ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 192/2026)
04 Αυγούστου 2026
[Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Α. ΚΟΝΗΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ/ΣΤΕΣ]
JASPREET SINGH JASPREET SINGH,
Εφεσείοντας,
v.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
___________________
Α. Τσαγγαρίδης, για τον Εφεσείοντα.
Σ. Χ’’Κωνσταντή, για την Εφεσίβλητη, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα.
ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.
ΑΠΟΦΑΣΗ
(Αυθημερόν)
ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.: Ο εφεσείοντας στην παρούσα έφεση διεκδικεί την ανατροπή της διαταγής κράτησης του, την οποία διέταξε Επαρχιακό Δικαστήριο – στο εξής πρωτόδικο Δικαστήριο - μέχρι τις 13.11.2026, το οποίο τον παρέπεμψε σε απευθείας δίκη ενώπιον Κακουργιοδικείου.
Το κατηγορητήριο που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου, παραπέμποντος, Δικαστηρίου περιλαμβάνει δέκα κατηγορίες, αφορώσες, οι τρεις σε εισαγωγή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α, τρεις σε κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α, τρεις σε κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α με σκοπό την προμήθεια και μία κατηγορία για χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού συνεκτίμησε καθετί που βρισκόταν ενώπιον του έκρινε, κατ’ αρχάς, ότι το μαρτυρικό υλικό που ήταν στη διάθεση της αστυνομίας και τέθηκε ενώπιον του, δικαιολογούσε συμπέρασμα πως υπήρχε πιθανότητα καταδίκης και αναμενόμενο είναι σε περίπτωση καταδίκης να επιβληθούν αυστηρές ποινές, λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων που ο εφεσείοντας αντιμετωπίζει, προερχόμενης από τις προβλεπόμενες ποινές, ήτοι ποινή φυλάκισης δώδεκα ετών για τις κατηγορίες που αφορούν στο αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α και ποινές φυλάκισης δια βίου για τις υπόλοιπες κατηγορίες. Κατέληξε, ως εκ τούτου, αν και αναφέρθηκε και συνυπολόγισε τις προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα, ότι αυτές δεν ήταν ικανές να υπερφαλαγγίσουν το δημόσιο συμφέρον για την απονομή της δικαιοσύνης το οποίο επέβαλε την εξασφάλιση της παρουσίας του κατηγορούμενου στη δίκη δια της κράτησης του.
Με τέσσερεις λόγους έφεσης ο εφεσείοντας ισχυρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα αποφάσισε πως τέθηκαν ενώπιον του στοιχεία που δημιουργούσαν συμπέρασμα ότι υπήρχε κίνδυνος φυγοδικίας (πρώτος λόγος έφεσης), ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε το ζήτημα της κράτησης έχοντας ενώπιον του έκδηλα ελαττωματικό κατηγορητήριο (δεύτερος λόγος έφεσης), ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα δεν εξέτασε άλλα ηπιότερα ή/και λιγότερο παρεμβατικά μέτρα, ως οι εισηγήσεις του εφεσείοντα για την απόλυση του υπό όρους, και ούτε προέβη σε ορθή αντισταθμιστική εξέταση των διακυβευόμενων συμφερόντων και των ενώπιον του δεδομένων (τρίτος λόγος έφεσης), ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα δεν εξέτασε άλλα ηπιότερα και/ή λιγότερο παρεμβατικά μέτρα για την απόλυση του εφεσείοντα υπό όρους (τέταρτος λόγος έφεσης).
Έχουμε μελετήσει με κάθε δυνατή προσοχή τις γραπτές αγορεύσεις που έθεσαν ενώπιον μας, με ενάργεια, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, αντιπρόσωποι των διαδίκων. Διατηρούμε κατά νου όλες τις θέσεις, τα επιχειρήματα και σχετική νομολογία που προωθούνται μέσα από το περιεχόμενο των εν λόγω αγορεύσεων. Θα συνεκτιμηθεί καθετί κατά την εξαγωγή των συμπερασμάτων μας, στο βαθμό που είναι απαραίτητο για την αιτιολόγηση της απόφασης μας.
Αναφορικά με τον πρώτο λόγο έφεσης, προωθούνται, μέσα από την αιτιολογία αλλά και την αγόρευση του συνηγόρου του εφεσείοντα, θέσεις περί ελλείψεων στο μαρτυρικό υλικό, τις οποίες το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη και, ως εκ τούτου, λανθασμένα κατέληξε ότι υπάρχει πιθανότητα καταδίκης. Ειδικότερα, προωθείται η θέση ότι η μαρτυρία, εκ μέρους της αστυνομίας, περί φυσικού ελέγχου των αντικειμένων που είχαν ως παραλήπτη τον εφεσείοντα, πως πρόκειται για αποξηραμένες κεφαλές που ομοιάζουν με το φυτό μήκων της υπνοφόρου (παπαρούνα) δεν ήταν αρκετή, χωρίς την ανάλυση από ειδικό εμπειρογνώμονα ότι οι εν λόγω κεφαλές περιέχουν ναρκωτικές ουσίες. Γίνεται λόγος, εκ μέρους του συνηγόρου του εφεσείοντα, για ύπαρξη πολλών ειδών παπαρούνας που δεν περιλαμβάνουν όλα ναρκωτικές ουσίες αλλά μόνο ένα συγκεκριμένο είδος περιέχει οπιούχες ουσίες από τις οποίες παράγονται ναρκωτικά.
Είναι γεγονός ότι ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν τέθηκε μαρτυρία, προερχόμενη από επιστημονική ανάλυση, αναφορικά με το κατά πόσον στις αποξηραμένες κεφαλές που εντοπίστηκαν στην κατοχή του εφεσείοντα περιλαμβάνεται και ποσότητα ναρκωτικού φαρμάκου Τάξεως Α. Ωστόσο, διαπιστώνουμε πως ενώπιον του Δικαστηρίου βρισκόταν η κατάθεση των λοχία 1202 και αστυφύλακα 995 της ΥΚΑΝ οι οποίοι ανέφεραν ότι στις 27.06.2026 ανοίχθηκε το πακέτο που παραδόθηκε στις 29.06.2026 στον εφεσείοντα οπότε εντοπίστηκαν σ’ αυτό τέσσερεις (4) νάιλον συσκευασίες, και αφού έγινε φυσικός έλεγχος από μέλη της ΥΚΑΝ διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για αποξηραμένες κεφαλές που ομοίαζαν με το φυτό μήκων η υπνοφόρος (παπαρούνα), ενώ σε έρευνα που δεξάχθηκε στο σπίτι του εφεσείοντα ανευρέθηκαν και άλλες ποσότητες μείγματος παπαρούνας, τις οποίες ο εφεσείοντας αποδέχθηκε ότι εισήγαγε από το εξωτερικό με τον ίδιο τρόπο, στο παρελθόν. Σημειωτέον ότι ο εφεσείοντας στην ανακριτική του κατάθεση αποδέχεται πως πρόκειται για φυτά μήκωνος η υπνοφόρος και δίδει την εξήγηση πως αν γνώριζε ότι απαγορεύονταν στην Κύπρο δεν θα τα εισήγαγε. Επιπλέον, παρατηρούμε ότι, ως προς την προϋπόθεση της πιθανότητας καταδίκης, προκύπτει από τα πρακτικά της πρωτόδικης διαδικασίας πως ο συνήγορος του εφεσείοντα τοποθετήθηκε ευθέως ότι δεν αμφισβητούσε την πιθανότητα καταδίκης, ούτε βέβαια και την επιβολή αυστηρών ποινών σε περίπτωση καταδίκης, παρά μόνο η ένσταση του στην κράτηση εδραζόταν επί των προσωπικών περιστάσεων του εφεσείοντα.
Σε επίπεδο κυπριακής νομοθεσίας, προκύπτει από τον Πρώτο Πίνακα του Ν. 29/1977, ως έχει τροποποιηθεί, ότι στα ελεγχόμενα Φάρμακα Τάξεως Α περιλαμβάνονται τα «Στελέχη Μήκωνος της υπνοφόρου (Poppy-straw) και συμπύκνωμα στελεχών μήκωνος της υπνοφόρου (Concentrate of poppy straw)».
Κρίνουμε ότι υπό τα πιο πάνω δεδομένα, το πρωτόδικο Δικαστήριο νομιμοποιούνταν, για σκοπούς της διαδικασίας που επιλαμβανόταν, και όχι για σκοπούς τελικών συμπερασμάτων της κύριας δίκης, να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι υπήρχε ενώπιον του μαρτυρικό υλικό το οποίο μπορούσε να οδηγήσει σε πιθανότητα καταδίκης, αλλά, και υπό τις δεδομένες περιστάσεις, κίνδυνος φυγοδικίας. Κατ’ επέκταση η κρίση του ήταν ορθή.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος.
Όσον αφορά στον δεύτερο λόγο έφεσης, με τον οποίο ο εφεσείοντας παραπονείται ότι ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου υπήρχε ένα έκδηλα ελαττωματικό κατηγορητήριο, οι αιτιάσεις που προωθούνται είναι πως (α) η ποσότητα που ενδεχομένως εισάχθηκε, και αν πράγματι εντοπιστούν σ’ αυτήν ναρκωτικές ουσίες, είναι απειροελάχιστη και όχι αυτή η οποία αναγράφεται στο κατηγορητήριο, (β) ελλείπει οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με τις κατηγορίες που αφορούν στην κατοχή με σκοπό την προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα, η δε πρόθεση προμήθειας σε τρίτα πρόσωπα εξάχθηκε αυθαίρετα από τον λανθασμένο τρόπο καταμέτρησης του βάρους, και (γ) η αστυνομία δεν εντόπισε οποιοδήποτε εξοπλισμό ο οποίος θα μπορούσε να θεμελιώσει την παρασκευή ναρκωτικών ουσιών ή και την εξαγωγή ναρκωτικής ουσίας από τα ανευρεθέντα αποξηραμένα φυτά. Κρίνουμε ότι οι συναφείς θέσεις και τα επιχειρήματα που αφορούν σε ελαττωματικό κατηγορητήριο δεν μπορούν να εξεταστούν στο πλαίσιο της παρούσας έφεσης. Θα πρέπει να τεθούν ενώπιον του Κακουργιοδικείου στο οποίο παραπέμφθηκε ο εφεσείοντας. Όσον αφορά στις αιτιάσεις αυτές καθ’ αυτές, ομοίως, κρίνουμε ότι σχετίζονται με κατοπινό στάδιο της πρωτόδικης διαδικασίας.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος έφεσης, κρίνεται αβάσιμος.
Αναφορικά με τους τρίτο και τέταρτο λόγους έφεσης, οι οποίοι, ειρήσθω εν παρόδω, είναι πανομοιότυποι και θα συνεξετασθούν, μελετώντας την πρωτόδικη, εκκαλούμενη, απόφαση, διαπιστώνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στις προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα και, με αναφορά σε σχετική νομολογία, έκρινε ότι δεν προέκυπτε από αυτές πως ο εφεσείοντας διατηρεί ισχυρούς δεσμούς με την Κυπριακή Δημοκρατία. Οι προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα συνίστανται στο ότι είναι ηλικίας 26 ετών, κατάγεται από την Ινδία και ήρθε στην Κύπρο προ τριών χρόνων περίπου, είναι φοιτητής και ταυτόχρονα εργάζεται σε εστιατόριο τα τελευταία 2,5 χρόνια, πρόκειται να ανανεώσει την βίζα του για να συνεχίζει τις σπουδές του για να γίνει επαγγελματίας σεφ. Στην Κύπρο βρίσκεται και η αρραβωνιαστικιά του η οποία εργάζεται, επίσης, σε εστιατόριο, αλλά αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας, ειδικότερα έχει προβλήματα με την καρδία της, με το ζάχαρο της και την πίεση της. Έχει άσθμα, «πρόβλημα με τον εγκέφαλο της» και παθαίνει κρίσεις πανικού. Ο δε εφεσείοντας είναι το μόνο άτομο που μπορεί να την φροντίσει.
Δεν θεωρούμε ότι η αξιολόγηση από το πρωτόδικο Δικαστήριο των προαναφερόμενων προσωπικών συνθηκών ήταν, υπό τις περιστάσεις, λανθασμένη, συνεκτιμούμενη με τις υπόλοιπες περιστάσεις, ήτοι σοβαρότητα αδικημάτων, πιθανότητα καταδίκης και αναμενόμενες αυστηρές ποινές.
Κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ενήργησε εντός των νομολογιακών παραμέτρων και αποτίμησε ορθά την πιθανότητα ο εφεσείοντας να διαφύγει και να μην εμφανισθεί στη δίκη του (δέστε υπόθεση (1) Θεοχάρους κ.α. v. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 48 και (2) Κουννάς κ.α. v. Δημοκρατίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 423). Όσον αφορά στα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει η αρραβωνιαστικιά του εφεσείοντα, αναμένεται ότι αυτή θα ζητήσει όταν χρειάζεται βοήθεια και στήριξη από τις αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους, οι οποίες, θεωρούμε δεδομένο, ότι θα ανταποκριθούν.
Συνακόλουθα οι τρίτος και τέταρτος λόγοι έφεσης κρίνονται αβάσιμοι.
Εν’ όψει όλων των προαναφερόμενων, η έφεση απορρίπτεται.
Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.
Α. ΚΟΝΗΣ, Δ.
Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο