ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ.: E38/2026)
15 Ιουλίου 2026
[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]
GAIJIN NETWORK LTD
Εφεσείουσα
v.
EVGENY OLEGOVICH KONONENKO
Εφεσιβλήτου
--------------------
Β. Ζ. Παπαγιάννη (κα) με Γ. Ιωάννου για Δρ Κ. Χρυσοστομίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσείουσα
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η Εφεσείουσα προσβάλλει, με επτά λόγους έφεσης, την απόφαση του Ε.Δ. Λευκωσίας ημερ. 11.6.26, με την οποία απέρριψε τη μονομερή Αίτηση της (Επί Εντύπου Αρ. 33 – «Πριν από την Έγερση Απαίτησης»). Με την αίτηση ζητούσε υποβοηθητικά προσωρινά διατάγματα εν σχέσει με διαιτητική διαδικασία, την οποίαν προτίθεται να καταχωρίσει ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου Διαιτησίας, στο Λονδίνο (ICA – International Court of Arbitration).
Η Εφεσείουσα είναι Κυπριακή εταιρεία που ασχολείται με τη δημιουργία, ανάπτυξη και διαχείριση ηλεκτρονικών παιχνιδιών. Ο Εφεσίβλητος είναι αλλοδαπός που διαμένει κατά πάντα ουσιώδη χρόνο στη Ρωσία και προγραμματιστής που παρείχε συναφείς υπηρεσίες στην Εφεσείουσα και σε άλλες συνδεδεμένες εταιρείες. Μεταξύ των ετών 2016 και 2024 τα μέρη διατηρούσαν συνεργασία. Στα πλαίσια αυτά είχαν υπογράψει συμφωνία εμπιστευτικότητας το 2019 (Confidentiality Agreement, Τεκμήριο 1) και συμφωνία παροχής υπηρεσιών το 2023 (Services Agreement, Τεκμήριο 2).
Η συμφωνία εμπιστευτικότητας ρύθμιζε τη διαχείριση εμπιστευτικών πληροφοριών της Εφεσείουσας κατά τη διάρκεια της συνεργασίας, με κάποιες από τις πρόνοιες αυτής να επιβιώνουν και για συγκεκριμένο χρόνο μετά από τον τερματισμό της (όρος 3 της συμφωνίας Τεκμήριο 1). Σύμφωνα με τη συμφωνία εμπιστευτικότητας, αυτή διέπεται από το Αγγλικό δίκαιο (όρος 5(Α) της συμφωνίας Τεκμήριο 1) και διαφωνίες που προκύπτουν από ή σε σχέση με αυτήν εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα των Αγγλικών Δικαστηρίων (όρος 5(Β) της συμφωνίας, Τεκμήριο 1).
Η συμφωνία παροχής υπηρεσιών περιελάμβανε όρους που ρύθμιζαν τη συνεργασία μεταξύ των δύο πλευρών. Μεταξύ άλλων περιείχε πρόνοιες που αφορούσαν τη διαχείριση εμπιστευτικών πληροφοριών (όρος 6 της συμφωνίας Τεκμήριο 2). Η εν λόγω συμφωνία προέβλεπε ότι οι πρόνοιες εμπιστευτικότητας επιβιώνουν του τερματισμού της συμφωνίας.
Η συμφωνία παροχής υπηρεσιών διέπεται από το Κυπριακό δίκαιο (όρος 10.1 της συμφωνίας Τεκμήριο 2) και διαφωνίες οι οποίες προκύπτουν από ή σε σχέση με αυτήν, θα αποφασίζονται σε διαιτησία στο Λονδίνο σύμφωνα με τους Κανονισμούς Διαιτησίας του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου (Rules of Arbitration of the International Chamber of Commerce).
Η σχέση των μερών τερματίστηκε αμοιβαία, ως η θέση της Εφεσείουσας, το 2024. Είχαν προηγηθεί εντάσεις και διαφωνίες μεταξύ του Εφεσίβλητου και άλλων προσώπων στην υπηρεσία της Εφεσείουσας, στις οποίες δεν χρειάζεται λεπτομερής αναφορά.
Στις αρχές του 2026 ο Εφεσίβλητος είχε απευθυνθεί στην Εφεσείουσα προβάλλοντας διάφορα αιτήματα για πρόσβαση σε προσωπικά δεδομένα και άλλες πληροφορίες που τον αφορούσαν, εκφράζοντας διάφορα παράπονα για τη μεταχείριση του κατά την περίοδο της συνεργασίας τους και προβάλλοντας αξιώσεις για αποζημίωση. Σε απάντηση η Εφεσείουσα αρνήθηκε ότι ενήργησε καθ’ οιονδήποτε χρόνο και τρόπο λανθασμένα. Περαιτέρω αλληλογραφία μεταξύ τους δεν επέλυσε τα ζητήματα.
Στις 11.4.2026, 13.4.2026 και 18.4.2026 ο Εφεσίβλητος προέβη σε τρεις αναρτήσεις στην πλατφόρμα Reddit (Τεκμήρια 14, 15 και 16). Οι δημοσιεύσεις έγιναν τόσο σε σελίδα της πλατφόρμας που αφορούσε ηλεκτρονικό παιχνίδι της Εφεσείουσας όσο και στην προσωπική σελίδα του Εφεσίβλητου. Η θέση της Εφεσείουσας είναι ότι τα εν λόγω δημοσιεύματα περιέχουν εμπιστευτικές πληροφορίες και ότι μέσω των αναρτήσεων, ο Εφεσίβλητος παρέβη τις πρόνοιες εμπιστευτικότητας της συμφωνίας παροχής υπηρεσιών.
Η Εφεσείουσα απευθύνθηκε στους διαχειριστές της πλατφόρμας στις 19.4.2026 υποβάλλοντας παράπονο και ζητώντας την αφαίρεση των εν λόγω αναρτήσεων. Το αίτημα της απερρίφθη στις 23.4.2026. Στις 12.5.2026 η Εφεσείουσα υπέβαλε αίτημα αναθεώρησης της απόφασης απόρριψης του αιτήματος της, στο οποίο δεν έλαβε ακόμα απάντηση από την πλατφόρμα (Τεκμήρια 17 έως 19). Στις 5.6.2026 καταχώρισε την κρινόμενη Αίτηση. Στη βάση των πιο πάνω, η θέση της είναι ότι ο Εφεσίβλητος έχει παραβεί τις πρόνοιες εμπιστευτικότητας και τής έχει προκαλέσει ζημιά. Η Εφεσείουσα υποστηρίζει ότι η ουσία της υπόθεσης εμπίπτει στη ρήτρα διαιτησίας της συμφωνίας παροχής υπηρεσιών. Είναι η θέση της ότι η επίδικη διαφωνία θα επιλυθεί με διαιτησία. Με την αίτηση ζητούσε προσωρινές θεραπείες προς υποβοήθηση της διαιτητικής διαδικασίας, την οποίαν προτίθεται να καταχωρίσει στο Λονδίνο κατά τα προβλεπόμενα στη ρήτρα διαιτησίας.
Ειδικότερα με την αίτηση αιτήθηκε την έκδοση δύο προστακτικών διαταγμάτων, που να διατάσσουν τον Εφεσίβλητο να αφαιρέσει τις τρεις αναρτήσεις, καθώς και οποιοδήποτε άλλο δημοσίευμα ή ανάρτηση περιλαμβάνει εμπιστευτικές πληροφορίες της Εφεσείουσας (Διατάγματα Α και Β). Ζήτησε επίσης απαγορευτικό διάταγμα που να εμποδίζει τον Εφεσίβλητο ανά το παγκόσμιο να δημοσιεύει εμπιστευτικές πληροφορίες της Εφεσείουσας, πληροφορίες κάθε είδους που αφορούν τους πελάτες, τα προϊόντα, το προσωπικό, τις εσωτερικές λειτουργίες της Εφεσείουσας και κάθε άλλη πληροφορία που περιήλθε σε γνώση του κατά την εκτέλεση της συμφωνίας παροχής υπηρεσιών (Διάταγμα Γ). Περαιτέρω ζήτησε διατάγματα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal, με τα οποία να διατάσσεται ο Εφεσίβλητος να αποκαλύψει ενόρκως όλες τις εμπιστευτικές πληροφορίες της Εφεσείουσας που έχει στην κατοχή του, ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο περιήλθαν στην κατοχή του και το οποίο να διατάσσει τον Εφεσίβλητο να αποκαλύψει την ταυτότητα οποιουδήποτε προσώπου, νυν ή πρώην υπαλλήλου ή συνεργάτη της Εφεσείουσας, που γνωστοποίησε δικές της εμπιστευτικές πληροφορίες (Διατάγματα Δ, Ε και Στ). Τέλος ζητούσε διάταγμα που να τής επιτρέπει να χρησιμοποιήσει τις αποκαλυφθησόμενες πληροφορίες, εναντίον του Εφεσίβλητου ή σε οποιαδήποτε άλλη διαδικασία στην Κύπρο ή το εξωτερικό εναντίον του ή εναντίον άλλων προσώπων (Διάταγμα Ζ).
Εν πρώτοις, η ευπαίδευτη πρόεδρος που εξέτασε την αίτηση, στηριζόμενη στις πρόνοιες του Άρθρου 32(ΑΒ1) του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, διαπίστωσε ορθώς ότι τα ημεδαπά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εξετάσουν αίτηση στοχεύουσα τη χορήγηση ενδιάμεσων θεραπειών πριν την έναρξη διαιτησίας, που θα πραγματοποιηθεί εκτός δικαιοδοσίας, αφού «υφίσταται […] σύνδεσμος με τη Δημοκρατία, ώστε το δικαστήριο να καθίσταται κατάλληλο να ακούσει και να αποφασίσει επί της αιτήσεως» [εδ. (γ) του Άρθρου 32 (ΑΒ1)]. Παράλληλα εντόπισε και σχετική δικονομική κάλυψη στον κ.25.2 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023. Θα προσθέταμε και τον κ.25.4, ο οποίος ρητώς προνοεί, μεταξύ άλλων, ότι το Μέρος 25 εφαρμόζεται επίσης όταν η ενδιάμεση θεραπεία ζητείται σε σχέση με διαδικασία η οποία θα πραγματοποιηθεί εκτός δικαιοδοσίας.
Στη συνέχεια η πρωτόδικη Δικαστής διέκρινε τα διεκδικούμενα διατάγματα σε δύο κατηγορίες και δη αφενός στην πρώτη, η οποία περιλαμβάνει τα διατάγματα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal και αφετέρου στη δεύτερη, η οποία περιλαμβάνει τα προστακτικά διατάγματα και το απαγορευτικό διάταγμα.
Σε σχέση με τα διατάγματα αποκάλυψης έκρινε: (1) Ότι η Εφεσείουσα έχει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την έναρξη διαδικασίας εναντίον του Εφεσίβλητου, (2) Ότι σε όποιο βαθμό ζητείται να αποκαλυφθούν άλλα πρόσωπα τα οποία ενδεχομένως παρείχαν εμπιστευτικές πληροφορίες στον Εφεσίβλητο, κάτι τέτοιο συνιστά προσπάθεια αλίευσης (fishing expedition) η οποία εκφεύγει της φύσης τέτοιων διαταγμάτων, (3) Ότι μόνο σε ασυνήθιστα εξαιρετικές περιπτώσεις διατάσσεται ο ίδιος ο υποψήφιος εναγόμενος να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη και ένορκη μαρτυρία για τον πυρήνα του παραπόνου εναντίον του πριν την καταχώριση της απαίτησης και (4) Ότι ο Εφεσίβλητος είναι αλλοδαπός ευρισκόμενος εκτός δικαιοδοσίας, οπότε οποιαδήποτε έγγραφα καλύπτονται από τα διατάγματα, επίσης ευρίσκονται εκτός δικαιοδοσίας.
Σε σχέση με τα προστακτικά και το απαγορευτικό διάταγμα, το πρωτόδικο Δικαστήριο, έκρινε, κατόπιν παραπομπής σε νομολογία, ότι ο περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Ν.101/87 είναι ο ειδικός νόμος που ρυθμίζει τη χορήγηση ενδιάμεσης θεραπείας προς υποβοήθηση διαιτησίας και ότι το Άρθρο 9 του εν λόγω Νόμου δεν παρέχει έρεισμα για έκδοση τέτοιων διαταγμάτων, δεδομένου ότι καλύπτει μόνο τη λήψη συντηρητικών μέτρων.
Λόγοι Έφεσης
Με τους πρώτους τρεις λόγους έφεσης η Εφεσείουσα εγείρει ζητήματα ερμηνείας του Άρθρου 9 του Ν.101/87. Με τον πρώτο προβάλλει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε πως το εν λόγω άρθρο δεν τού παρέχει δικαιοδοσία και ή εξουσία να εκδίδει προσωρινά απαγορευτικά και ή προστακτικά διατάγματα. Με τον δεύτερο λόγο υποστηρίζει πως το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένα συμπεράσματα αναφορικά με τη σχέση μεταξύ του Άρθρου 9 του Ν.101/87 και του Άρθρου 32 του Ν.14/60. Με τον τρίτο λόγο υποστηρίζει πως ήταν εσφαλμένη η πρωτόδικη κρίση ότι τα προσωρινά διατάγματα δεν μπορούσαν να εκδοθούν λόγω έλλειψης «δικαιοδοσίας» του Κυπριακού Δικαστηρίου.
Το Άρθρο 9 του Ν. 101/87 προνοεί ότι «[Τ]ο Δικαστήριο έχει εξουσία, κατ' αίτηση ενός των μερών, να διατάσσει τη λήψη συντηρητικών μέτρων, οποτεδήποτε πριν από την έναρξη ή κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας». Το βασικό εγειρόμενο ζήτημα αφορά την ερμηνεία του όρου «συντηρητικά μέτρα». Η πρωτόδικη Δικαστής υιοθέτησε την ερμηνεία που δόθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Finvision Holdings Ltd, Πολ. Αίτ. 57/2018, ημερ. 10.7.18, ECLI:CY:AD:2018:D353. Στην εν λόγω υπόθεση το ερώτημα ήταν κατά πόσον ένα αντιαγωγικό (anti-suit) ή ένα αντιδιαιτητικό (anti-arbitration) διάταγμα έχουν την έννοια «συντηρητικών μέτρων», τα οποία δύναται να διατάξει ένα κυπριακό δικαστήριο σε σχέση με διαιτησία που διενεργείται στο εξωτερικό. Σε σχέση με τον Ν.101/87 ο Δικαστής Οικονόμου ανέφερε τα ακόλουθα:
«Ο Νόμος θεσπίστηκε με βάση το πρότυπο Νόμου που ετοιμάστηκε στα πλαίσια των Ηνωμένων Εθνών (Uncitral Model Law on International Commercial Arbitration 1985) (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Κένυας ν. Bank Fur Arbeit Und Wirtschaft AG (1999) 1 ΑΑΔ 585). H πρότυπη διάταξη του Άρθρου 9 αναφέρεται σε «interim measure of protection». Με βάση το πρότυπο Uncitral ετοιμάστηκε και ο Arbitration Act 1996 της Αγγλίας όπου, στο άρθρο 44 που αντιστοιχεί στο δικό μας άρθρο 9, προσδιορίστηκαν, κατά τρόπο εξαντλητικό, τα διατάγματα που είναι δυνατό να δοθούν υπό την έννοια των «συντηρητικών μέτρων». Πρόκειται σαφώς για μέτρα που σκοπό έχουν να προστατεύσουν περιουσία ή να διατηρήσουν μαρτυρία για τους σκοπούς ή σε σχέση με την διαιτησία.
Όσο κι αν ο δικός μας νόμος δεν έχει επεκταθεί σε περιπτωσιολογική ρύθμιση, εξ ορισμού είναι, κατ΄αρχάς, που η εξουσία απαγόρευσης αγωγής ή διαιτησίας σε ξένη χώρα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «συντηρητικό» ή προστατευτικό μέτρο. Ο όρος αυτός έχει την έννοια είτε της προστασίας του status quo ante με συντηρητικά διατάγματα, είτε της εξασφάλισης και διατήρησης μαρτυρίας. Εκτός εάν θα διευρυνόταν νομοθετικά η έννοια του».
(έμφαση δοθείσα)
Μετά την παράθεση του πιο πάνω αποσπάσματος, η πρωτόδικη Δικαστής κατέληξε ως εξής:
«Στην παρούσα περίπτωση η Αιτήτρια ζητά προστακτικά διατάγματα και απαγορευτικό διάταγμα. Όπως προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα, το άρθρο 9 του Ν.101/1987 δεν παρέχει έρεισμα για έκδοση τέτοιων διαταγμάτων.
Οι διαδικαστικές διατάξεις του Μέρους 25 των ΚΠΔ, που παραθέτουν ευρείας φύσης ενδιάμεσα διατάγματα που μπορούν να εκδοθούν από το Δικαστήριο, δεν μπορούν να υπερκεράσουν την ουσιαστική διάταξη του ειδικού νόμου που καθορίζει τα όρια της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου σε περιπτώσεις που καλείται να χορηγήσει ενδιάμεση θεραπεία προς υποβοήθηση διαιτησίας.
Με αυτά τα δεδομένα δεν θα μπορούσα να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια για έκδοση των αιτούμενων προστακτικών και απαγορευτικών διαταγμάτων».
Η Εφεσείουσα υποστηρίζει ότι η πιο πάνω πρωτόδικη κατάληξη αντιφάσκει με την προηγηθείσα διαπίστωση στην εκκαλούμενη απόφαση (σ. 5), ότι το Άρθρο 32(Α1) του Ν.14/60 παρέχει δικαιοδοσία για χορήγηση ενδιάμεσης θεραπείας και σε οποιοδήποτε χρόνο πριν την έναρξη της διαιτησίας, η οποία θα πραγματοποιηθεί εκτός δικαιοδοσίας.
Δεν θα συμφωνήσουμε με την εισήγηση της Εφεσείουσας. Έχουμε την άποψη πως το όλο ζήτημα είναι ζήτημα ορολογίας που έχει χρησιμοποιηθεί. Θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι οι προστεθείσες το 2023 πρόνοιες των Άρθρων 32(Α1) και 32(ΑΒ1) του Ν.14/60, σε όποιο βαθμό ρυθμίζουν τη διεθνή δικαιοδοσία των ημεδαπών Δικαστηρίων, αποτελούν κανόνες Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου (Conflicts of Laws). Ο όρος βέβαια είναι γνωστός αλλά αξίζει να σημειώσουμε ότι σύμφωνα με τον επιστημονικό ορισμό που δίδεται στο σύγγραμμα «Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο», Σπυρίδωνος Βρέλλη, 1988, σ. 212: «Διεθνής δικαιοδοσία είναι η εξουσία των δικαστηρίων να δικάζουν διαφορές με στοιχεία αλλοδαπότητας (είτε στα υποκείμενα είτε στο αντικείμενο της διαφοράς). Κάθε Κράτος καθορίζει το ίδιο τους κανόνες που θέτει, τις προϋποθέσεις και τα όρια της διεθνούς δικαιοδοσίας των δικών του δικαστηρίων».
Ο περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Ν.101/87, αφορά μεν διεθνείς εμπορικές διαιτησίες, δηλαδή διαιτησίες που έχουν στοιχεία αλλοδαπότητας (κατά το ερμηνευτικό Άρθρο 2), πλην όμως, είναι σαφές πως θεσπίστηκε προς εφαρμογή σε διεθνείς εμπορικές διαιτησίες, οι οποίες διενεργούνται στην Κυπριακή Δημοκρατία. Με βάση το Άρθρο 3, εξαίρεση στο πιο πάνω αποτελούν τα Άρθρα 8, 9, 35 και 36, τα οποία εφαρμόζονται και σε διεθνείς εμπορικές διαιτησίες, οι οποίες διενεργούνται εκτός Δημοκρατίας.
Σε κάθε περίπτωση, αυτό που έχει σημασία, είναι ότι το Άρθρο 9 δεν σχετίζεται με ζητήματα διεθνούς δικαιοδοσίας, υπό την πιο πάνω έννοια. Στην πραγματικότητα, το εν λόγω άρθρο ρυθμίζει το δικονομικό ζήτημα της «εξουσίας» του Δικαστηρίου να διατάξει τη λήψη συντηρητικών μέτρων, ζήτημα το οποίο, ως δικονομικό, ρυθμίζεται πάντοτε από τη lex fori, η οποία στην παρούσα περίπτωση είναι η Κυπριακή Νομοθεσία (βλ. «Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο», ανωτέρω, σ. 210). Όπως εξηγείται στο σύγγραμμα «The Conflict of Laws», Dicey, Morris & Collins, 16η έκδοση, (2022), §4-002, σ. 121: “The principle that procedure is governed by the lex fori is of general application and universally admitted”.
Αυτό το οποίο εξήγησε και πιο πριν στην απόφαση του το πρωτόδικο δικαστήριο είναι ότι υπάρχει ειδικός Νόμος για το θέμα και δη το Άρθρο 9 του Ν.101/87. Δεν αρνήθηκε ότι έχει (διεθνή) δικαιοδοσία να επιληφθεί της αίτησης. Λέγοντας σε μεταγενέστερο σημείο ότι δεν έχει «δικαιοδοσία» να εκδώσει προστακτικά και απαγορευτικά διατάγματα εννοούσε ότι δεν είχε «εξουσία» από τον Νόμο στα πλαίσια της, κατά τα άλλα, υπαρκτής (διεθνούς) δικαιοδοσίας του. Άλλωστε αυτή είναι και η ορολογία που χρησιμοποιεί το ίδιο το Άρθρο 9 («Το Δικαστήριο έχει εξουσία …»). Πέραν λοιπόν της ορολογίας που χρησιμοποιήθηκε, δεν συμφωνούμε ότι τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα αντίφασης της κατάληξης του πρωτόδικου Δικαστηρίου «με τα ίδια του τα προγενέστερα ευρήματα», όπως υποστηρίζεται με τον τρίτο λόγο έφεσης. Ο οποίος και υπόκειται σε απόρριψη.
Σε σχέση με τους δύο πρώτους λόγους έφεσης κρίνουμε πως το όλο ζήτημα εστιάζεται στην «απόλυτη» πρωτόδικη θέση ότι το Άρθρο 9 δεν παρέχει έρεισμα για έκδοση προστακτικού ή απαγορευτικού διατάγματος. Η Εφεσείουσα, δια της κας Παπαγιάννη, προέβαλε διάφορες εισηγήσεις και παρέθεσε νομολογία, η οποία κατά την άποψη της υποστηρίζει την εισήγηση της. Η εισήγηση κατατείνει στο ότι ενδιάμεσα απαγορευτικά και προστακτικά διατάγματα εκδίδονται στη βάση του Άρθρου 32 του Ν.14/60 και ότι αυτό το άρθρο ενεργεί παράλληλα και ή συμπληρωματικά και ή συνδυαστικά με το Άρθρο 9 του Ν.101/87, παρέχοντας έτσι από κοινού τη δικαιοδοτική βάση για τη χορήγηση οποιωνδήποτε προσωρινών μέτρων προς υποστήριξη διαιτητικών διαδικασιών.
Σημειώνουμε πως το νεοεισαχθέν κατά το 2024 στον εν λόγω Νόμο Άρθρο 17Ι, χωρίς να περιέχει οποιαδήποτε αναφορά στα Άρθρα 3 και 9, προνοεί πως «Το Δικαστήριο έχει τις ίδιες εξουσίες έκδοσης απόφασης για τη λήψη μέτρων προσωρινής προστασίας αναφορικά με διαιτητικές διαδικασίες, ανεξάρτητα εάν έχουν την έδρα τους εντός της Δημοκρατίας, όπως ακριβώς εφαρμόζεται με δικαστηριακές διαδικασίες και το Δικαστήριο ασκεί τις εξουσίες του σύμφωνα με τη δικαιοδοσία του και τις αρμοδιότητές του λαμβάνοντας υπόψη τα ειδικά χαρακτηριστικά της διεθνούς διαιτησίας». Στο στάδιο των αγορεύσεων δεν υπήρξε όμως οποιαδήποτε αναφορά στο πιο πάνω Άρθρο 17Ι, ούτε και εισήγηση ότι με την προσθήκη του άρθρου αυτού είτε καταργήθηκε το παλαιότερο Άρθρο 9 είτε διευρύνθηκαν οι εξουσίες του Δικαστηρίου. Δεν θα επεκταθούμε ούτε εμείς περαιτέρω εν σχέσει με μια τέτοια πιθανότητα. Καταγράφουμε μόνον τον προβληματισμό ότι το Άρθρο 17Ι αφενός δεν αναφέρεται στα Άρθρα 3 και 9 και αφετέρου εισήχθη μαζί με σειρά άλλων άρθρων τα οποία ρυθμίζουν τις εξουσίες του Διαιτητικού Δικαστηρίου για μέτρα προσωρινής προστασίας, τα οποία δύναται να χορηγήσει μετά την έναρξη της διαιτησίας.
Το βασικό επιχείρημα εκ μέρους της Εφεσείουσας είναι ότι υπάρχει και άλλη νομολογία από την οποία προκύπτει ότι υπό ανάλογες περιστάσεις, κρίθηκε πως υπήρχε εξουσία έκδοσης απαγορευτικών και προστακτικών διαταγμάτων, ως υποβοηθητικών σε διαδικασία διεθνούς εμπορικής διαιτησίας, η οποία θα καταχωρείτο στην Αγγλία. Πρόκειται για την υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Starport Nominees Ltd κ.ά. (Aρ. 1) (2010) 1(Β) Α.Α.Δ 1271, καθώς και την ομώνυμη υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Starport Nominees Ltd κ.ά. (Αρ. 2) (2010) 1(Β) Α.Α.Δ 1370.
Είναι γεγονός ότι στις ως άνω δύο υποθέσεις ο Δικαστής Ναθαναήλ έκρινε πως υπήρχε εξουσία για την έκδοση, στη μεν πρώτη υπόθεση δύο απαγορευτικών διαταγμάτων και τριών προστακτικών διαταγμάτων, στη δε δεύτερη υπόθεση ενός συμπληρωματικού διατάγματος διορισμού παραλήπτη εταιρείας. Δεν χρειάζονται ιδιαίτερες λεπτομέρειες αλλά αξίζει, έστω και συνοπτικά να σημειώσουμε ότι με τα εν λόγω διατάγματα συνολικά: (1) Απαγορεύετο η παύση οποιουδήποτε ήταν διευθυντής της εταιρείας στις 4.7.10, (2) Διατάσσετο η λήψη μέτρων για επαναδιορισμό οποιουδήποτε παυθέντος διευθυντή, (3) Διατάσσετο η σύνταξη και παράδοση ένορκης δήλωσης, περιέχουσας όλες τις ενέργειες που έγιναν από 5.7.10, (4) Διατάσσετο η επισύναψη όλων των σχετικών με τα πιο πάνω εγγράφων, ως τεκμηρίων, (5) Απαγορεύετο η αποξένωση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου, (6) Διορίζετο ελεγκτής ως παραλήπτης των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας.
Αυτό που συνάγεται εναργέστατα και από τις δύο πιο πάνω αποφάσεις είναι πως, ασχέτως και πάλι ορολογίας, όλα τα διατάγματα αποσκοπούσαν στη διατήρηση του status quo ante και κυρίως στη διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων. Υπάρχουν αρκετές τέτοιες αναφορές, ιδιαίτερα στη δεύτερη εκ των πιο πάνω υποθέσεων [π.χ. «… με αποκλειστικό όμως σκοπό την προστασία και ή διατήρηση (“to protect and preserve”), τα μετοχικά μερίδια»]. Αξίζει να παραθέσουμε αυτούσια τα ακόλουθα δύο αποσπάσματα από τη δεύτερη ως άνω υπόθεση Starport Nominees Ltd (2010) 1 A.A.Δ. 1370:
«Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα του David Bean: Injunctions, 8η έκδ. σελ. 112, παρ. 7.20, η εξουσία για το διορισμό παραλήπτη είναι συναφής και συνδεδεμένη με τα διατάγματα παγοποίησης τα λεγόμενα «freezing injunctions» ή ακόμη και υποκατάστατα τους, εκεί όπου χρειάζεται ο έλεγχος από ένα τρίτο πρόσωπο προς διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων. Δεν αποτελεί βεβαίως η εξουσία αυτή διορισμού παραλήπτη, σύνηθες φαινόμενο. Εδώ όμως είναι προφανές, όπως γίνεται αντιληπτό, ότι τα υπό κρίση διατάγματα με το διορισμό του ελεγκτή/λογιστή έχουν αυτό το σκοπό και είναι συναφή και συμπληρωματικά προς τα προηγηθέντα εκδοθέντα διατάγματα απαγορευτικής και προστακτικής φύσεως. Λέγει ο κ. Βελάρης ότι έχουν εκδοθεί και τα παρόντα διατάγματα χωρίς να υπάρχει βάση αγωγής. Έχει όμως λεχθεί και στην προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 15.7.2010, ότι το Αρθρο 9 του Νόμου 101/87 δίνει αυτό το δικαίωμα, πριν ακόμη αρχίσει διεθνής διαιτητική διαδικασία, ενώ είναι φανερό από τα στοιχεία που έχουν παρατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, ότι στην πορεία άρχισε και η διαιτητική διαδικασία στην Αγγλία.
[…]
Δεν έχει ικανοποιηθεί το παρόν Δικαστήριο ότι ενήργησε έξω από την αρμοδιότητά του. Μπορεί να έχει ενεργήσει κατά τρόπο που ένα άλλο Δικαστήριο να μην ενεργούσε, ή να εξέδωσε διατάγματα που θα μπορούσαν με ανάλογη διαφοροποίηση του λεκτικού τους να ήταν πλέον περιορισμένα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει εκ πρώτης όψεως ικανοποιηθεί ως προς την αναγκαιότητα να δώσει τα συμπληρωματικά στην ουσία αυτά διατάγματα διορισμού του Σάββα Σάββα ως παραλήπτη με σκοπό, τονίζεται, να διατηρηθούν τα περιουσιακά στοιχεία της Usarel Investments Ltd και των θυγατρικών της εταιρειών, προς όφελος βεβαίως, όλων των διαδίκων μέχρι την τελική έκβαση της υπόθεσης».
(έμφαση δοθείσα)
Στη βάση των προαναφερθέντων δεν θα συμφωνήσουμε με την εισήγηση της Εφεσείουσας ότι οι υποθέσεις Starport Nominees Ltd (ανωτέρω) εκφράζουν διαφορετικές θέσεις από την υπόθεση Finvision Holdings Ltd (ανωτέρω). Το ουσιώδες κριτήριο είναι το να μπορούν τα μέτρα τα οποία ζητούνται, να χαρακτηριστούν ως συντηρητικά ή προστατευτικά μέτρα. Θα πρέπει δηλαδή να είναι μέτρα τα οποία στοχεύουν στην προστασία περιουσίας ή στη διατήρηση μαρτυρίας, ασχέτως της επιμέρους κατηγορίας στην οποία δυνατόν να εντάσσονται από πλευράς νομικής κατάταξης (ήτοι απαγορευτικά, προστακτικά κ.λπ.). Εννοείται πως κατά την εξέταση τέτοιας αίτησης ελέγχονται και οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/60, ως προκύπτει από το λεκτικό του Άρθρου 32(Α1) που αφορά και τη διαιτητική διαδικασία («Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου …»).
Παρά ταύτα, δηλαδή παρότι συμφωνούμε ότι δεν υποστηρίζεται από τη νομολογία η γενική πρωτόδικη θέση πως τα συντηρητικά μέτρα δεν περιλαμβάνουν και απαγορευτικά ή προστακτικά διατάγματα, εντούτοις δεν συμφωνούμε ότι στην παρούσα τα προστακτικά και το απαγορευτικό διάταγμα, τα οποία αιτείται η Εφεσείουσα, συνιστούν «συντηρητικά μέτρα», με την έννοια που εξηγήσαμε πιο πριν. Θεωρούμε ότι δεν απαιτείται ιδιαίτερη ανάλυση για το ότι δεν αφορούν την προστασία περιουσίας ή μαρτυρίας. Η πρωτόδικη κρίση ως προς αυτή την πτυχή, δηλαδή την ουσία των διαταγμάτων, ήταν ορθή.
Στη βάση των πιο πάνω υπόκεινται σε απόρριψη και οι λόγοι έφεσης 1 και 2.
Λόγοι Έφεσης 4 έως 7
Δεν θα μας απασχολήσουν οι λόγοι έφεσης 4 και 5, διότι αφορούν αντίστοιχα επικουρικούς λόγους, για τους οποίους το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα για διατάγματα αποκάλυψης. Οι βασικοί λόγοι για τους οποίους απέρριψε τα διατάγματα αποκάλυψης ήταν αφενός το ότι για τον Εφεσίβλητο υπήρχαν στην κατοχή της Εφεσείουσας όλες οι αναγκαίες πληροφορίες για έγερση της διαδικασίας και αφετέρου το ότι για τρίτα πρόσωπα δεν υπήρχε κάποιο στοιχείο αλλά απλώς η Εφεσείουσα επιχειρούσε αλίευση μαρτυρίας. Η ως άνω απόρριψη των διαταγμάτων αποκάλυψης προσβάλλεται με τους λόγους έφεσης 6 και 7 αντίστοιχα. Σε σχέση με αυτούς τους λόγους θεωρούμε πως ισχύουν όσα εξήγησε το πρωτόδικο Δικαστήριο, τα οποία και σημειώσαμε πιο πριν. Συμφωνούμε με την πρωτόδικη κρίση για τα ζητήματα αυτά.
Οι λόγοι έφεσης 4 έως 7 υπόκεινται επίσης σε απόρριψη.
Δικαιοδοτικός Όρος - Κατεπείγον
Καταληκτικά, οφείλουμε καθηκόντως να παρατηρήσουμε ότι στην παρούσα περίπτωση τίθεται εκ του ιστορικού των γεγονότων και ζήτημα ως προς το κατά πόσον πράγματι συνέτρεχε εδώ το στοιχείο του κατεπείγοντος. Δεν είναι πρόθεση μας να προβούμε σε εκτενή ανάλυση του ζητήματος, ως έχει διαμορφωθεί μέσα από τη νομολογία. Αρκεί να πούμε ότι σύμφωνα με το Άρθρο 9(1) του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 [αναριθμηθέν σε Άρθρο 8(1)], διάταγμα μονομερώς, δύναται να εκδοθεί «όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις». Ιδιαίτερη ανάλυση έγινε στις υποθέσεις Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου (1998) 1(Β) Α.Α.Δ. 598, Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου (2014) 1 Α.Α.Δ. 637, Κουππάς ν. Τσαδιώτης κ.ά. (2014) 1 Α.Α.Δ. 1665 και Αμβροσιάδου v. Coward (2013) 1 Α.Α.Δ. 78.
Στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd (ανωτέρω) είχε τονιστεί πως το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο και ότι μόνον όταν καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του αντιδίκου. Μόνο τότε συγχωρείται η παρέκκλιση από τον θεμελιώδη κανόνα της Δικαιοσύνης να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση. Συνεπώς η ύπαρξη του κατεπείγοντος συνιστά προϋπόθεση για την ανάληψη δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο. Το κατεπείγον ως δικαιοδοτικός όρος κρίνεται και στα πλαίσια της έφεσης (βλ. Aspis Liberty Life, ανωτέρω). Μας εκφράζουν για το ζήτημα του κατεπείγοντος τα λεχθέντα στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Έλενας Κυριάκου (2010) 1(Β) Α.Α.Δ. 1332, στην οποία τονίστηκε:
«… η θεμελιακή διάσταση του Συντάγματος και των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης ότι διατάγματα ex parte είναι η άκρα εξαίρεση και όχι ο συνήθης κανόνας. Πρέπει τα πράγματα να είναι τόσο επείγοντα και τόσο πιεστικά που το Δικαστήριο να μην έχει άλλη επιλογή, εξυπηρετώντας το σκοπό της δικαιοσύνης, παρά να εκδώσει το διάταγμα. Σε μια περίπτωση στην οποία το θέμα κρίνεται έστω επείγον, τα δικαστήρια έχουν την ευχέρεια, και χωρίς την έκδοση ex parte διατάγματος, να ορίσουν την οποιαδήποτε ενώπιόν τους αίτηση σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, όπως είναι η υποχρέωση τους βάσει του Συντάγματος, και να ακούσουν και τις δύο πλευρές πριν αποφασίσουν να εκδώσουν οποιοδήποτε διάταγμα. Αυτό δεν είναι μόνο θέμα δικαιοσύνης και στοιχειώδους συμμόρφωσης με τα δικαστηριακά πλαίσια, είναι και θέμα διευκόλυνσης της διαδικασίας. Η εμπειρία δείχνει ότι διαδικασίες που αρχίζουν με ex parte διατάγματα έχουν επιπλοκές και δεν οδηγούν πουθενά».
(έμφαση δοθείσα)
Είναι προφανές ότι στην παρούσα περίπτωση δεν συνέτρεχαν τέτοιες ιδιάζουσες ή πιεστικές ή επείγουσες περιστάσεις, που να στοιχειοθετούσαν το κατεπείγον. Οι αναρτήσεις είχαν γίνει κατά την εβδομάδα από 11.4.26 μέχρι 18.4.26 και το αίτημα της Εφεσείουσας προς την πλατφόρμα για την αφαίρεση τους είχε απορριφθεί από τις 19.4.26. Η Εφεσείουσα άφησε τον χρόνο να διαρρεύσει μέχρι τις 5.6.26, που αποτάθηκε στο Δικαστήριο. Δεν είναι λογικό, στη βάση δικής της αργοπορίας, να προβάλλει την περίπτωση ως τόσο πιεστική που να μην μπορούσε να ακουστεί η άλλη πλευρά (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση των C.M.K. Metal Construction Ltd κ.ά., Πολ. Αίτ. 138/18, ημερ. 7.11.18).
Ούτε τα διατάγματα τα οποία ζητούντο ήταν τέτοιας φύσης, η οποία να επέβαλλε την κατεπείγουσα και μονομερή εξέταση της αίτησης, ιδιαίτερα όταν μεταξύ αυτών ζητούντο και προστακτικά διατάγματα, τα οποία εκδίδονται με εξαιρετική φειδώ και μόνον όταν η υπόθεση είναι ξεκάθαρη (βλ. «Διατάγματα», Γ. Ερωτοκρίτου & Π. Αρτέμης, (2016), σ. 87 + 179). Οι αναρτήσεις είχαν γίνει από τον Απρίλιο του 2026 και για ενάμιση μήνα, μέχρι τις 5.6.26 δεν υπήρξε άλλη παρόμοια ενέργεια.
Το ότι η Εφεσείουσα δεν καταχώρισε την αίτηση της νωρίτερα, κατεδείκνυε περαιτέρω πως ούτε το ζήτημα έναρξης της διαιτησίας ήταν τόσο πιεστικό. Με ανάλογες συνέπειες και στα διεκδικούμενα διατάγματα για αποκάλυψη πληροφοριών. Υπό την έννοια ότι και αυτό το θέμα θα μπορούσε να εξεταστεί μετά από λίγες ημέρες κατόπιν ειδοποίησης και στον αντίδικο, όπως επιβάλλουν οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης. Άλλωστε σε όλες τις περιπτώσεις, στις οποίες ζητούνται τέτοιου είδους πληροφορίες, ήτοι για έναρξη διαδικασίας, εννοείται πως αυτές είτε υπάρχουν είτε όχι. Δεν κινδυνεύει να διαφοροποιηθεί η ύπαρξη ή η κατάσταση των πληροφοριών με την επίδοση της αίτησης στον αντίδικο. Κατεπείγον δυνατόν να είναι η αναγκαιότητα για προώθηση υπόθεσης (αγωγής ή διαιτησίας) στη βάση τέτοιων πληροφοριών. Στην παρούσα περίπτωση διεφάνη πως δεν ήταν τέτοια η περίπτωση αφού η Εφεσείουσα αποτάθηκε στο Δικαστήριο μετά από ενάμιση μήνα. Επισημαίνεται δε πως η διαιτησία δεν έχει καταχωριστεί μέχρι σήμερα.
Κατά συνέπειαν η δική μας κρίση είναι πως η αίτηση ούτως ή άλλως δεν θα μπορούσε να επιτύχει ως μονομερής, με αντίστοιχες συνέπειες και στην παρούσα έφεση, αφού θα υπόκειτο σε απόρριψη και για αυτόν τον λόγο.
Κατάληξη
Στη βάση όλων των πιο πάνω η έφεση απορρίπτεται.
Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.
Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.
Θ. ΘΩΜΑ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο