ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ.: 268/2020)
01 Ιουλίου 2026
[Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ]
CLAPPAS TRADING HOUSE LIMITED,
Εφεσείοντες,
v.
MAXIM PANFILOV,
Εφεσίβλητος.
___________________
Κ. Χρ. Παπασάββας, για τους Εφεσείοντες.
Χρ. Μιχαήλ (κα) για Κώστα Π. Χ’’Κωστή & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσίβλητο.
ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.: Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών – στο εξής το πρωτόδικο Δικαστήριο – εξέδωσε απόφαση προς όφελος του εφεσίβλητου, επιδικάζοντας του αποζημιώσεις ύψους (1) €5.607,54 (για απολαβές 18 εβδομάδων), και (2) €2.492,24 (πληρωμή 8 εβδομάδων αντί προειδοποίησης) με νόμιμο τόκο από 04.07.2017 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €1.700,00 δικηγορικά έξοδα με τόκο. Ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου προβλήθηκε, από τον εφεσίβλητο, η εκδοχή ότι οι εφεσείοντες, ως εργοδότες του, τερμάτισαν παράνομα και αδικαιολόγητα την απασχόληση του. Εκ μέρους των εφεσειόντων προβλήθηκε η εκδοχή ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του εφεσίβλητου έγινε λόγω σοβαρής και επαναλαμβανόμενης παράβασης ή παραγνώρισης κανόνων εργασίας ή άλλων κανόνων σε σχέση με την απασχόληση του, η οποία τον κατέστησε υποκείμενο σε απόλυση άνευ προειδοποιήσεως. Πιο συγκεκριμένα, οι εφεσείοντες προώθησαν τη θέση ότι ο εφεσίβλητος είχε περιπέσει σε αρκετά παραπτώματα κατά τη διάρκεια της απασχόλησης του με αποκορύφωμα το τελευταίο, πριν την απόλυση, παράπτωμα, το οποίο αποτέλεσε τον λόγο τερματισμού της απασχόλησης του, αφού συνελήφθη να κοιμάται εν ώρα εργασίας.
Τόσο οι εκδοχές των διαδίκων, όσο και η μαρτυρία που τις υποστήριξε, ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ήταν εκ διαμέτρου αντίθετες επί των ουσιαστικών γεγονότων. Εκ μέρους των εφεσειόντων κατέθεσαν δύο μάρτυρες, ο (operation manager) διευθυντής λειτουργίας τους, Χ. Θεοδοσίου, ο οποίος ουσιαστικά κατέθεσε πως στις 04.07.2016 πηγαίνοντας στο εργαστήριο των εφεσειόντων βρήκε τον εφεσίβλητο να κάθεται σε μία καρέκλα, που χρησιμοποιούσε για την εκτέλεση της εργασίας του, ήταν γερμένος στο πλάι και κοιμόταν. Τον πλησίασε και αφού έμεινε εκεί για δέκα λεπτά, περίπου, διαπίστωσε ότι ο εφεσίβλητος κοιμόταν βαθιά και δεν αντιλήφθηκε την παρουσία του. Δεν τον ξύπνησε, πήγε όμως αμέσως και ανέφερε το γεγονός στον Σ. Κλάππα (δεύτερος μάρτυρας των εφεσειόντων) ο οποίος του είπε ότι επρόκειτο για πολύ σοβαρό παράπτωμα και θα συζητούσε, μαζί με τους υπόλοιπους διευθυντές των εφεσειόντων, το ενδεχόμενο απόλυσης του εφεσίβλητου. Ο δεύτερος μάρτυρας, εκ των διευθυντών των εφεσειόντων, κατέθεσε πως όταν πληροφορήθηκε, από τον Χ. Θεοδοσίου, ότι ο εφεσίβλητος κοιμόταν θεώρησε ότι επρόκειτο για σοβαρότατο παράπτωμα. Ενημέρωσε το διοικητικό συμβούλιο των εφεσειόντων και γνωστοποιήθηκε στον εφεσίβλητο, ότι επειδή είχε κλονισθεί η εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του, πρόθεση των εφεσειόντων ήταν να τον απολύσουν. Ο εφεσίβλητος όταν τον ρώτησε αρνήθηκε ότι κοιμόταν, ωστόσο, οι εφεσείοντες, εν τέλει, προχώρησαν στον τερματισμό της απασχόλησης του δίδοντας του σχετική επιστολή (Τεκμήριο 1).
Ο εφεσίβλητος στη δική του μαρτυρία αρνήθηκε, κατ’ αρχάς, ότι παρουσίαζε από τον Μάρτιο του 2016 συνεχώς προβλήματα υπερκόπωσης ή ότι προξένησε ζημιές σε αυτοκίνητο των εφεσειόντων. Επί του επίμαχου περιστατικού, ο εφεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι στις 04.07.2016 γύρω στις 12:00, το μεσημέρι, καθόταν σε μικρό γραφείο, στο εργαστήριο επισκευής των μηχανών παρασκευής καφέ, και αναζητούσε, μέσω διαδικτύου, το σχεδιάγραμμα ηλεκτρικής εγκατάστασης μίας μηχανής καφέ που δεν λειτουργούσε, για την οποία οι εφεσείοντες δεν διέθεταν βιβλιάριο οδηγιών. Καθώς ήταν προσηλωμένος στον ηλεκτρονικό υπολογιστή αντιλήφθηκε τον Θεοδοσίου να μπαίνει στο εργαστήριο και να βρίσκεται πίσω από την πλάτη του, οπότε στάθηκε εκεί για 2-3 λεπτά, δεν είπε κάτι και έφυγε. Αργότερα, όταν συναντήθηκαν σε άλλο χώρο, ο Θεοδοσίου του ανέφερε πως τον κατήγγειλε επειδή κοιμόταν, όμως, αυτός αρνήθηκε ότι συνέβη κάτι τέτοιο. Σε συνάντηση που ακολούθησε με τον μάρτυρα Κλάππα, ο οποίος του ζήτησε τη δική του θέση, έναντι των όσων του είχε αναφέρει ο Θεοδοσίου, ο εφεσίβλητος αρνήθηκε ότι κοιμόταν και ο διευθυντής, Κλάππας, του ζήτησε να συνεχίζει την εργασία του καθώς θα προέβαινε σε περαιτέρω διερεύνηση του θέματος και θα του ανακοίνωνε την απόφαση των εφεσειόντων.
Η πρωτόδικη διδικασία, διεξάχθηκε, δυνάμει της Δ.30 των, παλαιών, Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, με την κατάθεση γραπτών δηλώσεων, χωρίς αντεξέταση των μαρτύρων των εφεσειόντων ή του εφεσίβλητου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε στην απόφαση του ως παραδεκτά ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα, τα ακόλουθα:
«Η Εργοδότρια Εταιρεία είναι εταιρεία περιορισμένη ευθύνης με έδρα τη Λευκωσία, η οποία ασχολείται με την εισαγωγή, εξαγωγή και διανομή προϊόντων.
Ο Αιτητής προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας στις 17.03.2003. Στις 31.01.2006 υπέβαλε οικειοθελώς την παραίτηση του και στις 31.05.2007 επαναπροσλήφθηκε. Έξι χρόνια αργότερα και δη στις 31.05.2013, η απασχόληση του τερματίστηκε για λόγους ανάρμοστης συμπεριφοράς, με επακόλουθο ο Αιτητής να υποβάλει στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών την αίτηση 622/2013 και να διεκδικεί αποζημιώσεις. Την 01.05.2014 επαναπροσλήφθηκε. Την 01.03.2016 απέσυρε την αίτηση 622/2013, μετά από δήλωση της Εργοδότριας Εταιρείας, που κατέστη Κανόνας Δικαστηρίου, ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του που έγινε στις 31.05.2013 ακυρώνεται και θεωρείται ότι ουδέποτε έγινε.
Τα καθήκοντα του Αιτητή περιλάμβαναν την εγκατάσταση σε πελάτες των μηχανών παρασκευής καφέ, την επισκευή και συντήρηση τους ως και την αντιμετώπιση κάθε προβλήματος όταν καλείτο από πελάτες.
Η απασχόληση του τερματίστηκε ξανά στις 16.4.2013 [προφανώς εκ παραδρομής αναφέρεται η εν λόγω ημερομηνία αφού η επιστολή – Τεκμήριο 1 στην υπόθεση φέρει ημερομηνία 07.07.2016 η οποία συνάδει με την υπόλοιπη μαρτυρία] με σχετική επιστολή (Τεκ.1) το περιεχόμενο της οποίας παραθέτουμε αυτούσιο:
«Με την παρούσα επιστολή σας γνωστοποιώ τον τερματισμό της απασχόλησης σας για τους λόγους που σας είχαν εξηγηθεί κατά την προχθεσινή συνάντηση μας.
Πιο συγκεκριμένα έχεις συλληφθεί να κοιμάσαι εν ώρα εργασίας, γεγονός το οποίο αποτελεί σοβαρότατο παράπτωμα.
Έχεις περιπέσει και στο παρελθόν σε αρκετά παραπτώματα για τα οποία σου έχουμε κάνει παρατηρήσεις και δεν προβήκαμε στον τερματισμό της απασχόλησης σου. Το τελευταίο σου όμως παράπτωμα να κοιμάσαι εν ώρα εργασίας καταδεικνύει ότι όχι μόνο δεν συμμορφώνεσαι αλλά αγνοείς εντελώς βασικούς κανόνες εκτέλεσης της εργασίας σου και δεν μπορούμε πλέον να σου έχουμε την παραμικρή εμπιστοσύνη.
Όταν σε καλέσατε στο γραφείο μας για να μας εξηγήσεις τους λόγους γιατί να μην σε απολύσουμε αντί να δώσεις ικανοποιητικές εξηγήσεις ή να απολογηθείς, προσπάθησες να διαψεύσεις τους πάντες και να παρουσιάσεις το εαυτό σου άμεμπτο και αλάνθαστο.
Ο τερματισμός της απασχόλησης σου είναι άμεσος και θα πρέπει να παραδώσεις ότι περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας έχεις στην κατοχή σου.
Θα σου καταβληθούν όλα τα δεδουλευμένα δικαιώματα σου που προκύπτουν από την σύμβαση εργασίας σου».
Περαιτέρω, το πρωτόδικο Δικαστήριο, πριν διατυπώσει την τελική του ετυμηγορία, παρέθεσε τους ουσιαστικούς ισχυρισμούς και προσφερθείσα, εκ μέρους των διαδίκων, μαρτυρία και, με αναφορά στα επίδικα ζητήματα που αναφύονταν ενώπιον του, παρέθεσε σχετική νομοθεσία και νομολογία. Ειδικότερα, παρέθεσε και αναφέρθηκε στο Άρθρο 5(α)(ε) και (στ) του Νόμου 24 του 1967 (Ν. 24/1967) αλλά και σε νομολογία ερμηνευτική της διάταξης του εν λόγω άρθρου. Αναφέρθηκε, επίσης, το Δικαστήριο, στα κριτήρια που καθιστούν δικαιολογημένη ή μη την απόλυση ενός εργοδοτούμενου, προκύπτοντα από σχετική κυπριακή και αγγλική νομολογία (δέστε Κακοφεγγίτου v. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ (2005) 1(Β) Α.Α.Δ. 1478, Kynigos Hotels Limited v. Χρίστου (2004) 1(Α) Α.Α.Δ. 665, Galatariotis Telecommunications v. Βασιλείου (2003) 1 Α.Α.Δ. 318, Pattikis v. Nicosia Municipal Committee (1988) 1 C.L.R. 103, Constantinidou v. F.W. Woolworth & Co (Cyprus) Ltd (1980) 1 C.L.R. 302, Kanika Development v. Λουκά (2004) 1 Α.Α.Δ. 603, Demstar Information Group Ltd v. Αναστασιάδη (2008) 1Β Α.Α.Δ. 1146, L’Union National (Tourist & Sea Resorts) Limited v. Γ. Χουλιώτη, (2015) 1 Α.Α.Δ. 1874, και British Leylan (U.K.) Ltd v. Swift (1981) 1 R.L.R. 91).
Επιπλέον, το πρωτόδικο Δικαστήριο, υπέμνησε ως καθοδήγηση του, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα:
Εξετάζοντας το Δικαστήριο εάν και κατά πόσο ένας εργοδότης ενέργησε στα πλαίσια των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότης, οφείλει να εξετάζει την κάθε περίπτωση στα πλαίσια των δικών της γεγονότων. Οφείλει επίσης να λαμβάνει υπόψη και όλες τις περιστάσεις που περιβάλλουν τη συγκεκριμένη περίπτωση (the surrounding circumstances), περιλαμβανομένων και αυτών που αφορούν το πρόσωπο του υπό απόλυση εργοδοτούμενου, όπως, η προηγούμενη συμπεριφορά του, το είδος των καθηκόντων που του εμπιστεύθηκε ο εργοδότης, η ευδόκιμη και μακρά υπηρεσία του, η εξήγησε που έδωσε για την πράξη του, η πρόθεση του για την τέλεση της πράξης∙ κατά πόσο δηλαδή ήταν ηθελημένη και εσκεμμένη, η μεταμέλεια του κλπ. (βλ. Anderman, "The Law of Unfair Dismissal" 3rd Edition p. 198, Δ. Ζερδελή, «Το δίκαιο της Καταγγελίας» 2η έκδοση σ.185).
Η νομολογία δεν αρκείται στην αντικειμενική ύπαρξη και βαρύτητα κάποιου λόγου που θα ήταν αυτός καθ' εαυτό ικανός να δικαιολογήσει την απόλυση, αλλά απαιτεί και την ανεπίληπτη τήρηση μιας «δίκαιης διαδικασίας» ("a fair procedure") που κυρίως υποχρεώνει τον εργοδότη να καταβάλει κάθε προσπάθεια ώστε να συγκεντρώσει και αξιολογήσει όσο το δυνατόν περισσότερες και ασφαλέστερες πληροφορίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που τον οδήγησαν στην απόφαση να θέσει τέρμα στην εργασιακή σχέση. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας, η πρώτιστη υποχρέωση του εργοδότη είναι να συζητήσει με τον ίδιο τον εργοδοτούμενο και να ακούσει τις απόψεις του. Το δικαίωμα αυτό του εργοδοτούμενου διασφαλίζεται με το άρθρο 7 του περί της Συμβάσεως περί του Τερματισμού Απασχολήσεως (Κυρωτικού) Νόμου, Ν.45/85: το οποίο προνοεί ότι:
«Η απασχόληση εργαζομένου δεν μπορεί να τερματίζεται για λόγους σχετιζόμενους με την συμπεριφορά του ή την εργασία του πριν να του δοθεί η δυνατότητα να υπερασπίσει τον εαυτό του από τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί σε βάρος του, εκτός αν δεν μπορεί λογικά να αναμένεται από τον εργοδότη να του δώσει αυτή τη δυνατότητα.»
Οι εφεσείοντες θεωρούν εσφαλμένη την πρωτόδικη απόφαση και με τέσσερεις (4) λόγους έφεσης ζητούν την ανατροπή της. Πιο συγκεκριμένα, ισχυρίζονται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε πως η απασχόληση του εφεσίβλητου στους εφεσείοντες ήταν από τις 31.05.2007 και, συνεπώς, λανθασμένα του επιδίκασε αποζημιώσεις 18 εβδομάδων και πληρωμή αντί προειδοποίησης 8 εβδομάδων (πρώτος λόγος έφεσης), ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε πως η εκδοχή του εφεσίβλητου παρέμεινε αδιαμφισβήτητη ελλείψει αντεξέτασης (δεύτερος λόγος έφεσης), ότι εσφαλμένα, το Δικαστήριο, έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε γεγονότα άλλης υπόθεσης, έστω μεταξύ των ίδιων διαδίκων, η οποία ήταν ενώπιον του και είχε διευθετηθεί πλήρως πριν την επίδικη υπόθεση (τρίτος λόγος έφεσης) και ότι εσφαλμένα αποφάσισε πως οι εφεσείοντες δεν ενήργησαν ως λογικός εργοδότης ή ότι αυτοί δεν κατάφεραν να αποδείξουν οποιονδήποτε λόγο που θα δικαιολογούσε τον τερματισμό της απασχόλησης του εφεσείοντα (τέταρτος λόγος έφεσης).
Η σειρά εξέτασης των λόγων έφεσης και η τοποθέτηση μας επί αυτών είναι συνυφασμένη με τη σημασία και τη συνοχή που έκαστος, εξ αυτών, έχει, ως προς το αποτέλεσμα της εκκαλούμενης απόφασης, αλλά, και της ιεραρχικής, κατά την κρίση μας, σημασίας που αυτοί ενέχουν στην έκφανση και στο αποτέλεσμα της έφεσης.
Η διεργασία της αξιολόγησης των λόγων έφεσης συμπεριέλαβε αναμφίβολα, πέραν του περιεχομένου των πρωτόδικων δικογράφων και της εκκαλούμενης απόφασης ή των λόγων έφεσης, και τα όσα επιχειρήματα και θέσεις, ευκρινώς, προώθησαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, μέσα από τα περιγράμματα αγόρευσης.
Είναι χρήσιμο, θεωρούμε, να παραθέσουμε στη συνέχεια αυτούσιο το σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου, στο οποίο βασίστηκε και οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι οι εφεσείοντες απέτυχαν να αποδείξουν τα όσα καταλόγιζαν στον εφεσίβλητο με την επιστολή απόλυσης του, το οποίο έχει ως ακολούθως:
«Στην προκείμενη περίπτωση, η Εργοδότρια Εταιρεία διατείνεται ότι ο Αιτητής συνελήφθη να κοιμάται εν ώρα εργασίας, γεγονός που θεώρησε ότι αποτελεί σοβαρότατο παράπτωμα.
Το να συλληφθεί ένας εργοδοτούμενος να κοιμάται εν ώρα εργασίας, αν και παράπτωμα, από μόνο του δεν θεωρείται συνήθως ικανό να επισύρει την ποινή της απόλυσης. Το δικαιολογημένο της απόλυσης σε μια τέτοια περίπτωση, όπως και σε άλλες περιπτώσεις, εξαρτάται από τις περιστάσεις της υπόθεσης. Σύμφωνα με την Αγγλική νομολογία, παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη είναι (α) κατά πόσο ο εργοδοτούμενος ενήργησε εσκεμμένα ή απλώς τον πήρε ο ύπνος χωρίς κανένα σχεδιασμό. Ένας λογικός εργοδότης θα διέκρινε μεταξύ ενός προμελετημένου σχεδιασμού, όπου ο εργοδοτούμενος φτιάχνει ένα κρεβάτι ή αποσύρεται σε μια γωνιά που δεν μπορεί να γίνει εύκολα αντιληπτός, από ένα τυχαίο χωρίς πρόθεση γεγονός, (β) οι συνέπειες που είχε ή μπορούσε να έχει στην επιχείρηση του εργοδότη η διαγωγή του εργοδοτούμενου. Τέτοιες περιπτώσεις είναι η ζημιά που υφίσταται η επιχείρηση του εργοδότη ή ο εμφανής κίνδυνος να τεθούν σε δοκιμασία τα συμφέροντα του εργοδότη, λαμβάνοντας υπόψη το είδος της επιχείρησης και τα καθήκοντα που ο εργοδότης εμπιστεύτηκε στον εργοδοτούμενο να εκτελεί. (γ) η ευδόκιμη υπηρεσία και η εν γένει συμπεριφορά που επέδειξε ο εργοδοτούμενος κατά τη διάρκεια της απασχόλησης του.
Η μαρτυρία που προσέφερε η Εργοδότρια Εταιρεία δια στόματος των δύο μαρτύρων ελέγχεται τουλάχιστον σε δύο σημεία. Το πρώτο που αφορά την εν γένει συμπεριφορά του Αιτητή και το δεύτερο που αναφέρεται στο ισχυρισμό ότι κοιμόταν εν ώρα εργασίας. Σημειώνουμε ότι τα όσα κατάθεσαν ενόρκως οι εν λόγω μάρτυρες ευρίσκονται σε πλήρη διάσταση με τις αντίστοιχες θέσεις που έθεσε ο Αιτητής με τη δική του ένορκη κατάθεση. Σημειώνουμε επίσης ότι και οι δύο πλευρές - Εργοδότρια Εταιρεία και Αιτητής - δεν έκαναν χρήση του δικαιώματος αντεξέτασης. Με αυτά τα δεδομένα η Εργοδότρια Εταιρεία έχουσα το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών της και παρουσιάζοντας πρώτη τη υπόθεση της, έδωσε το δικαίωμα στον Αιτητή να απαντήσει στους ισχυρισμούς της και να προβάλει τη δική του εκδοχή η οποία εν τέλει, ελλείψει αντεξέτασης, παρέμεινε αδιαμφισβήτητη. Αυτό βεβαία σε συνάρτηση με το γεγονός ότι κανένα στοιχείο δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο που να δίνει υπόσταση στους ισχυρισμούς της Εργοδότριας Εταιρείας και να θέτει στο περιθώριο τα όσα ο Αιτητής ισχυρίστηκε. Περαιτέρω, η έμπρακτη στάση που τήρησε η Εργοδότρια Εταιρεία από την ημέρα επαναπρόσληψης του Αιτητή και μέχρι την 1.3.2016 που δήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του, που έγινε στις 31.5.2013, ακυρώνεται και θεωρείται ότι ουδέποτε έγινε, τείνει να καταδείξει ακριβώς το αντίθετο και να θέσει σε δοκιμασία τα όσα η πλευρά της Εργοδότριας Εταιρείας έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι από τον Μάρτιο 2016 ο Αιτητής επεδείκνυε πλήρη αδιαφορία. Κάτω απ' αυτά τα δεδομένα και πιστευτός να γινόταν ο κ. Θ. ότι ο Αιτητής κοιμόταν εν ώρα εργασίας, που δεν αποτελεί αυτό εύρημα του Δικαστηρίου και πάλι από μόνη της μια τέτοια διαγωγή σε καμία περίπτωση δεν θα οδηγούσε τον μέσο λογικό εργοδότη στην απόφαση να απολύσει τον Αιτητή. Το ενδεχόμενο να πήρε ο ύπνος τον Αιτητή ενώ εργαζόταν μπροστά από τον Η/Υ ή εάν ηθελημένα κοιμήθηκε δεν αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης από την Εργοδότρια Εταιρεία. Δεν τέθηκε ενώπιον μας το παραμικρό στοιχείο που έτεινε να καταδείξει μια τέτοια διαγωγή ή τις συνέπειες που είχε ή μπορούσε να έχει στην επιχείρηση της Εργοδότριας Εταιρείας.
Ως επακόλουθο της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία απέτυχε να αποδείξει με σαφή, πειστική και αποδεκτή μαρτυρία τα όσα καταλόγισε στον Αιτητή με την επιστολή απόλυσης.»
Θεωρούμε ότι οι λόγοι έφεσης 2 και 4 είναι μεταξύ τους συνυφασμένοι και, ως εκ τούτου, θα συνεξετασθούν.
Αφού έχουμε αξιολογήσει καθετί που τέθηκε ή βρίσκεται ενώπιον μας προς υποστήριξη των προαναφερόμενων λόγων έφεσης, καταλήγουμε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε πως εφόσον δεν υπήρξε αντεξέταση επί των γραπτών δηλώσεων των μαρτύρων, αυτό δεν είχε άλλη οδό από αυτή που επέλεξε, ήτοι να θεωρήσει πως, δεδομένης της διάστασης στη μαρτυρία, θα έπρεπε να αξιολογήσει κατά πόσον, υπό αυτές τις περιστάσεις οι εφεσείοντες είχαν αποσείσει το βάρος απόδειξης, το οποίο έφεραν, και δη ότι νόμιμα τερμάτισαν την απασχόληση του εφεσίβλητου. Φρονούμε ότι το σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν εύλογο και επιτρεπτό, υπό τις περιστάσεις, αξιοποιώντας όσα στοιχεία μπορούσε νομικά, προκειμένου να αποδώσει δικαιοσύνη. Δεν εντοπίζουμε σφάλμα αρχής στην πρωτόδικη κρίση ή αξιολόγηση της εκδοχής των εφεσειόντων, αλλά, ούτε και λανθασμένη εφαρμογή της νομολογίας ή των κριτηρίων αξιολόγησης. Εν πρώτοις, δεν ήταν παράλογο, για το πρωτόδικο Δικαστήριο, να μην αποδεχθεί την εκδοχή των εφεσειόντων όταν η αντίθετη μαρτυρία του εφεσίβλητου δεν έτυχε αντεξέτασης για να κλονισθεί. Ως διαφαίνεται δε, μέσα από το σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου, η κατάληξη ότι οι εφεσείοντες δεν απέσεισαν το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών τους δεν στηρίχθηκε μόνο στη βάση του γεγονότος ότι δεν υπήρξε αντεξέταση, επί της μαρτυρίας του εφεσίβλητου, αλλά, και στη βάση του ότι η δήλωση, ημερομηνίας 01.03.2016, που είχε γίνει εκ μέρους των εφεσειόντων στο πλαίσιο άλλης υπόθεσης μεταξύ των ίδιων διαδίκων, και δη ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του εφεσίβλητου στις 31.05.2013 θα θεωρούνταν ως μη γενόμενος, εύλογα αποδυνάμωσε τις θέσεις και την εκδοχή των εφεσειόντων ότι αυτός είχε υποπέσει και στο παρελθόν σε παραπτώματα. Επίσης, ορθά λήφθηκε υπόψη ότι από την προσκομισθείσα, εκ μέρους των εφεσειόντων, μαρτυρία δεν υπήρχε κάποιο στοιχείο το οποίο να θέτει στο περιθώριο ή να κλονίζει τη μαρτυρία του εφεσίβλητου. Είναι προφανές πως, αφής στιγμής ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου υπήρχαν δύο αντικρουόμενες μαρτυρίες, χωρίς να υπάρξει αντεξέταση σε οποιοδήποτε μάρτυρα, το Δικαστήριο ορθά εφάρμοσε τους κανόνες απόδειξης και ορθά έκρινε ότι οι εφεσείοντες απέτυχαν να αποσείσουν το βάρος απόδειξης που είχαν. Επιπλέον, είναι σημαντικό να επισημάνουμε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε και στην υπόθεση να γινόταν πιστευτός ο Χ. Θεοδοσίου, κρίνοντας όμως, και στη βάση αυτή, πως χωρίς να ήταν διαπιστωμένο ότι ο εφεσίβλητος κοιμήθηκε ηθελημένα ή μη, μπροστά από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, αφού αυτό δεν αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης από τους εφεσείοντες, αποφάσισε ορθά ότι δεν υπήρχαν ενώπιον του στοιχεία που να καταδείκνυαν τέτοια διαγωγή, ή τις συνέπειες της στην επιχείρηση των εφεσειόντων, που να δικαιολογούνταν ο τερματισμός της απασχόλησης του. Συμφωνούμε και με αυτή την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Συνεπώς, η πρωτόδικη κατάληξη ότι οι εφεσείοντες απέτυχαν να αποδείξουν τα όσα καταλόγισαν, με την επιστολή τους, ημερομηνίας 07.07.2016, στον εφεσίβλητο ήταν ορθή.
Συνακόλουθα των προλεγόμενων, οι λόγοι έφεσης 2 και 4 κρίνονται αβάσιμοι.
Όσον αφορά στον πρώτο και τρίτο λόγο έφεσης, οι οποίοι σχετίζονται μεταξύ τους, θεωρούμε ότι είναι προφανές πως το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε ως αξιόπιστη την εκδοχή των εφεσειόντων, αλλά λόγω της μη αντεξέτασης του εφεσίβλητου έκανε δεχτή την εκδοχή του τελευταίου. Στη μαρτυρία του ο εφεσίβλητος κάνει ρητή αναφορά στο γεγονός της δήλωσης των εφεσειόντων, συνεπώς ήταν δικαιολογημένο και επιτρεπτό για το πρωτόδικο Δικαστήριο να προβεί σε ανάλογο εύρημα. Δεν συμφωνούμε πως είναι από μόνο του το πρωτόδικο Δικαστήριο που προέβη σε έρευνα και συνέλεξε στοιχεία για το περιεχόμενο της εν λόγω δήλωσης των εφεσειόντων. Πρόκειται για μαρτυρία η οποία δεν αμφισβητήθηκε, ούτε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου αλλά ούτε και ενώπιον μας υπήρξε ισχυρισμός αμφισβήτησης, ως προς την αλήθεια του περιεχόμενου της δήλωσης. Το παράπονο των εφεσειόντων έγκειται μόνο στο γεγονός ότι λήφθηκε από το Δικαστήριο υπόψη αυτή η δήλωση. Κατά συνέπεια, κρίνουμε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο συνυπολόγισε στην περίοδο απασχόλησης, ως προς τον καθορισμό της αποζημίωσης προς όφελος του εφεσίβλητου, το γεγονός ότι δεν υπήρξε διακοπή της απασχόλησης του, εφόσον με δήλωση των εφεσειόντων ο προηγούμενος τερματισμός απασχόλησης του εφεσίβλητου θεωρείτο ως μη γενόμενος. Κατ’ επέκταση, ορθά, το πρωτόδικο Δικαστήριο, υπολόγισε όλη την περίοδο απασχόλησης του εφεσίβλητου χωρίς διακοπή, στον καθορισμό της αποζημίωσης που επιδίκασε προς όφελος του, είτε σ’ ότι αφορά στον υπολογισμό σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Ν. 92/1979, είτε σ’ ότι αφορά στην πληρωμή αντί προειδοποίησης, για την περίοδο 8 εβδομάδων.
Ενόψει των όσων έχουμε εξηγήσει οι πρώτος και τρίτος λόγοι έφεσης κρίνονται αβάσιμοι.
Ως αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω, εφόσον ουδείς λόγος έφεσης κρίθηκε βάσιμος, η έφεση απορρίπτεται. Η πρωτόδικη, εκκαλούμενη, απόφαση επικυρώνεται.
Επιδικάζονται έξοδα έφεσης ύψους €1.900,00 πλέον Φ.Π.Α., αν υπάρχει, προς όφελος του εφεσίβλητου και εναντίον των εφεσειόντων.
Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.
Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.
Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο