ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Αίτηση Αρ.: 3/2026)
9 Ιουλίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ,
Αιτητή,
v.
PSILOS SERVICES & CONSTRUCTION LIMITED,
Καθ’ ης η Αίτηση.
_______________________
Αίτηση για παράταση του χρόνου για καταχώρηση
έφεσης ημερομηνίας 6.5.2026
Δ. Θεοφίλου (κα) για Ηλίας Χρήστου Δ.Ε.Π.Ε., για τον Αιτητή.
Καμία Εμφάνιση, για την Καθ’ ης η Αίτηση.
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη. Θα δοθεί από την Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.: Στα πλαίσια της ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης 15344/2023 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ο αιτητής παραδέχθηκε ότι, υπό την ιδιότητα του ως Διευθυντής εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, παρείχε συνδρομή ή παρακίνησε την εταιρεία να εκδώσει επιταγή για το ποσό των €19.635 εις διαταγή της παραπονούμενης εταιρείας η οποία παρουσιάστηκε στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε εντός ευλόγου χρόνου από την ημερομηνία πληρωμής της αλλά επιστράφηκε απλήρωτη και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο πέραν των 15 ημερών από την παρουσίασή της.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο του επέβαλε στις 8.9.2025 ποινή φυλάκισης 9 μηνών η οποία διέταξε όπως εκτελεστεί άμεσα και επίσης διέταξε όπως αυτή να είναι διαδοχική με την ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον αιτητή στην ποινική υπόθεση 1655/2023 του Κακουργιοδικείου Λάρνακας.
Στην υπόθεση 1655/2023 του Κακουργιοδικείου Λάρνακας ο αιτητής κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας κρίθηκε ένοχος σε 4 κατηγορίες και ειδικότερα μια κατηγορία για το αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση του Άρθρου του Ν.188(Ι)/2007, δύο κατηγορίες αναφορικά με το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση Άρθρων του Κεφ. 154 και μία κατηγορία για το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και πάλι κατά παράβαση Άρθρων του Κεφ. 154. Το Κακουργιοδικείο Λάρνακας στις 15.7.2025 του επέβαλε ποινές φυλάκισης 4 ετών, 2 ετών, 2 ετών και 12 μηνών αντίστοιχα, οι οποίες συντρέχουν.
Με την παρούσα αίτησή του, η οποία καταχωρήθηκε στις 6.5.2026, ο αιτητής ζητά την έκδοση διατάγματος με το οποίο να παρατείνεται ο χρόνος καταχώρησης έφεσης εναντίον της ως άνω ποινής που του επιβλήθηκε, για περίοδο 15 ημερών. Βάση για την αίτηση αποτελεί το Άρθρο 134 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155.
Η δικηγόρος Δ. Θεοφίλου στην ένορκή της δήλωση προς υποστήριξη της αίτησής της, αναφέρει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον αιτητή για να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση και γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης από ενημέρωση που είχε από τον αιτητή και από προσωπικό χειρισμό της παρούσας υπόθεσης.
Όπως αναφέρει στις 8.9.2025, ο αιτητής εμφανίστηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού για να του επιβληθεί ποινή στην ποινική υπόθεση 15344/2023. Ο δικηγόρος του, χωρίς ο ίδιος να το γνωρίζει από πριν, δεν παρέστη στη διαδικασία και το Δικαστήριο προχώρησε στην επιβολή ποινής στην απουσία του δικηγόρου του, και του επέβαλε ποινή φυλάκισης 9 μηνών διαδοχικά με την ποινή που εξέτιε ήδη μετά την απόφαση του Κακουργιοδικείου. Ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να καταλάβει την ποινή που του επιβλήθηκε και προσπάθησε για πολύ καιρό να επικοινωνήσει με τον δικηγόρο του με τον οποίο κατάφερε να μιλήσει μετά από αρκετές εβδομάδες και ο οποίος τον καθησύχασε ότι η ποινή φυλάκισης δεν θα είναι διαδοχική της επιβληθείσας ποινής της υπόθεσης 1566/2023 λόγω της δικής του εισήγησης κατά τον μετριασμό της ποινής και τη σύμφωνη γνώμη της άλλη πλευράς προς την εισήγηση αυτή.
Στις 12.3.2026 η ενόρκως δηλούσα παρευρέθηκε με τον αιτητή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου όπου αντιμετώπιζε την υπόθεση 3917/2024 και κατά τη διαδικασία προς μετριασμό της ποινής και συγκεκριμένα όταν η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής εξέθεσε τα γεγονότα και τις προηγούμενες καταδίκες του αιτητή, προέκυψε ότι η ποινή 9 μηνών που του επιβλήθηκε στην υπόθεση 15344/2023 είναι διαδοχική της τετραετούς ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε από το Κακουργιοδικείο στην υπόθεση 1655/2023.
Όπως αναφέρει περαιτέρω η ενόρκως δηλούσα προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον προηγούμενο δικηγόρο του αιτητή για να λάβει αντίγραφο του κατηγορητηρίου και της ποινής της υπόθεσης 15344/2023 για να προχωρήσει με την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης για να της δοθεί άδεια να εφεσιβάλει τη διαδοχικότητα της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Θέση της είναι ότι μόλις στις 26.3.2026 κατάφερε να λάβει αντίγραφο της ποινής, ετοίμασε την υπό κρίση αίτηση. Στις 17.4.2026 και λόγω των αργιών του Πάσχα ανέμενε να ενημερωθεί από το Εφετείο για τον αριθμό της αίτησης και την ημερομηνία που ορίστηκε. Ενημερώθηκε στις 29.4.2026 ότι ο Τύπος της αίτησης ήταν λανθασμένος και λόγω αυτού την απέσυρε και ετοίμασε νέα με τον ορθό τύπο, την υπό εξέταση αίτηση την οποία και καταχώρησε στις 6.5.2026.
Είναι η θέση της ότι η διαταγή για διαδοχικότητα της ποινής είναι υπέρμετρη και δυσανάλογη καθότι η εν λόγω υπόθεση αφορά αδίκημα που διαπράχθηκε το 2023, υπήρξε μερική συμμόρφωση του αιτητή και προϋπήρχε της καταδίκης του από το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λάρνακας στα πλαίσια της υπόθεσης 1655/2023. Θεωρεί ότι η παρούσα υπόθεση θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη από το Κακουργιοδικείο Λάρνακας και να επιβληθεί μία ποινή στον αιτητή αν ο τότε δικηγόρος υπεράσπισής του έπραττε τα δέοντα. Θεωρεί, ότι η ποινή που επιβλήθηκε από το Δικαστήριο στην υπόθεση 15344/2023 και δη η διαταγή για διαδοχικότητά της σε σχέση με την ποινή που επιβλήθηκε στην υπόθεση 1655/2023, είναι δυσανάλογη και υπέρμετρη, γεγονός που καθιστά αναγκαία την άσκηση έφεσης κατά της ποινής. Είναι η θέση της ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να της δοθεί η αιτούμενη παράταση χρόνου για την καταχώρηση της έφεσης ώστε να μπορεί ο αιτητής να εγείρει τους νομικούς λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι πάσχει η εν λόγω απόφαση. Θεωρεί, ότι δεν υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώριση της έφεσης και η όποια καθυστέρηση ήταν απόλυτα δικαιολογημένη και δεν οφείλεται σε αμέλεια ή αδιαφορία εκ μέρους του αιτητή.
Η αίτηση επιδόθηκε στην καθ’ ης η αίτηση εταιρεία η οποία δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο, ούτε και καταχώρησε ένσταση στην αίτηση. Το Εφετείο όρισε την αίτηση για ακρόαση στις 26.5.2026 αφού όπως υποδείξαμε και στη συνήγορο του αιτητή, η απουσία εμφάνισης από την άλλη πλευρά δεν εξυπακούει την έγκριση της αίτησης άνευ άλλου. Στις 26.5.2026 και πάλι δεν υπήρξε εμφάνιση από πλευράς καθ’ ης η αίτηση και η συνήγορος του αιτητή καταχώρισε γραπτή αγόρευση υποστηρίζοντας την αίτησή της αναφέροντας αρχικά ότι η μη καταχώριση ένστασης από πλευράς καθ’ ης η αίτηση καθιστά τους ισχυρισμούς του αιτητή αναντίλεκτους και μη αμφισβητούμενους.
Στην ΝΙΚΟΛΑΟΥ v. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ, Ποινική Αίτηση Αρ. 7/25, ημερομηνίας 17.7.2025, συνοψίστηκαν οι νομολογιακές αρχές που αφορούν το υπό κρίση θέμα. Λέχθηκε, συναφώς:
«Οι αρχές με βάση τις οποίες κρίνονται αιτήματα για παράταση του χρόνου καταχώρισης ειδοποίησης έφεσης καταγράφονται στο πιο κάτω απόσπασμα από την Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Αίτ. 8/24, ημερ. 29.10.2024:
«Αρχής γενομένης από την υπόθεση Αγαπίου κ.ά. v. Σαλάτα, Ποιν. Αίτ. 11/2022, ημερ. 20.12.23, είχαμε την ευκαιρία σε σειρά παρόμοιων αιτήσεων να αναφερθούμε στις εφαρμοζόμενες σχετικές αρχές, οι οποίες θεωρούμε ότι συνοψίζονται επαρκέστατα στην υπόθεση Rolandos Enterprises Public Ltd κ.ά. v. Frou Frou Investments Ltd, Ποιν. Αίτ. 5/20, ημερ. 3.2.21 ως εξής:
"Διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να παρατείνει το χρόνο καταχώρισης έφεσης δυνάμει του άρθρου 134 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ασκείται κατόπιν απόδειξης «βάσιμου λόγου» στη βάση των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και συναρτάται με τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Θεωρούμε χρήσιμο να υπομνήσουμε τη βασική νομολογιακή αρχή ότι παράταση δίδεται όταν συντρέχει ουσιαστική αδυναμία του εφεσείοντα να ενεργήσει έγκαιρα και ορθά για την καταχώριση έφεσης (βλ. Komurgu & Άλλος ν Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 83), τα χρονικά δε πλαίσια που θέτει ο νομοθέτης για τη λήψη δικονομικών μέτρων είναι σημαντικά και σχετίζονται με το δημόσιο συμφέρον που συνυπάρχει στην τελεσιδικία και στο τελέσφορο της διαδικασίας".
Οι σχετικές αρχές επαναλήφθηκαν πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση LGS HANDLING LTD, Ποιν. Αιτ. 22/2018, ημερ. 22 Φεβρουαρίου 2019, ECLI:CY:AD:2019:B125, στην οποία λέχθηκε ότι:
"... η προεξάρχουσα αρχή που λαμβάνεται υπόψη είναι η ανάγκη για τελεσιδικία χάριν του δημοσίου συμφέροντος. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για τη χορήγηση παράτασης χρόνου ασκείται με φειδώ και λαμβάνει υπόψη τους λόγους αδυναμίας έγκαιρης καταχώρησης της έφεσης, τόσο κατά το χρόνο εντός του οποίου έπρεπε αυτή να είχε καταχωρηθεί, όσο και κατά τη διάρκεια της περιόδου από την εκπνοή της προθεσμίας, μέχρι την καταχώρηση της αίτησης για παράταση, (Delincyp Company Ltd v. Wogang κ.ά. Ποινική Αίτηση υπ' αρ. 10/2018, ημερ. 15.10.2018). Η αδυναμία καταχώρησης πρέπει να είναι ουσιαστική και πρέπει να εμπίπτει εντός του εξαιρετικού εκείνου μέτρου το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αντισταθμίζον την ανάγκη για τελεσιδικία, (Δημοκρατία ν. Γεωργίου Ποινική Αίτηση αρ. 9/2015, ημερ. 26.1.2016 και Λουκαΐδης ν. Αστυνομικής Διεύθυνσης Λευκωσίας, Ποινική Αίτηση αρ. 15/2017, ημερ. 13.3.2018, ECLI:CY:AD:2018:B107)".
Αν οι συνθήκες της υπόθεσης το δικαιολογούν, το δικαστήριο μπορεί, χαλαρώνοντας τον κανόνα, να δεχθεί το αίτημα για παράταση (Ηλιάδη ν Δήμου Λάρνακας (1996) 2 Α.Α.Δ. 236).
Τονίζουμε περαιτέρω ότι, ως έχει επεξηγηθεί στην υπόθεση Χρυσικού v. Δήμου Λάρνακας, Ποιν. Αίτ. 14/17, ημερ. 15.1.18, η έννοια του «καλού λόγου» έχει τη σημασία της παροχής επαρκούς και πειστικής αιτιολογίας για αδυναμία ενέργειας και όχι απλής δυσκολίας».
Για δε την αδυναμία η οποία αφορά τη μη καταχώριση έφεσης θα πρέπει να καταδεικνύεται ότι επέδρασε ουσιωδώς καθόλη τη διάρκεια του κρίσιμου χρόνου ως παράγων ανασταλτικός στην άσκηση έφεσης (Naydenov v. Δημοκρατίας (2015) 2(Β) Α.Α.Δ. 607).»
Έχουμε την άποψη ότι τα όσα τέθηκαν από μέρους του αιτητή δεν φανερώνουν αδυναμία ως προς την έγκαιρη καταχώρηση έφεσης. Τα όσα αναφέρονται σχετικά με τη δυσκολία επικοινωνίας του με τον προηγούμενο δικηγόρο που τον εκπροσωπούσε αλλά και οι αναφερόμενες δυσκολίες από τη νυν δικηγόρο του να επικοινωνήσει με τον προηγούμενο δικηγόρο του, όσο και αν η συμπεριφορά του προηγούμενου δικηγόρου του αιτητή, όπως έχει παραμείνει αναντίλεκτη ενώπιον μας από τις αναφορές της νυν δικηγόρου του, μπορεί να χαρακτηριστεί ως απαράδεκτη, δεν δικαιολογούν τον χρόνο που έχει παρέλθει μέχρι την καταχώρηση της αίτησης. Θα μπορούσε εύκολα η νυν δικηγόρος να αποταθεί στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και να εξασφαλίσει τόσο αντίγραφο του κατηγορητηρίου όσο και αντίγραφο της απόφασης επιβολής ποινής. Το να αναμένει να γίνει επικοινωνία με τον προηγούμενο δικηγόρο του για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις.
Προκύπτει επίσης, ότι ο αιτητής πέραν των δύο αποφάσεων στις οποίες έχει γίνει αναφορά πιο πάνω, αντιμετωπίζει και τρίτη υπόθεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου την 3917/2024 που μετά από διευκρινίσεις που δόθηκαν στο στάδιο ακρόασης της αίτησης από τη συνήγορό του σε σχετική ερώτηση του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι και πάλι αφορούσε το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις.
Τα όσα αναφέρει στην αίτησή του ως προτιθέμενους λόγους έφεσης φαίνεται να εξασθενούν κατά πολύ την προσδοκία για επιτυχία της έφεσης.
Συνεπώς, καταλήγουμε ότι τα όσα έχουν τεθεί από πλευράς αιτητή δεν μπορούν να δικαιολογήσουν το αίτημα, ώστε να αντισταθμίζεται η ανάγκη για τελεσιδικία και οριστικότητα των πρωτόδικων αποφάσεων, ως αναλύεται στην πάγια σχετική νομολογία.
Συνακόλουθα, η αίτηση απορρίπτεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο