ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 91/2026, 16/7/2026
print
Τίτλος:
ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 91/2026, 16/7/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 91/2026)

 

16 Ιουλίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ,

Εφεσείων,

 

v.

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,

Εφεσίβλητης.

______________________________

 

Χ. Ιακωβίδης, για τον Εφεσείοντα

Σ. Ναθαναήλ (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Στυλιανίδου, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.: Ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας για το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς κατά παράβαση του Άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.156. Υπήρξε εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ενώ ο εφεσείων οδηγούσε το όχημά του σε δρόμο διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση, εισήλθε εντός του αντίθετου ρεύματος, παραβιάζοντας την άσπρη διαχωριστική γραμμή επί του δρόμου που ήταν ευκρινής, σε ανωφέρεια και συνθήκες απόλυτου σκότους και άρχισε να προσπερνά προπορευόμενο του φορτηγό. Προτού προλάβει να ολοκληρώσει την εν λόγω προσπέραση, επήλθε η σύγκρουση με το εξ αντιθέτου του ερχόμενο όχημα, το οποίο κινείτο νόμιμα εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του. Επήλθε συνεπεία της σύγκρουσης ο θάνατος του οδηγού του εν λόγω οχήματος.

 

Επιβλήθηκε στον εφεσείοντα ποινή φυλάκισης 12 μηνών για το πιο πάνω αδίκημα. Ο λόγος έφεσης εναντίον της ποινής αποσύρθηκε κατά την ακρόαση της έφεσης.

 

Με οκτώ λόγους έφεσης προσβάλλεται η καταδίκη του εφεσείοντα.

 

Με τον πρώτο λόγο έφεσης προβάλλεται παραβίαση του δικαιώματος του εφεσείοντα σε δίκαιη δίκη. Προβάλλεται συναφώς σειρά αιτιάσεων.

 

Υποστηρίζεται ότι προβλήθηκε πρωτοδίκως και αποδείχτηκε με ιατρικά πιστοποιητικά ότι ο εφεσείων έπασχε όταν προέβη ο ίδιος προσωπικά σε αντεξέταση του ΜΚ1 (αστυνομικού και εξεταστή της υπόθεσης), από 75% ψυχική και 50% βαριά κινητική αναπηρία και ότι παρά ταύτα το πρωτόδικο Δικαστήριο του επέτρεψε και/ή τον εξανάγκασε να προχωρήσει, πράγμα που παραβίασε την αρχή της ισότητας των όπλων.

 

Εξετάσαμε με πάσα προσοχή τα ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου τεκμήρια, τη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου Υπεράσπισης καθώς και τα πρακτικά της πρωτόδικης διαδικασίας.

 

Διαπιστώνουμε, πρώτα, ότι δεν αποδείχτηκε πρωτοδίκως ο οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί ψυχικής αναπηρίας του εφεσείοντα. Το τι εντοπίζεται είναι το ότι επισυνάφθηκαν σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου του εφεσείοντα στο πλαίσιο αιτήματός του για επανακλήτευση του ΜΚ1. Σαφώς, ο τρόπος που αυτά δόθηκαν στο Δικαστήριο δεν τα κατέστησε αποδεκτή  μαρτυρία ενώπιόν του.

 

Ανεξαρτήτως τούτου, διαπιστώνουμε επίσης ότι δεν προκύπτει από τα πρακτικά της πρωτόδικης διαδικασίας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εξανάγκασε τον εφεσείοντα να προχωρήσει με το να εκπροσωπήσει ο ίδιος τον εαυτό του και να προχωρήσει με την αντεξέταση του ΜΚ1. Διαπιστώνεται από τα πρακτικά, ότι ο εφεσείων δεν έθεσε αίτημα αναβολής ώστε να συνεχίσει τις προσπάθειές του να εξεύρει δικηγόρο. Αντιθέτως, φαίνεται από τα πρακτικά ότι ο εφεσείων ήταν αποφασισμένος να προβεί ο ίδιος σε εκπροσώπηση του εαυτού του, εκφράζοντας τη διαφωνία του με όσους δικηγόρους είχε μέχρι τη συγκεκριμένη ημερομηνία επικοινωνήσει.

 

Ειδικότερα, ως προς το κατά πόσον, με δεδομένη την πολυσέλιδη γραπτή δήλωση του ΜΚ1, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξανάγκασε τον εφεσείοντα να προβεί σε αντεξέταση την ίδια ημέρα, ο συνήγορος του εφεσείοντα μας παρέπεμψε στα πρακτικά της διαδικασίας, προς υποστήριξη της θέσης αυτής. Μελέτη των πρακτικών καταρρίπτει σαφώς την εισήγηση. Αντιθέτως, αν κάτι θα μπορούσε να λεχθεί θα ήταν η έμμεση παρότρυνση του εφεσείοντα από το πρωτόδικο Δικαστήριο να επανέλθει για την αντεξέταση του ΜΚ1 σε μία άλλη ημέρα. Παραθέτουμε το τι λέχθηκε σχετικά:

 

«Δικαστήριο: Ως εκ τούτου επειδή αντιλαμβάνομαι είναι και πολυσέλιδη, αν δε θα είστε σε θέση σήμερα να μην τον βάλουμε να το διαβάσει τώρα, να σας δώσουμε τον χρόνο να το δείτε. Εάν σας δώσουμε τον χρόνο εντός της ημέρας θα είστε έτοιμος;

Κατηγορούμενος: Για σήμερα δηλαδή;

Δικαστήριο: Ναι. Να επανέλθουμε αργότερα σήμερα για να αντεξετάσετε ή θα χρειαστείτε παραπάνω χρόνο;

Κατηγορούμενος: Όχι, για σήμερα.»

 

Εν όψει όλων των ανωτέρω κρίνουμε ανυπόστατη τη θέση του εφεσείοντα περί εξαναγκασμού του από το πρωτόδικο Δικαστήριο στο να προβεί στην αντεξέταση του ΜΚ1.

 

Προβάλλεται παράλληλα, ότι, κατά την εν λόγω διαδικασία αντεξέτασης του ΜΚ1, έγινε αμέσως αντιληπτή η ανικανότητα του εφεσείοντα και ως εκ τούτου το Δικαστήριο όφειλε να σταματήσει τη δίκη και να διορίσει συνήγορο υπεράσπισης λαμβάνοντας υπόψη ότι είχε εγκριθεί αίτημα για νομική αρωγή.

 

Παρά την ασάφεια ως προς το νομικό πλαίσιο στο οποίο τίθεται η πιο πάνω εισήγηση, μελετήσαμε, έχοντας κατά νου τα πρακτικά της πρωτόδικης διαδικασίας. Κρίνουμε ότι ουδόλως γίνεται αντιληπτή η αναφερόμενη ανικανότητα του εφεσείοντα.

 

Υποστήριξε ενώπιόν μας ο συνήγορος του εφεσείοντα ότι η εν λόγω ανικανότητά του διαφαίνεται από το ότι ο εφεσείων δεν προέβη σε αντεξέταση που να αμφισβητεί τις θέσεις της Κατηγορούσας Αρχής. Σημειώνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε στην εκκαλούμενη απόφαση ότι η μαρτυρία του ΜΚ1 δεν αμφισβητήθηκε «από την άλλη πλευρά». Επισημαίνουμε όμως ότι στην εκκαλούμενη απόφαση ενώ γίνεται μία αναφορά ως προς τα σημεία της μαρτυρίας του ΜΚ1 τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν, γίνεται και μια εκτενής αναφορά ως προς τα σημεία σε σχέση με τα οποία αυτός αντεξετάστηκε από τον εφεσείοντα. Σημειώνουμε επίσης ότι κατέθεσαν και άλλοι μάρτυρες κατηγορίας σε σχέση με τις περιστάσεις του ατυχήματος, οι οποίοι αντεξετάστηκαν από τον συνήγορο του εφεσείοντα. Μαρτυρία έδωσε και ο ΜΥ1 εμπειρογνώμονας στην ανάλυση τροχαίων ατυχημάτων ο οποίος σε ορισμένα σημεία συμφώνησε με τη μαρτυρία του ΜΚ1.

 

Προκύπτει με λεπτομέρεια από το πιο κάτω απόσπασμα από την εκκαλούμενη απόφαση το ως προς ποια σημεία της μαρτυρίας του δεν αμφισβητήθηκε ο ΜΚ1:

 

«Επίσης, η μαρτυρία του ΜΚ1 κατά το μεγαλύτερο μέρος της δεν έχει αμφισβητηθεί από την άλλη πλευρά. Ειδικότερα, δεν έχουν αμφισβητηθεί τα προσόντα του, μεταξύ των οποίων η ικανότητά του να καταρτίζει σχέδια σκηνών δυστυχήματος, αλλά ούτε και οι διαπιστώσεις του στη σκηνή ως προς τις καιρικές συνθήκες, τον φωτισμό, την περιγραφή του δρόμου, την οδική σήμανση και την ορατότητα. Δεν έχουν ακόμη αμφισβητηθεί οι αναφορές του σε σχέση τους τραυματισμούς που υπέστησαν οι εμπλεκόμενοι, οι ανακριτικές ενέργειες στις οποίες προέβη αλλά και οι ζημιές των ενεχόμενων οχημάτων, ως αυτές καταγράφονται επί της κατάθεσής του. Ούτε έχει αμφισβητηθεί η διενέργεια μηχανικού ελέγχου των ενεχόμενων οχημάτων, η ικανότητα του να διενεργεί τέτοιους ελέγχους αλλά και η ορθότητα των αποτελεσμάτων στα οποία κατέληξε.

[…]

Όσον αφορά το σχέδιο της σκηνής, σημειώνω ότι δεν έχουν αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση οι μετρήσεις και τα ευρήματά του στη σκηνή καθώς και το σημείο σύγκρουσης, με αποτέλεσμα τα όσα ο ίδιος ανέφερε να παραμένουν αναντίλεκτα.»

 

Εξετάσαμε την εισήγηση αναφορικά με καίριες παραλείψεις  στην αντεξέταση στο πλαίσιο της θέσης της Υπεράσπισης τόσο  πρωτοδίκως όσο και κατά την ενώπιόν μας διαδικασία, η οποία εξετάστηκε και απορρίφθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ως εξής:

 

«Αποτέλεσε θέση της Υπεράσπισης ότι ο Κατηγορούμενος άρχισε να προσπερνά το προπορευόμενο του όχημα σε σημείο του δρόμου που υπήρχε διακεκομμένη γραμμή. Η θέση αυτή για τους λόγους που επεξηγούνται κατά την αξιολόγηση δεν έγινε αποδεκτή. Ωστόσο, ακόμη και έτσι να είχαν τα πράγματα, ο κάθε οδηγός που επιχειρεί να προσπεράσει οφείλει να διασφαλίσει ότι θα μπορέσει να ολοκληρώσει το προσπέρασμα του και θα επανέλθει εντός της λωρίδας του με ασφάλεια και έγκαιρα, χωρίς να παραμείνει εντός του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας για χρόνο πέραν του επιθυμητού. Εν προκειμένω, προκύπτει ότι η σύγκρουση επήλθε σε σημείο του δρόμου που αδιαμφησβήτητα υπήρχε άσπρη συνεχής διαχωριστική γραμμή. Συνεπώς, ο Κατηγορούμενος δεν διασφάλισε, ως όφειλε, ότι θα προλάβαινε να ολοκληρώσει το προσπέρασμα του με ασφάλεια και σε σημείο όπου ακόμα αυτό επιτρεπόταν, αφού εκ των πραγμάτων απέτυχε να πράξει τούτο.

Συνάμα, το σημείο του δρόμου όπου ο Κατηγορούμενος επιχείρησε να προσπεράσει ήταν ανηφορικό. Αποτελεί δε απόρροια της κοινής λογικής ότι ενόψει της αναφερόμενης ανωφέρειας, ο Κατηγορούμενος δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει την τροχαία κίνηση που επικρατούσε πέραν της ανωφέρειας, καθώς η ορατότητα του περιοριζόταν μέχρι την κορυφή της ανωφέρειας. Τούτο επιβεβαιώνεται μέσα από την μαρτυρία του ΜΚ1 και του ΜΥ1.

Επίσης, ο Κατηγορούμενος επιχείρησε να προσπεράσει σε σημείο όπου δεν υπήρχε οδικός φωτισμός και ενώ ήταν νύχτα. Ο Κατηγορούμενος λαμβάνοντας την απόφαση να προσπεράσει σε σημείο του δρόμου που δεν υπήρχε οδικός φωτισμός ασφαλώς εμπεριείχε τον κίνδυνο ανακοπής πορείας κάποιου εξ αντιθέτου διερχόμενου οχήματος, αφού δεν θα ήταν σε θέση να αντιληφθεί οποιοδήποτε εμπόδιο από την εξ αντιθέτου λωρίδα κατεύθυνσης δεν έφερε φωτισμό, όταν επιχειρούσε τέτοιο προσπέρασμα.»

 

Σημειώνουμε ότι ο ΜΥ1 δεν αμφισβήτησε ούτε το σημείο σύγκρουσης, ούτε τις συνθήκες φωτισμού, ούτε την ανωφέρεια. Ήταν βεβαίως η θέση του ότι ο εφεσείων άρχισε να προσπερνά από το σημείο όπου υπήρχε διακεκομμένη γραμμή, σημείο το οποίο δεν μετρήθηκε επακριβώς σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης από τον ΜΚ1. Διαπιστώνουμε ότι και επ’ αυτού του σημείου αντεξετάστηκε ο ΜΚ1.

 

Επίσης, τίποτα δεν εντοπίζουμε που να συνηγορεί με την εισήγηση στο διάγραμμα αγόρευσης του συνηγόρου του εφεσείοντα ότι το Δικαστήριο και η Κατηγορούσα Αρχή παρακολουθούσαν αδιάφορα την αδυναμία και σε κάποιες περιπτώσεις τον εξευτελισμό του εφεσείοντα στην προσπάθειά του να στηρίξει τους ισχυρισμούς του κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης. Αντιθέτως, θα λέγαμε ότι η συνδρομή του Δικαστηρίου ώστε να διατυπώνει ο εφεσείων τις θέσεις του στον ΜΚ1 ήταν τόσο βοηθητική που αν προχωρούσε περαιτέρω, θα παραβίαζε την αρχή ότι στο κυπριακό σύστημα της αντιπαράθεσης, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποστασιοποιείται από τη διένεξη και να διατηρεί την αυστηρή διαιτητική του θέση. Παραπέμπουμε ως προς την εν λόγω αρχή στα πιο κάτω λεχθέντα στην KΛΕΑΝΘΟΥΣ MΑΡΙΝΟΣ KΩΣΤΑ ν. AΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (1998) 2 Α.Α.Δ. 31:

 

«Οι παράμετροι παρέμβασης του Δικαστηρίου έχουν οριοθετηθεί στην Evangelou and Another v. Ambizas and Another (1982) 1 C.L.R. 41. Είπε ο Πικής, Δ. - όπως ήταν τότε - στις σελ. 61-62:

"Although a judge may intervene in order to ensure that the proceedings follow the course ordained by the rules of evidence and procedure, he must avoid interfering beyond the limits indicated above, and especially refrain from passing unnecessary comments that may create the impression of his descending into the arena of trial. A judge must invariably distance himself from the conflict that unfolds before him and maintain strictly his arbitral position thoughout the proceedings (See, Jones v. National Coal Board (1957) 2 All E.R. 155, and Yianni v. Yianni (1966) 1 All E.R. 231). Any departure from this stance of aloofness may compromise, in the eyes of the litigants, as well as third parties, his impartiality. It is upon the unquestionable impartiality of the judiciary that the rule of law rests (See Duport Steels Ltd & Others v. Sirs and Others (1980) 1 All E.R. 529 (H.L.))."

Σε ελληνική μετάφραση:

"Έχει λεχθεί ότι ο δικαστής μπορεί να παρεμβαίνει για να διασφαλίσει ότι η διαδικασία ακολουθεί την πορεία που υπαγορεύεται από τους κανόνες απόδειξης και δικονομίας. Πρέπει να αποφεύγει να παρεμβαίνει πέρα από αυτά τα όρια και ειδικώς να αποφεύγει τα αχρείαστα σχόλια τα οποία δυνατόν να δημιουργούν την εντύπωση ότι κατεβαίνει στην αρένα της δίκης. Ο δικαστής πρέπει να αποστασιοποιείται από τη διένεξη η οποία ξεδιπλώνεται ενώπιον του και να τηρεί την αυστηρή διαιτητική θέση του (Βλ. Jones v. National Coal Board (1957) 2 All E.R. 155, and Yianni v. Yianni (1966) 1 All E.R. 231). Οποιαδήποτε απόκλιση από αυτή την στάση της αποστασιοποίησης δυνατόν να εκθέσει την αμεροληψία του ενώπιον των διαδίκων καθώς και τρίτων μερών. Είναι πάνω στην αμεροληψία των Δικαστών που στηρίζεται το κράτος δικαίου (Βλ. Duport Steels Ltd & Others v. Sirs and Others (1980) 1 All E.R. 529 (H.L.))."»

 

Σημειώνουμε περαιτέρω τα εξής: Η επίδικη αντεξέταση έλαβε χώραν την 14.3.2025. Επισυνάφθηκαν στο διάγραμμα αγόρευσης του συνηγόρου του εφεσείοντα ενώπιον του Εφετείου δύο βεβαιώσεις  ψυχιάτρου. Η πρώτη φέρουσα ημερομηνία 24.8.2022 στην οποία αναφέρεται ότι ο εφεσείων «εκδήλωσε συνδρομή με (1) καταθληπτική σημειολογία, (2) σημειολογία PTSD, (3) κενοτοπιακή διαταραχή μνήμης. Επί του παρόντος ανταποκρίνεται μερικώς στην χορηγούμενη φαρμακευτική αγωγή». Τέθηκε επίσης κατά τον ίδιο τρόπο και δεύτερη βεβαίωση του ίδιου ψυχιάτρου, φέρουσα ημερομηνία 19.2.2022 η οποία αναφέρει επί του εγειρόμενου σημείου: «Ο ανωτέρω ασθενής παρακολουθείται στο τακτικό ψυχιατρικό ιατρείο από 29/6/22, επί οργανικής συναισθηματικής διαταραχής (μετά από κρανοεγκεφαλική κάκωση, FO6.3 (ICD-10). »

 

Επαναλαμβάνουμε ότι τα εν λόγω πιστοποιητικά δεν αποτέλεσαν τεκμήρια στην πρωτόδικη διαδικασία. Επισυνάφθηκαν στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου του εφεσείοντα στο πλαίσιο αιτήματός του για επανακλήτευση του ΜΚ1. Ούτε και τέθηκαν ενώπιόν μας ως μαρτυρία με βάση την ενδεδειγμένη διαδικασία. Εν πάση περιπτώσει, τονίζουμε ότι άνευ μαρτυρίας εμπειρογνώμονα, που να στηρίζει την εξαγωγή οποιωνδήποτε συμπερασμάτων από τις εν λόγω βεβαιώσεις, το Δικαστήριο δεν μπορεί να κρίνει στηριζόμενο σε αυτά ότι κατά τον χρόνο της επίδικης αντεξέτασης, ο εφεσείων έπασχε από την αναπηρία την οποία επικαλείται.

 

Εν όψει όλων των πιο πάνω, καταλήγουμε ότι η εισήγηση περί εμφανούς ανικανότητας του εφεσείοντα να αντεξετάσει τον μάρτυρα στερείται τόσο πραγματικού όσο και νομικού υποβάθρου.

 

Στο πλαίσιο του ίδιου λόγου έφεσης προβάλλεται επίσης στην αιτιολογία ότι υπήρχε προφορική συζήτηση μεταξύ της Κατηγορούσας Αρχής και του Δικαστηρίου ενώπιον δύο μαρτύρων κατηγορίας με ζητούμενο εάν θα χρειαστεί η μητέρα του ενός μάρτυρα να μαρτυρήσει. Η Κατηγορούσα Αρχή εν τέλει δεν την κάλεσε ως μάρτυρα και της επετράπη να παραμείνει στην αίθουσα του Δικαστηρίου κατά τη μαρτυρία το παιδιού της. Δεν είναι ξεκάθαρο το παράπονο του εφεσείοντα. Φαίνεται να εστιάζεται στο ότι όπως καταγράφεται στην αιτιολογία η εν λόγω μάρτυρας «δεν προσφέρθηκε για εξέταση». Σημειώνουμε ότι η μάρτυρας δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας. Δεν εξειδικεύεται σε τι θα εξυπηρετούσε η αντεξέτασή της από την Υπεράσπιση. Θέση της Υπεράσπισης, στο βαθμό που κατέστη δυνατόν να συναχθεί από τα πρακτικά της πρωτόδικης διαδικασίας, ήταν ότι για να επιτρέψει στον υιό της η εν λόγω γυναίκα να μεταφερθεί ως συνοδηγός του εφεσείοντα κατά τον χρόνο του ατυχήματος και μία άλλη φορά, η ίδια είχε εμπιστοσύνη στον τρόπο οδήγησης του εφεσείοντα. Επισημαίνουμε ότι σύμφωνα με τη νομολογία η συγκεκριμένη μαρτυρία γνώμης ουδόλως θα μπορούσε να επηρεάσει θετικά την Υπεράσπιση, οπότε το παράπονο του εφεσείοντα κρίνεται ανεδαφικό.

 

Η επόμενη θέση στο πλαίσιο του πρώτου λόγου έφεσης είναι ότι υπήρξε καθοδήγηση του εν λόγω μάρτυρα κατηγορίας από τη μητέρα του με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να διατάξει την απομάκρυνσή της. Πράγματι, φαίνεται από τα πρακτικά της υπόθεσης ότι από την αρχή της κατάθεσης του εν λόγω μάρτυρα το Δικαστήριο απομάκρυνε τη μητέρα του μάρτυρα. Δεν διαπιστώνουμε να υπήρξε οτιδήποτε που να μπορεί να προέρχεται από καθοδήγηση στο κομμάτι της μαρτυρίας που δόθηκε στην παρουσία της. Ανεδαφική κρίνεται και αυτή η θέση του εφεσείοντα.

 

Εν όψει όλων των ανωτέρω ο πρώτος λόγος έφεσης κρίνεται ανεδαφικός και απορρίπτεται.

 

Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προσβάλλεται η απόρριψη αιτήματος επανακλήτευσης του ΜΚ1 με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου. Η Κατηγορούσα Αρχή, ως είχε το δικαίωμα, έφερε ένσταση στο αίτημα. Στην αιτιολογία του λόγου αυτού προβάλλεται ότι με την απόφασή του αυτή το πρωτόδικο Δικαστήριο στέρησε τον εαυτό του από την κύρια πηγή καθοδήγησης, γνώσης και πληροφοριών. Το πιο κάτω απόσπασμα από την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, δεικνύει, χωρίς την ανάγκη περαιτέρω σχολιασμού,  ότι ο παρών λόγος έφεσης είναι παντελώς ανυπόστατος και ως τέτοιος απορρίπτεται.

 

«Ως έχει πλειστάκις νομολογηθεί ένα τέτοιο αίτημα για επανακλήτευση μάρτυρα γίνεται με φειδώ και νοουμένου ότι προκύψει στη διαδικασία κάτι το οποίο δεν μπορούσε να προβλεφθεί.  Επίσης, ακριβώς λόγω της κατ’ εξαίρεση έγκρισης ενός τέτοιου αιτήματος αυτό πρέπει να χαρακτηρίζεται από επάρκεια και πλήρη επεξήγηση των λόγων για τους οποίους ζητείται η επανακλήτευση μάρτυρα.

Το αίτημα το οποίο έχει υποβληθεί ενώπιον μου δεν χαρακτηρίζεται όμως από την απαιτούμενη σαφήνεια που η Νομολογία καθορίζει αλλά αρκείται σε γενικόλογες αναφορές περί ελλιπούς και ανεπαρκούς αποτελέσματος χωρίς να προσδιορίζει επ' ακριβώς ποιες είναι αυτές οι ελλείψεις και πώς αυτές οι ελλείψεις ενεργούν εναντίον του Κατηγορούμενου ή σε κάθε περίπτωση, επηρεάζουν δυσμενώς την υπεράσπισή του. Και ερχόμενη σε κάθε μια συγκεκριμένη θέση που προβάλλει στο εν λόγω δισέλιδο έγγραφο, όσον αφορά την διακεκομμένη γραμμή που υπήρχε πριν από το σημείο η οποία δεν λήφθηκε υπόψη ως επίσης και το πώς το φορτηγό θα μπορούσε να σταματήσει, με δεδομένο το βάρος του και την ταχύτητα με την οποία κινείτο, θα παραπέμψω σε σχέση με το ζήτημα της διακεκομμένης γραμμής στις σελίδες 20 και 21 των πρακτικών, όπου ο Κατηγορούμενος είχε ρωτήσει τον μάρτυρα σε σχέση με το σημείο τούτο και υπάρχει συγκεκριμένη στιχομυθία «Ε. Η άσπρη λωρίδα στον δρόμο από πού άρχιζε; και το Δικαστήριο λέει «Εννοείτε η συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή του δρόμου από πότε είναι συνεχόμενη;» ο Κατηγορούμενος λέει «Ναι, από ποιο μέρος άρχιζε και πού τέλειωνε;». Και ο μάρτυρας απαντά «πολύ πιο κάτω από το σημείο σύγκρουσης του δυστυχήματος». Ο Κατηγορούμενος ρωτά «το πολύ, σε παρακαλώ, 200 - 300 μέτρα, μισό χιλιόμετρο, ένα χιλιόμετρο;» και ο μάρτυρας απαντά «Να δω από το σχέδιο να σας πω. Με βάση το σχέδιο που βλέπω το σίγουρο είναι ότι είναι πέραν των 30 μέτρων, αλλά δεν ξέρω μετά τα 30 μέτρα πόση απόσταση, αλλά είναι πέραν των 30 μέτρων από το δυστύχημα και πίσω». Κατά συνέπεια ερωτήματα ως προς την ύπαρξη διακεκομμένης γραμμής και του σημείου που αυτή βρισκόταν έχουν τεθεί στον εξεταστή από τον Κατηγορούμενο και βρίσκονται στις σελίδες 20 και 21 των πρακτικών. Επίσης όσον αφορά τη θέση για την οποία επιχειρείται τώρα να κλητευθεί ξανά ο εξεταστής για να του υποβληθεί, είναι ότι με βάση τα δεδομένα το όχημα του αποβιώσαντα συγκρούστηκε πρώτα με το φορτηγό, το ενεχόμενο φορτηγό και ακολούθως με το όχημα του Κατηγορούμενου. Ωστόσο, παραπέμπω στα όσα έχουν λεχθεί στη σελίδα 25 των πρακτικών που τηρήθηκαν κατά την αντεξέταση του εν λόγω μάρτυρα από την οποία προκύπτει ότι η θέση του Κατηγορούμενου δεν ήταν αυτή, αλλά πρόκειται για μια νέα θέση που επιχειρείται να προωθηθεί στη διαδικασία. Αντιθέτως στη βάση των όσων είχαν τεθεί εκείνη την ημέρα, η θέση του ήταν ότι ολοκλήρωσε το προσπέρασμα, εισήλθε ξανά εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του και προπορευόταν του φορτηγού και στην προσπάθεια του να αποφύγει τη σύγκρουση με το εξ αντιθέτου ερχόμενο όχημα του θύματος κινήθηκε στο αντίθετο ρεύμα, οπότε και επήλθε η σύγκρουση. Επίσης όσον αφορά στην αναφορά για τα όσα έχουν ληφθεί από τον εγκέφαλο του οχήματος του οχήματος του θύματος και σε σχέση με τα στοιχεία που μπορούν να εξαχθούν από αυτά και τις ενδεχόμενες διαφορετικές εκδοχές που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ως επανειλημμένα έχω πει σε αντίστοιχες περιπτώσεις, αυτά αποτελούν ζητήματα αξιοπιστίας και αξιολόγησης από το Δικαστήριο και δεν γεννούν την ανάγκη για επανακλήτευση ενός μάρτυρα για να επανατοποθετηθεί εκ νέου για το ίδιο ζήτημα.»

 

Με τον τρίτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη απόδοση ευθύνης. Στο διάγραμμα αγόρευσης του συνηγόρου του εφεσείοντα αναπτύσσονται πριν τον τρίτο λόγο έφεσης οι  λόγοι έφεσης 4 και 5 με τους οποίους προσβάλλεται η αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσκόμισε η Κατηγορούσα Αρχή. Συναφής είναι και ο έβδομος λόγος έφεσης με τον οποίο προσβάλλεται η αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΚ6 (συνοδηγού του εφεσείοντα). Επίσης συναφής είναι και ο έκτος λόγος έφεσης με τον οποίο προβάλλεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε τη μαρτυρία του ΜΥ1, ο οποίος κλήθηκε ως πραγματογνώμονας.

 

Επισημαίνουμε ότι όλοι οι πιο πάνω λόγοι έφεσης, προωθούν τη θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έπρεπε να απορρίψει μαρτυρία που συνάδει με τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής και να αποδεχθεί τη θέση της Υπεράσπισης, η οποία υποστηρίχθηκε από τον ΜΥ1. Σημειώνεται επίσης ότι η θέση της Υπεράσπισης στηρίζεται σε ορισμένες πτυχές της  μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, όπως το ότι το θύμα έτρεχε με υπερβολική ταχύτητα και οδηγούσε υπό τη επήρεια αλκοόλ και φαρμάκων. Σε άλλα σημεία είναι αντίθετη με τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, όπως την αποδέχτηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο. Η θέση της Υπεράσπισης συνοψίστηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ως ακολούθως:

 

«Ο συνήγορος του Κατηγορούμενου εισηγήθηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Αντ’ αυτού, εισηγήθηκε περαιτέρω ότι στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας καταδεικνύεται ότι ο αποκλειστική ευθύνη για το δυστύχημα φέρει το θύμα. Η θέση του αυτή στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στον ισχυρισμό ότι παρά το γεγονός ότι η σύγκρουση έγινε εντός της λωρίδας του θύματος εντούτοις ο Κατηγορούμενος επιχείρησε να προσπεράσει νόμιμα σε διακεκομμένη γραμμή, η συμπεριφορά του θύματος δεν ήταν προβλέψιμη και όταν επιχείρησε να προσπεράσει είχε καθαρό οπτικό πεδίο και υπολόγισε ότι είχε τον απαιτούμενο χρόνο και απόσταση για να ολοκληρώσει με ασφάλεια την προσπέραση του. Σε περίπτωση δε που το θύμα κινείτο εντός του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας, τότε το δυστύχημα θα αποφεύγετο.»

 

Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων μας, θα εξετάσουμε πρώτα όλους τους λόγους έφεσης που άπτονται της αξιολόγησης της μαρτυρίας.

 

Με τον τέταρτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι υπήρξαν αναξιόπιστα επιστημονικά δεδομένα και πλάνη του Δικαστηρίου περί των γεγονότων. Στην αιτιολογία εξειδικεύονται τα εξής:

 

Πρώτον το σχεδιάγραμμα της σκηνής του ατυχήματος (τεκμήριο 2) ήταν λανθασμένο και/ή ελλιπές. Στο διάγραμμα αγόρευσης εξειδικεύεται περαιτέρω ότι απουσιάζουν από το εν λόγω τεκμήριο η υψομετρική διαφορά και η μέτρηση της απόστασης μεταξύ του σημείου της σύγκρουσης και της λήξης της διακεκομμένης γραμμής. Το τελευταίο αυτό στοιχείο αποτελεί και τη δεύτερη αιτίαση που εξειδικεύεται στον λόγο έφεσης. Είναι η θέση του συνηγόρου ότι η τελευταία αυτή μέτρηση, είναι καταλυτικής σημασίας επειδή από το στοιχείο αυτό κρίνεται εάν ο ελιγμός του εφεσείοντα ήταν νόμιμος ή παράνομος.

 

Κατ’ αρχάς επισημαίνουμε ότι όπως και στην υπόθεση ΣΩΤΗΡΙΟΥ ΑΝΤΩΝΗΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2002) 2 Α.Α.Δ. 307, το πρωτόδικο Δικαστήριο με ορθή καθοδήγηση σε σχέση με τις καθιερωμένες αρχές οι οποίες διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας, επιμελώς αξιολόγησε τη μαρτυρία ενώπιόν του και προέβη σε ευρήματα και συμπεράσματα  αποδίδοντας στο εν λόγω σχεδιάγραμμα μόνο τη δέουσα σημασία, και τίποτε περισσότερο. Σημειώνουμε τα όσα αναφέρθηκαν στην πιο πάνω απόφαση σε σχέση με τον ρόλο του σχεδιαγράμματος της σκηνής οδικού ατυχήματος, στη διεργασία αξιολόγησης της μαρτυρίας.

 

«Αυτή η διεργασία, έγινε με αναφορά προς το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος στο οποίο, αποδόθηκε η δέουσα σημασία ως στοιχείου κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Ο δικαστής, είχε συνάμα υπόψη ότι το σχέδιο αποτελεί σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος. Βλ. Θεοφάνους ν. Αστυνομίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 160, Κονναρή ν. Κυριάκου (1996) 1 Α.Α.Δ. 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου (1997) 1 Α.Α.Δ. 1362 και Α/φοί Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ (1997) 1 Α.Α.Δ. 1388.»

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε ευρήματα σχετικά με τις περιστάσεις του αδικήματος, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας την οποία είχε αποδεχθεί, χωρίς να προβεί σε αυθαίρετα συμπεράσματα. Δεν διαπιστώνουμε εν πάση περιπτώσει οι επικαλούμενες ελλείψεις να ενήργησαν κατά τρόπο που να απορρίφθηκε η εκδοχή της Υπεράσπισης, ή να συμπληρώθηκαν αδυναμίες της εκδοχής της Κατηγορούσας Αρχής. Όπως προαναφέραμε, από το απόσπασμα της εκκαλούμενης απόφασης το οποίο παραθέσαμε στο πλαίσιο του πρώτου λόγου έφεσης ανωτέρω, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε το όλο εγχείρημα του εφεσείοντα να προσπεράσει στο συγκεκριμένο σημείο, υπό τις συνθήκες που επικρατούσαν, εξετάζοντας και το ενδεχόμενο να είχε αρχίσει να προσπερνά ενώ βρισκόταν ακόμη στο σημείο όπου υπήρχε διακεκομμένη γραμμή.

 

Απορρίπτονται επομένως ως αβάσιμες οι πιο πάνω αιτιάσεις του εφεσείοντα.

 

Η τρίτη αιτίαση του εφεσείοντα στηρίζεται στο ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν προέβη σε αναπαράσταση του ατυχήματος. Δεν εντοπίζουμε έρεισμα στο παράπονο αυτό. Δεν προκύπτει είτε από τον νόμο είτε από τη νομολογία η υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής να προβεί σε τέτοια αναπαράσταση. Σημειώνουμε ότι στο σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, Ηλιάδη και Σάντη, έκδοση 2014, στη σελίδα 345, αναφέρονται τα εξής σχετικά με τον ρόλο μιας τέτοιας αναπαράστασης:

 

«Σε μερικές περιπτώσεις, η αναπαράσταση μπορεί να καταστεί εποικοδομητική αν συνοδεύεται από μαρτυρία πραγματογνώμονα-όπως στην αναπαράσταση οδικών ατυχημάτων (Σιακόλα v Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 53/11, ημ. 24.1.13).»  

 

Τέταρτη αιτίαση του εφεσείοντα αποτελεί το ότι ο ΜΚ1 υποστήριξε ότι οι συνθήκες υπό τις οποίες οδηγούσε το θύμα δεν επηρέασαν το ατύχημα. Δεν έχουν όμως έτσι τα πράγματα. Μελέτη των πρακτικών δεικνύει ότι η θέση του ΜΚ1 σε σχετική ερώτηση κατά την αντεξέτασή του ήταν ότι οι συνθήκες αυτές δεν επηρέασαν την ευθύνη του εφεσείοντα. Υπάρχει σημαντική διάκριση μεταξύ των δύο τοποθετήσεων. Υπενθυμίζουμε ότι ανεξαρτήτως της θέσης του ΜΚ1, η τελική ετυμηγορία επί του ζητήματος αυτού, έγινε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο στηρίχθηκε στο σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας και όχι αποκλειστικά στη μαρτυρία του ΜΚ1. Δεν στηρίχθηκε εν πάση περιπτώσει στην πιο πάνω θέση του ΜΚ1, αλλά διαμόρφωσε το ίδιο τα σχετικά ευρήματα και συμπεράσματα, όπως εξάλλου ήταν το καθήκον του.

 

Ως προς τον ρόλο του εμπειρογνώμονα και το πιο πάνω αναφερόμενο καθήκον του Δικαστηρίου παραθέτουμε τα πιο κάτω λεχθέντα στην ΣΑΒΒΑΣ ΟΜΗΡΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 91/2017, ημερομηνίας 2.5.2018, ECLI:CY:AD:2018:B214:

 

«Πριν εγκαταλείψουμε το ζήτημα, θεωρούμε σκόπιμο να υπενθυμίσουμε ότι, το καθήκον κάθε εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες, για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας των συμπερασμάτων του, επιστημονικές πληροφορίες, έτσι ώστε το δικαστήριο να είναι σε θέση, εφαρμόζοντας αυτές τις πληροφορίες στα γεγονότα της ενώπιον του υπόθεσης που έχουν αποδειχθεί, να σχηματίσει τη δική του κρίση. (Βλ. Πιττάλης κ.ά. v. Ianira Enterprises Ltd. κ.ά. (1997) 1 Α.Α.Δ. 814 και Cybarco Ltd. v. Kovascik (2001) 1 Α.Α.Δ. 2013).

Δεν είναι ο ρόλος του πραγματογνώμονα να καταθέτει ή να σχολιάζει επί της αξιοπιστίας ενός συγκεκριμένου μάρτυρα. Το βαρύ και δύσκολο καθήκον της κρίσης της αξιοπιστίας και της τελικής ετυμηγορίας, περιλαμβανομένης της διατύπωσης ευρημάτων, βαραίνει τους δικαστές και όχι οποιοδήποτε άλλο.»

 

Εν όψει όλων των πιο πάνω ο τέταρτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.

 

Με τον πέμπτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα αποδέχτηκε ως αξιόπιστη τη μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας.

         

Αναφέρεται συναφώς στην αιτιολογία ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα στηρίχθηκε στις λανθασμένες μετρήσεις του ΜΚ1 αναφορικά με την ορατότητα, τον χρόνο και τα μέτρα που καλύφθηκαν από τα εμπλεκόμενα οχήματα. Σημειώνουμε ότι τα επικαλούμενα σφάλματα, δεν αποδείχθηκαν με μαρτυρία στο Δικαστήριο, οπότε η θέση αυτή παραμένει ατεκμηρίωτη.

 

Η δεύτερη αιτίαση επικαλείται το ότι ενώ ο ΜΚ1 ανέφερε ότι από το μηχάνημα που λήφθηκε από το όχημα του θύματος αντλήθηκαν δεδομένα που αφορούσαν την κλήση των τροχών του οχήματος του θύματος, από τη μαρτυρία του ΜΚ5, επίσης αστυνομικού ο οποίος ήταν το  πρόσωπο που διενήργησε το σχετικό έλεγχο του εν λόγω μηχανήματος, προέκυψε ότι δεν εξήχθησαν τέτοια δεδομένα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο εντόπισε το ζήτημα και έκρινε ότι δεν ήταν ικανό να επηρεάσει την αξιοπιστία του ΜΚ1 δίδοντας επαρκή αιτιολόγηση, ήτοι ότι το ζήτημα αναφέρθηκε παρεμφερώς και δεν αποτέλεσε στοιχείο που είχε ληφθεί υπόψη από τον ΜΚ1 για την ετοιμασία του σχεδίου, τον καθορισμό της πορείας του θύματος και την τοποθέτηση του σημείου σύγκρουσης. Ορθά επίσης το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε με παραπομπή στη σχετική νομολογία ότι η απόρριψη εκδοχών ενός μάρτυρα δεν οδηγεί αναγκαστικώς και απαρεγκλίτως σε απόρριψη της μαρτυρίας του, καθώς μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Απορρίπτεται εν όψει των πιο πάνω παρατηρήσεων μας η πιο πάνω σχετική αιτίαση.

 

Η τρίτη αιτίαση που προβάλλεται είναι ότι ο ΜΚ1 δεν βάσισε τα ευρήματά του σε καμία επιστημονική μέθοδο με αποτέλεσμα αυτή να έπρεπε να κριθεί ανυπόστατη. Η αιτίαση αυτή δεν τέθηκε με το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο πρωτοδίκως, επομένως παραμένει μετέωρη. Ούτε και το Εφετείο διαπιστώνει να ελλείπει η οποιαδήποτε απαραίτητη επιστημονική επεξήγηση.

 

Η τέταρτη αιτίαση προβάλλει ότι οι μαρτυρίες των ΜΚ1, ΜΚ3 (οδηγού του προπορευόμενου οχήματος) και ΜΚ6 (συνοδηγού του εφεσείοντα) ήταν αντιφατικές και ψευδείς. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η γενική αυτή αναφορά στην αιτιολογία δεν επιτρέπεται να συμπληρωθεί με τις αναφορές που έγιναν στο διάγραμμα αγόρευσης (βλ. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΑΥΡΕΑ κ.α., Ποινικές Εφέσεις 13/2022, 14/2022, 15/2022, 16/2022, 17/2022 & 18/2022, ημερομηνίας 25.2.2025).

 

Εν πάση περιπτώσει για σκοπούς πληρότητας σημειώνουμε τα εξής. Τα όσα αναφέρονται σε σχέση με τον ΜΚ1 έχουν ήδη εξεταστεί ανωτέρω. Σε σχέση με τον ΜΚ3 αποδίδεται σημασία στο ότι δεν απάντησε σε ερώτηση για να εκφέρει γνώμη ως επαγγελματίας οδηγός, σε σχέση με την οδική συμπεριφορά του εφεσείοντα. Επισημαίνουμε ότι ορθά ο ΜΚ3 δεν απάντησε καθότι δεν ήτο εμπειρογνώμονας. Ουδόλως η στάση του αυτή επηρεάζει την αξιοπιστία του. Αναφέρονται επίσης τα εξής τα οποία, με κάθε σεβασμό προς τον συνήγορο του εφεσείοντα, δεν αντικατοπτρίζονται στα πρακτικά, γεγονός το οποίο μας αναγκάζει να χαρακτηρίσουμε την πιο κάτω τοποθέτησή του, επιεικώς, ατυχή.

 

«Διαβάζοντας ολόκληρη τη μαρτυρία του ΜΚ3 ημερομηνίας 8/5/2025 κατά την ακροαματική διαδικασία παραμιλά, βρίζει, τρέμει, γίνεται υστερικός έχει δυσκολία στη συγκέντρωση του φαίνεται ψυχικά διαταραγμένος. Το ίδιο το δικαστήριο σταμάτησε 2 φορές την ακροαματική διαδικασία φοβούμενο αυτήν την συμπεριφορά του μάρτυρα.»

 

Αυτό που καταγράφεται στα πρακτικά είναι: «Ο μάρτυρας ξεκινά και κλαίει και είναι έντονα συναισθηματικά φορτισμένος και το Δικαστήριο διακόπτει». Επίσης σε μία περίπτωση κατά την οποία ο συνήγορος του εφεσείοντα σχολίασε ότι ο ΜΚ3 ανοιγόκλεινε  τα μάτια του, ο μάρτυρας έβρισε. Τα πιο πάνω ουδόλως υποστηρίζουν τη θέση του εφεσείοντα περί ψευδούς και αντιφατικής μαρτυρίας του ΜΚ3.

 

Σε σχέση με τον ΜΚ6 αποδίδεται σημασία στα όσα ανέφερε σχετικά με το ότι δεν μπορούσε με ακρίβεια να απαντήσει σε διάφορες υποβολές του συνηγόρου υπεράσπισης αναφορικά με το πώς έγινε η επίδικη σύγκρουση. Ανατρέξαμε στα πρακτικά και διαπιστώνουμε ότι ο ΜΚ6 επεξήγησε ότι δεν μπορούσε να πει με σιγουριά ποιος κτύπησε, πώς και τι έγινε μετά τη σύγκρουση επειδή λόγω του σοκ ήταν με κλειστά τα μάτια και δεν ήξερε τι γινόταν. Ένιωθε μόνο ότι το αυτοκίνητο του εφεσείοντα γύρισε μετά τη σύγκρουση. Εν όψει των πιο πάνω παρατηρήσεων μας, δεν διαπιστώνουμε σφάλμα στον τρόπο που προσέγγισε το πρωτόδικο Δικαστήριο τη μαρτυρία του ΜΚ6, ούτε και διαπιστώνουμε βεβαίως ότι η μαρτυρία του ήταν ψευδής.  

 

Επίκληση γίνεται και στην αναφορά του ΜΚ6 για τη ζώνη ασφαλείας του εφεσείοντα, ζήτημα το οποίο αποτελεί και το αντικείμενο του έβδομου λόγου έφεσης. Με τον έβδομο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το Δικαστήριο δικαιολόγησε τη ψευδή μαρτυρία του ΜΚ6 ο οποίος ανέφερε στην κατάθεσή του ότι ο εφεσείων δεν φορούσε ζώνη. Ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε ότι η αναφορά του ΜΚ6 αφορά σε χρόνο μεταγενέστερο της σύγκρουσης. Ανατρέξαμε στα πρακτικά και κρίνουμε ορθή τη διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Θεωρούμε ότι δεν πρόκειται εν πάση περιπτώσει για σημείο το οποίο πλήττει την ορθότητα της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΚ6.

 

Αβάσιμοι κρίνονται συνακόλουθα οι λόγοι έφεσης 4, 5 και 7 και απορρίπτονται.

 

Με τον έκτο λόγο έφεση προβάλλεται ότι ήταν λανθασμένη η μη αποδοχή της μαρτυρίας του ΜΥ1.

 

Με την αιτιολογία προβάλλονται τα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά προσόντα του ΜΥ1, ως λόγος για τον οποίο θα πρέπει να κριθεί εσφαλμένη η πρωτόδικη κρίση. Με κάθε σεβασμό, επισημαίνουμε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε ότι τα εν λόγω προσόντα δεν αμφισβητηθήκαν από την άλλη πλευρά και ορθά έκρινε ότι καθιστούσαν τον ΜΥ1 εμπειρογνώμονα στην ανάλυση τροχαίων ατυχημάτων. Τονίζουμε την καλά νομολογημένη αρχή ότι η αποδοχή των προσόντων και κατά συνέπεια η θεώρηση ενός μάρτυρα ως πραγματογνώμονα, δεν καθιστά υπόχρεο το Δικαστήριο να δέχεται τη μαρτυρία πραγματογνώμονα, (βλ. σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης (ανωτέρω), σελίδα 584 και την εκεί αναφερόμενη νομολογία). Είναι επίσης καλά νομολογημένο ότι το Δικαστήριο πρέπει να αιτιολογεί την απόρριψη της μαρτυρίας πραγματογνώμονα, πράγμα που εν προκειμένω το πρωτόδικο Δικαστήριο έπραξε με εύστοχες και επαρκείς διαπιστώσεις.

 

Ανέφερε συναφώς τα εξής:

 

«Ωστόσο, ο ΜΥ1 εξέφρασε τη θέση ότι ο Κατηγορούμενος επιχείρησε να προσπεράσει το προπορευόμενο του φορτηγό σε σημείο του δρόμου όπου αυτό επιτρεπόταν, ήτοι υπήρχε διακεκομμένη διαχωριστική γραμμή. Για την κατάληξη του αυτή έλαβε υπόψη του τις ταχύτητες των ενεχόμενων οχημάτων. Εν σχέσει με το όχημα του θύματος υιοθέτησε τα δεδομένα που εξήχθησαν από το όχημα του, ως αυτά παρουσιάζονται στην κατάθεση του ΜΚ5. Όσον αφορά την ταχύτητα του φορτηγού υιοθέτησε την αναφορά του οδηγού του, ΜΚ3, ήτοι ότι κινείτο με ταχύτητα περί τα 40ΧΑΩ. Ερχόμενη στην ταχύτητα του Κατηγορούμενου, η οποία δεν καταμετρήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή με οποιοδήποτε τρόπο, ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεδομένης της χαμηλής ισχύος και της μεγάλης μάζας του οχήματος σε συνδυασμό με την ανωφέρεια του δρόμου αυτή ήταν το μέγιστο 50 – 55 ΧΑΩ όταν επήλθε η σύγκρουση. Ο μάρτυρας όμως δεν παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε επιστημονικά κριτήρια στη βάση των οποίων προέβη στους σχετικούς υπολογισμούς που να καταδεικνύουν ότι λαμβανομένων υπόψη των πιο πάνω δεδομένων η ταχύτητα του Κατηγορούμενου δεν θα μπορούσε να ήταν μεγαλύτερη από την αναφερόμενη. Αντ’ αυτού ο μάρτυρας αρκέστηκε σε γενικόλογη παράθεση παραγόντων που κατ’ ισχυρισμό έλαβε υπόψη του για να καταλήξει στην ταχύτητα του Κατηγορούμενου, με αποτέλεσμα η αξιολόγηση της ορθότητας της θέσης του αυτής να μην είναι δυνατό να εξακριβωθεί. Ούτε παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία για το σημείο όπου το όχημα του Κατηγορούμενου θα βρισκόταν όταν άρχισε την προσπέραση εάν η ταχύτητα του ήταν λίγο μεγαλύτερη, ήτοι εάν αυτή θα ήταν σε σημείο του δρόμου με διακεκομμένη ή συνεχή γραμμή δημιουργώντας αμφιβολίες ως προς τη γνησιότητα του συμπεράσματος του σε σχέση την ταχύτητα του Κατηγορούμενου, εφόσον διαφοροποίηση αυτής διαφοροποιεί συνάμα και την απόσταση. Συνεπώς, η πιο πάνω θέση του κρίνεται αυθαίρετη και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Συνεπακόλουθο τούτο είναι να εκθεμελιώνεται και η θέση του ότι στο σημείο που ο Κατηγορούμενος άρχισε να προσπερνά το προπορευόμενο του φορτηγό υπήρχε άσπρη διακεκομμένη γραμμή, εφόσον παρέμεινε άνευ υποβάθρου των απαραίτητων γεγονότων.»

 

Ορθή και αιτιολογημένη κρίνουμε τη θεώρηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Αν υπάρχει κάτι το οποίο μπορεί να λεχθεί πέραν των όσων ανέφερε το πρωτόδικο Δικαστήριο είναι ότι το εγχείρημα να υπολογιστούν τα όσα υπολόγισε ο ΜΥ1, σαφώς και θα περιλάμβανε την αναγκαστική θεώρηση ως δεδομένων, στοιχείων τα οποία ήταν και αβέβαια και μεταβλητά. Ακόμη και αν ήταν τεκμηριωμένη η θέση του ΜΥ1 ότι η μέγιστη δυνατή ταχύτητα του οχήματος του εφεσείοντα ήταν τα 55 ΧΑΩ, δεν υπήρχε ίχνος μαρτυρίας που να υποστηρίζει ότι ο εφεσείων όντως οδηγούσε με αυτή την ταχύτητα. Επίσης το όλο εγχείρημα εκλαμβάνει ως δεδομένο ότι η ταχύτητα των οχημάτων του ΜΚ3 και του εφεσείοντα ήταν κατά τον σχετικό χρόνο σταθερή και δεν μεταβλήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο, υπόθεση που δεν στηρίζεται σε οποιαδήποτε μαρτυρία. Επομένως το όλο εγχείρημα του ΜΥ1, στηρίχθηκε σε  υποθέσεις. Ως τέτοιο, δεν παρείχε τα εχέγγυα και απαραίτητα επιστημονικά κριτήρια για να μπορεί να ελεγχθεί η ακρίβεια των συμπερασμάτων του ΜΥ1 ούτε και μπορούσε το Δικαστήριο να  καταλήξει στα δικά του ευρήματα γεγονότων με βάση την εν λόγω μαρτυρία. (βλ. VASSILIKO CEMENT WORKS LTD v. STAVROU (1978) 1 C.L.R. 389, ΝΕΑΡΧΟΥ v. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ κ.α., (2003) 1 Α.Α.Δ. 351, PHILIPPOU v. ODYSSEOS, (1989) 1 C.L.R. 1 και ANDREAS ANASTASIADES v. THE REPUBLIC, (1977) 2 C.L.R. 97.

 

Το δεύτερο σκέλος της αιτιολογίας προβάλλει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έπρεπε να δεχθεί τη θέση του ΜΥ1 ότι ο εφεσείων άρχισε να προσπερνά σε σημείο του δρόμου όπου υπήρχε διακεκομμένη γραμμή. Το απόσπασμα από την εκκαλούμενη απόφαση, το οποίο παραθέσαμε μόλις πιο πάνω, επεξηγεί θεωρούμε τον λόγο που ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τη θέση αυτή.

 

Προβάλλεται επίσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έπρεπε να δεχθεί τη θέση του ΜΥ1 ότι το ατύχημα δεν θα συνέβαινε αν το θύμα κινείτο με 80ΧΑΩ, ήτοι στο επιτρεπόμενο ανώτατο όριο ταχύτητας από το σημείο που κατέστη δυνατή η οπτική επαφή με τον εφεσείοντα. Από τη στιγμή που το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ορθά όπως διαπιστώσαμε ανωτέρω, ότι η όλη μαρτυρία γνώμης του ΜΥ1 εκθεμελιώθηκε, δεν υπήρχε λόγος να αναφερθεί σε αυτή την πτυχή της μαρτυρίας του ΜΥ1. Ωστόσο, για σκοπούς πληρότητας σημειώνουμε ότι όπως προαναφέραμε ο υπολογισμός της ταχύτητας του εφεσείοντα στον οποίο προέβη ο ΜΥ1 ορθά κρίθηκε αυθαίρετος  από το πρωτόδικο Δικαστήριο, γεγονός που συμπαρασύρει και τον υπολογισμό του ΜΥ1 για τον χρόνο που χρειαζόταν ο εφεσείοντας για να ξαναμπεί στην αριστερή λωρίδα του δρόμου.

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους ο έκτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.

 

Στρεφόμαστε στον τρίτο λόγο έφεσης με τον οποίο όπως προαναφέραμε αποδίδεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένη απόδοση ευθύνης.

 

Στην αιτιολογία, με αναφορές σε διάφορες πτυχές της μαρτυρίας σχετικές με την οδική συμπεριφορά του θύματος, υποστηρίζεται η θέση της Υπεράσπισης όπως την έχει συνοψίσει το πρωτόδικο Δικαστήριο στο απόσπασμα από την εκκαλούμενη απόφαση το οποίο παραθέσαμε στο πλαίσιο του έκτου λόγου έφεσης. Εν ολίγοις υποστηρίζεται ότι είναι η συμπεριφορά του θύματος που επέφερε τον θάνατό του, και όχι η συμπεριφορά του εφεσείοντα.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε τη θέση αυτή υπό το φως των πιο κάτω λεχθέντων στην VOICU ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ, Ποινική Έφεση 78/2016, ημερομηνίας 10.9.2018, ECLI:CY:AD:2018:B389:

 

«Από τη νομολογία σαφώς προκύπτει, ως αναγκαίος όρος για τη διάγνωση ενοχής, η διασύνδεση της παράνομης πράξης ή παράλειψης του κατηγορούμενου με το επιζήμιο γεγονός. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή παράλειψη ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και κοινής λογικής, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Ιδιαίτερο πρόβλημα ανακύπτει σε περίπτωση, όπως στην υπό κρίση, όπου υπεισέρχεται πέραν της μιας αιτίας και σε ποια από αυτές θα πρέπει να αποδοθεί ο θάνατος.

Σε πρώτο στάδιο θα πρέπει να στοιχειοθετηθεί ότι αν δεν λάμβανε χώρα η συμπεριφορά του κατηγορούμενου ο θάνατος δεν θα επερχόταν («but for test»): η συμπεριφορά του κατηγορούμενου θα πρέπει να συνιστά μια condition sine qua non, αναγκαίο και απαραίτητο όρο της παραγωγής του αποτελέσματος (factual causation) (R. v. White (1910) 2 Q.B. 124).

Θα πρέπει όμως στη συνέχεια να εξεταστεί αν η πράξη του κατηγορούμενου αποτελεί ενεργό και ουσιαστική αιτία του θανάτου (operative and substantial cause of death) (R. v. Smith (1959) 2 Q.B. 35, Rossides (ανωτέρω)), χωρίς όμως να απαιτείται - η πράξη - να είναι η μόνη ή η κύρια αιτία (the sole or the main cause of death)

 

Η πιο πάνω απόφαση έτυχε σχολιασμού στην SAVENCU v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 194/2019, ημερομηνίας 9.7.2020, ECLI:CY:AD:2020:B236, ως εξής:

 

«Προκύπτει από το σκεπτικό της VOICU ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ, Ποινική Έφεση Αρ. 78/2016, ημερομηνίας 10.9.2018, ECLI:CY:AD:2018:B389, ότι για να πετύχει η θέση του εφεσείοντα θα πρέπει να αποδειχθεί ότι η ενέργεια του δεν παρέμεινε ενεργός και ουσιαστική αιτία του θανάτου του θύματος. Θα πρέπει να αποδειχθεί ότι συμπεριφορά του θύματος μπορούσε να καταταγεί ως παράγοντας που διακόπτει την αιτιώδη συνάφεια, ως novus actus intervenience, ή να απαλλάξει τον κατηγορούμενο, υπό την έννοια ότι η πράξη του δεν αξιολογείται πλέον ως μία ενεργός και ουσιαστική αιτία του θανάτου (operative cause), Jordan (1956) 40 Cr.App.Rep. 152

 

Σχετικά με το ζήτημα που εγείρεται είναι και τα πιο κάτω λεχθέντα στην υπόθεση ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, Ποινική Έφεση 240/18, ημερομηνίας 25.2.2021:

 

«Όμως, καταρχάς δεν έχει διευκρινιστεί εάν η συμπεριφορά του θύματος τέθηκε υπό την έννοια της διακοπής της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ενέργειας του εφεσείοντα και του θανάτου του θύματος ή υπό την έννοια της συντρέχουσας αμέλειας.

Η συμπεριφορά ή οι ενέργειες του προσώπου που φονεύθηκε ή άλλων προσώπων, υπεισέρχεται, όταν εξετάζεται το ζήτημα της πρόκλησης θανάτου, εάν και εφόσον η πράξη ή η παράλειψη του ίδιου του κατηγορούμενου δεν θα επέφερε τον θάνατο, εκτός εάν ακολουθείτο από πράξη ή παράλειψη του θύματος ή άλλων προσώπων (άρθρο 211(ε) του Ποινικού Κώδικα). Πρόκειται για την περίπτωση που η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ενέργειας του κατηγορούμενου και του θανάτου διακόπτεται από κάποιο νέο γεγονός τέτοιας φύσεως ώστε αυτό να μπορεί να θεωρηθεί ως η μοναδική πλέον αιτία του θανάτου, με την ενέργεια του κατηγορούμενου να μην αποτελεί την αιτία, αλλά απλώς ένα μέρος της ιστορίας (novus actus interveniens, R. v. Pagett (1983) 76 Cr.App.R. 279, Rossides v. The Republic (1983) 2 CLR 931, Kolokotronis v. The Police (1974) 2 CLR 32).

Εάν είναι ζήτημα συντρέχουσας αμέλειας που προβλήθηκε με τον υπό εξέταση λόγο έφεσης, τότε θα πρέπει να σημειωθεί η διαφορά επί του προκειμένου μεταξύ αστικού και ποινικού δικαίου. Στο αστικό δίκαιο η ευθύνη του ιδίου του θύματος είναι πάντοτε σχετική είτε υπό την έννοια της συντρέχουσας αμέλειας, είτε με βάση τα αξιώματα volenti non fit injuria ή ex turpi non oritur actio. Στο ποινικό δίκαιο όμως παραπονούμενο δεν είναι το θύμα, αλλά η Πολιτεία. Το ζήτημα εξηγήθηκε ως εξής στην υπόθεση R. v. Wacker [2003] Cr.App.R. 22:

«Why is there, therefore this distinction between the approach of the civil law and the criminal law? The answer is that the very same public policy that causes the civil courts to refuse the claim points in a quite different direction in considering a criminal offence. The criminal law has as its function the protection of citizens and gives effect to the state's duty to try those who have deprived citizens of their rights of life, limb or property. It may very well step in at the precise moment when civil courts withdraw because of this very different function. The withdrawal of a civil remedy has nothing to do with whether as a matter of public policy the criminal law applies. The criminal law should not be disapplied just because the civil law is disapplied. It has its own public policy aim which may require a different approach to the involvement of the law».

Συνεπώς, η συντρέχουσα αμέλεια δεν αποτελεί υπεράσπιση σε ποινική κατηγορία (Swindall and Osborne (1846) 2 Cox CC 141). Μόνο έμμεσα μπορεί να υπεισέλθει, εάν και εφόσον είναι τέτοιου βαθμού ώστε η ενέργεια του κατηγορούμενου να μην αξιολογείται πλέον ως η ενεργός και ουσιαστική αιτία του θανάτου (operating and substantial cause of death). Όπως αναφέρεται στο Indian Penal Code (ανωτέρω), σελ. 2499:

«...contributory negligence does play a part, though indirectly, in determining whether the act of the accused was so rash or negligent that it caused the death. Contributory negligence, though not per se a defence may thus become relevant, not because it is by itself an exonerating circumstance, but as a fact showing that the consequence complained of was too remote».

Εν προκειμένω δεν είναι τέτοια η περίπτωση. Το εάν το θύμα, όπως του αποδίδεται με το σχετικό λόγο έφεσης και σύμφωνα με τη μαρτυρία, οδηγούσε με πιστόλι στο ένα χέρι, ή με υπερβολική αλκοόλη και έχοντας καταναλώσει κοκτέιλ σκληρών ναρκωτικών ή αν ανέπτυξε ταχύτητα, αυτά δεν θα μπορούσαν να έχουν την έννοια της συντρέχουσας αμέλειας ή της διακοπής της αιτιώδους συνάφειας σε σχέση με την ενέργεια του εφεσείοντα να αποκόψει την πορεία της μοτοσυκλέτας και να την ανατρέψει βίαια. Η ενέργεια αυτή του εφεσείοντα αποτελούσε τη μοναδική αιτία του θανάτου του θύματος.»

 

Θεωρούμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά καθοδηγούμενο από τη νομολογία έκρινε ότι η συμπεριφορά του θύματος δεν λειτούργησε εν προκειμένω ως novus actus interveniens, ώστε να διακόπτεται η αιτιώδης συνάφεια της συμπεριφοράς του εφεσείοντα με το αποτέλεσμα.

 

Συνακόλουθα, ο τρίτος λόγος έφεσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.

 

Με τον όγδοο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι η εκκαλούμενη απόφαση είναι αναιτιολόγητη καθιστώντας αδύνατο τον δικαστικό έλεγχο.

 

Στην L. PAPAPHILIPPOU & CO LTD v. ΛΟΥΚΑ, (2014) 1 Α.Α.Δ. 1193 αναφέρθηκαν τα εξής:

 

«Ενώ, λοιπόν, η δομή μιας δικαστικής απόφασης εναπόκειται στον ίδιο το Δικαστή, θα πρέπει η τελική αυτή δικαστική κρίση να διαπνέεται από μια λογική συνοχή έκθεσης μαρτυρίας, ανάλυσης και αξιολόγησης και υπαγωγής των ευρημάτων στο ισχύον νομικό καθεστώς (Στυλιανού ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 646, Ευσταθίου ν. Alpha Bank Ltd (2012) 1 Α.Α.Δ. 1682).

….

Όπως έχει τονισθεί επανειλημμένα μέσα από τη νομολογία, είναι η αιτιολόγηση της απόφασης που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της εγκυρότητας της δικαστικής διεργασίας. Αιτιολόγηση η οποία εδράζεται στην ανάλυση της μαρτυρίας που παρουσιάζεται. Η έκταση δε της ανάλυσης ποικίλλει ανάλογα με το περιεχόμενο της μαρτυρίας και σε αναφορά με τα ουσιαστικά στοιχεία της κάθε ξεχωριστής περίπτωσης. Κατά κανόνα μια αιτιολογημένη απόφαση πρέπει να περιέχει αφ' ενός ανάλυση της μαρτυρίας υπό το φως των επίδικων θεμάτων και διατύπωση συγκεκριμένων ευρημάτων και, αφ' ετέρου, σαφή δικαστική απόφαση (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κλεάνθους κ.ά. (1999) 2 Α.Α.Δ. 320)

 

Εξετάσαμε την εκκαλούμενη απόφαση υπό το φως των πιο πάνω. Ούτε αυτός ο λόγος έφεσης ευσταθεί καθότι η πρωτόδικη απόφαση έχει όλα τα γνωρίσματα μίας αιτιολογημένης απόφασης.

 

Η έφεση αποτυγχάνει στην ολότητά της και η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.

 

 

Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο