ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 238/2023)
16 Ιουλίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
TANER TOLGA TARLACI,
Εφεσείων,
v.
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
______________________________
Ο Εφεσείοντας εμφανίζεται προσωπικά.
Α. Δημοσθένους για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη.
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.: Ο εφεσείοντας αντιμετώπισε πρωτόδικα μία κατηγορία για το αδίκημα του βιασμού, μία κατηγορία για το αδίκημα της στέρησης της ελευθερίας προσώπου με σκοπό να υποβληθεί σε σεξουαλική κακοποίηση, μία κατηγορία για το αδίκημα της κοινής επίθεσης και δύο κατηγορίες για το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων που του αποδίδονται, τα φερόμενα αδικήματα έλαβαν χώρα στις 2.4.2020 με θύμα την Ν.B. από το Καμερούν. Δεν παραδέχτηκε ενοχή στις κατηγορίες που του αποδόθηκαν και διεξάχθηκε σχετικά ακροαματική διαδικασία στην οποία ο εφεσείοντας εκπροσωπείτο από συνήγορο. Δόθηκε μαρτυρία από επτά μάρτυρες για την Κατηγορούσα Αρχή ενώ ο κατηγορούμενος, μετά που κλήθηκε σε απολογία και του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, επέλεξε να τηρήσει το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης.
Όπως και το Δικαστήριο αναφέρει στην εκκαλούμενη απόφασή του:
«Εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ήταν ότι η Παραπονούμενη, η οποία γνωριζόταν με τον Κατηγορούμενο, μετέβη στις 2.4.22 στο σπίτι του τελευταίου με σκοπό να πωλήσει σε φίλους του, οι οποίοι ως της είχε πει, θα ήταν εκεί, κάποια κοσμήματα στο πλαίσιο της τότε εργασίας της, αλλά και για να πάρει κάποια χρήματα που της όφειλε ο Κατηγορούμενος από προηγούμενη αγορά κοσμημάτων στην οποία προέβη ο ίδιος. Εκεί ο τελευταίος αφού την κλείδωσε στο διαμέρισμα του, είχε σεξουαλική επαφή μαζί της δια της βίας και χωρίς της συναίνεση της, η οποία σταμάτησε όταν η Παραπονούμενη υπέστη κρίση άσθματος, εξ αιτίας της οποίας του ζητούσε να πάει στο νοσοκομείο, πράγμα το οποίο εν τέλει έγινε, αφότου η Παραπονούμενη δημιούργησε σε φασαρία στο διαμέρισμα του. Προς τούτο τηλεφώνησε ο ίδιος ο Κατηγορούμενος ταξί το οποίο τους μετέφερε και τους δύο στο νοσοκομείο, αφού ο Κατηγορούμενος επέμεινε να πάει μαζί της, φοβούμενος μήπως αυτή αποκαλύψει σε οποιοδήποτε το τί έγινε. Επίσης θέση της κατηγορούσας αρχής ήταν ότι ο Κατηγορούμενος την απείλησε τόσο στο διαμέρισμα του όσο και εντός του ταξί, πως αν αποκάλυπτε οτιδήποτε από ό,τι έγινε θα τη σκότωνε, θα την έκανε να δει το κακό του πρόσωπο και θα έπινε το αίμα της. Τέλος, ήταν ουσιώδης θέση της κατηγορούσας αρχής πως η Αστυνομία ενεπλάκη, όταν φίλος της Παραπονούμενης, με τον οποίο αυτή είχε τηλεφωνική επικοινωνία ενόσω βρισκόταν στην οικία του Κατηγορούμενου, αντελήφθη ότι αυτή κινδύνευε και ειδοποίησε σχετικά την αστυνομία, η οποία κατόπιν διαφόρων ενεργειών εντόπισε την Παραπονούμενη, η οποία βρισκόταν πλέον στο νοσοκομείο.
Θέση του Κατηγορούμενου ήταν ότι κατά την επίδικη ημερομηνία δεν υπήρξε σεξουαλική επαφή μεταξύ τους και πως η ίδια επινόησε εκδικητικά την κατηγορία του βιασμού (και τις υπόλοιπες επί του κατηγορητηρίου), επειδή μετέβη στο σπίτι του με σκοπό να κάνει σεξ μαζί του, έναντι αμοιβής €100 (πράγμα που είχαν ξανακάνει περί τους δύο‑τρεις μήνες προηγουμένως) και εκεί αντελήφθη ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε αυτό το ποσό για να της το δώσει. Περαιτέρω ήταν θέση της υπεράσπισης ότι η Παραπονούμενη προώθησε τα περί βιασμού, επειδή είχε δει μεγάλο αριθμό αστυνομικών στο νοσοκομείο και πανικοβλήθηκε.»
Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέθεσε συνοπτικά τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν του τόσο διά ζώσης όσο και μέσα από τα διάφορα τεκμήρια και αξιολογώντας την ενδελεχώς με βάση και τα παραδεκτά γεγονότα τα οποία είχαν τεθεί ενώπιόν του και εγκρίθηκαν ως τέτοια αποδέχτηκε τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν του από την Κατηγορούσα Αρχή αξιολογώντας όλους τους μάρτυρες συμπεριλαμβανομένων και της παραπονούμενης θετικά και ως αξιόπιστους. Αναφερόμενο στον εφεσείοντα, ο οποίος όπως έχει ήδη λεχθεί επέλεξε το δικαίωμα σιωπής, και έχοντας ενώπιόν του τις καταθέσεις του που δόθηκαν στην Αστυνομία ως τεκμήρια, δεν απέδωσε σε αυτές οποιαδήποτε βαρύτητα και ειδικά στη θέση του ότι είχε προηγουμένως συναινετική σεξουαλική επαφή με την παραπονούμενη επ' αμοιβής.
Ακολούθως, προέβηκε σε υπαγωγή των συμπερασμάτων του στα αδικήματα που αντιμετώπιζε πρωτόδικα ο εφεσείοντας και παραπέμποντας σε σχετική νομολογία κατέληξε ότι και οι πέντε κατηγορίες που αντιμετώπιζε αποδείχθηκαν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 10 ετών στην κατηγορία του βιασμού, 3 ετών στην κατηγορία στέρησης της ελευθερίας προσώπου με σκοπό να υποβληθεί σε σεξουαλική κακοποίηση, 4 μηνών στην κατηγορία της κοινής επίθεσης και 1 έτους σε καθεμία, στις κατηγορίες για το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας.
Ο εφεσείοντας εφεσιβάλλει την καταδίκη του από το Κακουργιοδικείο. Σε έντυπο το οποίο υπέγραψε και καταχώρισε ο ίδιος στην αγγλική γλώσσα, αναφέρει, (σε δική μας ελεύθερη μετάφραση) ότι είναι αθώος, δεν έχει προβεί στη διάπραξη κανενός από τα αδικήματα που του αποδόθηκαν δίδοντας ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι η ιατρική εξέταση της παραπονούμενης δεν έδειξε κανένα σημάδι, οι εξετάσεις στα ρούχα τόσο τα δικά του όσο και της παραπονούμενης και στα σεντόνια και στρώματα που βρίσκονταν στο δωμάτιο ήταν όλα καθαρά χωρίς ευρήματα DNA, σπέρματος ή τριχών. Ισχυρίζεται ότι το σπίτι του ήταν ισόγειο, σε καμία περίπτωση δεν είχε κλείσει την πόρτα και αν ακόμη η πόρτα ήταν κλειστή, μπορούσε κάποιος (στη συγκεκριμένη περίπτωση η παραπονούμενη) να φύγει από το παράθυρο.
Ο εφεσείοντας χειρίστηκε την ακρόαση της έφεσης ενώπιόν μας μόνος του αφού προηγουμένως το Δικαστήριο είχε σιγουρευτεί ότι του είχε επιδοθεί και μεταφραστεί το διάγραμμα αγόρευσης που καταχωρήθηκε από πλευράς του συνηγόρου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας αναφέροντας ενώπιόν μας ότι είναι γνώστης όλων των γεγονότων που αφορούν την υπόθεση, του έχουν μεταφραστεί όλα τα έγγραφα και είναι σε θέση ο ίδιος να προβεί στην ακρόαση.
Επειδή η βασική θέση του εφεσείοντα ότι δεν εντοπίστηκαν ούτε κακώσεις, ούτε τραύματα, ούτε γενετικό υλικό ή οποιαδήποτε άλλα υγρά τόσο στο σώμα της παραπονούμενης όσο και στα διάφορα ρούχα και άλλα αντικείμενα που είχαν συλλεχθεί από το διαμέρισμά του, είναι στην ουσία το υπόβαθρο της έφεσης, είναι χρήσιμο να τεθούν στο σημείο αυτό τα παραδεκτά γεγονότα που κατατέθηκαν και εγκρίθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου:
«1. Από τις εξετάσεις που διενεργήθηκαν σε επίπεδο γενετικού υλικού δεν εντοπίστηκαν σπερματικά κύτταρα ή σπερματικές ουσίες ή γενετικό υλικό του Κατηγορούμενου ή άλλου ανδρός στην περιοχή των γεννητικών οργάνων της Παραπονούμενης, τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά.
2. O μη εντοπισμός σπερματικών κυττάρων ή σπερματικών ουσιών ή και γενετικού υλικού αντρικής προέλευσης σε κολπικά επιχρίσματα, δεν στηρίζει αλλά ούτε και αποκλείει ισχυρισμό για διείσδυση αντρικού πέους στον κόλπο ενός ατόμου.
3. Στα σεντόνια Τεκμήριο 1.1, δεν εντοπίστηκε γενετικό υλικό της Παραπονούμενης.
4. Δεν εντοπίστηκε γενετικό υλικό του Κατηγορούμενου στο στηθόδεσμο χρώματος άσπρου Τεκμήριο 1.9 (είτε στην εξωτερική είτε στην εσωτερική πλευρά) ή σε οποιαδήποτε άλλα ρούχα της Παραπονούμενης.
5. Όταν ένα άτομο έρχεται σε επαφή με γυμνά χέρια ή σώμα με ένα αντικείμενο δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι στο αντικείμενο εκείνο θα ανιχνευτεί το γενετικό του υλικό.»
Η παραπονούμενη έδωσε διάφορες καταθέσεις στην Αστυνομία. Με τις πρώτες δύο περιγράφει τις καταστάσεις κάτω από τις οποίες γνώρισε τον εφεσείοντα, τον λόγο για τον οποίο τον επισκέφθηκε την επίδικη ημερομηνία, καθώς και τα γεγονότα τα οποία κατά τη θέση της έλαβαν χώραν στο διαμέρισμά του, οπόταν ο κατηγορούμενος τη βίασε. Ήταν η θέση της ότι κατά τη διάρκεια του βιασμού έπαθε σοκ το οποίο της δημιούργησε κρίση άσθματος, δεν μπορούσε να αναπνεύσει και μετά από δική της επιμονή ο εφεσείοντας την πήρε στο νοσοκομείο εν μέσω απειλών ότι εάν έλεγε σε οποιοδήποτε κάτι θα τη σκότωνε. Θέση της ήταν ότι την απείλησε και μέσα στο ταξί ενώ μετέβαιναν στο νοσοκομείο γι' αυτό και δεν ανέφερε κάτι στον οδηγό ταξί. Με την τρίτη της κατάθεση ανέφερε ότι είχε πάει πολλές φορές στο σπίτι του εφεσείοντα σε αντίθεση με τα όσα είχε αναφέρει στις πρώτες δύο καταθέσεις της και ότι από την πρώτη φορά που πήγε στο σπίτι του αυτός της πρότεινε χρήματα για να κοιμηθεί μαζί του, η ίδια αρνιόταν αλλά αυτός ποτέ δεν ήταν επιθετικός απέναντί της. Ανέφερε στο Δικαστήριο ότι ποτέ δεν έκανε συναινετικό σεξ με τον εφεσείοντα και ότι η μόνη φορά που είχε σεξουαλική επαφή μαζί του ήταν την επίδικη ημερομηνία, όταν τη βίασε.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο όπως έχουμε ήδη αναφέρει, δέχτηκε ότι η παραπονούμενη είναι αξιόπιστος μάρτυρας. Τεκμηρίωσε δε τη θέση του αυτή αναφερόμενο στις αντιδράσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου, στα αναντίλεκτα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιόν του, από την ανάλυση των συνομιλιών στα τηλέφωνα παραπονούμενης‑εφεσείοντα από τις οποίες προκύπτει λήψη απανωτών μηνυμάτων από τον εφεσείοντα χωρίς η παραπονούμενη να απαντά και πιεστικό τρόπο συνάντησής τους και μάλιστα ότι ο εφεσείοντας φορτικά ζητούσε από την παραπονούμενη να κοιμηθεί μαζί του προσφέροντας της και χρήματα γι' αυτόν τον σκοπό. Τα μηνύματα που κατατέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε έντυπη μορφή επιβεβαίωσαν στο πρωτόδικο Δικαστήριο την εκδοχή της ότι είχε αρχίσει να ασχολείται με μεταπώληση κοσμημάτων και ότι είχε πωλήσει μία καδένα στον εφεσείοντα ο οποίος εξακολουθούσε να έχει χρηματική οφειλή προς την ίδια και την οποία του ζητούσε επίμονα να της πληρώσει. Όπως το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε, τα μηνύματα που αντάλλαζαν τηλεφωνικά όπως κατατέθηκαν ενώπιόν του σε έντυπη μορφή, επιβεβαιώνουν την παραπονούμενη ως προς το ότι ο εφεσείοντας επεδείκνυε σεξουαλικό ενδιαφέρον προς αυτήν και μάλιστα της πρότεινε να κάνει σεξ μαζί του χωρίς η ίδια να είχε αποδεχθεί μία τέτοια πρόταση. Δέχτηκε ως πειστική τη δικαιολογία ότι ο λόγος που δεν σταμάτησε η παραπονούμενη να έχει επικοινωνία με τον εφεσείοντα ήταν τα χρήματα που της χρωστούσε, για τα οποία η ίδια επέμενε έντονα ότι έπρεπε να της καταβάλει. Μάλιστα την εκβίασε ότι για να της καταβάλει ολόκληρο το ποσό που της χρωστά θα έπρεπε να έχει σεξουαλική επαφή μαζί του. Έτσι το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε δικαιολογημένη την απόφασή της την επίδικη μέρα να τον επισκεφθεί, αφού, μεταξύ άλλων, συνέχιζε να της χρωστά χρήματα. Έπεισε το πρωτόδικο Δικαστήριο η παραπονούμενη ότι για εκείνην το χρηματικό ποσό που της όφειλε ο εφεσείοντας ήταν σημαντικό, έστω και εάν ήταν μικρό, γι' αυτό και συμφώνησε να πάει στο σπίτι του παρά τα όσα είχαν προηγηθεί μεταξύ τους και την πιεστική του συμπεριφορά για να συνευρεθούν σεξουαλικά. Δέχτηκε επίσης το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι η παραπονούμενη που είναι ένα αλλοδαπό πρόσωπο χωρίς συγγενείς στην Κύπρο, επιδόθηκε με συνέπεια στην εργασία της και για εκείνην να εισπράξει το ποσό που της όφειλε ο εφεσείοντας ήταν πολύ σημαντικό και δικαιολόγησε έτσι την απόφασή της να μεταβεί στο σπίτι του, τη συγκεκριμένη ημέρα. Δεν συμφώνησε με τη θέση της Υπεράσπισης ότι η μαρτυρία της έβριθε αντιφάσεων, αντίθετα αποδόθηκε μέρος της συμπεριφοράς της στην κατάσταση την οποία βρισκόταν μετά από τον βιασμό της από τον εφεσείοντα. Δικαιολόγησε την απόφασή του το πρωτόδικο Δικαστήριο αντιπαραβάλλοντας τις καταθέσεις του εφεσείοντα, θυμίζουμε ότι δεν έδωσε ένορκη μαρτυρία στο Δικαστήριο, με τα όσα η παραπονούμενη έχει αναφέρει.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο έδωσε επίσης ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι η καταγγελία στην Αστυνομία προέκυψε όχι από την ίδια, αφού ως έχει αποδειχθεί η Αστυνομία είχε μεταβεί και την εντόπισε στο νοσοκομείο χωρίς να έχει την παραμικρή συμβολή σε αυτό, κλήθηκε από τον ΜΚ4. Ενδυναμώθηκε έτσι η θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι εάν είχε κατά νου να δημιουργήσει όλη αυτήν την κατάσταση για να καταγγείλει και να εκδικηθεί τον εφεσείοντα, θα το έπραττε τούτο η ίδια άμεσα και δεν θα χρειαζόταν να μεσολαβήσει ο ΜΚ4.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο ασχολήθηκε με το γεγονός ότι δεν εντοπίστηκε γενετικό υλικό είτε της παραπονούμενης είτε του εφεσείοντα στα ρούχα τους ή στο σώμα της. Ανατρέχοντας στα παραδεκτά γεγονότα στα οποία έχουμε αναφερθεί πιο πάνω, δέχτηκε ότι η απουσία των ευρημάτων αυτών δεν σημαίνει ότι δεν έλαβε χώραν σεξουαλική πράξη μεταξύ τους. Εν πάση περιπτώσει, και από την ίδια τη μαρτυρία της παραπονούμενης προκύπτει ότι η σεξουαλική επαφή που είχαν διήρκησε πολύ λίγο εν όψει του ότι η ίδια έπαθε κρίση άσθματος, είχε σπασμούς, με αποτέλεσμα ο εφεσείοντας να πανικοβληθεί και να σταματήσει.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε επίσης ότι ο εφεσείοντας προέβηκε σε μία καλά σκηνοθετημένη προσπάθεια να πείσει όσους έρχονται σε επαφή μαζί του ότι νοιάζεται για την παραπονούμενη για να προετοιμάσει προφανώς το έδαφος σε περίπτωση που αυτή κατέληγε στην καταγγελία. Θεωρούμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε ενδελεχώς όλη τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν του, αντιπαρέβαλε γεγονότα και μαρτυρίες με τα όσα είχε η παραπονούμενη αναφέρει, προειδοποίησε τον εαυτό του για αντιφατικές δηλώσεις ή συμπεριφορές που δεν συνάδουν με αυτά που κατήγγειλε.
Εν όψει τούτου, το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι έλαβε χώρα σεξουαλική πράξη μεταξύ παραπονούμενης και εφεσείοντα χωρίς τη συγκατάθεση της παραπονούμενης η οποία προσπαθούσε με κάθε τρόπο να σταματήσει τον εφεσείοντα, ήταν εύλογο υπό τις περιστάσεις.
Με βάση τα γεγονότα όπως έμειναν ενώπιόν του μετά την αξιολόγηση της μαρτυρίας από τους μάρτυρες κατηγορίας, ήταν ανοικτό το ενδεχόμενο το πρωτόδικο Δικαστήριο να προβεί στα συμπεράσματα που προέβηκε.
Αξίζει να υπενθυμίσουμε εδώ ότι το κύριο μέρος της υπεράσπισης του εφεσείοντα στηρίζεται στο γεγονός ότι δεν εντοπίστηκαν σπερματικά ή άλλα υγρά στα ρούχα του ή της παραπονούμενης ή στα σεντόνια του κρεβατιού, αλλά και η απουσία τους από την περιοχή των γεννητικών οργάνων της παραπονούμενης, όπως και το γεγονός ότι δεν υπήρχε κανένα σημάδι ή εκχύμωση στο πρόσωπο ή το σώμα της παρά το ότι καταγγέλλει τον βιασμό της με βία, συνηγορούν υπέρ της θέσης του ότι δεν έλαβε χώρα οποιαδήποτε σεξουαλική πράξη μεταξύ τους.
Έχει ήδη αναφερθεί ότι ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, και υπενθυμίζουμε ότι ο εφεσείοντας εκπροσωπείτο από δικηγόρο πρωτόδικα, είχαν κατατεθεί παραδεκτά γεγονότα τα οποία απαντούν στις θέσεις του εφεσείοντα. Από τα παραδεκτά γεγονότα που έχουν τεθεί και εγκριθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο προκύπτει ότι ο μη εντοπισμός σπερματικών κυττάρων, ουσιών ή γενετικού υλικού στην περιοχή των γεννητικών οργάνων της παραπονούμενης δεν υποστηρίζει αλλά ούτε και αποκλείει ισχυρισμό για διείσδυση αντρικού πέους στον κόλπο ενός ατόμου. Επίσης, η απουσία γενετικού υλικού στα σεντόνια είτε στα ρούχα της παραπονούμενης, δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχε επαφή με γυμνά χέρια ή σώμα μεταξύ τους καθ' ότι δεν σημαίνει κατ' ανάγκην ότι στο αντικείμενο που έρχεται σε επαφή με γυμνά χέρια ή σώμα θα ανιχνευθεί γενετικό υλικό.
Επομένως, αφού το πρωτόδικο Δικαστήριο μέσα από την αξιολόγησή του είχε πειστεί για το γνήσιο της μαρτυρίας της παραπονούμενης, ήταν καθ' όλα λογικό και αναμενόμενο από αυτό να χρησιμοποιήσει τα παραδεκτά γεγονότα για να αντικρούσει τις θέσεις του εφεσείοντα που τέθηκαν και πρωτόδικα ότι η απουσία γενετικού υλικού και σπερματικών υγρών όπως και οποιωνδήποτε σημαδιών στο σώμα της παραπονούμενης σημαίνει ότι ουδέποτε έλαβαν χώραν τα όσα αυτή καταγγέλλει.
Με αναφορά στη νομολογία το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε τα αδικήματα του κατηγορητηρίου αντιπαραβάλλοντας τα με τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν του και ικανοποιήθηκε ότι αυτά έχουν αποδειχθεί. Έχουμε εξηγήσει και παραθέσει πιο πάνω τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίστηκε η μαρτυρία της παραπονούμενης. Όπως είναι γνωστό, το Εφετείο σπάνια επεμβαίνει στην αξιολόγηση μαρτυρίας που έγινε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο είχε ενώπιόν του τον μάρτυρα τον οποίο μπορούσε να παρακολουθεί μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης πώς αντιδρά, πώς απαντά στις ερωτήσεις που του τίθενται και την όλη του στάση έναντι στη διαδικασία.
Στο σημείο αυτό υπενθυμίζουμε τις αρχές με βάση τις οποίες το Εφετείο προσεγγίζει την αξιολόγηση της μαρτυρίας από τα πρωτόδικα Δικαστήρια. Υπενθυμίζουμε στο σημείο αυτό ότι το πώς το Εφετείο αντιμετωπίζει θέματα αξιολόγησης που έγιναν από το πρωτόδικο Δικαστήριο είναι καλά θεμελιωμένο στη νομολογία. Αναφέρουμε ενδεικτικά την απόφασή μας FARHAT ABDELGHAFAR FARHAT MOHAMED v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 45/2023, ημερομηνίας 25.2.2026 στην οποία λέχθηκαν τα εξής:
«Στην ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 273/2022, ημερομηνίας 6.11.2025, συνοψίσαμε τις σχετικές διαχρονικές αρχές, παραπέμποντας και στην ΠΙΣΣΑΡΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 67/2023 και 68/2023, ημερομηνίας 29.5.2025:
«Ως προς την εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στο έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κατάληξη σε συμπεράσματα επί των γεγονότων, επαναλαμβάνουμε τις διαχρονικές αρχές, ως καθορίζονται από τη νομολογία. Ως λέχθηκε, εκ νέου, στην ΠΙΣΣΑΡΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 67/2023 και 68/2023, ημερομηνίας 29.5.2025:
«Εν σχέσει δε με το ζήτημα της αξιολόγησης μαρτυρίας τονίζουμε ξανά ότι αυτό ανήκει κατ' εξοχήν στο εκάστοτε πρωτόδικο Δικαστήριο και ότι το Εφετείο επεμβαίνει μόνο όταν:
Η αξιολόγηση ή τα ευρήματα ή τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή δεν δικαιολογούνται από τη μαρτυρία ή από τα ίδια τα ευρήματα του.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να προβεί σε συγκεκριμένο εύρημα σχετικά με ένα ουσιώδες θέμα της διαδικασίας.
Τα ευρήματα δεν ήταν ευλόγως επιτρεπτά ή κρίνονται εσφαλμένα, ερχόμενα σε σύγκρουση με άλλη μαρτυρία.
Τα συμπεράσματά του κρίνονται στο σύνολο της υπόθεσης παράλογα, ήτοι είναι συμπεράσματα στα οποία δεν θα ήταν δυνατό να καταλήξει ένα λογικό Δικαστήριο.
Τα ευρήματα καταφαίνονται εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή είναι παράλογα ή αυθαίρετα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει αποδεχθεί ως αξιόπιστη ή είναι αντιφατικά μεταξύ τους ή η ίδια η αξιολόγηση έρχεται σε ευθεία αντίθεση με παραδεκτά γεγονότα ή άλλα τεκμήρια κατατεθέντα ή απέχει από τη λογική των πραγμάτων στα περιστατικά της υπόθεσης, ήτοι όταν δημιουργείται ρήγμα στην αξιολόγηση και στα ευρήματα.
Οι τυχόν αντιφάσεις στη μαρτυρία αντικειμενικά κρινόμενες είναι ουσιαστικής μορφής, δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση, πλήττουν καίρια την αξιοπιστία μάρτυρος και φανερώνουν διάθεση του να αποκρύψει την αλήθεια.
Γενικά, το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην πρωτόδικη ετυμηγορία εκτός εάν πειστεί ότι υπάρχουν καλοί λόγοι οι οποίοι του δίνουν το δικαίωμα να το πράξει (Kolarski v. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 205). Σε τέτοια περίπτωση έχει το δικαίωμα να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα από αποδεδειγμένα γεγονότα και να προβεί στις δικές του διαπιστώσεις, καταλήγοντας σε διαφορετική κρίση ως προς τα πραγματικά γεγονότα, με θεμέλιο όμως την πρωτόδικη κρίση ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Μια τέτοια εξουσία επέμβασης, στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα, ασκείται με μεγάλη προσοχή (Κυπριανού ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 816, Ισιδώρου ν. G.M. Christofi Enterprises Ltd κ.ά. (1998) 2 Α.Α.Δ. 204)».
Εις δε την ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2008) 2 Α.Α.Δ. 816, εξηγήθηκε ότι:
«Όπως είναι νομολογιακά γνωστό, η αξιολόγηση των μαρτύρων ανήκει στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο έχει την ευκαιρία να παρακολουθεί την όλη συμπεριφορά τους, ενώ δίδουν μαρτυρία στη ζωντανή διαδικασία ενώπιον του. Ο διάδικος που αμφισβητεί ένα τέτοιο εύρημα, οφείλει με πολύ πειστικά επιχειρήματα, να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι εσφαλμένα ή αδικαιολόγητα (Ιωακείμ ν. Ιωαννίδη (1991) 1 Α.Α.Δ. 996, 998). Το Εφετείο, δεν επεμβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, αν θεωρήσει ότι ήταν εύλογα επιτρεπτό για το πρωτόδικο Δικαστήριο να προβεί στα ευρήματα. Εάν δε διαπιστωθούν αντιφάσεις, αυτές θα πρέπει να είναι ουσιώδεις και να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του μάρτυρα (Βλ. Χατζηπαύλου ν. Κυριάκου κ.ά. (2006) 1(Α) Α.Α.Δ. 236). Όπως υποδεικνύεται στην Αθηνής ν. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 256, το Εφετείο μπορεί, να προβεί στις δικές του διαπιστώσεις και να καταλήξει σε διαφορετική κρίση ως προς τα πραγματικά γεγονότα, πάντοτε όμως με θεμέλιο την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Όμως η εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ασκείται με μεγάλη προσοχή, ώστε να μην εξουδετερώνεται το μεγάλο πλεονέκτημα που έχει το πρωτόδικο Δικαστήριο, να έρχεται σε επαφή με τους μάρτυρες.»»
Όπως έχουμε ήδη αναφέρει το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε θετικά όλους τους μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής. Ομαδοποίησε την μαρτυρία τους την οποία προσέγγισε με βάση τις αρχές της νομολογίας. Οι ΜΚ1, ΜΚ4 και ΜΚ7 ήταν οι μάρτυρες που ασχολήθηκαν με την καταγγελία και την διερεύνηση της υπόθεσης. Ο ΜΚ4 ήταν το πρόσωπο που ενημέρωσε την αστυνομία. Η ΜΚ1 ήταν ανεξάρτητη μάρτυρας η οποία κατέθεσε ως προς τα γεγονότα που αντιλήφθηκε ως εκ της εμπλοκής της στην διερεύνηση της υπόθεσης και ήταν το πρόσωπο που έλαβε την πληροφορία από την παραπονούμενη ότι είχε βιαστεί από τον κατηγορούμενο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε πολύ προσεκτικά την μαρτυρία της ΜΚ1 σε κάθε σημείο της εμπλοκής της με την λήψη της καταγγελίας και τη διερεύνηση της υπόθεσης με βάση επίσης τα όσα της είχαν καταλογιστεί από την υπεράσπιση, ειδικά το στοιχείο της μεροληπτικής συμπεριφοράς. Με τεκμηρίωση αποδέχτηκε τη μαρτυρία της, αφού κατέληξε ότι όλες οι θέσεις της υπεράσπισης δεν αποδείχτηκε να έχουν οποιαδήποτε βάση. Η ΜΚ7, ιατροδικαστής, έδωσε τα απαραίτητα στοιχεία και εχέγγυα για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει την μαρτυρία της με βάση τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση εμπειρογνωμόνων, εργασία που υποβοηθήθηκε κατά πολύ από το σύνολο των παραδεκτών γεγονότων. Σε ό,τι αφορά τον ΜΚ4 ο οποίος διατηρεί φιλική σχέση με την παραπονούμενη, όλα τα στοιχεία που ανέφερε στο Δικαστήριο αποδείχτηκε ότι ήταν αληθή, ενόψει του γεγονότος ότι το τηλέφωνο του παρέμεινε ανοιχτό για μεγάλο χρονικό διάστημα και μπορούσε να ακούει τι είχε λάβει χώρα στο διαμέρισμα του κατηγορούμενου.
Σημασία έχει και η κατάθεση του ΜΚ3, οδηγού του ταξί που μετέφερε την παραπονούμενη και τον εφεσείοντα στο νοσοκομείο, ο οποίος αντιλήφθηκε, όπως ανέφερε, ότι ο άντρας την αγαπούσε και νοιαζόταν για αυτήν, δεν είχε αντιληφθεί την παραπονούμενη να τρέμει ή να βρίσκεται σε σοκ, ούτε και να ήταν ιδιαίτερα αναστατωμένη.
Οι ΜΚ5 και ΜΚ6 ανέφεραν στο Δικαστήριο τα όσα αντελήφθησαν την επίδικη μέρα στο Νοσοκομείο. Ο ΜΚ5 ανέφερε ότι η παραπονούμενη προέβη σε μια κίνηση με τα χέρια της από την οποία ο μάρτυρας αντελήφθη ότι πιθανόν ο κατηγορούμενος να την είχε πιάσει από το λαιμό με τα χέρια του. Περιέγραψε την παραπονούμενη ως φοβισμένη και ταραγμένη ενώ τον κατηγορούμενο ως συγχυσμένο, είχε αμηχανία και νευρικότητα και δεν ήταν ήσυχος.
Η ΜΚ6 ανέφερε ότι η παραπονούμενη φαινόταν φοβισμένη, ο κατηγορούμενος της μιλούσε απότομα, και ενώ σε κάποια στιγμή κτύπησε το τηλέφωνο της και το απάντησε ο κατηγορούμενος της είπε να κλείσει το τηλέφωνο.
Με ιδιαίτερη προσοχή και ενδελέχεια προσεγγίστηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο η μαρτυρία της παραπονούμενης. Όλες οι καταθέσεις που έδωσε όπως και η προφορική της μαρτυρία, εξετάστηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο δεν δέχτηκε τη θέση της υπεράσπισης περί αντιφάσεων, τεκμηριώνοντας τη θέση του με αναφορά στην μαρτυρία. Χαρακτηριστικό είναι το εξής απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση:
«Έχοντας παρακολουθήσει καθ' όλη τη διάρκεια την Παραπονούμενη με ιδιαίτερη προσοχή, σημειώνουμε κατ' αρχάς ότι μας έδωσε την εικόνα γενικά ειλικρινούς και αξιόπιστου προσώπου. Δεν θεωρούμε ότι είναι πρόσωπο το οποίο θα έπλαθε στο μυαλό της τα όσα εξιστόρησε και να διασύρει τον εαυτό της στα Δικαστήρια μιας ξένης χώρας, αφηγούμενη εξευτελιστικά για την προσωπικότητα της γεγονότα, με σκοπό να καταδικάσει ψευδώς τον Κατηγορούμενο, ένα πρόσωπο εν πολλοίς αδιάφορο για την ίδια. Ούτε και μας υποδείχθηκε τί θα είχε να κερδίσει από μια τέτοια ενέργεια. Η πιο πάνω κατάληξη μας υποστηρίζεται και από το ότι δεν ήταν η ίδια που επεδίωξε να καταγγείλει τον Κατηγορούμενο, κάτι που λογικά θα αναμένετο να σπεύσει να πράξει, αν πράγματι τα κίνητρα της ήταν αλλότρια, ως της καταλογίζεται. Όμως δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, πως δεν ήταν αυτή που κάλεσε την αστυνομία, αφού ως και πιο πάνω υπεδείχθη, η αστυνομία μετέβη και την εντόπισε στο νοσοκομείο, χωρίς η ίδια να έχει την παραμικρή συμβολή σε αυτό. Το γεγονός δε ότι η ίδια ανέφερε ότι αν δεν την συναντούσε η αστυνομία στο νοσοκομείο, η ίδια θα έπαιρνε χρόνο να σκεφτεί κατά πόσον θα προχωρούσε σε καταγγελία, δεν θεωρούμε ότι καταδεικνύει αδυναμία από πλευράς της, ως ήταν η εισήγηση της υπεράσπισης. Αντίθετα, κατ' εμάς αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας με την οποία αντιμετώπιζε το όλο ζήτημα η Παραπονούμενη και καταδεικνύει περαιτέρω πως, κάθε άλλο παρά αλλότρια κίνητρα είχε.»
Επίσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο, παρόλο που δεν είχε υποχρέωση να αναζητήσει ενισχυτική μαρτυρία, και παρόλο που τα αδικήματα που αφορά η παρούσα υπόθεση συνιστούν και αδικήματα βίας με βάση τον
Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμος του 2021 (Ν. 115(I)/2021), με βάση το Άρθρο 29 του οποίου καθορίζεται ρητά ότι δεν απαιτείται ενισχυτική μαρτυρία ούτε αυτοπροειδοποίηση για την καταδίκη προσώπου με μόνη την ένορκη μαρτυρία ενήλικης γυναίκας, ως θέμα που ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, αναζήτησε ενισχυτική μαρτυρία. Ως τέτοια εντόπισε το πρώτο άμεσο παράπονο της παραπονούμενης προς την ΜΚ1.
Επομένως, κανένας λόγος επέμβασης μας με την αξιολόγηση της μαρτυρίας που έγινε από το πρωτόδικο Δικαστήριο.
Επανερχόμαστε να υπενθυμίσουμε ότι έχουν σημασία τα παραδεκτά γεγονότα που έχουν κατατεθεί στα πλαίσια της διαδικασίας τα οποία έχουν παρατεθεί στην ολότητα τους πιο πάνω. Στην υπόθεση ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. NΙΚΟΛΑΟΥ, Ποινική Έφεση 59/2020, ημερομηνίας 27.5.2021, η οποία αφορούσε μη ανεύρεση δακτυλικών αποτυπωμάτων, έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα:
«Η μη ανεύρεση δακτυλικών αποτυπωμάτων του εφεσίβλητου, σύμφωνα με τη νομολογία, απόρροια της κοινής λογικής, δεν οδηγεί στο αρνητικό συμπέρασμα ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν άγγιξε ή δεν είχε οποιαδήποτε επαφή με τα τεκμήρια (Αριστείδου ν. Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 32). Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΚ3, δακτυλοσκόπου, η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο «.εάν αγγίξει κάποιος σε μια επιφάνεια σε ένα αντικείμενο κάποτε μένουν τα αποτυπώματα του προσώπου αυτού που θα αγγίξει, κάποτε δεν μένουν». Παρά ταύτα, το Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι θα αναμένετο να εντοπιστούν τα δακτυλικά αποτυπώματα του εφεσίβλητου στη συσκευασία. Αυτό σημαίνει ότι το Δικαστήριο ανέλαβε το ρόλο του εμπειρογνώμονα στο κατά πόσο έπρεπε να υπήρχαν τα δακτυλικά του αποτυπώματα στη συσκευασία των ναρκωτικών (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ηροδότου (2011) 2 ΑΑΔ 79)».
Το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε σωστά το θέμα μη εντοπισμού γενετικού υλικού της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου αλλά και την απουσία κακώσεων στο σώμα της παραπονούμενης αναφέροντας τα εξής:
«Το γεγονός δε ότι δεν εντοπίστηκε γενετικό υλικό της Παραπονούμενης επί αντικειμένων του υπνοδωματίου του Κατηγορούμενου (όπως π.χ. στα σεντόνια) ή γενετικό υλικό του Κατηγορούμενου στο στηθόδεσμο ή άλλα ρούχα της Παραπονούμενης, δεν δύναται να αποδομήσει την εκδοχή της, αφού σύμφωνα με το παραδεκτό γεγονός που δηλώθηκε και εγκρίθηκε, όταν ένα άτομο έρχεται σε επαφή με γυμνά χέρια ή σώμα με ένα αντικείμενο, δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι στο αντικείμενο εκείνο θα ανιχνευτεί το γενετικό του υλικό. Κατά τον ίδιο τρόπο δεν θεωρούμε ότι πλήττει την αξιοπιστία της, το γεγονός ότι δεν εντοπίστηκαν σπερματικά κύτταρα ή σπερματικές ουσίες ή και γενετικό υλικό αντρικής προέλευσης σε κολπικά επιχρίσματα της Παραπονούμενης, αφού σύμφωνα με περαιτέρω παραδεκτό γεγονός που εγκρίθηκε με τη σύμφωνη γνώμη των δύο πλευρών, η απουσία τέτοιων στοιχείων, δεν στηρίζει αλλά ούτε και αποκλείει ισχυρισμό για διείσδυση αντρικού πέους στον κόλπο ενός ατόμου.»
[…]
Πέραν των ανωτέρω σημειώνουμε πως παρέμεινε επίσης αναντίλεκτο ότι στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης, η Παραπονούμενη κατόπιν ενεργειών της Αστυνομίας, εξετάστηκε στις 3.4.22 από τη Μ.Κ.7, πράγμα το οποίο επιβεβαιώθηκε και από την ίδια τη Μ.Κ.7, της οποίας η εμπειρογνωμοσύνη στον τομέα της ιατροδικαστικής επιστήμης δηλώθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός. Στη βάση δε των ανωτέρω, την αποδεχόμαστε και εμείς ως εμπειρογνώμονα στον τομέα αυτό. Ήταν μάρτυρας που δεν γνώριζε οποιονδήποτε εκ των εμπλεκομένων στην υπόθεση, ούτε είχε οποιοδήποτε προσωπικό συμφέρον να εξυπηρετήσει. Η εντύπωση που αποκομίσαμε ήταν ότι η ίδια προσπάθησε με τρόπο αμερόληπτο και αντικειμενικό να παραθέσει την επιστημονική της άποψη επί του ζητούμενου, που δεν ήταν άλλο από το εάν η απουσία κακώσεων στα γεννητικά και περιγεννητικά όργανα ή και στο υπόλοιπο σώμα, την οποία διαπίστωσε (βλ. Έγγραφο Θ) και η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη, μπορούσε να αποκλείσει το ενδεχόμενο βιασμού ή κακοποίησης.
Η μάρτυρας δίδοντας τα απαραίτητα στοιχεία και εχέγγυα για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει τη μαρτυρία της και συμμορφούμενη πλήρως προς τις σχετικές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας τέτοιων προσώπων, τις οποίες είχαμε υπόψιν κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της, εξήγησε πειστικά τους λόγους για την κατάληξη της. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι αποτελεί γενική αρχή της ιατροδικαστικής επιστήμης ότι η μη εύρεση κακώσεων στα εν λόγω σημεία δεν μπορεί, ούτε να επιβεβαιώσει, αλλά ούτε και να αποκλείσει βιασμό. Παρά δε τις αντίθετες εισηγήσεις της υπεράσπισης, η μάρτυρας παρέμεινε σταθερή στη θέση της, την οποία αιτιολόγησε, λέγοντας αφενός πως μετά από χαστούκισμα, πολλές φορές το μόνο που προκύπτει είναι κάποια ερυθρότητα που διαρκεί πολύ λίγο χρόνο και δεν συνοδεύεται από οίδημα ή εκχύμωση ή ακόμα και εντυπώματα και αφετέρου ότι η Παραπονούμενη εξετάστηκε από την ίδια την επομένη του συμβάντος. Αφήνοντας έτσι να γίνει ξεκάθαρα αντιληπτό, ότι ο μη εντοπισμός τέτοιων ενδείξεων την επομένη, δεν αποκλείει να είχε υποστεί χαστούκισμα, ως ήταν η θέση της, αλλά ούτε και το αντίθετο. Εξήγησε ακόμα ότι η ύπαρξη είτε εντυπώματος είτε οιδήματος είτε εκχύμωσης, εξαρτάται και από το πόσο ισχυρή είναι η δύναμη με την οποία διενεργείται η επίθεση, αλλά και η σωματική διάπλαση του ατόμου που δέχεται την επίθεση, επισημαίνοντας, πως η εδώ Παραπονούμενη, ήταν άτομο μέτριας σωματικής διάπλασης και όχι για παράδειγμα παιδί, επί του δέρματος του οποίου, μπορεί ευκολότερα να παραμείνει ένδειξη κάποιας κακοποίησης. Τούτων δεδομένων αδυνατούμε να αποδεχθούμε τη θέση της συνηγόρου του Κατηγορούμενου ότι η μάρτυρας εντέχνως απέφευγε να απαντήσει ευθέως, αφού ό,τι παρατηρήσαμε ήταν ότι διασυνέδεε τα όσα ανέφερε με δεδομένα της υπόθεσης.
Στο ίδιο πλαίσιο υπέδειξε επίσης ότι ο λαιμός, όπου η Παραπονούμενη είχε υποδείξει επίθεση, είναι ευαίσθητο όργανο με αποτέλεσμα οποιαδήποτε πίεση ακόμη και μικρής ισχύος, να εκλαμβάνεται από το άτομο που τη δέχεται ως μεγάλη. Για να καταλήξει έτσι στο ότι, ακόμα και η αναφορά της Παραπονούμενης ότι την έσφιγγε δυνατά από το λαιμό, να μην μπορεί να οδηγήσει οπωσδήποτε σε συμπέρασμα ότι θα έπρεπε να εντοπιστούν σχετικές ενδείξεις στο σημείο εκείνο και μάλιστα ώρες μετά το επίδικο συμβάν. Απέρριψε δε τη θέση ότι τα δεδομένα της υπόθεσης συνιστούν ειδική περίπτωση και πως τα όσα ανέφερε αποτελούν τον γενικό κανόνα, που δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην παρούσα. Τουναντίον τόνισε πως η μη εύρεση κακώσεων σε περιπτώσεις βιασμού δεν είναι κάτι το πρωτόγνωρο, αφού απαιτείται μεγάλη βιαιότητα για να φανούν ενδοκολπικές ή περιγεννητικές κακώσεις ή αιμορραγίες. Στη βάση λοιπόν του συνόλου της μαρτυρίας της αποδεχόμαστε τόσο τα ευρήματα της Μ.Κ.7 κατά την ιατροδικαστική εξέταση ως το Έγγραφο Θ, καθώς και το σχετικό συμπέρασμα της ότι η απουσία κακώσεων στα σημεία που αναφέρει στην έκθεση της, δεν μπορεί να αποδείξει, αλλά ούτε και να αποκλείσει ενδεχόμενο βιασμού ή άλλης κακοποίησης.»
Παραπονείται ακόμα ο εφεσείων ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τη θέση του ότι η παραπονούμενη κατά τον επίδικο χρόνο μπορούσε εύκολα να εγκαταλείψει το σπίτι του καθότι η πόρτα δεν ήταν κλειστή ενώ εύκολα θα μπορούσε να διαφύγει ακόμα και από το παράθυρο αφού το σπίτι του βρίσκεται στο ισόγειο. Πρωτοδίκως η θέση του εφεσείοντα, ότι το διαμέρισμα βρισκόταν στο ισόγειο, υποβλήθηκε στην παραπονούμενη η οποία την απέρριψε κατηγορηματικά. Δεν προσκομίστηκε πρωτόδικα οποιαδήποτε μαρτυρία από πλευράς εφεσείοντα, που να μαρτυρεί το αντίθετο. Η προσπάθεια του εφεσείοντα να καταθέσει στο στάδιο ακρόασης της έφεσης φωτογραφίες που να δείχνουν ότι το διαμέρισμά του βρίσκεται στο ισόγειο, δεν μπορούσε βεβαίως να έχει επιτυχή κατάληξη. Πρωτόδικα λοιπόν η μοναδική υποβολή της συνηγόρου του εφεσείοντα προς την παραπονούμενη ότι το διαμέρισμα βρισκόταν στο ισόγειο, παρέμεινε ατεκμηρίωτη και μετέωρη.
Τα παράπονα λοιπόν του εφεσείοντα, έχουν απαντηθεί τεκμηριωμένα. Επαναλαμβάνουμε ότι πλείστα εξ αυτών είχαν ήδη τύχει απάντησης από την κατάθεση των παραδεκτών γεγονότων ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου και την έγκριση και αποδοχή τους ως τέτοια.
Δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος παρέμβασής μας στην πρωτόδικη απόφαση και τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, με τον τρόπο που η πρωτόδικη διαδικασία εξελίχθηκε. Όλα τα παράπονα του εφεσείοντα απορρίπτονται.
Η έφεση απορρίπτεται και συνεπώς η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο