ΓΕΩΡΓΙΑ (ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΣ) v. GARDABANI HOLDINGS B.V., Πολιτική Έφεση Αρ.: E18/24, 6/7/2026
print
Τίτλος:
ΓΕΩΡΓΙΑ (ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΣ) v. GARDABANI HOLDINGS B.V., Πολιτική Έφεση Αρ.: E18/24, 6/7/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.: E18/24)

(i-justice)

 

6 Ιουλίου 2026

 

[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

 

ΓΕΩΡΓΙΑ (ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΣ)

Εφεσείουσα

v.

 

GARDABANI HOLDINGS B.V.

Εφεσίβλητης

 

--------------------

 

Αίτηση ημερ. 24.12.25 υπό Εφεσείουσας για Αναστολή Διαδικασίας

 

 

Χ. Χριστοφόρου (κα) για Χρήστος Γεωργιάδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσείουσα

Ε. Οικονόμου για Ε. Οικονόμου & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσίβλητη

 

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη.


Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Με την ως άνω αίτηση της η Εφεσείουσα αιτείται όπως ανασταλεί η διαδικασία της έφεσης. Συγκεκριμένα ζητά όπως εκδοθεί:

 

«Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται η διαδικασία της Έφεσης με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, μέχρι την καταχώριση ειδοποίησης εκ μέρους των Αιτητών για άρση της αναστολής ή μέχρι να γνωστοποιηθεί με οποιονδήποτε άλλο τρόπο από τους Αιτητές ότι η αναστολή έχει αρθεί».

 

Πρωτοδίκως, στο πλαίσιο γενικής αίτησης για αναγνώριση και εγγραφή διαιτητικής απόφασης του Ινστιτούτου Διαιτησίας Στοκχόλμης (“SCC”), η Εφεσίβλητη εταιρεία εξασφάλισε ενδιάμεσα απαγορευτικά διατάγματα μη αποξένωσης αφενός συγκεκριμένων μετοχών και αφετέρου περιουσιακών στοιχείων ύψους USD18.663.000, ευρισκομένων εντός της Δημοκρατίας.

 

Η Εφεσείουσα Κυβέρνηση της Γεωργίας προσβάλλει με την παρούσα έφεση της την ενδιάμεση απόφαση ημερ. 27.2.24 με την οποίαν οριστικοποιήθηκε το διάταγμα για τις μετοχές και εκδόθηκε το διάταγμα για τα περιουσιακά στοιχεία. Πριν τον ορισμό της έφεσης για προδικασία, ολοκληρώθηκε πρωτοδίκως και η εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης. Η εν λόγω τελική απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ημερ. 14.7.25 προσβάλλεται με άλλη έφεση, υπ’ αρ. 45/2025, η οποία εκκρεμεί ενώπιον άλλου Τμήματος του Εφετείου.

 

 Η αίτηση για αναστολή συνοδεύεται από ένορκη δήλωση μιας εκ των δικηγόρων της Εφεσείουσας, η οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων (1) ότι μετά την καταχώριση της έφεσης στις 7.3.24 και κατόπιν διαβουλεύσεων προς επίτευξη εξώδικης διευθέτησης, οι διάδικοι υπέγραψαν στις 24.12.25 «Πράξη Συμβιβασμού» και (2) ότι ο εν λόγω συμβιβασμός προνοεί πως η Εφεσείουσα θα καταβάλει το συμφωνηθέν ποσό συμβιβασμού σε επτά δόσεις, ήτοι στις 31.12.25, 10.7.26, 31.12.26, 10.7.27, 31.12.27, 10.4.28 και 10.7.28 και για αυτό οι διάδικοι ζητούν από κοινού την αναστολή της διαδικασίας. Ακολούθως η ενόρκως δηλούσα παραθέτει τα ακόλουθα:

 

«7. Η αναστολή της Διαδικασίας και η αναβολή περαιτέρω ενεργειών θα παραμείνει σε ισχύ μέχρι την πλήρη καταβολή από την Αιτήτρια των πρώτων τεσσάρων (4) δόσεων, νοουμένου ότι κατά την απόλυτη τους ευχέρεια, οι Καθ’ ου (sic) η Αίτηση δύνανται να προβούν σε ενέργειες για άρση μονομερώς της αναστολής, σύμφωνα με τους όρους της Πράξης.

 

8. Τα μέρη θα ενημερώσουν εγγράφως το Δικαστήριο αναφορικά με την καταβολή των πρώτων τεσσάρων (4) δόσεων από την Αιτήτρια, οπότε και η παρούσα Διαδικασία θα αποσυρθεί και απορριφθεί, άνευ βλάβης του δικαιώματος εκ νέου καταχώρισης, όπως ρητά προβλέπεται στην Πράξη.

 

[…]

 

10. Με την Αίτηση επιδιώκεται, συνεπώς, η αναστολή της διαδικασίας της γενικής αίτησης (sic) με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, ούτως ώστε να καταστεί εφικτός ο συμβιβασμός των διαφορών μεταξύ των μερών, σύμφωνα με όσα έχουν συμφωνηθεί στο πλαίσιο των προαναφερόμενων διαπραγματεύσεων».

 

Η πλευρά της Εφεσίβλητης δήλωσε σε ηλεκτρονική επικοινωνία, καθώς και ενώπιον μας, ότι δεν φέρει ένσταση στην έκδοση του διατάγματος, επιβεβαιώνοντας την Πράξη Συμβιβασμού και τη συμφωνία για αναστολή της διαδικασίας. Παρά ταύτα, και έχοντας υπ’ όψιν ότι ακόμα και βάσει του γενικότερου κ.2.11(1) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 «… οι διάδικοι δεν δύνανται να διαφοροποιούν με συμφωνία […] την ημερομηνία της δίκης ή της ακρόασης», ζητήσαμε τις απόψεις των μερών ως προς το κατά πόσον συνιστά ορθή δικονομική πρακτική η εξάρτηση του χρόνου ακρόασης οποιασδήποτε έφεσης από την τήρηση ιδιωτικών συμβάσεων. Άλλωστε, δεν πρέπει να λησμονείται ότι για το Εφετείο ισχύει ο ειδικότερος κ.41.6(2) βάσει του οποίου οι διάδικοι δεν δύνανται να συμφωνήσουν να παρατείνουν οποιαδήποτε ημερομηνία ή χρόνο, ο οποίος ορίζεται από τους κανονισμούς ή από οποιοδήποτε διάταγμα. Για τον αντίστοιχο αγγλικό r.52.15(2), αναφέρονται στο σύγγραμμα White Book 2018, σ.1838 τα εξής:

 

The integrity of the appeal process is impaired if parties and court alike do not comply with time periods.

 

It is a principle of sound case management that if, in a particular case, time periods, whether fixed by rule, direction or court order, are to be extended they should be extended, not by the parties, but by the court. The function of time periods in case management would be defeated if they could be extended by party agreement.

 

Κατά το στάδιο των αγορεύσεων, η Εφεσείουσα επέμεινε στη θέση της, προσθέτοντας ότι:

 

“Η έκδοση διατάγματος αναστολής σε αυτό το στάδιο ικανοποιεί την ανάγκη αμφοτέρων των μερών για δικονομική βεβαιότητα και προβλεψιμότητα. Η Πράξη προβλέπει υποχρεώσεις που εκτείνονται μέχρι τον Ιούλιο του 2028, και καθ’ όλη αυτή την περίοδο οι διάδικοι χρειάζονται ένα σαφές δικονομικό πλαίσιο εντός του οποίου να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους. Εάν η αναστολή χορηγηθεί τώρα, τα δικαιώματα αμφοτέρων διαφυλάσσονται πλήρως σε περίπτωση αθέτησης. Σε αντίθετη περίπτωση, οι διάδικοι θα βρίσκονται επί μήνες σε καθεστώς αβεβαιότητας. Η χορήγηση της αναστολής παρέχει στους διαδίκους την προβλεψιμότητα που χρειάζονται για να εκπληρώσουν τον συμβιβασμό τους απρόσκοπτα, ενώ παράλληλα αποτρέπει άσκοπη απασχόληση του Δικαστηρίου με ενδεχόμενα επαναλαμβανόμενα αιτήματα αναβολής ή παράτασης προθεσμιών”.

(έμφαση δοθείσα)

 

Στην παρούσα περίπτωση, είναι γεγονός πως μέχρι σήμερα δεν έχει προγραμματιστεί η έφεση για προδικασία ή ακρόαση. Αυτό οφείλεται στον αριθμό εφέσεων που εκκρεμούν και στην τηρούμενη σειρά προτεραιότητας, βάσει των εκάστοτε οδηγιών του διοικητικού προέδρου. Ούτε είναι δυνατόν επί του παρόντος να προσδιοριστεί με ακρίβεια η ημερομηνία ακρόασης. Δεν είναι όμως αυτό το ζητούμενο.

 

Όπως ήδη εξηγήσαμε και στο στάδιο των αγορεύσεων, το βασικό ερώτημα είναι κατά πόσον ενδείκνυται η καθιέρωση τέτοιας πρακτικής εν σχέσει με εφέσεις. Η τυχόν αναστολή της διαδικασίας είτε για το ακαθόριστο διάστημα (που αναφέρεται στο αιτητικό) είτε μέχρι τον Ιούλιο του 2027 (που αναφέρεται στην ένορκη δήλωση) είτε μέχρι τον Ιούλιο του 2028 (που αναφέρεται στην αγόρευση) θα σημαίνει πως η έφεση δεν θα μπορεί καν να προγραμματιστεί για προδικασία και πολύ περισσότερο για ακρόαση. Συνεκτιμώντας όλα τα προαναφερθέντα κρίνουμε πως μια τέτοια πορεία δεν συνάδει με την ορθή απονομή της Δικαιοσύνης και ιδιαίτερα με τη συνταγματική επιταγή για εκδίκαση εντός ευλόγου χρόνου. Η τυχόν καθιέρωση τέτοιας πρακτικής θα εξαρτούσε τον προγραμματισμό των εφέσεων από μελλοντικούς αβέβαιους και ακαθόριστους παράγοντες, πράγμα καθόλου επιθυμητό. Δεν συμφωνούμε ότι δικαιολογείται μια τέτοια πορεία, ιδιαίτερα σε μια υπόθεση η οποία έχει διευθετηθεί, εν αναμονή της τήρησης των συμφωνηθέντων.    

 

Παρέλκει ο σχολιασμός της παρεπόμενης εισήγησης ότι αναλόγως εξελίξεων, στο μέλλον η Εφεσείουσα θα αποσύρει την έφεση της άνευ βλάβης, με επιφύλαξη ως προς την καταχώριση νέας, μέχρι πλήρους και τελικής διευθέτησης της επίδικης διαφοράς. Εννοείται πως εάν υπήρχε τέτοιο δικονομικό δικαίωμα θα μπορούσε να το έπραττε και σήμερα. Δεν προβλέπεται όμως δικαίωμα απόσυρσης έφεσης με επιφύλαξη δικαιώματος επανακαταχώρισης έφεσης για το ίδιο θέμα.

 

Στη βάση των προαναφερθέντων η αίτηση απορρίπτεται. Συνεκτιμώντας ότι το θέμα ηγέρθη από το ίδιο το Εφετείο, κρίνουμε ορθότερο όπως μη εκδώσουμε οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα.

 

 

 

 

Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.

 

 

Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.

 

 

Θ. ΘΩΜΑ, Δ.

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο