Χ. Τ. v. Κ. Π., Πολιτική Έφεση Αρ.: 192/2024, 15/7/2026
print
Τίτλος:
Χ. Τ. v. Κ. Π., Πολιτική Έφεση Αρ.: 192/2024, 15/7/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.: 192/2024)

 

15 Ιουλίου 2026

                                                                                       

[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

 

Χ. Τ.

Εφεσείων

v.

 

Κ. Π.

Εφεσίβλητης

--------------------

 

 

 

 

Α. Παπαλλής με Ρ. Παπαδοπούλου (κα), για Αντώνης Α. Παπαλλής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα

Μ. Χατζηκωνσταντή (κα), για Γιώργος Φ. Πιττάτζης Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσίβλητη

 

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Μ. Τουμαζή, Δ.


 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.: Οι διάδικοι είναι πρώην σύζυγοι. Ο γάμος τους τελέστηκε στις 12.5.02 και λύθηκε στις 21.3.18. Η πρώτη διάσταση στη σχέση των διαδίκων επήλθε το 2013. Ενόψει της διάστασης, ο Εφεσείων καταχώρισε, στις 19.6.13, στο Οικογενειακό Δικαστήριο Αμμοχώστου, την εναρκτήρια αίτηση περιουσιακών διαφορών αρ. 5/13 («η πρώτη αίτηση») εναντίον της Εφεσίβλητης, με την οποία αξίωνε τα ακόλουθα:

 

«Α.      Απόδοση στον αιτητή του μέρους εκείνου της περιουσίας της Καθ’ ης η αίτηση η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο των διαδίκων με την προοπτική του γάμου ή/και μετά το γάμο των διαδίκων και προέρχεται από τη συμβολή του αιτητή ή/και λόγω καταπιστεύματος (trust).

Β.  Δήλωση ή/και απόφαση … με την οποία να καθορίζεται ότι ο αιτητής έχει συνεισφέρει κατά 2/3 … στην επαύξηση της περιουσίας της καθ' ής η αίτηση που βρίσκεται εγγεγραμμένη επ' ονόματι της ανά 7/34 μερίδια ήτοι της οικογενειακής κατοικίας των διαδίκων η οποία ανεγέρθη επί του ακινήτου που βρίσκεται [   ].

Γ.   Δήλωση … ότι ο αιτητής είναι ιδιοκτήτης ή/και δικαιούται να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης κατά τα 2/3 μερίδια … της οικογενειακής κατοικίας που βρίσκεται [   ], ανά 7/34 μερίδια ιδιοκτησία της καθ' ής η αίτηση.

Δ. Διάταγμα …  που να διατάζει την Καθ' ής η αίτηση να εγγράψει ή/και να μεταβιβάσει επ' ονόματι του αιτητή τα 2/3 μερίδια … της οικογενειακής κατοικίας των διαδίκων που βρίσκεται [   ], ανά 7/34 μερίδια ιδιοκτησία της καθ' ής η αίτηση, που αντιπροσωπεύει τη συνεισφορά του στην ανέγερση ή/και απόκτηση ή/και αποπεράτωση της εν λόγω κατοικίας εντός τριάντα (30) ημερών από την έκδοση του.

 

Ε.  Διαζευκτικά των αιτητικών Γ. και Δ. ανωτέρω, απόφαση για το ποσό των €200.000.- που αντιπροσωπεύει τα 2/3 … της σημερινής αξίας ή/και της αξίας κατά τη διάσταση των διαδίκων της πιο πάνω περιγραφόμενης οικογενειακής κατοικίας ως συνεισφορά του αιτητή στην ανέγερση ή/και απόκτηση ή/και αποπεράτωση της ή/και στην αύξηση της περιουσίας της καθ' ής η αίτηση.

ΣΤ. Δήλωση ή/και Διάταγμα …  ότι ο αιτητής δικαιούται απόδοση σ’ αυτόν ολόκληρου του ποσού των δύο προθεσμιακών καταθέσεων στην [    ] με αριθμούς [   ] και [   ]».

 

Ο Εφεσείων ισχυρίστηκε στην πρώτη αίτηση του ότι η διάσταση επήλθε στις 20.4.13, αλλά ότι συνέχισε να διαμένει στη συζυγική κατοικία απλά ως συγκάτοικος με την Εφεσίβλητη.  Σύμφωνα με τη θέση του, ο ίδιος είχε συνεισφορά κατά 2/3 στη συζυγική κατοικία, της οποίας η ανέγερση άρχισε το 2004 και αποπερατώθηκε το 2005. Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι οι τραπεζικές καταθέσεις στο όνομα της Εφεσίβλητης προέρχονταν από πώληση μετοχών που του είχε δωρίσει ο πατέρας του.

 

Στις 23.9.13, πριν να καταχωριστεί υπεράσπιση, οι διάδικοι, μέσω των δικηγόρων τους, προέβησαν στις ακόλουθες δηλώσεις, οι οποίες καταγράφηκαν στο πρακτικό του Δικαστηρίου και η αίτηση αρ. 5/13 απεσύρθη:

 

«κα Χατζηκωνσταντή:  Οι διάδικοι έχουν συμφωνήσει και θα γίνει εκ συμφώνου δήλωση.  Η Καθ' ης η αίτηση στη λήξη της προθεσμιακής κατάθεσης στην χχχ  Bank με αριθμό χχχ  και μετά από ανανέωση με αριθμό χχχ  ύψους €69.730 (πλέον οποιουσδήποτε επιπρόσθετους τόκους κατά την ημερομηνία λήξης) που είναι επ' ονόματι της Καθ' ης η αίτηση, η τελευταία θα μεταφέρει ποσό ύψους €60.000 σε λογαριασμό στο όνομα του Αιτητή ο οποίος και θα είναι ο μόνος δικαιούχος του.

 

Το υπόλοιπο ποσό των €9.730 (πλέον οποιουσδήποτε επιπρόσθετους τόκους κατά την ημερομηνία λήξης) που θα παραμείνει υπόλοιπο από την πιο πάνω κατάθεση θα μεταφερθεί σε κοινό λογαριασμό επ' ονόματι και των δύο διαδίκων. Για σκοπούς ανάληψης χρημάτων, θα υπογράφουν και οι δύο διάδικοι.

 

Στη λήξη της προθεσμιακής κατάθεσης στην χχχ  Bank με αριθμό χχχ  ύψους €3.500 (πλέον οποιουσδήποτε επιπρόσθετους τόκους κατά την ημερομηνία λήξης) που είναι επ' ονόματι της Καθ' ης η αίτηση, η τελευταία θα μεταφέρει ολόκληρο το εν λόγω ποσό σε λογαριασμό στο όνομα του Αιτητή ο οποίος θα είναι ο μόνος δικαιούχος του.

 

κα Οικονόμου: Συμφωνώ. Ενόψει της συμφωνίας των διαδίκων που έχει καταγραφεί, ζητώ άδεια να αποσύρω την κυρίως αίτηση και το προσωρινό διάταγμα να ακυρωθεί. Κάθε πλευρά τα έξοδά της.

 

κα Χατζηκωνσταντή:  Συμφωνώ.

 

Δικαστήριο:

Η κυρίως αίτηση απορρίπτεται ως αποσυρθείσα, κάθε πλευρά τα έξοδα της.

 

Το προσωρινό διάταγμα ημερ. 19.6.2013 ακυρώνεται. Κάθε πλευρά τα έξοδά της.

 

Οι δηλώσεις των δικηγόρων σημειώνονται υπό μορφή δηλώσεων στο πρακτικό του Δικαστηρίου

 

Σε κάποιο στάδιο μετά την προαναφερθείσα πρώτη διάσταση, οι διάδικοι συμφιλιώθηκαν αλλά αργότερα ήρθαν και πάλι σε διάσταση, οπότε ο Εφεσείων καταχώρισε, στις 6.3.17, την υπό έφεση αίτηση περιουσιακών διαφορών αρ. 2/17 («η δεύτερη αίτηση»), με την οποία ζητούσε τα ακόλουθα:

 

«Α.      Απόδοση στον αιτητή του μέρους εκείνου της περιουσίας της Καθ’ ης η αίτηση η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο των διαδίκων με την προοπτική του γάμου ή/και μετά το γάμο των διαδίκων και προέρχεται από τη συμβολή του αιτητή ή/και λόγω καταπιστεύματος (trust).

Β.  Δήλωση ή/και απόφαση … με την οποία να καθορίζεται ότι ο αιτητής έχει συνεισφέρει κατά 2/3 … στην επαύξηση της περιουσίας της καθ' ής η αίτηση που βρίσκεται εγγεγραμμένη επ' ονόματι της ανά 7/34 μερίδια ήτοι της οικογενειακής κατοικίας των διαδίκων η οποία ανεγέρθη επί του ακινήτου που βρίσκεται [   ].

Γ.   Δήλωση … ότι ο αιτητής είναι ιδιοκτήτης ή/και δικαιούται να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης κατά τα 2/3 μερίδια … της οικογενειακής κατοικίας που βρίσκεται [   ], ανά 7/34 μερίδια ιδιοκτησία της καθ' ής η αίτηση.

Δ. Διάταγμα … που να διατάζει την Καθ' ής η αίτηση να εγγράψει ή/και να μεταβιβάσει επ' ονόματι του αιτητή τα 2/3 μερίδια … της οικογενειακής κατοικίας των διαδίκων που βρίσκεται [   ], ανά 7/34 μερίδια ιδιοκτησία της καθ' ής η αίτηση, που αντιπροσωπεύει τη συνεισφορά του στην ανέγερση ή/και απόκτηση ή/και αποπεράτωση της εν λόγω κατοικίας εντός τριάντα (30) ημερών από την έκδοση του.

 

Ε.  Διαζευκτικά των αιτητικών Γ. και Δ. ανωτέρω, απόφαση για το ποσό των €161.503,33.- που αντιπροσωπεύει τα 2/3 … της σημερινής αξίας ή/και της αξίας κατά τη διάσταση των διαδίκων της πιο πάνω περιγραφόμενης οικογενειακής κατοικίας ως συνεισφορά του αιτητή στην ανέγερση ή/και απόκτηση ή/και αποπεράτωση της ή/και στην αύξηση της περιουσίας της καθ' ής η αίτηση.

ΣΤ. Διάταγμα … που να διατάζει την καθ' ής η αίτηση να καταβάλει στον αιτητή τα 2/3 της ενοικιαστικής αξίας … της εν λόγω κατοικίας από τον Φεβρουάριο του 2017 μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αίτησης.

Ζ.   Διάταγμα … που να διατάζει την καθ' ής η αίτηση να εγγράψει ή/και να μεταβιβάσει επ' ονόματι του αιτητή την μοτοσυκλέτα με αριθμούς εγγραφής [   ] και μάρκας [   ].

Η.  Διαζευκτικά του αιτητικού Ζ. ανωτέρω, απόφαση για το ποσό των €500.- που αντιπροσωπεύει την αξία της πιο πάνω μοτοσυκλέτας.

Θ.  Διάταγμα …  που να διατάζει την καθ’ ής η αίτηση να εγγράψει ή/και να μεταβιβάσει επ’ ονόματι του αιτητή την καρότσα με αριθμούς εγγραφής … .

Ι.    Διαζευκτικά του αιτητικού Θ ανωτέρω, απόφαση για το ποσό των €800.- που αντιπροσωπεύει την αξία της πιο πάνω καρότσας».

 

Ήταν η θέση του Εφεσείοντος, στην αίτηση αρ. 2/17, ότι η (δεύτερη) διάσταση στη σχέση τους επήλθε τον Ιανουάριο του 2016 και ότι συνέχισαν να διαμένουν μαζί στη συζυγική κατοικία μέχρι τον Ιανουάριο του 2017, οπότε και αποχώρησε ο ίδιος. Προέβαλε, εκ νέου, ότι είχε συνεισφορά κατά 2/3 στην ανέγερση της συζυγικής κατοικίας στην οποία, κατά τη θέση του, έγινε ανακαίνιση περί το τέλος του 2013, η οποία ανακαίνιση στοίχισε €10.000, ποσό το οποίο κατέβαλε εξ ολοκλήρου ο ίδιος, με χρήματα τα οποία απέκτησε από την πώληση της περιουσίας την οποία του δώρισε ο πατέρας του. Αναφέρθηκε, επίσης, στην αγορά, το 2007, μιας μοτοσυκλέτας με δικά του χρήματα, η οποία ενεγράφη επ’ ονόματι της Εφεσίβλητης, ως επίσης και στην αγορά ενός ρυμουλκούμενου (καρότσας) και πάλι με δικά του χρήματα, το οποίο επίσης ενέγραψε επ’ ονόματι της Εφεσίβλητης.

 

Από την άλλη πλευρά, η Εφεσίβλητη προώθησε την υπεράσπιση του δεδικασμένου, προτάσσοντας πως οι περιουσιακές τους διαφορές είχαν επιλυθεί πλήρως στα πλαίσια της αίτησης αρ. 5/13 και ότι ο Εφεσείων δεν είχε πλέον αγώγιμο δικαίωμα, εφόσον δεν απέκτησαν οποιαδήποτε περιουσία μετά τις 23.9.13, ημερομηνία κατά την οποία διευθετήθηκε η ως άνω πρώτη υπόθεση. Ισχυρίστηκε ότι συμφιλιώθηκαν μετά τη διευθέτηση της αίτησης αρ. 5/13. Η νέα διάσταση επήλθε τον Ιανουάριο του 2017, οπότε και ο Εφεσείων αποχώρησε από τη συζυγική κατοικία μετά την έκδοση διατάγματος αποκλειστικής χρήσης της συζυγικής κατοικίας από την ίδια. Αντέτεινε, επίσης, ότι δεν έγινε οποιαδήποτε ανακαίνιση της συζυγικής κατοικίας περί το τέλος του 2013. Αντεξεταζόμενη, η Εφεσίβλητη παραδέχθηκε ότι για το κτίσιμο της συζυγικής κατοικίας συνεισέφερε τόσο η ίδια, όσο και ο Εφεσείων.

 

Ο Εφεσείων, στην απάντηση στην υπεράσπιση του στην αίτηση αρ. 2/17, προέβαλε πως πριν την εκ συμφώνου δήλωση ημερ. 23.9.13 ενώπιον του Δικαστηρίου και την απόσυρση της αίτησης αρ. 5/13, είχε υπογράψει με την Εφεσίβλητη, στις 21.8.13, συμφωνία η οποία ρύθμιζε τη χρηματική τους περιουσία και στην οποία συμφωνία αναφέρετο ρητά ότι αυτή η συμφωνία δεν θα επηρέαζε τα δικαιώματα και δεν διευθετούσε τις περιουσιακές σχέσεις των διαδίκων αναφορικά με την οικογενειακή τους κατοικία ή και οποιαδήποτε άλλη περιουσία η οποία δεν ρυθμίζετο με την εν λόγω συμφωνία ημερ. 21.8.13. Θεωρούμε επιβεβλημένο, για καλύτερη κατανόηση των εγερθέντων ζητημάτων, να παραθέσουμε από την εν λόγω συμφωνία, στην οποία πρώτος συμβαλλόμενος είναι ο Εφεσείων και δεύτερη συμβαλλόμενη είναι η Εφεσίβλητη, το ακόλουθο απόσπασμα:

 

«ΕΠΕΙΔΗ οι Συμβαλλόμενοι είναι σύζυγοι και

 

ΕΠΕΙΔΗ οι Συμβαλλόμενοι επιθυμούν να διαχωρίσουν την κινητή περιουσία που διαθέτουν και την οποία έχουν αποκτήσει πριν από το γάμο τους ή/και την οποία απέκτησαν δυνάμει δωρεάς μετά το γάμο τους και

 

ΕΠΕΙΔΗ ο Πρώτος Συμβαλλόμενος απέκτησε χρηματική περιουσία προερχόμενη από δωρεά του πατέρα του και από πώληση μετοχών σε οικογενειακή εταιρεία που του δώρισε ο πατέρας του και

 

ΕΠΕΙΔΗ τα πιο πάνω χρήματα κατατέθηκαν επ' ονόματι της Δεύτερης Συμβαλλόμενης, ως καταπιστευματοδόχου του Πρώτου Συμβαλλόμενου, στην χχχ BANK σε λογαριασμό προθεσμιακής κατάθεσης με αριθμό χχχ και μετά από ανανέωση με αριθμό χχχ και

 

ΕΠΕΙΔΗ ανοίχθηκε και δεύτερος λογαριασμός προθεσμιακής κατάθεσης στην χχχχ BANK επ' ονόματι της Δεύτερης Συμβαλλόμενης και πάλιν, ως καταπιστευματοδόχου του Πρώτου Συμβαλλόμενου, με αριθμό χχχ  στον οποίο καταθέτονταν οι τόκοι του πιο πάνω ποσού.

 

ΣΥΜΦΩΝΟΥΝΤΑΙ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΩΝ ΤΑ ΑΚΟΛΟΥΘΑ:

 

1.  Το ανωτέρω προοίμιο υιοθετείται και αποτελεί μέρος της παρούσας συμφωνίας.

 

2.    Με την παρούσα συμφωνία ακυρώνονται όλες οι προηγούμενες συμφωνίες που υπέγραψαν οι Συμβαλλόμενοι αναφορικά με την επίλυση ή/και τον διακανονισμό ή/και διαμοιρασμό της περιουσίας τους.

 

3.    Οι Συμβαλλόμενοι συμφώνησαν να αποσύρουν όλα τα νομικά και δικαστικά μέτρα που έλαβαν ο ένας εναντίον του άλλου προς επίλυση των οικογενειακών ή/και συζυγικών ή/και περιουσιακών τους διαφορών και αποφάσισαν να καταβάλουν προσπάθεια διάσωσης του γάμου τους.

 

4.    Η Δεύτερη Συμβαλλόμενη δεσμεύεται ότι θα αποσύρει όλες τις καταγγελίες που προέβη στην αστυνομία εναντίον του Πρώτου Συμβαλλόμενου.

 

5.    Στην λήξη της προθεσμιακής κατάθεσης στην χχχ  BANK με αριθμό χχχ  και μετά από ανανέωση με αριθμό χχχ  ύψους €69.730.- (πλέον οποιουσδήποτε επιπρόσθετους τόκους κατά την ημερομηνία λήξης) που είναι επ' ονόματι της Δεύτερης Συμβαλλόμενης, η τελευταία θα μεταφέρει ποσό ύψους €60.000.- σε λογαριασμό στο όνομα του Πρώτου Συμβαλλόμενου ο οποίος και θα είναι ο μόνος δικαιούχος του.

 

6.    Το υπόλοιπο ποσό των €9.730.- (πλέον οποιουσδήποτε επιπρόσθετους τόκους κατά την ημερομηνία λήξης) που θα παραμείνει υπόλοιπο από την πιο πάνω κατάθεση θα μεταφερθεί σε κοινό λογαριασμό επ' ονόματι και των δυο Συμβαλλόμενων. Για σκοπούς ανάληψης χρημάτων, θα υπογράψουν και οι δύο Συμβαλλόμενοι.

 

7.    Στην λήξη της προθεσμιακής κατάθεσης στην χχχ  BANK με αριθμό χχχ  Ύψους €3.500.- (πλέον οποιουσδήποτε επιπρόσθετους τόκους κατά την ημερομηνία λήξης) που είναι επ' ονόματι της Δεύτερης Συμβαλλόμενης, η τελευταία θα μεταφέρει ολόκληρο το εν λόγω ποσό σε λογαριασμό στο όνομα του Πρώτου Συμβαλλόμενου ο οποίος θα είναι ο μόνος δικαιούχος του.

 

8.    Η παρούσα συμφωνία δεν επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα και δεν διευθετεί τις περιουσιακές σχέσεις των Συμβαλλόμενων αναφορικά με την οικογενειακή τους κατοικία ή/και οποιαδήποτε άλλη περιουσία η οποία δεν ρυθμίζεται με την παρούσα.

 

9.    Όλοι οι όροι της παρούσας συμφωνίας είναι ουσιώδεις και παράβαση οποιουδήποτε από αυτούς θα δίδει δικαίωμα στο μη υπαίτιο μέρος των Συμβαλλομένων είτε να αξιώσει την πιστή τήρηση και εφαρμογή όλων των όρων της παρούσας συμφωνίας είτε να αξιώσει νόμιμες αποζημιώσεις για την γενόμενη παράβαση από το υπαίτιο συμβαλλόμενο μέρος».

 

Κατά την ακρόαση, προς υποστήριξη της αίτησης, έδωσε μαρτυρία ο Εφεσείων (Μ.Α.1), η μητέρα του (Μ.Α.2) και εγκεκριμένος εκτιμητής ακινήτων (Μ.Α.3). Για την υπεράσπιση, έδωσε μαρτυρία μόνο η Εφεσίβλητη. Καταγράφηκε, επίσης, ως παραδεκτό γεγονός ότι η αγοραία αξία της συζυγικής κατοικίας κατά τον κρίσιμο χρόνο της διάστασης, το 2016, ήταν €229.000.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, στην απόφαση του ημερ. 22.7.24, εξέτασε, κατ’ αρχάς, το ζήτημα του δεδικασμένου και κατέληξε πως η απόσυρση της αίτησης αρ. 5/13 επέφερε τη λύση της διαφοράς και συνιστούσε δεδικασμένο αναφορικά με τη συζυγική κατοικία και απέρριψε το σχετικό αίτημα. Παραθέτουμε απόσπασμα από την απόφαση:

 

«Το πρακτικό ημερομηνίας 23/9/2013, του οποίου το περιεχόμενο έχει πιο πάνω παρατεθεί, αποκαλύπτει δήλωση διευθέτησης στη βάση της οποίας η αίτηση αποσύρθηκε χωρίς επιφύλαξη και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο άνευ όρων. Δεν διαφεύγει της (sic) προσοχής μου πως αυτό επεσυνέβη στο στάδιο πριν από την καταχώρηση της υπεράσπισης, επισημαίνω όμως ότι ο Αιτητής δεν έκανε χρήση του δικαιώματος του βάσει της Δ.15 να τη διακόψει όπως έγινε στη Zeeland Navigation Company Limited (πιο πάνω).

 

Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι η απόσυρση της αίτησης 5/13 από τον Αιτητή, έχει επιφέρει τη λύση της διαφοράς και κατέστησε το αγώγιμο δικαίωμά του θέμα δεδικασμένο».

 

Έκρινε, επίσης, ότι η δικογράφηση της υπογραφής συμφωνίας ημερ. 21.8.13 από τον Εφεσείοντα στην απάντηση στην υπεράσπιση και όχι στην εναρκτήρια αίτηση του, δημιουργούσε δικονομικό πρόβλημα, το οποίο δεν μπορούσε να θεραπευθεί, εφόσον αποστέρησε την Εφεσίβλητη από τη δυνατότητα να προβάλει την υπεράσπιση της επί του ισχυρισμού αυτού και ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν την έλαβε υπόψη. Περαιτέρω, το Δικαστήριο απεφάνθη πως το δεδικασμένο κάλυπτε και τη μοτοσυκλέτα, οπότε απέρριψε την αιτούμενη θεραπεία αναφορικά με αυτή, εφόσον κατά την παραδοχή του Εφεσείοντος, αυτή αγοράστηκε το 2007 και αποτελούσε περιουσιακό στοιχείο, υπαρκτό κατά τον χρόνο της πρώτης διάστασης το 2013, και παρόλο που δεν συμπεριλήφθηκε στην πρώτη αίτηση, θα μπορούσε να προβληθεί (βλ. Κλεόπα ν. Αντωνίου (2002) 1 Α.Α.Δ. 58, Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τραπέζης Κύπρου Λτδ (1995) 1 Α.Α.Δ. 670). Επιπρόσθετα, εξέδωσε διάταγμα με το οποίο διέτασσε την Εφεσίβλητη να μεταβιβάσει το ρυμουλκούμενο όχημα στον Εφεσείοντα, εφόσον αυτό είχε αγοραστεί στις 5.5.14, την περίοδο δηλαδή της συμφιλίωσης των διαδίκων και υπήρχε παραδοχή εκ μέρους της Εφεσείουσας ότι αυτό αγοράστηκε από τον Εφεσείοντα. Το Δικαστήριο, επίσης, αποδέχτηκε τη θέση του Εφεσείοντος ότι οι ανακαινίσεις της συζυγικής κατοικίας έγιναν στην περίοδο συμφιλίωσης, κατέληξε όμως ότι ο ίδιος δεν είχε αποδείξει με την απαιτούμενη βεβαιότητα την υπόθεση του αναφορικά με την ανακαίνιση, ώστε να του αποδίδετο οποιοδήποτε ποσό. Επεδίκασε, επίσης, εναντίον του Εφεσείοντος τα ¾ των εξόδων.

 

 Ο Εφεσείων, με πέντε λόγους έφεσης, προβάλλει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα: αποφάσισε ότι η απόσυρση της αίτησης περιουσιακών διαφορών αρ. 5/13 επέφερε τη λύση της διαφοράς και καθιστούσε το αγώγιμο δικαίωμα του θέμα δεδικασμένο (πρώτος λόγος), παρέλειψε να αξιολογήσει τη συμφωνία που υπέγραψαν τα διάδικα μέρη (Τεκμ. 4) και εσφαλμένα αποφάσισε ότι η συμφωνία δεν αναιρεί την κρίση του περί ύπαρξης δεδικασμένου (δεύτερος λόγος), ανέφερε ότι η γραπτή συμφωνία ημερ. 21.8.13 παρεισέφρησε στη διαδικασία και κατατέθηκε ως Τεκμ. 4, χωρίς ένσταση (τρίτος λόγος), αποφάνθηκε ότι υπήρξε δικογραφική παρατυπία εκ μέρους του Εφεσείοντος να αναφέρει την εν λόγω συμφωνία ημερ. 21.8.13 στην απάντηση στην υπεράσπιση, η οποία δεν μπορούσε να θεραπευτεί διότι στέρησε στην Εφεσίβλητη το δικαίωμα να εγείρει τις υπερασπίσεις της, γεγονός που δημιούργησε στο Οικογενειακό Δικαστήριο και θέμα καθ’ ύλην δικαιοδοσίας (τέταρτος λόγος), καταδίκασε τον Εφεσείοντα στα ¾ των εξόδων, ενώ υπήρξε επιτυχής διάδικος έστω και σε μέρος της απαίτησης του (πέμπτος λόγος).

 

Θα εξετάσουμε τους τέσσερεις πρώτους λόγους έφεσης μαζί, λόγω της συνάφειας τους.

 

Κατ’ αρχάς να αναφέρουμε ότι τόσο η αίτηση αρ. 5/13, όσο και η κρινόμενη με την έφεση αίτηση αρ. 2/17 εδράζοντο στο Άρθρο 14(1) του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Ν.232/91, το οποίο προνοεί τα εξής:

 

«Σε περίπτωση που ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί, ή σε περίπτωση διάστασης των συζύγων, και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσο συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή».

 

Το Άρθρο 14(3) του Ν.232/91 προνοεί τα εξής:

 

«Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν:

 

(α) Από δωρεά, κληρονομιά, κληροδοσία ή άλλη χαριστική αιτία

(β) με διάθεση περιουσίας που αποκτήθηκε με τις αναφερόμενες στην παράγραφο (α) αιτίες».

 

Σύμφωνα με το Άρθρο 2 του Ν.232/91 περιουσία” σημαίνει την κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε πριν από τον γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιονδήποτε από τους συζύγους. Σύμφωνα με το Άρθρο 15, η προβλεπόμενη από το Άρθρο 14 αξίωση παραγράφεται τρία χρόνια μετά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου.

 

Ο δικηγόρος του Εφεσείοντος, στο περίγραμμα αγόρευσης του αλλά και προφορικά ενώπιον μας, υποστήριξε ότι η πρωτόδικη απόφαση περί ύπαρξης δεδικασμένου ήταν εσφαλμένη με κύριο επιχείρημα ότι οι δηλώσεις των διαδίκων στο πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 23.9.13 αφορούσαν μόνο τις καταθέσεις στο όνομα της Εφεσίβλητης και ότι η πρώτη αίτηση αποσύρθηκε λόγω συμφιλίωσης των διαδίκων. Αντίθετα, η Εφεσίβλητη υπεραμύνθηκε της ορθότητας της πρωτόδικης απόφασης και προέβαλε ότι ο Εφεσείων δεν έκανε χρήση της Δ.15 θ.1 των τότε ισχυόντων Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, με βάση την οποία: «Ο Ενάγοντας μπορεί, οποιανδήποτε στιγμή προτού πάρει την υπεράσπιση του Εναγομένου … δια γραπτής ειδοποίησης να διακόψει πλήρως την αγωγή εναντίον όλων ή μερικών από τους Εναγομένους …. . Τηρουμένων των άλλων προνοιών του κανονισμού αυτού, δεν θα είναι δυνατόν για τον Ενάγοντα να αποσύρει τον φάκελλο ή να διακόψει την αγωγή χωρίς άδεια του Δικαστηρίου …». Σύμφωνα με το επιχείρημα, ο Εφεσείων δεν απέστειλε γραπτή ειδοποίηση, αλλά ζήτησε άδεια να αποσύρει την πρώτη αίτηση ενόψει της διευθέτησης των περιουσιακών διαφορών που επήλθε και όχι λόγω συμφιλίωσης. Επομένως, κατά τη θέση της, δημιουργήθηκε δεδικασμένο.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, ως προς το θέμα του κωλύματος λόγω δεδικασμένου, άντλησε καθοδήγηση από την Πανέρας (ανήλικος) δια της μητρός και πλησιέστερης συγγενούς (2001) 1 Α.Α.Δ. 1684, όπου λέχθηκαν τα εξής:

 

«Σύμφωνα με τις αρχές του Κοινοδικαίου, όπως εφαρμόζονται στην Κύπρο, από τις αρχές του 12ου αιώνα, οι αποφάσεις των Δικαστηρίων θεωρούνταν δεσμευτικές και δεν μπορούσαν να αμφισβητηθούν. Όπως έχει καθορισθεί ο κανόνας του δεδικασμένου,

 

"Αποκλεισμός από δεδικασμένο (of record) ή ημιδεδικασμένο (quasi record) εγείρεται όταν ένα επίδικο γεγονός έχει αποφασιστεί δικαστικά με τελεσίδικο τρόπο σε δίκη μεταξύ των διαδίκων από ένα Δικαστήριο που είχε αποκλειστική ή συντρέχουσα δικαιοδοσία να επιληφθεί του θέματος, και το ίδιο γεγονός επανεμφανίζεται άμεσα σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ίδιων διαδίκων." (Halsbury's Laws of England, 3rd Edition, Volume 15, p. 336)

 

Η εφαρμογή του πιο πάνω κανόνα προϋποθέτει ότι,

 

(i)   Η απόφαση πρέπει να είναι τελεσίδικη,

(ii)  Πρέπει να υπάρχει ταύτιση διαδίκων,

(iii) Πρέπει να υπάρχει ταύτιση ιδιότητας των διαδίκων,  και

(iv) Πρέπει να υπάρχει ταύτιση επίδικων θεμάτων».

 

Στην Ανδρέου ν. Νικηφόρου, Πολ. Έφ. Αρ. Ε49/16, ημερ. 16.1.25, υποδείχθηκαν τα εξής:

 

«Κώλυμα λόγω δεκασμένου είναι δυνατό να εγερθεί στις περιπτώσεις που ένα επίδικο γεγονός ενώ έχει αποφασιστεί δικαστικά με τελεσίδικο τρόπο, επανεμφανίζεται σε μεταγενέστερη δικαστική διαδικασία μεταξύ των ίδιων διαδίκων. Κώλυμα του είδους, είναι δυνατό να προκύπτει τόσο σε σχέση με την αιτία της αγωγής (cause of action estoppel) όσο και σε σχέση με το επίδικο θέμα (cause of issue estoppel) (βλ. Υπουργός Εσωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας ν. Θεοδόση Μυλωνά (2002) 1 Α.Α.Δ. 120, Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Παναγιώτου κ.α. (2014) 1(Α) Α.Α.Δ. 558, Θεοδώρου ν. Μάντη (2010) 1(Β) Α.Α.Δ. 1036 και Halsbury's Laws of England, 5th Edition, Vol. 12, par. 1169). Είναι χρήσιμο να σημειωθεί ότι το συγκεκριμένο κώλυμα - είτε λόγω απόφασης επί της ίδιας της αιτίας της αγωγής είτε λόγω απόφασης επί επίδικου θέματος - αφορά βασικά την αποτροπή κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας.

Περαιτέρω, αποτελεί καλά εδραιωμένη νομολογιακή αρχή, ότι το ως άνω εμπόδιο στην έγερση μιας αγωγής, δεν περιορίζεται σε θέματα που είχαν εγερθεί και εξεταστεί στην πρώτη διαδικασία, αλλά καλύπτει κάθε θέμα που ήταν στενά συνυφασμένο με την πρώτη διαδικασία και το οποίο οι διάδικοι με λογική προσοχή και επιμελώς συμπεριφερόμενοι θα μπορούσαν να είχαν εγείρει, πλην όμως παρέλειψαν να το πράξουν (Theori and Others v. Djoni and Others [1984] 1 C.L.R. 296, Henderson v. Henderson [1843‑1860] 2 All E.R. 144, Παμπορίδης v. Κτηματικής Τραπέζης Κύπρου Λτδ (1995) 1 Α.Α.Δ. 670).  Στις περιπτώσεις δηλαδή που ένας διάδικος είχε την ευχέρεια να προβάλει ενώπιον του Δικαστηρίου ένα ζήτημα στα πλαίσια προγενέστερων διαδικασιών, στην περίπτωση που δεν το έπραξε, είναι δυνατόν και πάλι να αντιμετωπίσει τη γενικότερη αρχή του δεδικασμένου.  Η τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ' επιλογή του διαδίκου και κατ' επέκταση η διαιώνιση τους, πλήττοντας έτσι την αρχή της τελεσιδικίας, δεν μπορεί να γίνεται αποδεκτή από τα Δικαστήρια. Όπως χαρακτηριστικά σημειώθηκε στην Barquwi (2004) 1 Α.Α.Δ. 1, με αναφορά και παραπομπή μεταξύ άλλων, στην Ευαγγέλου (Αρ.3) (2000) 1(Β) Α.Α.Δ. 913, Carter (Αρ.3) (1996) 1 Α.Α.Δ 403 και στην Henderson (ανωτέρω) 

«... το δεδικασμένο που απορρέει από προηγούμενη διαδικασία εκτείνεται και καλύπτει όχι μόνο «όσα προβλήθηκαν στην πρώτη διαδικασία αλλά [...] και εκείνα που θα μπορούσαν να είχαν προβληθεί ως ενταγμένα στο πλαίσιο του αντικειμένου της, αλλά δεν προβλήθηκαν».  Με τον τρόπο αυτό προστατεύεται η δικαιοσύνη από αέναες διαδικασίες στις οποίες θα πρωταγωνιστούσε η ευρηματικότητα του διαδίκου».»

     

(Βλ. επίσης Μικελλίδης ν. Θεοχαρίδου, Πολ. Έφ. Αρ. Ε150/20, ημερ. 29.6.26).

 

Σύμφωνα με τη νομολογία, η αρχή του δεδικασμένου μπορεί να παρακαμφθεί σε ειδικές περιστάσεις, προκειμένου να μην προκαλείται αδικία. Όπως υπεδείχθη στην Κωνσταντινίδη ν. Κωμοδρόμου, Πολ. Έφ. Αρ. 283/15, ημερ. 17.11.25:

 

«Των ως άνω λεχθέντων, θα πρέπει παράλληλα να επισημανθεί ότι η πιο πάνω αρχή, όπως και ο γενικότερος κανόνας του δεδικασμένου, δεν είναι άκαμπτη. Όπως συναφώς επισημάνθηκε στην Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τραπέζης Λτδ. (1995) 1 Α.Α.Δ. 670:

 

«Στην υπόθεση Arnold v. NatWest Bank PLC [1991] 2 Α.C. 93 αποφασίστηκε πως όπου εξαιρετικές περιστάσεις δείχνουν ότι η άκαμπτη εφαρμογή των κανόνων ως προς το δεδικασμένο θα οδηγούσε σε αδικία ενώ, αντίστροφα, η παράκαμψη τους δεν θα απέληγε σε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, δικαιολογείται η συζήτηση θέματος σε νέα δικαστική διαδικασία έστω και αν αυτό το θέμα πράγματι αποφασίστηκε σε προηγούμενη ή ενώ δεν είχε προβληθεί για να αποφασιστεί, θα μπορούσε να είχε προβληθεί.  Η υπόθεση Arnold v. NatWest Bank PLC (ανωτέρω) δεν αφορούσε σε κώλυμα ως προς την αιτία της αγωγής αλλά σε κώλυμα ως προς επίδικο θέμα. Στην υπόθεση The "Indian Grace" (ανωτέρω) κρίθηκε ότι, κατ' εφαρμογήν της, ισχύουν τα ίδια και στην περίπτωση κωλύματος ως προς την ίδια την αιτία της αγωγής, σε σχέση όμως με θέμα που ενώ δεν αποφασίστηκε πράγματι, θα μπορούσε να είχε προβληθεί στο πλαίσιο της πρώτης διαδικασίας για να αποφασιστεί».

 

Στην υπό κρίση υπόθεση, δεν αμφισβητείται ότι οι διάδικοι υπέγραψαν τη συμφωνία ημερ. 21.8.13 (Τεκμ. 4), πριν δηλαδή τις εκ συμφώνου δηλώσεις των δικηγόρων των διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου και την απόσυρση της αίτησης αρ. 5/13 στις 23.9.13. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, στη δεύτερη αίτηση δεν έλαβε υπόψη τη συμφωνία (Τεκμ. 4), η οποία κατατέθηκε κατά την ακρόαση χωρίς ένσταση, με το σκεπτικό ότι ήταν για πρώτη φορά στην απάντηση στην υπεράσπιση που ο Εφεσείων εισήγαγε το γεγονός της σύναψης της συμφωνίας. Σύμφωνα με τη νομολογία, η «απάντηση (“reply”) δεν αποτελεί το ορθό δικογραφικό forum για να προβληθεί αξίωση, ούτε να διαφοροποιήσει τα γεγονότα που περιβάλλουν την αξίωση και σίγουρα δεν προσφέρεται ως εφαλτήριο τροποποίησης» (βλ. Alikhani ν. Προδρόμου κ.ά. (2012) 1 Α.Α.Δ. 657). Όμως, ο Εφεσείων δεν εισήγαγε νέα αξίωση, ούτε νέους ισχυρισμούς, αλλά απαντούσε στους ισχυρισμούς της Εφεσίβλητης στην υπεράσπιση της περί ύπαρξης δεδικασμένου λόγω της απόσυρσης της αίτησης αρ. 5/13. Επομένως, η συμφωνία ημερ. 21.8.13 θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη και το περιεχόμενο της να αξιολογηθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο, ακριβώς για την εξέταση των εν λόγω ισχυρισμών.

 

Η Εφεσίβλητη, εφόσον είναι παραδεκτό ότι υπέγραψε τη συμφωνία ημερ. 21.8.13, δεσμεύεται από αυτήν. Η γενική αρχή είναι ότι η υπογραφή δεσμεύει (βλ. Εργατίδη ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. Αρ. 293/12, ημερ. 7.2.18, ECLI:CY:AD:2018:A67) και συνεπώς ο ισχυρισμός της Εφεσίβλητης ότι δεν διάβασε το περιεχόμενο της δεν τη βοηθά.

 

Σύμφωνα με τη νομολογία, η ερμηνεία της σύμβασης ανήκει αποκλειστικά στο Δικαστήριο (βλ. Βουζούνη κ.ά. ν. Αποστόλου, Πολ. Έφ. Αρ. 457/12, ημερ. 10.4.19, ECLI:CY:AD:2019:A138). Οι αρχές της ερμηνείας σύμβασης συνοψίστηκαν στην Χριστοφόρου κ.ά. v. V.K.C.A Quality Ltd, Πολ. Έφ. Αρ. 382/16, ημερ. 3.12.25, ως ακολούθως:


«Οι αρχές στη βάση των οποίων θα πρέπει να προσεγγίζεται και να ερμηνεύεται μια σύμβαση, είναι καλά γνωστές και από μακρού χρόνου εδραιωμένες. Ως η πάγια νομολογία επί του θέματος αποκαλύπτει, βασικό κριτήριο για την ερμηνεία του περιεχομένου μιας σύμβασης, αποτελεί η συνήθης, λογική και γραμματική έννοια των λέξεων και των όρων της (Τσιακλίδη v. Φωτιάδη, Πολ. Έφεση 388/2012, ημερομηνίας 18.07.2019), ECLI:CY:AD:2019:A324. Για να διακριβωθεί δε η σημασία και το πραγματικό νόημα των όρων μιας γραπτής συμφωνίας, πέραν του ότι οι λέξεις που χρησιμοποιούνται πρέπει να ερμηνεύονται κατά γράμμα και κατά την συνήθη ερμηνεία και σημασία τους, πρέπει το κείμενο της να ερμηνεύεται συνολικά και όχι αποσπασματικά, κατά τρόπο που στο τέλος να μην αντικατοπτρίζεται η πραγματική βούληση των μερών. Κάθε όρος, δεν θα πρέπει να διαβάζεται απομονωμένος από το όλο πνεύμα της συμφωνίας και της πρόθεσης των συμβαλλομένων. (Ανόρθωσις v. Απόλλων (2002) 1(Α) Α.Α.Δ. 518, Amethyst Distributors Ltd v. Ιεράς Μονής Κύκκου (2011) 1(Α) Α.Α.Δ. 199, Ποιηταρίδη v. Anopa Investments Ltd, Πολ. Έφεση. 260/2011, ημερομηνίας 25/05/2018, και Dome Investments Public Company Ltd v. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Έφεση 111/2013, ημερομηνίας 17/06/2021, ECLI:CY:AD:2021:A260)».

 

Οι πιο πάνω αρχές επανατονίστηκαν στην Hyde Park Agencies Ltd ν. Namins Limited κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. 35/18, ημερ. 30.6.26, όπου λέχθηκαν τα εξής:

 

«Συνιστά πάγια νομολογία ότι η ερμηνεία ενός εγγράφου είναι θέμα νομικό και αποτελεί αποκλειστικό έργο του Δικαστηρίου, το οποίο, μέσα από το λεκτικό του εγγράφου, αναζητεί τις προθέσεις των συμβαλλομένων και ότι κριτήριο για τα όσα διατυπώνονται είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στον μέσο λογικό άνθρωπο (βλ. Χατζησωτηρίου ν. Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Εταιρεία Λτδ (2011) 1(Β) Α.Α.Δ. 1406)».

 

Στις περιπτώσεις όπου η ερμηνεία της σύμβασης είναι σαφής, τότε το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να την παραγνωρίσει (βλ. Κουτσού v. Themis Portfolio Management Holdings Ltd, Πολ. Έφ. Αρ. 383/16, ημερ. 16.6.26).

 

Διαπιστώνεται ότι στην συμφωνία ημερ. 21.08.13 ρητά καταγράφεται ότι οι διάδικοι επιθυμούσαν να διαχωρίσουν, ήτοι να ρυθμίσουν την «κινητή περιουσία» και συγκεκριμένα τις τραπεζικές καταθέσεις, ότι συμφώνησαν να αποσύρουν όλα τα δικαστικά μέτρα που έλαβαν ο ένας εναντίον του άλλου για επίλυση των οικογενειακών, συζυγικών και περιουσιακών τους διαφορών, ότι «αποφάσισαν να καταβάλουν προσπάθεια διάσωσης του γάμου τους» και ότι η συμφωνία «δεν διευθετεί τις περιουσιακές σχέσεις των Συμβαλλομένων αναφορικά με την οικογενειακή τους κατοικία ή/και οποιαδήποτε άλλη περιουσία η οποία δεν ρυθμίζεται με την παρούσα». Η εκφρασθείσα και καταγραφείσα πρόθεση των μερών ήταν σαφής: αποφάσισαν να αποσύρουν όλες τις υποθέσεις που μέχρι τότε καταχώρισαν ο ένας εναντίον του άλλου στο Δικαστήριο, να καταβάλουν προσπάθειες να σώσουν τον γάμο τους και να διευθετήσουν τις τραπεζικές καταθέσεις που υπήρχαν στο όνομα της Εφεσίβλητης και τίποτε πέραν τούτου. Παρεμβάλλουμε πως το στοιχείο αυτό, δηλαδή η συμβατική ρύθμιση ενός τμήματος των περιουσιακών διαφορών, με ρητή επιφύλαξη για συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο (την κατοικία) διακρίνει την περίπτωση από τα γεγονότα της Κοζάκη ν. Κοζάκη (2002) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1710, στην οποίαν «[Ό]λες οι διαφορές των διαδίκων μετατράπηκαν σε όρους που συμπεριλήφθηκαν στην έγγραφη συμφωνία … », με αποτέλεσμα μάλιστα εκεί να τίθεται και θέμα καθ’ ύλην αρμοδιότητας του Οικογενειακού Δικαστηρίου (βλ. και Κοζάκη ν. Κοζάκη (2003) 1(Β) Α.Α.Δ. 1047). Εδώ δεν καλείτο το Οικογενειακό Δικαστήριο να ερμηνεύσει και εφαρμόσει τη συμφωνία (ζήτημα που ανήκε αποκλειστικά στο Επαρχιακό Δικαστήριο) αλλά να την εξετάσει για να κρίνει το ζήτημα του δεδικασμένου.

 

Η μεταγενέστερη της συμφωνίας απόσυρση της αίτησης αρ. 5/13, στις 23.9.13, αποτελούσε την υλοποίηση των συμφωνηθέντων με τη συμφωνία ημερ. 21.8.13. Εξάλλου, η ίδια η Εφεσίβλητη, αντεξεταζόμενη σε σχέση με την εν λόγω συμφωνία, είπε: «… πίστευα ότι υπέγραφα μόνο για τη μεταβίβαση των λεφτών».  Περαιτέρω και οι δύο διάδικοι συμφωνούν ότι μετά την καταχώριση της αίτησης αρ. 5/13, η οποία επιδόθηκε στις 21.6.13 όντως συμφιλιώθηκαν, ανεξαρτήτως του ότι ο Εφεσείων χρονικά τοποθέτησε τη συμφιλίωση τον Αύγουστο του 2013, με την υπογραφή της συμφωνίας ημερ. 21.8.13, ενώ η Εφεσίβλητη την τοποθέτησε τον Νοέμβριο ή Δεκέμβριο του 2013, μετά δηλαδή την υπογραφή της συμφωνίας και την απόσυρση της αίτησης αρ. 5/13.

 

Δεν συμμεριζόμαστε τη θέση ότι δημιουργήθηκε δεδικασμένο σε σχέση με τη συζυγική κατοικία εξαιτίας της απόσυρσης της αίτησης αρ. 5/13. Προκύπτει από το σύνολο της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας και της συμφωνίας ημερ. 21.8.13 την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο θα έπρεπε να αξιολογήσει, ότι η αίτηση αρ. 5/13 απεσύρθη λόγω των προσπαθειών των διαδίκων για συμφιλίωση, η οποία είναι παραδεκτό ότι επήλθε. Είναι γεγονός ότι ο Εφεσείων δεν χρησιμοποίησε τη Δ.15 θ.1 για αποστολή ειδοποίησης και διακοπή της διαδικασίας. Όμως, αυτό έγινε λόγω του ότι και οι δύο πλευρές συμφώνησαν, σε πολύ αρχικό στάδιο και πριν την καταχώριση υπεράσπισης, να παρουσιαστούν ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβούν στις συγκεκριμένες δηλώσεις πριν την απόσυρση της αίτησης. Αν και δεν αναφέρεται στο πρακτικό ο όρος «Συμφωνία επί Δικαστηρίω» ή «Κανών Δικαστηρίου» (Rule of Court), εντούτοις καταγράφηκε ρητώς το τι συμφωνήθηκε σε σχέση με τις τραπεζικές καταθέσεις και η πρώτη αίτηση, κατόπιν άδειας που ζήτησαν τα μέρη, αποσύρθηκε και απορρίφθηκε χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε δικαστική απόφαση καθοριστική για την επίλυση της διαφοράς σε σχέση με την κατοικία, όπως προσδιορίζετο στη δικογραφία («Το Δίκαιο της Απόδειξης», Τ. Ηλιάδης & Ν. Γ. Σάντης, 2014, σ.929) . Κρίνουμε ότι η απόσυρση της αίτησης αρ. 5/13 δεν αποτελούσε εμπόδιο για την καταχώριση της υπό έφεση αίτησης αρ. 2/17 σε σχέση με τη συζυγική κατοικία και ότι δεν δημιουργήθηκε δεδικασμένο σε σχέση με την κατοικία αυτή. Υιοθετούμε τα όσα τονίστηκαν στην απόφαση Λατομεία Χρικοπάλ Λτδ ν. Γενικός Εισαγγελέας, Πολ. Έφ. Αρ. 85/20, ημερ. 20.5.26 αναφορικά με το δεδικασμένο και την πιθανότητα αποκλεισμού διαδίκου να διεκδικήσει τα δικαιώματα του σε μεταγενέστερη διαδικασία: «Το ζήτημα είναι και ύψιστης συνταγματικής τάξης αφού άπτεται του δικαιώματος διαδίκου να προβάλει τους ισχυρισμούς του ενώπιον Δικαστηρίου (βλ. Άρθρο 30 του Συντάγματος). Αλλιώς, ελλοχεύει ο κίνδυνος αρνησιδικίας». Η απόφαση Παμπορίδης (ανωτέρω), την οποία επικαλέστηκε η Εφεσίβλητη προς υποστήριξη της θέσης της ότι δημιουργήθηκε δεδικασμένο διαφέρει ως προς τον χρόνο της απόσυρσης της πρώτης αίτησης με την υπό κρίση. Στην Παμπορίδης, η δικογραφία είχε συμπληρωθεί και η αίτηση απεσύρθη κατά την ημερομηνία της ακρόασης, χωρίς να ζητηθεί άδεια του Δικαστηρίου για διακοπή με βάση τη Δ.15 και επομένως είχε δημιουργηθεί δεδικασμένο.

 

 Δεν εγείρεται συγκεκριμένος λόγος έφεσης και δεν θα μας απασχολήσει εξειδικευμένα η πρωτόδικη διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι δημιουργήθηκε δεδικασμένο σε σχέση με τη μοτοσυκλέτα, επί τω ότι αυτή αγοράστηκε το 2007 και ο Εφεσείων είχε την ευχέρεια να προβάλει σχετική αξίωση στην αίτηση αρ. 5/13 και δεν το έπραξε (βλ. Ανδρέου ν. Νικηφόρου, ανωτέρω).

 

Συνακόλουθα, η έφεση επιτυγχάνει σε ό,τι αφορά το δεδικασμένο σε σχέση με τη συζυγική κατοικία και η πρωτόδικη απόφαση ανάλογα ακυρώνεται. Κατά τα λοιπά, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται εκτός από τη διαταγή εξόδων, η οποία θα πρέπει επίσης να διαφοροποιηθεί αναλόγως.

 

Η πρωτόδικη κατάληξη ότι «[Ε]νόψει της ύπαρξης δεδικασμένου παρέλκει η ανάγκη αξιολόγησης της πιο πάνω μαρτυρίας ή και η παράθεση περαιτέρω μαρτυρίας που δόθηκε αναφορικά με την ανέγερση της επίδικης κατοικίας», δεν επιτρέπει την επίλυση του ζητήματος κατ’ έφεσιν, καθιστώντας έτσι υποχρεωτική την επανεκδίκαση της αξίωσης σε σχέση με την κατοικία. Κρίνουμε ότι η πορεία αυτή είναι επιβεβλημένη αλλά και επιτρεπτή, δεδομένου ότι πρόκειται για υπόθεση στην οποία εξαρχής «…η αξίωση συμμετοχής περιορίζεται και επικεντρώνεται σε συγκεκριμένα περιουσιακά αντικείμενα…», εδώ ειδικότερα στην κατοικία («Οικογενειακό Δίκαιο», Α. Σ. Γεωργιάδης, Δ΄ έκδοση (2025), σ.207, Α.Α. ν. Κ.Χ., Πολ. Έφ. 239/2023, ημερ. 30.12.25).

 

Εκδίδεται διάταγμα επαναφοράς της εναρκτήριας αίτησης περιουσιακών διαφορών αρ. 2/17 του Οικογενειακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, η οποία, λαμβανομένης υπ’ όψιν της αφυπηρέτησης που μεσολάβησε, να τεθεί το συντομότερο δυνατόν ενώπιον άλλου Δικαστή του Οικογενειακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου προς εκδίκαση de novo, ως προς την αξίωση του Εφεσείοντος στη συζυγική κατοικία.

 

Σε σχέση με τα έξοδα της έφεσης, λόγω της μερικής επιτυχίας της έφεσης, επιδικάζεται υπέρ του Εφεσείοντος και εναντίον της Εφεσίβλητης το ήμισυ των προβλεπομένων εξόδων, ήτοι το ποσό των €2.100, πλέον Φ.Π.Α., εάν υπάρχει.

 

Η πρωτόδικη κρίση αναφορικά με τα έξοδα, αντικείμενο του πέμπτου λόγου έφεσης, ακυρώνεται. Το ½ των εξόδων της πρωτόδικης διαδικασίας επιδικάζονται προς όφελος του Εφεσείοντος και εις βάρος της Εφεσίβλητης, ως θα υπολογιστούν, συν ΦΠΑ και το υπόλοιπο ½ των εξόδων της πρωτόδικης διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν συν ΦΠΑ, θα είναι έξοδα στο αποτέλεσμα της νέας διαδικασίας, που θα ακολουθήσει συνεπεία της επαναφοράς.

 

 

 

 

 

Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.

 

 

Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.

 

 

Θ. ΘΩΜΑ, Δ.

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο