JASKARAN SINGH BRAR v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 179/2026, 16/7/2026
print
Τίτλος:
JASKARAN SINGH BRAR v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 179/2026, 16/7/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 179/2026)

 

16 Ιουλίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

JASKARAN SINGH BRAR,

Εφεσείων,

 

v.

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,

Εφεσίβλητης.

_____________________________

 

Ν. Χαραλαμπίδου (κα) για Νατάσα Χαραλαμπίδου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα

Α. Χατζημιχαήλ (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Στυλιανίδου, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

(Αυθημερόν)

 

ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.: Το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου αφού παρέπεμψε τον εφεσείοντα και τον συγκατηγορούμενο του (κατηγορούμενο 1) σε δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου, ενέκρινε αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής για την κράτηση αμφοτέρων, βασιζόμενο στον κίνδυνο φυγοδικίας.

 

Ο εφεσείων (κατηγορούμενος 2) αντιμετωπίζει τις εξής κατηγορίες μαζί με τον κατηγορούμενο 1. Με την 4η κατηγορία, οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι, μεταξύ των ημερομηνιών 23.6.2026-25.6.2026, στην Ορμήδεια, εισήγαγαν από το εξωτερικό, μέσω εταιρείας ταχυμεταφορών, ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Α, ήτοι στελέχη (αποξηραμένους λοβούς) του φυτού μήκων η υπνοφόρος, βάρους 1 κιλού και 600 γραμμαρίων, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας. Με τη 5η κατηγορία, κατηγορούνται ότι, στις 25.6.2026, στην Ορμήδεια, είχαν στην κατοχή τους το πιο πάνω ελεγχόμενο φάρμακο  τάξεως Α, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας. Με την 6η κατηγορία, κατηγορούνται ότι, στις 25.6.2026, στην Ορμήδεια, είχαν στην κατοχή τους το πιο πάνω ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Α, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας.

 

Το τί καταλογίζεται στον εφεσείοντα σύμφωνα με το μαρτυρικό υλικό το οποίο παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή θα διαφανεί από την εξέταση του λόγου έφεσης.

 

Η έφεση προωθεί ένα λόγο έφεσης σύμφωνα με τον οποίο προβάλλεται ότι η απόφαση είναι λανθασμένη για τους λόγους που απαριθμούνται στο τι φαίνεται να αποτελεί την αιτιολογία αυτού.

 

Αντικείμενο εξέτασης από το Εφετείο είναι η ορθότητα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με το αίτημα κράτησης, στη βάση των όσων είχαν τεθεί ενώπιόν του. Ως προς τις αρχές που αφορούν την ευχέρεια του Εφετείου να επεμβαίνει στην πρωτόδικη κρίση, παραθέτουμε το πιο κάτω  απόσπασμα από την A.A.S. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 193/2022, ημερομηνίας 14.9.2022:

 

«Υπενθυμίζουμε ότι η κράτηση ενός υποδίκου μέχρι τη δίκη ή η επιβολή όρων για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του στο Δικαστήριο, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου με αφετηρία, βεβαίως, την ατομική ελευθερία και ότι η κράτηση αποτελεί μέτρο κατ' εξαίρεση (Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 130, 134). Επέμβαση του Εφετείου χωρεί αν διαπιστωθεί ότι αυτή η εξουσία δεν ασκήθηκε κατά τρόπο δικαστικό, είτε διότι εμφιλοχώρησαν εξωγενή στοιχεία, είτε γιατί παραγνωρίστηκαν κριτήρια που καθορίστηκαν από τη νομολογία ως προαπαιτούμενα (Dydi v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 103/2020 [σχ. Με 104/2020], ημερ. 3/9/2020 και Γεωργίου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 131/2021, ημερ. 1/9/2021). Στην Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997)2 Α.Α.Δ. 109 λέχθηκε ότι «το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στα πρωτόδικα Δικαστήρια εκτός για πολύ σοβαρούς λόγους και σε εξαιρετικές περιπτώσεις». (Βλ. επίσης Μαυρομιχάλης ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 256 και Suleyman v. Αστυνομίας, ποιν. Εφ. 120/20, 11.8.20), ECLI:CY:AD:2020:B286

 

Με την πρώτη παράγραφο της αιτιολογίας προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν συνεκτίμησε ως ζήτημα γενικής αρχής ότι ο εφεσείων δικαιούται να παραμείνει ελεύθερος μέχρι τη δίκη του με την επιβολή όρων.

 

Όπως προκύπτει από την εκκαλούμενη απόφαση η εισήγηση δεν ευσταθεί. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε τη νομολογία από την οποία άντλησε καθοδήγηση σε σχέση με τις αρχές που εφαρμόζονται σε αιτήματα κράτησης  και μάλιστα ανέδειξε και ρητώς τα πιο κάτω:

 

«Από τη σχετική επί του θέματος Νομολογία, προκύπτει ότι, ως εκ του συνταγματικά κατοχυρωμένου τεκμηρίου της αθωότητας, ο οποιοσδήποτε Κατηγορούμενος δικαιούται να παραμείνει ελεύθερος, όπου υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στη δίκη του. Αφετηρία αποτελεί πάντοτε η ατομική ελευθερία και η κράτηση συνιστά μέτρο το οποίο επιβάλλεται κατ’ εξαίρεση. Ταυτόχρονα, πρέπει να σταθμίζεται με την ανωτέρω αρχή και η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος η οποία επιβάλλει την παρουσία του Κατηγορούμενου ενώπιον του Δικαστηρίου.»

 

Κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν παραγνώρισε την πιο πάνω αρχή, αλλά αντιθέτως έχοντας την κατά νου, εξέτασε κατά πόσον πληρούνται τα κριτήρια που προβλέπονται στη νομολογία για τη διαπίστωση κινδύνου φυγοδικίας.

 

Προβάλλεται επίσης στην πρώτη παράγραφο η θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε εσφαλμένα το κριτήριο της πιθανολόγησης καταδίκης.

 

Εξειδικεύεται ότι σύμφωνα με το μαρτυρικό υλικό ο πρώτος κατηγορούμενος είχε κάνει τις δύο επίδικες παραγγελίες των ναρκωτικών που αφορούν οι κατηγορίες διαδικτυακά και στη μία παραγγελία χρησιμοποίησε το όνομα και το τηλέφωνο του εφεσείοντα ο οποίος είναι σύζυγος της αδελφής του, χωρίς ο δεύτερος να το γνωρίζει. Με κάθε σεβασμό,  η εισήγηση αυτή δεν βρίσκει έρεισμα στο μαρτυρικό υλικό. Υπάρχει στο μαρτυρικό υλικό η κατάθεση του εφεσείοντα ότι δεν γνώρισε το περιεχόμενο του πακέτου. Σχετικό είναι όμως και το πιο κάτω απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση:

 

«Στην κατάθεση του Κατηγορουμένου 2, Κυανούν 17 και 18, ο Κατηγορούμενος 2 αρνείται ότι παρήγγειλε ποτέ τις επίδικες ουσίες, αναφέροντας ότι του είχε ζητήσει ο Κατηγορούμενος 1 το όνομα, την ταυτότητα και τον αριθμό τηλεφώνου για ένα πακέτο που θα παράγγελλε, κάτι το οποίο έκανε και 6 μήνες προηγουμένως. Παραδέχεται ότι ο αριθμός τηλεφώνου στο πακέτο είναι ο δικός του και επαναλαμβάνει ότι τον έδωσε στον Κατηγορούμενο 1- γαμπρό του, για να το χρησιμοποιήσει για τα πακέτα που παράγγειλε.»

 

Εν όψει της πιο πάνω διαπίστωσής μας συμπαρασύρεται ως αβάσιμη και η θέση του εφεσείοντα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη ότι δεν υπήρχε καμία μαρτυρία που να τον εμπλέκει σε σχέση με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και ότι η κατάληξή του περί πιθανολόγησης καταδίκης έρχεται σε αντίθεση με το μαρτυρικό υλικό.

 

Προωθείται επίσης η θέση ότι αν και το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει και μόνος του τις πρώτες τρεις κατηγορίες στο κατηγορητήριο, εντούτοις δεν το έλαβε υπόψη. Δεν διαπιστώνουμε σφάλμα στον τρόπο που το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε το ζήτημα. Οι πρώτες τρεις κατηγορίες αφορούσαν άλλο πακέτο και δεν θεωρούμε ότι το στοιχείο αυτό έπρεπε να επηρεάσει την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου.

 

Καταλήγουμε ότι όλες οι αιτιάσεις που περιλαμβάνονται στην πρώτη παράγραφο του λόγου έφεσης είναι αβάσιμες και απορρίπτονται.

 

Στη δεύτερη παράγραφο του λόγου έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ότι σύμφωνα με τη νομολογία διαφαίνεται ότι δεν υπάρχει πιθανότητα επιβολής μακρόχρονης ποινής φυλάκισης.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε το ζήτημα ως εξής:

 

«Περαιτέρω, σύμφωνα με τη σχετική Νομολογία, σε περίπτωση καταδίκης των Κατηγορουμένων στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν, αναμένεται η επιβολή σε αυτούς ακόμη και πολυετών ποινών φυλάκισης (βλ. μεταξύ πολλών άλλων αποφάσεων επί του θέματος, Γενικός Εισαγγελέας v. Πέτρου, Ποινική Έφεση αρ. 71/2022, 1/12/2022, Memic v. Δημοκρατίας (2014) 2 ΑΑΔ 276, Ιωάννου v. Δημοκρατίας (2014) 2 ΑΑΔ 866 και Almeida v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 22/2025, 7/7/2027).»

 

Δεν εντοπίζουμε σφάλμα στην προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου.

 

Περαιτέρω σε σχέση με την πιο πάνω εισήγηση του εφεσείοντα σημειώνουμε τα πιο κάτω προσφάτως λεχθέντα από το Εφετείο στην ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 51/2026, ημερομηνίας 5.3.2026:

 

«Με τον τρίτο λόγο έφεσης προωθείται επίσης ότι η ενδεχόμενη ποινή φυλάκισης για τις πιο πάνω κατηγορίες που αφορούν την κατοχή 60 γρ. κάνναβης, δεν ήταν τέτοια που να δικαιολογεί τη διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου σχετικά με τον κίνδυνο φυγοδικίας.

Στην ΡΙΧΑΡΔΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 14/2026, ημερομηνίας 28.1.2026, εξετάσαμε συναφές ζήτημα και αναφέραμε τα εξής:

«Υπενθυμίζεται το τι εξετάζεται σε περιπτώσεις ως η παρούσα, όπως επεξηγήθηκε στην ΧΑΜΝΤ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 165/2021, ECLI:CY:AD:2021:B485, ημερομηνίας 27.10.2021:

«Όπως είναι νομολογημένο ο κίνδυνος φυγοδικίας εκτιμάται στη βάση των τριών αντικειμενικών κριτηρίων, σοβαρότητας αδικήματος, πιθανότητας καταδίκης και ενδεχόμενο αυστηρής τιμωρίας λαμβανομένων, όμως, σοβαρώς υπόψη και άλλων σχετικών παραγόντων που ανάγονται σε υποκειμενικά δεδομένα, όπως των προσωπικών περιστάσεων του υπόδικου και των δεσμών του με την Κύπρο χωρίς, όμως, όλα αυτά να απομονώνονται και να υπερφαλαγγίζουν το γενικότερο δημόσιο συμφέρον προς απονομή της Δικαιοσύνης (Χατζηδημητρίουv. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 45, Θεοχάρους κ.ά. v. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 48, Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 109, Σιακαλλή v. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 130, Παρασκευά v. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 607, Δημητρίου v. Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 130 και Τουμάζου v. Δημοκρατίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 70,

[…]

Δεν μας διαφεύγει ότι στην ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2004) 2 Α.Α.Δ. 538, λέχθηκε ότι η ποσότητα των ναρκωτικών επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό την ποινή που ενδεχομένως να επιβληθεί, κριτήριο που επίσης εξετάζεται κατά την εκτίμηση του κινδύνου φυγοδικίας.»

Στην ΝΙΚΟΛΑΟΥ (ανωτέρω), καταλήξαμε ότι για τους σκοπούς της εκτίμησης της ενδεχόμενης ποινής στο πλαίσιο εξέτασης αιτήματος κράτησης, θα ήταν αδιάφορο αν η κατηγορία κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, αφορούσε δύο ή τρία κιλά κάνναβης, με δεδομένο ότι για αμφότερες περιπτώσεις, η ενδεχόμενη ποινή φυλάκισης θα ήταν πολυετής.

Επί του σημείου αυτού, στην παρούσα υπόθεση, το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε ότι σε περίπτωση καταδίκης του, ο εφεσείων αντιμετωπίζει πολυετή ποινή φυλάκισης, χωρίς να παραγνωρίζεται η ποσότητα ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β που αποτελεί το αντικείμενο των κατηγοριών που αντιμετωπίζει. Σημειώνουμε συναφώς, ενδεικτικά πως μεταξύ άλλων, ο εφεσείων κατηγορείται στην κατηγορία 4, ότι μαζί με τους άλλους κατηγορουμένους κατείχε ποσότητα 1107 γραμμαρίων κάνναβης, ήτοι ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β. Πρόκειται για αδίκημα σε σχέση με το οποίο επιβάλλεται, σύμφωνα με τη νομολογία, πολυετής ποινή φυλάκισης. Θεωρούμε ορθή την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς την ενασχόλησή του με το ζήτημα της ποινής. Δεν αναμένεται στο στάδιο αυτό όπως το πρωτόδικο Δικαστήριο προβεί σε περαιτέρω διεργασία υπολογισμού της ποινής που δυνατόν να επιβληθεί. Ορθή θεωρούμε και την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο εφεσείων αντιμετώπιζε πολυετή ποινή φυλάκισης, ώστε να πληρείται το σχετικό ως άνω κριτήριο της νομολογίας στην οποία παραπέμψαμε. Τα ως άνω καταρρίπτουν το επιχείρημα του εφεσείοντα ότι το τι αυτός αντιμετωπίζει δεν δικαιολογεί τις διαπιστώσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου.

Απορρίπτεται συνεπώς ο τρίτος λόγος έφεσης στην ολότητά του.»

 

Με το ίδιο σκεπτικό ως ανωτέρω, θεωρούμε ότι η πιο πάνω θέση που προβάλλεται στη δεύτερη παράγραφο του λόγου έφεσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.

 

Με την τρίτη παράγραφο του λόγου έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν συνεκτίμησε δεόντως ότι θα μπορούσε να διασφαλίσει την παρουσία του εφεσείοντα με εγγύηση. Παρόμοια θέση απασχόλησε το Εφετείο στην ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΦΛΟΥΡΟΥ κ.α. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις Αρ.: 41/2026, 42/2026, 43/2026, 44/2026, 45/2026, ημερομηνίας 27.2.2026, στην οποία λέχθηκαν τα εξής:

 

«Ούτε το παράπονο των κατηγορουμένων για μη ενασχόληση του πρωτόδικου Δικαστηρίου με εισηγήσεις τους για εναλλακτικούς τρόπους εξασφάλισης της παρουσίας τους είναι δικαιολογημένο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε το ότι οι συνήγοροι εισηγήθηκαν επιβολή όρων από το Δικαστήριο, κάτι που δεικνύει ότι έλαβε υπ' όψιν του τις εισηγήσεις αυτές. Για τους λόγους τους οποίους εξήγησε, έκρινε ότι κανένας από τους κινδύνους αυτούς δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με οποιονδήποτε άλλο εναλλακτικό μέτρο, εκτός από την κράτηση των κατηγορουμένων. Είχε, στο πλαίσιο της απόφασής του, εξηγήσει ότι ο κανόνας ότι ένας κατηγορούμενος αφήνεται ελεύθερος κάμπτεται μόνο κατ' εξαίρεση, εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι. Επομένως, δεν διαπιστώνουμε οποιαδήποτε ουσιαστική παράλειψη από μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Εξηγείται πλήρως το γιατί το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ως αποφάσισε.»

 

Παρομοίως, στην υπό κρίση υπόθεση διαπιστώνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη το ενδεχόμενο επιβολής όρων, όμως αιτιολογημένα έκρινε ότι επιβαλλόταν η έκδοση διαταγής κράτησης. Δεν διαπιστώνουμε σφάλμα στην προσέγγισή του, συνεπώς η αιτίαση που προωθείται στην τρίτη παράγραφο του λόγου έφεσης απορρίπτεται.

 

Στην τέταρτη παράγραφο του λόγου έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν συνεκτίμησε δεόντως τους υποκειμενικούς παράγοντες του εφεσείοντα, ήτοι, ενώ αναφέρθηκε σε αυτούς δεν τους απέδωσε τη δέουσα βαρύτητα. Το παράπονο του εφεσείοντα φαίνεται να εστιάζεται στο ότι παραγνωρίστηκε το ότι ο εφεσείων διατηρεί στενούς οικογενειακούς δεσμούς με την Κύπρο.

 

Διαπιστώνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ασχολήθηκε και με αυτή την εισήγηση και την εξέτασε με παραπομπή στις B.T.T. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 111/2023, ημερομηνίας 23.6.2023, ECLI:CY:AD:2023:B225 και ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ANGHELUS IONUT CORNECI, Ποινική Έφεση Αρ. 6/2026, ημερομηνίας 19.1.2026. Παραθέτουμε το σχετικό με το εγερθέν ζήτημα απόσπασμα από την CORNECI (ανωτέρω):

 

«Απαύγασμα της νομολογίας αποτελεί η αναγκαιότητα διαπίστωσης δεσμών με τον τόπο και τους ανθρώπους τέτοιων ώστε να θεωρείται ότι η ύπαρξη τους αποτελεί παράγοντα που θα μπορούσε να λειτουργήσει αποτρεπτικά στο ενδεχόμενο πρόθεσης διαφυγής προς αποφυγή της δίκης. Ως είχαμε την ευκαιρία να εξηγήσουμε στην PATEL v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικής Έφεση 293/2025, ημερομηνίας 11.12.2025:

«Είναι ορθό, παράλληλα, να επαναληφθεί, και, επίσης, να καταστεί αντιληπτό, ότι, ακόμη και η διαπίστωση δεσμών με την Κυπριακή Δημοκρατία, δεν εξαντλεί το θέμα υπέρ της επιβολής όρων εγγύησης. Κάτι τέτοιο, άλλωστε, θα σήμαινε ότι ουδέποτε θα διατασσόταν η κράτηση Κύπριου πολίτη, ο οποίος, κατά Τεκμήριο, έχει τέτοιους δεσμούς. Ως εξηγείται στην ΝΙΚΟΛΑΟΥ (ανωτέρω):

«...είναι αυτονόητο ότι ένας Κύπριος κατηγορούμενος έχει κατά κανόνα δεσμούς με τη χώρα του που μπορεί να είναι δυνατοί ή χαλαροί, ανάλογα με τις ιδιαίτερες του συνθήκες. Οι δεσμοί αυτοί από μόνοι τους δεν επενεργούν ως ασπίδα για τον ύποπτο ή υπόδικο ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο εμπλέκεται. Ό,τι εξετάζεται είναι πάντοτε η επίπτωση που δυνατόν να έχουν οι προσωπικές αυτές συνθήκες επί του κριτηρίου του κινδύνου μη προσέλευσης του υπόπτου στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τη δίκη του».»

Επομένως, ασχέτως του πως μπορεί να χαρακτηριστούν οι δεσμοί ενός προσώπου με τον τόπο και τους ανθρώπους, ισχυροί ή χαλαροί, το ζητούμενο δεν παύει να είναι η επίπτωση που δυνατόν να έχουν επί του κινδύνου μη προσέλευσης του συγκεκριμένου προσώπου για να αντιμετωπίσει τη δίκη του. Πάντοτε μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της ανάγκης για ορθή απονομή δικαιοσύνης και, επί του προκειμένου ζητήματος, έχοντας κατά νου ότι αφετηρία αποτελεί η ατομική ελευθερία και ότι η κράτηση αποτελεί μέτρο κατ’ εξαίρεση.»

 

Είναι υπό το φως των λεχθέντων στη σχετική νομολογία που το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υπερφαλαγγίζεται ο κίνδυνος φυγοδικίας του εφεσείοντα ο οποίος κρίθηκε ότι υφίσταται εν όψει της σοβαρότητας των αδικημάτων, της πιθανότητας καταδίκης και της ποινής που δυνατόν να του επιβληθεί σε περίπτωση καταδίκης του. Με αυτή τη διαπίστωσή μας απορρίπτουμε την αιτίαση της τέταρτης παραγράφου του λόγου έφεσης. Ούτε, όμως η εισήγηση της επικείμενης γέννησης παιδιού από τη σύζυγο του εφεσείοντα σήμερα ενώπιόν μας διαφοροποιεί τα ανωτέρω. Είναι καλώς γνωστή η νομολογιακή αρχή ότι οι επιπτώσεις κράτησης στην προσωπική, οικογενειακή ή επαγγελματική ζωή του υποδίκου έστω και αν είναι δυσμενείς, δεν υπερφαλαγγίζουν κατ’ ανάγκη το ευρύτερο δημόσιο συμφέρον και την ανάγκη της προστασίας του κοινωνικού συνόλου (βλ. μεταξύ άλλων ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΝΙΚΟΛΑΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2012) 2 Α.Α.Δ. 840). Δεν εντοπίζουμε πεδίο επέμβασης στην επί του προκειμένου πρωτόδικη κρίση.

 

Με τις παραγράφους 5 και 6 του λόγου έφεσης γίνεται αναφορά στον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων. Άνευ ερείσματος κρίνονται οι αναφορές και απορρίπτονται εφόσον η κράτηση αποφασίστηκε αποκλειστικά βάσει αιτήματος λόγω του κινδύνου φυγοδικίας.

  

Συνακόλουθα όλων των ανωτέρω, η έφεση απορρίπτεται στην ολότητά της και η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.

 

 

Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο