι το γραπτό κείμενο αγόρευσης αναφέρει τη φράση «ειδοποίηση έφεσης και λόγοι έφεσης». Στο κείμενο δε, τίθεται η επιχειρηματολογία του εφεσείοντα με αναφορά και σε λόγους έφεσης, τέσσερεις στον αριθμό, τους οποίους αναλύει.

 

Ως είχαμε την ευκαιρία να υποδείξουμε στην ΦΡΑΝΤΖΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 59/2026, ημερομηνίας 26.3.2026 και στην ANDREOU v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 133/2026, ημερομηνίας 4.6.2026, σύμφωνα με το Άρθρο 138 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, κάθε ειδοποίηση έφεσης, μεταξύ άλλων, εκθέτει πλήρως τους λόγους επί τους οποίους αυτή βασίζεται.

  

Ως η νομολογία καθορίζει, θα πρέπει να τίθεται, με τον δέοντα τρόπο, αφενός το σφάλμα το οποίο αποδίδεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο και, αφετέρου, οι λόγοι που προβάλλονται να στοιχειοθετούν το προβαλλόμενο σφάλμα. Με άλλα λόγια, προβάλλεται ο λόγος έφεσης και οι λεπτομέρειες, η αιτιολογία αυτού. Θα μπορούσαν να αναφερθούν ως σχετικές οι αποφάσεις ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΜΑΥΡΕΑ, Ποινική Έφεση 13/22 κ.ά., ημερομηνίας 25.2.2025 και ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. AKSAHIN, Ποινική Έφεση 62/2025 ημερομηνίας 29.10.2025.

 

Σύμφωνα με το Άρθρο 144 του Κεφ. 155, το Εφετείο ακούει και κρίνει την έφεση μόνο επί των λόγων που εκτίθενται στην ειδοποίηση έφεσης.

 

Από τα προαναφερθέντα, καθίσταται προφανές ότι η παρούσα έφεση είναι ατελής αφού το γραπτό κείμενο αγόρευσης του εφεσείοντα ή το διάγραμμα αγόρευσης, εκεί όπου δίδονται οδηγίες για καταχώρισή του, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υποκαταστήσει την πιο πάνω δικονομική υποχρέωση. Το γεγονός παραμένει ότι από την ειδοποίηση έφεσης η οποία καταχωρήθηκε και η οποία προσέβαλε την πρωτόδικη απόφαση, ουδείς λόγος έφεσης προβάλλεται ώστε να παρέχεται  ευχέρεια αντίληψης ποιο είναι το σφάλμα που αποδίδεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο και τον λόγο που αυτό αποτελεί σφάλμα, πάντοτε αναφορικά με τη διαταγή για κράτηση του εφεσείοντα.

 

Δεν αδιαφορούμε για το γεγονός ότι ο εφεσείων καταχώρισε ο ίδιος την έφεσή του, όμως ούτε αυτό από μόνο του συμπληρώνει το εν λόγω κενό. Άλλωστε, ανάλογο θέμα υφίστατο και στις ως άνω Ποινικές Εφέσεις 129/2026 και 130/2026, στις οποίες όμως, με την άδεια του Εφετείου, καταχωρήθηκαν λόγοι έφεσης πριν τη διεξαγωγή της ακρόασης.

 

Παρά τα ως άνω, έχοντας υπ' όψιν την επιφύλαξη του Άρθρου 144 του περί Ποινικής Δικονομία Νόμου, Κεφ. 155, ότι η ανωτέρω πρόνοια του Άρθρου δεν εφαρμόζεται εάν το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι υπήρξε πλημμελής απονομή της δικαιοσύνης, χωρίς, εκ προοιμίου, να εντοπίζουμε κάτι τέτοιο, έχουμε διεξέλθει της πρωτόδικης απόφασης και των όσων τίθενται με τη γραπτή αγόρευση του εφεσείοντα προς τον σκοπό διαπίστωσης κατά πόσο υφίσταται οτιδήποτε που να ανατρέπει την επάρκεια της πρωτόδικης κρίσης και να εντάσσεται στην ως άνω επιφύλαξη του Άρθρου 144.

 

Από τα όσα ο εφεσείων προβάλλει στην αγόρευσή του και στο τι αναφέρει ως λόγους έφεσης, προκύπτει ότι το παράπονό του εστιάζεται εις το ότι το Κακουργιοδικείο δεν εξέτασε ορθά το ζήτημα της αναγκαιότητας συνέχισης της κράτησης του εφεσείοντα λόγω κινδύνου διάπραξης νέων αδικημάτων. Τα όσα αναφέρονται σχετικά, κατ' ουσίαν, αφορούν θέσεις του εφεσείοντα σε σχέση με το τι του αποδίδεται είτε στην υπό κρίση υπόθεση είτε σε άλλη που αντιμετωπίζει. Η θέση του, ως αναπτύσσεται, καταλήγει ότι δεν θα μπορούσε, στη βάση της εξέλιξης των πραγμάτων, να τελέσει όμοια αδικήματα με εκείνα που του αποδίδονται. Περαιτέρω, επικαλείται τη δυσχέρεια του να προετοιμάσει την υπεράσπισή του, δεδομένου ότι αναφορές που έχει να αντιμετωπίσει επιβάλλουν την έρευνα του σε φακέλους στο ιατρείο του ώστε να μπορεί να θέσει σε επαφή με τον δικηγόρο του συγκεκριμένα άτομα.

 

Έχοντας υπ' όψιν τα ως άνω αλλά και τα όσα προβάλλονται από τον εφεσείοντα στην ολότητά τους, από τη μία πλευρά, αλλά και τα όσα το Κακουργιοδικείο εξήγησε στην απόφασή του, από την άλλη πλευρά, δεν εντοπίζουμε οτιδήποτε που να μπορούσε να ανατρέψει την επάρκεια της πρωτόδικης απόφασης.

 

Τα όσα αφορούν τον κίνδυνο διάπραξης νέων αδικημάτων αποφασίστηκαν και έχουν καταστεί τελεσίδικα. Δεν θα μπορούσε να κριθεί ότι υφίσταται οποιοδήποτε νέο στοιχείο που να μπορούσε να ανατρέψει την εν λόγω κρίση. Η θέση στην οποία ο εφεσείων βρίσκεται επί του παρόντος δεν αποτελεί εξέλιξη των πραγμάτων, ούτε αποτέλεσμα του τι αναφέρεται ή αφορά η εκάστοτε υπόθεση που αντιμετωπίζει. Ούτε, όμως, προκύπτει οποιοδήποτε ζήτημα σε σχέση με την προετοιμασία της υπεράσπισης του εφεσείοντα. Είναι προφανές ότι, μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της παροχής ευχέρειας σε υπόδικο να προετοιμάσει την υπεράσπισή του, οι αναφερόμενες ανάγκες μπορούν να ικανοποιηθούν με τον κατάλληλο χειρισμό, παρέχοντας στον εφεσείοντα κάθε τέτοια δυνατή ευχέρεια. Υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, δεν προκύπτει οποιοδήποτε νέο στοιχείο που να καθιστά διαταγή κράτησης του εφεσείοντα ανεπίτρεπτη επιλογή.

 

Τέλος, είναι επίσης γεγονός ότι, δεδομένης και της διαταγής κράτησης του εφεσείοντα στη βάση του κινδύνου επηρεασμού μαρτύρων, ακόμη και να υφίστατο έρεισμα σε θέματα ως τα ως άνω, δεν θα μπορούσε να ανατραπεί η πρωτόδικη κρίση στη βάση εκείνη. Ως λέχθηκε στην ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (1997) 2 Α.Α.Δ. 109 και υποδείξαμε επανειλημμένως, ως και στην Ποινική Έφεση 129/2026 ανωτέρω: «Έχουμε την άποψη πως από τη στιγμή που διαπιστώνεται η πιθανότητα διάπραξης νέων αδικημάτων και η πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων δεν παρέχεται πεδίο εξέτασης της εξασφάλισης της παρουσίας του κατηγορουμένου με εγγυήσεις.  Η διασφάλιση της απρόσκοπτης πορείας της δικαιοσύνης και η αποτροπή διάπραξης νέων αδικημάτων αποτελούν ζητήματα υψίστου δημοσίου συμφέροντος έναντι των οποίων πρέπει να υποχωρούν τα συμφέροντα των κατηγορουμένων περιλαμβανομένου και εκείνου της ατομικής ελευθερίας».

 

Ούτε, βέβαια προσβάλλεται ή προκύπτει ύπαρξη σφάλματος σε σχέση με την επιμήκυνση του χρόνου κράτησης του εφεσείοντα.

 

Επομένως, τηρουμένων αλλά και ανεξαρτήτως των ως άνω που αφορούν την ατέλεια της παρούσας έφεσης, δεν υφίσταται οτιδήποτε που να δίδει πεδίο επέμβασης στην πρωτόδικη κρίση από μέρους μας, η οποία παραμένει απολύτως ορθή και εντός των πλαισίων άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Κακουργιοδικείου επί της κράτησης του εφεσείοντα.

 

Αν είναι κάτι που θα μπορούσαμε να θέσουμε υπό μορφή σχολίου, αυτό είναι ότι, έχοντας τα θέματα αυτά αποφασιστεί στο παρελθόν και επικυρωθεί κατ' έφεση, η επανάληψη διαδικασιών επί ιδίων θεμάτων ή επί θεμάτων που θα μπορούσαν να είχαν εγερθεί προηγουμένως και δεν εγέρθηκαν, αγγίζει τα όρια κατάχρησης της διαδικασίας. Δεν είναι θεμιτό σε κάθε επόμενο ορισμό της υπόθεσης για συνέχιση της ακρόασης, να τίθενται ανάλογα θέματα προς ένσταση και, κατόπιν απόρριψής τους, να εγείρεται ανάλογη έφεση. Στην ΗΛΙΑ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 12/2023, ημερομηνίας 23.10.2025, αναφερθήκαμε στην ΑΔΑΜΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2015) 2 Α.Α.Δ. 798 και στην ευχέρεια απόδοσης εξόδων έφεσης, παρά την πρακτική μη έκδοσης διαταγής για έξοδα σε ποινικές εφέσεις, όταν κάποιος ασκεί έφεση στερούμενη παντός ερείσματος. Παρά την επανάληψη έγερσης όμοιων θεμάτων ενώπιόν μας, έχουμε προβληματιστεί και αποφασίζουμε όπως, επί του παρόντος τηρήσουμε τη γενική πρακτική. 

 

Ως αποτέλεσμα η παρούσα έφεση απορρίπτεται. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

 

                                                          Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

                                                          ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.             

                                                          Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο