ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ. 59/2026)
15 Ιουλίου 2026
[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]
A. N. STASIS ESTATES PLC
Εφεσείουσα
v.
1. PETER MACKENZIE
2. MAUREEN MACKENZIE
3. NATALIA EFIMOVA
Εφεσιβλήτων
--------------------
Αίτηση ημερ. 4.3.26 υπό Εφεσείουσας για Αναστολή Εκτέλεσης της Πρωτόδικης Απόφασης
Α. Αθανασίου για Μερκούρης Τελώνης & Γιολάντα Ζυμπουλάκη Τελώνη Δ.Ε.Π.Ε., για την Αιτήτρια - Εφεσείουσα
Α. Παπαχαραλάμπους για A. Papacharalambous & Associates LLC, για την Καθ’ ης η Αίτηση - Εφεσίβλητη 3
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Θ. Θωμά, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΘΩΜΑ, Δ.: Το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, με απόφαση του ημερομηνίας 9.1.26, απέρριψε την αγωγή την οποία είχε εγείρει η Εφεσείουσα, εναντίον των Εφεσιβλήτων, εναγομένων 1, 2 και 3 στην αγωγή, με την οποία αξίωσε την καταβολή του χρεωστικού υπολοίπου των Εφεσιβλήτων για κοινόχρηστα έξοδα, δημοτικούς φόρους, τέλη ακίνητης ιδιοκτησίας και τέλη Σ.Α.ΠΑ. Παράλληλα, στο πλαίσιο της ανταπαίτησης, την οποία είχε εγείρει η Εφεσίβλητη 3, εναγόμενη 3 στην αγωγή, εξέδωσε απόφαση προς όφελος της και εναντίον της Εφεσείουσας, δια της οποίας η Εφεσείουσα διατάχθηκε όπως εντός 90 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης, προβεί στη μεταβίβαση και εγγραφή του ακινήτου με αριθμό εγγραφής ...246, στη συνέχεια «το επίδικο ακίνητο», επ’ ονόματι της Εφεσίβλητης 3, νοουμένου ότι η τελευταία, εντός 45 ημερών από την απόφαση, καταβάλει όλα τα τέλη και φόρους του επίδικου ακινήτου.
Η Εφεσείουσα προσέβαλε την πρωτόδικη απόφαση με την ως άνω έφεση, η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί. Με Αίτηση, την οποία καταχώρησε κατά την 4.3.26 στο πλαίσιο της Έφεσης της, επιδιώκει την έκδοση διατάγματος με το οποίο να αναστέλλεται η εκτέλεση της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου, μέχρι την εκδίκαση και έκδοση απόφασης στην Έφεση που καταχώρησε εναντίον της ως άνω απόφασης. Αξιώνει επίσης την έκδοση διατάγματος με το οποίο να αναστέλλεται οποιαδήποτε διαδικασία εκτέλεσης, απορρέουσα από την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης. Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η Εφεσείουσα, πριν αποταθεί στο Εφετείο, προσέφυγε στο πρωτόδικο Δικαστήριο, αιτούμενη μονομερώς την αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης. Το αίτημα της απορρίφθηκε με απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ημερομηνίας 24.2.26. Ορθώς, κατά την κρίση μας, η Εφεσείουσα αποτάθηκε πρώτα στο πρωτόδικο Δικαστήριο, ώστε να υπάρχει συμμόρφωση της με το Μέρος 41. 7(1) (β) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, το οποίο προνοεί ότι: «Αίτηση για αναστολή διατάγματος ή απόφασης του κατώτερου Δικαστηρίου γίνεται πρώτα στο κατώτερο Δικαστήριο».
Αρχικώς η Αίτηση καταχωρίστηκε ως μονομερής, όμως κατόπιν οδηγιών μας, επιδόθηκε στην Εφεσίβλητη, η οποία εναντιώθηκε στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του διευθυντή της Εφεσείουσας, Α. Σ., στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Η Εφεσείουσα με την αγωγή της, στο πλαίσιο της οποίας εξεδόθη η προσβαλλόμενη απόφαση, αξίωσε τον τερματισμό της συμφωνίας πώλησης ημερομηνίας 17.11.1990, δυνάμει της οποίας πώλησε στους Εφεσίβλητους 1 και 2 το επίδικο ακίνητο. Παράλληλα αξίωσε την ακύρωση του συναφθέντος, μεταξύ Εφεσιβλήτων 1 και 2 αφενός και Εφεσίβλητης 3 αφετέρου, εκχωρητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 23.9.19, δυνάμει του οποίου οι Εφεσίβλητοι 1 και 2 εκχώρησαν στην Εφεσίβλητη 3 τα απορρέοντα από την ανωτέρω συμφωνία πώλησης δικαιώματα τους. Το ρηθέν εκχωρητήριο έγγραφο συνήφθη κατόπιν συνέργειας των Εφεσιβλήτων 1 και 2 με την Εφεσίβλητη 3, με σκοπό την καταδολίευση της Εφεσείουσας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε τις θέσεις της Εφεσείουσας και την διέταξε να μεταβιβάσει επ’ ονόματι της Εφεσίβλητης 3 το επίδικο ακίνητο, παρά το ότι τής οφείλονται, τόσο από τους Εφεσίβλητους 1 και 2 όσο και από την Εφεσίβλητη 3, κοινόχρηστα έξοδα, δημοτικοί φόροι, τέλη ακίνητης ιδιοκτησίας και τέλη Σ.Α.ΠΑ από το έτος 1991 και εντεύθεν.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα διέταξε την Εφεσίβλητη 3 όπως πληρώσει απευθείας στις αρμόδιες αρχές οποιουσδήποτε οφειλόμενους εν σχέσει με το επίδικο ακίνητο φόρους ή και τέλη, για τον λόγο ότι η Εφεσείουσα έχει ήδη καταβάλει στις αρμόδιες αρχές όλους τους φόρους και τέλη, ώστε να καταστεί δυνατή η έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας για το επίδικο ακίνητο, ο οποίος εκδόθηκε κατά το 2015. Η Εφεσίβλητη 3 θα έπρεπε να διαταχθεί όπως καταβάλει στην ίδια την Εφεσείουσα τους ανωτέρω φόρους και τέλη, αντί απευθείας στις αρμόδιες αρχές. Δεν απέμεινε οτιδήποτε απλήρωτο, για να πληρωθεί από την Εφεσίβλητη 3. Λόγω του ότι τα οφειλόμενα από τους Εφεσίβλητους ποσά, υπερβαίνουν την αξία του επίδικου ακινήτου, η Εφεσείουσα επιθυμεί όπως το επίδικο ακίνητο παραμείνει στην ιδιοκτησία της, έναντι των οφειλών των Εφεσιβλήτων.
Η Εφεσίβλητη 3 είναι αφερέγγυα. Δεν έχει δεσμούς με τη Δημοκρατία, εκτός του ότι εργάζεται στην Κύπρο τα τελευταία χρόνια. Σε περίπτωση μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου επ’ ονόματι της, θα μπορεί να το πωλήσει ελεύθερα και να μεταβεί στο εξωτερικό, αφού πρόκειται για αλλοδαπό πρόσωπο. Mε βάση τα αποτελέσματα έρευνας που πραγματοποίησαν οι δικηγόροι της Εφεσείουσας στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου, η Εφεσίβλητη 3 έχει εγγεγραμμένο επ’ ονόματι της ένα μόνο ακίνητο σε χωριό της Πάφου, η αξία του οποίου είναι €30.300. Σε περίπτωση που η Εφεσείουσα επιτύχει στην Έφεση της, θα είναι αδύνατη η εξεύρεση από την Εφεσίβλητη 3 του ανάλογου ποσού για να ικανοποιήσει τις αξιώσεις της Εφεσείουσας, οι οποίες υπερβαίνουν το ποσό των €130.000. Καθ’ όσον αφορά τους Εφεσίβλητους 1 και 2, διαμένουν στο εξωτερικό, σε άγνωστη διεύθυνση, δεν έχουν οποιαδήποτε περιουσία στην Κύπρο, σε περίπτωση δε που η Εφεσείουσα επιτύχει στην Έφεση της, δεν θα δύναται να εκτελέσει εναντίον τους οποιαδήποτε απόφαση, η οποία τυχόν εκδοθεί προς όφελος της.
Σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, η Έφεση θα καταστεί άνευ αντικειμένου, αφού η Εφεσείουσα δεν θα έχει τρόπο να εισπράξει το λαβείν της, κάτι το οποίο θα της προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά. Αντίθετα, η Εφεσίβλητη 3 δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά από την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ακόμα και στην περίπτωση που η Έφεση δεν επιτύχει, αφού το επίδικο ακίνητο θα μπορεί να μεταβιβαστεί επ’ ονόματι της και σε μεταγενέστερο στάδιο.
Δεδομένου ότι η Εφεσείουσα με την αγωγή της αξίωσε την ακύρωση ή και τερματισμό, τόσο της συμφωνίας πώλησης ημερομηνίας 17.11.1990, όσο και του συναφθέντος μεταξύ Εφεσιβλήτων 1 και 2 και Εφεσίβλητης 3 εκχωρητηρίου εγγράφου, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να εκλείψει το αντικείμενο της Έφεσης, σε περίπτωση που η Εφεσίβλητη 3 αποξενώσει το επίδικο ακίνητο, εφόσον αυτό μεταβιβαστεί επ’ ονόματι της.
Όπως η Εφεσείουσα ενημερώνεται από τους δικηγόρους της, η προσβαλλόμενη απόφαση θα ανατραπεί από το Εφετείο, κάτι το οποίο πιστεύει ακράδαντα και η ίδια. Το γεγονός ότι η Εφεσείουσα κατέβαλε στις αρμόδιες Αρχές όλους τους οφειλόμενους από το 1991 φόρους ή και τέλη μέχρι και το 2015, που εξεδόθη ο ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το επίδικο ακίνητο, αποτελεί από μόνο του πρόγνωση ως προς τη βέβαιη επιτυχία της Έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος.
Ο μόνος τρόπος για να αποφευχθεί ο κίνδυνος πρόκλησης αδικίας στην Εφεσείουσα, όπως και για σκοπούς απονομής δικαιοσύνης, είναι να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.
Η Ένσταση της Εφεσίβλητης 3
Η Εφεσίβλητη 3 με την Ένσταση που καταχώρησε εγείρει συνολικά 22 λόγους για τους οποίους ενίσταται στην Αίτηση. Όπως έχουμε παρατηρήσει, σημαντικό μέρος αυτών επαναλαμβάνεται, αχρείαστα θα λέγαμε, με διαφορετικό λεκτικό. Για τον λόγο αυτό θεωρούμε περιττό να παραθέσουμε κατά σειρά όλους τους λόγους ένστασης. Θα αρκεστούμε να παραθέσουμε τους βασικούς εξ αυτών, οι οποίοι έχουν ως ακολούθως: (1) Η υποστηρίζουσα την Αίτηση ένορκη δήλωση είναι παράτυπη ή και αντικανονική για τον λόγο ότι υπεγράφη σε ημερομηνία προγενέστερη της ημερομηνίας καταχώρησης της Αίτησης, (2) Δεν συντρέχουν εξαιρετικές ή και ιδιάζουσες ή και πολύ ειδικές περιστάσεις, που να δικαιολογούν τη δυνατότητα παρέκκλισης από την αρχή της εκτελεστότητας δικαστικής απόφασης ή και τη χορήγηση αναστολής εκτέλεσης, (3) Δεν συντρέχουν οι αναγκαίες, βάσει της νομοθεσίας ή και νομολογίας, προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, (4) Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα επιφέρει ζημιογόνες συνέπειες στην Εφεσίβλητη 3 ή και θα της προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη, (5) Η Εφεσείουσα προωθεί την Αίτηση καταχρηστικά ή και κακόπιστα, στοχεύοντας στην παρακώλυση της διαδικασίας εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, (6) Η Αίτηση καταχωρίστηκε με καθυστέρηση, (7) Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα αποστερήσει, χωρίς ουσιαστικό λόγο, από την Εφεσίβλητη 3 το δικαίωμα να δρέψει άμεσα τους καρπούς της επιτυχίας της και (8) Η Έφεση δεν έχει οποιεσδήποτε προοπτικές επιτυχίας.
H Ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Εφεσίβλητης 3. Σε αυτήν επαναλαμβάνονται, κατ’ ουσίαν, οι λόγοι ένστασης, επιπλέον δε αναφέρει τα ακόλουθα:
Μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης αποτάθηκε σε όλες τις αρμόδιες Αρχές και κατέβαλε όλους τους οφειλόμενους φόρους και τέλη που αφορούν το επίδικο ακίνητο. Κατόπιν αυτού οι δικηγόροι της, κατ’ εντολήν της, συνέταξαν επιστολή ημερομηνίας 25.2.26, με την οποία ενημέρωσαν την Εφεσείουσα για την πληρωμή των οφειλόμενων φόρων και τελών του επίδικου ακινήτου, περαιτέρω δε την κάλεσαν να τους ενημερώσει για την ακριβή ημερομηνία και ώρα που θα προσερχόταν στο Κτηματολογικό Γραφείο προς τον σκοπό της επ’ ονόματι της μεταβίβασης και εγγραφής του επίδικου ακινήτου. Η ανωτέρω επιστολή επιδόθηκε στην Εφεσείουσα την 2.3.26. Παρά τη δέουσα ενημέρωση της, η Εφεσείουσα παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες της προσβαλλόμενης απόφασης.
Είναι φερέγγυα και διαθέτει κινητή και ακίνητη περιουσία, την οποία δεν έχει πρόθεση να εκποιήσει ή αποξενώσει, προς καταδολίευση της Εφεσείουσας. Η αξία του επίδικου ακινήτου κατά την 1.1.21, σύμφωνα με έρευνα που διενεργήθηκε στη διαδικτυακή πύλη του Τμήματος Κτηματολογίου, ανερχόταν στο ποσό των €75.200. Περαιτέρω, η αξία του ακινήτου της που βρίσκεται στο χωριό Κελοκέδαρα, όπως καταγράφεται και στην ένορκη δήλωση του διευθυντή της Εφεσείουσας, κατά την ως άνω ημερομηνία ανερχόταν σε €30.300. Από το 2015 κατοικεί μόνιμα στην Πάφο και τα τελευταία 10 χρόνια εργάζεται σταθερά σε εταιρεία που δραστηριοποιείται στον τομέα ανάπτυξης ακινήτων σε ολόκληρη την Κύπρο. Ο μισθός της ανέρχεται σε €1.700 μηνιαίως. Δεν έχει πρόθεση να εγκαταλείψει το έδαφος της Δημοκρατίας για να εγκατασταθεί στο εξωτερικό.
Νομική Πτυχή
Η αναστολή εκτέλεσης απόφασης εκκρεμούσης εφέσεως προβλέπεται στο Μέρος 41. 7(1) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023. Προνοεί δε επί λέξει τα ακόλουθα:
«(1) (α) Εκτός αν το Εφετείο ή το κατώτερο δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, η έφεση δεν επενεργεί ως αναστολή οποιουδήποτε διατάγματος ή απόφασης τού κατώτερου δικαστηρίου.
(β) Αίτηση για αναστολή διατάγματος ή απόφασης του κατώτερου Δικαστηρίου γίνεται πρώτα στο κατώτερο Δικαστήριο».
Ο ανωτέρω Κανονισμός, ο οποίος περιλαμβάνεται στη νομική βάση της Αίτησης, ομοιάζει κατά πολύ με τη Δ.35 Θ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία καθόριζε την εξουσία αναστολής εκτέλεσης απόφασης εκκρεμούσης εφέσεως. Λόγω δε της μεταξύ τους ομοιότητας, η νομολογία που ερμήνευσε τη Δ.35 Θ.18 είναι βοηθητική και στην εξέταση αιτήματος δυνάμει του Μέρους 41. 7(1) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 (Cyprus Engineering Stores (Nicosia) Ltd v. Σιακαλλής, Πολ. Έφ. Αρ. 222/2024, ημερ. 18.7.25).
Όπως υποδεικνύει η νομολογία, το ορθό κριτήριο για την παροχή δικαστικής αναστολής εκτέλεσης έγκειται στην εξισορρόπηση δύο παραγόντων. Πρώτον, της φυσιολογικής προσδοκίας του επιτυχόντος διαδίκου να δρέψει άμεσα τους καρπούς της νίκης του στον δικαστικό αγώνα που διεξήγαγε και, δεύτερον, της ανάγκης η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης να μη χάσει τη σημασία της μένοντας χωρίς αντίκρισμα (Aristidou v. Aristidou (1985) 1 C.L.R. 649, Christofi and Others v. Iacovidou (1985) 1 C.L.R. 713, Charalambous v. C. Nicolaides & A. Neophytou Co. (1985) 1 C.L.R. 737, Νεοφύτου ν. Δημητρίου (1989) 1E Α.Α.Δ. 592 και ABP Holdings Ltd και Άλλοι ν. Κιταλίδη κ. α. (Αρ. 1) (1994) 1 Α.Α.Δ. 287).
Στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου (1991) 1 Α.Α.Δ. 1147, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:
«Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης. Η αναστολή μπορεί να εγκριθεί στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στο Δικαστήριο από τη Δ.35 Θ.18. Η διασφάλιση του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης, αφενός και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης, αφετέρου, συνιστούν τους κατεξοχή παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Η εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων επιβάλλει τη στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής, όσο και τη ζωτικότητα του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Το πλαίσιο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων του εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων της έφεσης είναι η ακρόαση της έφεσης. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου.»
Στην υπόθεση Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου ν. Δημητράκης Γ. Συκοπετρίτης Λίμιτεδ, Πολ. Έφ. Αρ. Ε214/19, ημερ. 29.9.21 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:
«[...] Αναφορικώς προς τις αρχές που περιστοιχίζουν τη χορήγηση αναστολής σε εκκρεμούσα έφεση - με ειδικότερη αναφορά στην Δ.35 θ18 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών - είχαμε την ευκαιρία στην Εθνική Ασφαλιστική (Κύπρου) Λτδ ν. Φωτίου, ΠΕ 269/20, ημ. 16.7.21, ECLI:CY:AD:2021:D315, να υπενθυμίσουμε πως η υπό αναφοράν δικονομική διάταξη ομιλεί ρητώς για το ότι η έφεση δεν επενεργεί προς αναστολήν εκτέλεσης εφεσιβαλλόμενης απόφασης παρά μόνον στον βαθμό που το Εφετείο δύναται να διατάξει. Επομένως, παραλλήλως προς τη γενική αυτή αρχή (που προβλέπει για τη διασφάλιση του τελεσίδικου χαρακτήρα υπό έφεσιν απόφασης), το Εφετείο έχει διακριτική εξουσία να διατάζει αναστολή απόφασης. Είπαμε, πως από τη διατύπωση της Δ.35 θ18 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών δεν ορίζονται συγκεκριμένως κριτήρια για άσκηση της παρεχόμενης δικαιοδοσίας και ότι, ένεκα τούτου, το Εφετείο διατηρεί δυνητικώς ευρεία διακριτική ευχέρεια να διατάζει αναστολή υπό το φως της ανάγκης για διασφάλιση, συγχρόνως, της προαναφερθείσας αρχής. Στο πλαίσιο τούτο, αναγνωρίζεται πως πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν και να ζυγιάζεται η αποτελεσματικότητα του δικαιώματος άσκησης έφεσης από τον αποτυχόντα διάδικο κατά της πρωτόδικης απόφασης, με κατά νουν ότι η έφεση σε περίπτωση επιτυχίας δεν πρέπει να καθίσταται ατελέσφορη. Υπό αυτό το πρίσμα, επισημάναμε προσέτι πως αιτήσεις αυτού του είδους κρίνονται στα ιδιαίτερα περιστατικά τους με στόχευση την απόδοση δικαιοσύνης μεταξύ των διαδίκων και πως στα συνυπολογιζόμενα στοιχεία είναι και το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης αδικίας στο ένα ή στο άλλο διάδικο μέρος, αν το Δικαστήριο χορηγήσει ή αρνηθεί να χορηγήσει διάταγμα αναστολής. Τέλος, υπογραμμίσαμε ότι η πιθανότητα ο εφεσίβλητος (εξ αποφάσεως πιστωτής) να μη δύναται σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης να επιστρέψει το εξ αποφάσεως ποσό (αν τούτο καταβλήθηκε), μπορεί να κριθεί ως ικανός λόγος, πάντα υπό τις περιστάσεις της περίπτωσης, για έγκριση αιτήματος αναστολής υπό όρους, οι οποίοι, ουσιαστικώς, πρέπει να διασφαλίζουν τα δικαιώματα όλων των πλευρών (βλ. επίσης, Πεύκου και Άλλης ν. Ιερός Ναός Φανερωμένης Πέρα Πεδίου, ΠΕ 137/19, ημ. 8.7.21, ECLI:CY:AD:2021:A352, Ξενοφώντος και Άλλων ν Δημητρίου, ΠΕ 91/20, ημ. 20.7.21, ECLI:CY:AD:2021:A323, Χ" Ιωάννου ν Gordian Holdings Limited, ΠΕ 273/19, ημ. 8.9.20, ECLI:CY:AD:2020:A298, Charalambous v. C Nicolaides and Neophytou Co (1985) 1 CLR 737, 740-741) [.]».
Πριν προχωρήσουμε σε περαιτέρω ανάλυση, θεωρούμε ορθό να εξετάσουμε τον λόγο ένστασης πως η υποστηρίζουσα την Αίτηση ένορκη δήλωση του διευθυντή της Εφεσείουσας, δεν είναι έγκυρη για τον λόγο ότι υπεγράφη σε ημερομηνία προγενέστερη της ημερομηνίας καταχώρησης της Αίτησης. Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων συνηγόρων της Εφεσίβλητης 3, η ανωτέρω ένορκη δήλωση συναρτάται με ανύπαρκτη κατά τον χρόνο όμνυσης του διευθυντή της Εφεσείουσας αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης. Ενόψει δε του ότι η Αίτηση συνιστά αυτοτελή διαδικασία, έχουσα ως αντικείμενο την έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, η υποστηρίζουσα αυτήν ένορκη δήλωση δεν δύναται να ληφθεί υπόψη.
Όπως έχουμε παρατηρήσει, η υποστηρίζουσα την Αίτηση ένορκη δήλωση φέρει ημερομηνία όντως προγενέστερη της ημερομηνίας καταχώρησης της Αίτησης. Δεν συμμεριζόμαστε όμως τη θέση των ευπαίδευτων συνηγόρων της Εφεσίβλητης 3 πως η ανωτέρω ένορκη δήλωση δεν είναι έγκυρη εκ του λόγου ότι υπεγράφη σε ημερομηνία προγενέστερη της ημερομηνίας καταχώρησης της Αίτησης. Δεν συμμεριζόμαστε ούτε και τη θέση τους πως η Αίτηση συνιστά αυτόνομη διαδικασία. Αντίθετα, αποτελεί, κατά την κρίση μας, ενδιάμεση διαδικασία, για τον λόγο ότι καταχωρίστηκε στο πλαίσιο της Έφεσης εναντίον της πρωτόδικης απόφασης. Συνεπώς η ανωτέρω ένορκη δήλωση δεν συναρτάτο με ανύπαρκτη, κατά την ημερομηνία όμνυσης του ενόρκως δηλούντος, διαδικασία, αφού η Έφεση είχε ήδη καταχωριστεί και εκκρεμούσε. Φυσικά τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά εάν η Αίτηση συνιστούσε αυτόνομη διαδικασία, όπως ήταν η περίπτωση της υπόθεσης Ίβρου v. Maυροκωνσταντή κ. ά. (2017) 1(Α) Α.Α.Δ 177, όπου η συνοδεύουσα την αίτηση για επαναφορά έφεσης ένορκη δήλωση, έφερε ημερομηνία προγενέστερη της ημερομηνίας καταχώρησης της αίτησης. Κρίθηκε ότι η ένορκη δήλωση δεν ήταν έγκυρη για τον λόγο ότι η αίτηση για επαναφορά απορριφθείσας έφεσης, την οποία συνόδευε και υποστήριζε, συνιστά αυτόνομη και όχι ενδιάμεση διαδικασία. Για τον λόγο αυτό η αίτηση για επαναφορά της έφεσης απερρίφθη.
Με βάση τα όσα έχουμε αναφέρει πιο πάνω καταλήγουμε ότι η ένορκη δήλωση του διευθυντή της Εφεσείουσας είναι καθ’ όλα έγκυρη.
Πέραν των πιο πάνω, δεν συμμεριζόμαστε ούτε τον λόγο ένστασης πως η Αίτηση καταχωρίστηκε με καθυστέρηση. Όπως έχουμε διαπιστώσει, η Αίτηση καταχωρίστηκε 8 μόλις μέρες από την ημερομηνία απόρριψης από το πρωτόδικο Δικαστήριο της αίτησης για αναστολή εκτέλεσης που καταχώρησε η Εφεσείουσα.
Ως έχουμε αναφέρει, το πρωτόδικο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη στην έφεση απόφαση του απέρριψε την αγωγή της Εφεσείουσας, με την οποία αξίωσε την καταβολή του χρεωστικού υπολοίπου των Εφεσιβλήτων για κοινόχρηστα έξοδα, φόρους και τέλη, ενώ παράλληλα τη διέταξε να μεταβιβάσει και εγγράψει το επίδικο ακίνητο επ’ ονόματι της Εφεσίβλητης 3 εντός τακτής προθεσμίας, στο πλαίσιο της ανταπαίτησης της τελευταίας.
Η Εφεσείουσα διατείνεται ότι, σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη, αφού δεν θα δύναται να εισπράξει το λαβείν της σε περίπτωση επιτυχίας της Έφεσης, αφενός λόγω της ισχυριζόμενης αφερεγγυότητας της Εφεσίβλητης 3 και αφετέρου λόγω της διαμονής των Εφεσιβλήτων 1 και 2 στο εξωτερικό σε άγνωστη της διεύθυνση. Σε περίπτωση δε που το επίδικο ακίνητο μεταβιβαστεί επ’ ονόματι της Εφεσίβλητης 3 και ακολούθως αυτή προβεί στην αποξένωση του, θα αδυνατεί να εισπράξει το λαβείν της, εφόσον επιτύχει στην Έφεση της, δεδομένου και του ύψους της οφειλής των Εφεσιβλήτων. Διατείνεται ακόμα ότι σε περίπτωση αποξένωσης από την Εφεσίβλητη του επίδικου ακινήτου, η Έφεση της θα καταστεί άνευ αντικειμένου, αφού το αντικείμενο της Έφεσης, που είναι το επίδικο ακίνητο, θα εκλείψει.
Σύμφωνα με τη νομολογία, το βάρος για απόδειξη πρόκλησης ανεπανόρθωτης βλάβης εναποτίθεται στους ώμους του κάθε αιτητή που επιζητεί αναστολή της εκτέλεσης εις βάρος του απόφασης. Όπως επίσης φέρει το βάρος να θεμελιώσει ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων, προκειμένου να γείρει η πλάστιγγα υπέρ της αρχής ότι το ένδικο μέσο της έφεσης δεν πρέπει να στερείται της αποτελεσματικότητας του (Demetriades Group of Companies Limited v. APM Italian Type Ice-Cream Limited (2017) 1(Α) Α.Α.Δ. 275).
Δεν έχουμε ικανοποιηθεί ότι η Εφεσείουσα θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη σε περίπτωση που προχωρήσει η εκτέλεση της εκδοθείσας στην ανταπαίτηση απόφασης και η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ’ ονόματι της Εφεσίβλητης 3, ούτε ότι συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις, οι οποίες θα δικαιολογούσαν την παραχώρηση της αιτούμενης αναστολής. Όπως έχει διαφανεί με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο, αυτό το οποίο κατ’ ουσίαν επιδιώκει η Εφεσείουσα με την αιτούμενη αναστολή εκτέλεσης, είναι να μην μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο επ’ ονόματι της Εφεσίβλητης 3, ώστε, σε μία ενδεχόμενη επιτυχία της Έφεσης και ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης, να διασφαλίσει ότι θα εισπράξει το ποσό που τυχόν επιδικαστεί προς όφελος της. Ο συγκεκριμένος όμως σκοπός που επιδιώκει η Εφεσείουσα κείται εκτός των καθορισθέντων νομολογιακά πλαισίων, τα οποία οριοθετούν τους σκοπούς τους οποίους καλείται να εξυπηρετήσει η αναστολή εκτέλεσης απόφασης, εκκρεμούσης εφέσεως, που είναι βασικά η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας της έφεσης. Η αναστολή εκτέλεσης δεν λειτουργεί ως μέτρο διασφάλισης της είσπραξης απαίτησης, η οποία μάλιστα τελεί υπό την αίρεση της επιτυχίας της Έφεσης. Δεν δύναται να ανασταλεί η εκτέλεση της εκδοθείσας στην ανταπαίτηση απόφασης με σκοπό να διασφαλιστεί η είσπραξη από την Εφεσείουσα σε μελλοντικό χρόνο του ποσού που δυνατόν να επιδικαστεί υπέρ της, σε μία ενδεχόμενη επιτυχία της Έφεσης και έκδοσης απόφασης στην αγωγή της.
Δεν διαφεύγει φυσικά την προσοχή μας η θέση της Εφεσείουσας πως σε περίπτωση που δεν παραχωρηθεί η αιτούμενη αναστολή εκτέλεσης, η Έφεση θα καταστεί άνευ αντικειμένου, καθότι το αντικείμενο της, που είναι το επίδικο ακίνητο, θα εκλείψει. Κατά την Εφεσείουσα, η θέση αυτή στηρίζεται στο ότι με την αγωγή της αξίωσε τον τερματισμό της συναφθείσας με τους Εφεσίβλητους 1 και 2 συμφωνίας πώλησης του επίδικου ακινήτου ημερομηνίας 17.11.90, για τον λόγο ότι οι οφειλές των Εφεσιβλήτων 1 και 2 υπερβαίνουν την αξία του επίδικου ακινήτου, όπως επίσης αξίωσε την ακύρωση της συναφθείσας, μεταξύ Εφεσιβλήτων 1 και 2 αφενός και Εφεσίβλητης 3 αφετέρου, συμφωνίας εκχώρησης ημερομηνίας 23.9.19.
Αυτό το οποίο θα θέλαμε να αναφέρουμε είναι ότι, ακόμα και στην περίπτωση που η Έφεση επιτύχει, δεν θα μπορεί να αποδοθεί στην Εφεσείουσα θεραπεία, η οποία θα έχει ως αντικείμενο το επίδικο ακίνητο, όπως η έκδοση διατάγματος για ακύρωση της συμφωνίας πώλησης ή και της συμφωνίας εκχώρησης, για τον λόγο ότι η βασική αξίωση της, σύμφωνα με την τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης, αφορά το κατ’ ισχυρισμόν οφειλόμενο από τους Εφεσίβλητους ποσό για κοινόχρηστα έξοδα, φόρους και τέλη που σχετίζονται με το επίδικο ακίνητο, ενώ η ακύρωση της συμφωνίας πώλησης ημερομηνίας 17.11.90, ως και της συμφωνίας εκχώρησης, αξιώνονται ως διαζευκτικές θεραπείες. Θα μπορεί συνεπώς να εκδοθεί απόφαση προς όφελος της για πληρωμή των ποσών που κατ’ ισχυρισμόν της οφείλονται από τους Εφεσίβλητους. Αναμφισβήτητα δε σε περίπτωση που η βασική αξίωση της Εφεσείουσας επιτύχει κατ’ έφεση, οι διαζευκτικά αξιούμενες θεραπείες δεν θα επιτύχουν.
Προβάλλεται επίσης ο ισχυρισμός ότι η Εφεσίβλητη 3 είναι αφερέγγυα, μη διατηρούσα δεσμούς με την Κυπριακή Δημοκρατία, σε περίπτωση δε που η Έφεση επιτύχει, θα είναι παντελώς αδύνατο για την Εφεσίβλητη 3 να εξεύρει τα χρήματα για να ικανοποιήσει τις αξιώσεις της Εφεσείουσας. Αυτό το οποίο παρατηρούμε όμως, πέραν των όσων προηγουμένως εξηγήσαμε, είναι ότι τα ανωτέρω προβαλλόμενα αποτελούν αοριστολογίες και απλές εικασίες, χωρίς να υπάρχει συγκεκριμένη μαρτυρία προς τεκμηρίωση τους. Για τον λόγο αυτό, δεν θα μπορούσαμε να τους προσδώσουμε βαρύτητα. Θα πρέπει δε να υπογραμμίσουμε ότι, όπως ο ίδιος ο διευθυντής της Εφεσείουσας παραδέχεται στην ένορκη δήλωση του, η Εφεσίβλητη 3 εργάζεται στην Κύπρο, έχει δε εγγεγραμμένο επ’ ονόματι της ακίνητο, το οποίο βρίσκεται στην Επαρχία Πάφου. Καθ’ όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι και οι Εφεσίβλητοι 1 και 2 διαμένουν στο εξωτερικό, σε άγνωστη διεύθυνση, σε περίπτωση δε που επιτύχει η Έφεση, οι αξιώσεις της Εφεσείουσας δεν θα δύνανται να εκτελεστούν εναντίον τους, αναφέρουμε ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι Εφεσίβλητοι 1 και 2 εκπροσωπήθηκαν δια δικηγόρου κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Υπογραμμίζουμε επίσης ότι αμφότεροι οι Εφεσίβλητοι 1 και 2 καταχώρισαν μέσω του δικηγόρου τους Ειδοποίηση Εφεσίβλητου στην Έφεση.
Διατείνεται περαιτέρω η Εφεσείουσα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση θα ανατραπεί από το Εφετείο, το γεγονός δε ότι η ίδια κατέβαλε στις αρμόδιες Αρχές όλους τους οφειλόμενους από το 1991 φόρους ή και τέλη μέχρι και το 2015, που εξεδόθη ο ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το επίδικο ακίνητο, αποτελεί από μόνο του πρόγνωση ως προς τη βέβαιη επιτυχία της έφεσης.
Όπως είναι νομολογημένο, η πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης δεν είναι δεσπόζων και αποφασιστικός παράγοντας στην επιτυχία της αίτησης αναστολής, αλλά συνεκτιμάται με τους υπόλοιπους λόγους. Μόνον όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα για την επιτυχία της έφεσης, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (Ναυτικός Όμιλος Πάφου, ανωτέρω). Στην προκείμενη περίπτωση δεν θα μπορούσε να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία της έφεσης. Δεν συμμεριζόμαστε την προβαλλόμενη από την Εφεσείουσα θέση πως το γεγονός ότι πλήρωσε η ίδια όλους τους οφειλόμενους φόρους και τέλη αποτελεί πρόγνωση ως προς τη βέβαιη επιτυχία της έφεσης. Όμως, ακόμα και στην περίπτωση που θα μπορούσε να γίνει τέτοια πρόβλεψη, δεν θα ήταν αποφασιστικός παράγοντας στην επιτυχία της Αίτησης. Απλά θα μπορούσε να συνεκτιμηθεί μαζί με τους άλλους παράγοντες κατά την άσκηση της διακριτικής μας ευχέρειας.
Εν κατακλείδι δεν εντοπίζουμε έρεισμα αναστολής εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης και αποστέρησης από την Εφεσίβλητη 3 των καρπών της επιτυχίας της.
Κατάληξη
Στη βάση όλων των πιο πάνω, η Αίτηση απορρίπτεται.
Επιδικάζονται έξοδα €2.000 πλέον Φ.Π.Α., εάν υπάρχει, προς όφελος της Εφεσίβλητης 3 και εναντίον της Εφεσείουσας.
Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.
Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.
Θ. ΘΩΜΑ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο