ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 214/2026)
31 Αυγούστου 2026
[ΣΤ. ΣΤΑΥΡΟΥ, ΠΡΟΕΔΡΟΣ]
[ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΜΙΧΑΗΛ ΚΑΜΑΡΛΙΓΚΟΣ,
Εφεσείοντας,
v.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
_______________________
Α. Χρ. Αλεξάνδρου, για τον Εφεσείοντα.
Ε. Μανώλη (κα), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη.
ΣΤΑΥΡΟΥ, Π.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Χριστοδουλίδου‑Μέσσιου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(αυθημερόν)
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.: Η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να διατάξει την κράτηση του Κατηγορούμενου – Εφεσείοντα μέχρι την 1/9/2026 που είναι ορισμένη για Ακρόαση η υπόθεση 4971/2026 η οποία καταχωρήθηκε εναντίον του στις 18/8/2026, αμφισβητείται με τρεις λόγους έφεσης.
Στο κατηγορητήριο της εν λόγω υπόθεσης περιλαμβάνονται 12 κατηγορίες, οι οποίες αφορούν, μεταξύ άλλων, αδικήματα για βία στην οικογένεια και ειδικότερα, απειλή, παρενόχληση, πρόκληση ψυχικής βλάβης και άσκηση ψυχολογικής βίας, παραβίαση διατάγματος Δικαστηρίου που έχει εκδοθεί στις 19/5/2026 στην ποινική υπόθεση 2779/2026 σύμφωνα με το οποίο απαγορευόταν στον κατηγορούμενο να παρενοχλεί με οποιονδήποτε τρόπο την παραπονούμενη Κ.Κ., και καταφρόνηση του Δικαστηρίου, και πάλι για το διάταγμα που αναφέρεται πιο πάνω.
Ο πρώτος λόγος έφεσης προβάλλει ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο διέταξε την κράτηση του εφεσείοντα μέχρι την 1/9/2026 βασιζόμενο στον κίνδυνο διάπραξης άλλου αδικήματος καθότι λανθασμένα κατέληξε ότι ο εφεσείοντας παρουσιάζει ροπή προς το έγκλημα στηριζόμενο σε τέσσερις υποθέσεις που εκκρεμούν εναντίον του, δύο εκ των οποίων αφορούν αδικήματα που έχουν διαπραχθεί αρκετό χρονικό διάστημα προηγουμένως. Με τον δεύτερο λόγο έφεσης αμφισβητείται η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο εφεσείοντας είναι σοβαρά, γεγονός που έκρινε, όπως προβάλλει ο εφεσείοντας, στηριζόμενο μόνο στις προβλεπόμενο από το νόμο ποινές και χωρίς να έχει ενώπιον του το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης. Αντικείμενο του τρίτου λόγου έφεσης είναι η θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αποφάσισε ότι αν ο εφεσείοντας αφεθεί ελεύθερος, θα διαπράξει άλλο αδίκημα χωρίς να προβεί σε ορθή εκτίμηση του συνόλου των στοιχείων και των επιχειρημάτων που τέθηκαν ενώπιον του.
Μετά την καταχώρηση της υπόθεσης 4971/2026 εναντίον του εφεσείοντα ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στην οποία απάντησε μη παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση την 1/9/2026 και ώρα 11.00π.μ., υποβλήθηκε από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας Αρχής αίτημα ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως ο κατηγορούμενος παραμείνει υπό κράτηση, μέχρι την έναρξη της δίκης του. Το αίτημα κράτησης στηρίχθηκε στον κίνδυνο επαναδιάπραξης ιδίων ή άλλης φύσεως αδικημάτων και καταχωρήθηκε σχετικά ως Τεκμήριο το κατηγορητήριο της ποινικής υπόθεσης 2979/2026 που αφορά αδικήματα που διαπράχθηκαν και πάλι εναντίον της παραπονούμενης στις 11, 12 και 13/5/2026 για παρόμοιας φύσης αδικήματα στο πλαίσιο της οποίας το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα με βάση το οποίο απαγορευόταν στον κατηγορούμενο να παρενοχλεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο την Κ.Κ.
Κατατέθηκαν επίσης ως Τεκμήρια ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου τα κατηγορητήρια άλλων τριών υποθέσεων που εκκρεμούν εναντίον του κατηγορουμένου εφεσείοντος και συγκεκριμένα τα κατηγορητήρια των υποθέσεων 5293/2025, 3727/2026 και 6717/22, οι οποίες αφορούν το αδίκημα της απειλής. Δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση από τη συνήγορο της κατηγορούσας αρχής στην ύπαρξη διατάγματος που είχε εκδοθεί εναντίον του λίγους μήνες προηγουμένως, με το οποίο του απαγορευόταν να πλησιάζει την πρώην συμβία του Κ.Κ., το οποίο δεν στάθηκε ικανό να τον αποτρέψει από του να διαπράξει και πάλι νέα αδικήματα και εισηγήθηκε ότι κανένας άλλος τρόπος πλην της έκδοσης διατάγματος κράτησης του, μπορεί να τεθεί για να εξασφαλιστεί η αποτροπή αυτού του κινδύνου.
Ο συνήγορος του κατηγορούμενου έφερε ένσταση στην κράτηση του προβάλλοντας, ότι οι 2 από τις 4 υποθέσεις που εκκρεμούν εναντίον του κατηγορουμένου και τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου αφορούν αδικήματα που έχουν λάβει χώρα αρκετό χρόνο προηγουμένως και υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώρηση τους από την αστυνομία, οι άλλες δύο υποθέσεις που εκκρεμούν εναντίον του κατηγορούμενου δεν είναι ιδιαίτερης σοβαρότητας αφού από το μαρτυρικό υλικό που βρίσκεται στην κατοχή της υπεράσπισης, φαίνεται ότι η παραπονούμενη ανέφερε ότι ουδέποτε ο κατηγορούμενος άσκησε οποιαδήποτε μορφής σωματική βία εναντίον της.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, παρέθεσε στην εκκαλούμενη απόφαση του, τη νομολογία που περιβάλλει το ζήτημα έκδοσης κράτησης κατηγορουμένου μέχρι τη δίκη του, με βάση την πιθανότητα διάπραξης νέων αδικημάτων και εξετάζοντας τα κατηγορητήρια των υποθέσεων που εκκρεμούν εναντίον του κατηγορουμένου αποφάσισε ότι δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος κράτησης του στη βάση του κινδύνου διάπραξης νέων αδικημάτων, αφού έλαβε υπόψη του τις ημερομηνίες των αποδιδόμενων στον κατηγορούμενο αδικημάτων και τη φύση τους που είναι η ίδια τουλάχιστον σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις και μάλιστα πρόσφατες.
Έλαβε επίσης υπόψη του την έκδοση διατάγματος εναντίον του κατηγορουμένου στο πλαίσιο της υπόθεσης 2779/2026 το οποίο ο κατηγορούμενος φαίνεται να μην τήρησε, με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί η υπόθεση 4971/2026 εναντίον του και επίσης αναφερόμενο στις δύο άλλες υποθέσεις που αφορούν το αδίκημα της απειλής εναντίον άλλου προσώπου και όχι της παραπονούμενης, σημείωσε ότι αφορούν παρόμοιας φύσης αδικήματα και ότι ο χρόνος που κατ΄ισχυρισμό έχουν διαπραχθεί τα εν λόγω αδικήματα, είναι 18 και 14 μήνες αντίστοιχα πριν από την ημερομηνία της κατ΄ισχυρισμό διάπραξης των αδικημάτων της υπόθεσης 2779/2026, απορρίπτοντας έτσι τη θέση του συνηγόρου του κατηγορουμένου ότι αυτά αφορούν το μακρινό παρελθόν.
Απέρριψε επίσης τη θέση του συνηγόρου του κατηγορούμενου ότι τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος δεν είναι ιδιαίτερης σοβαρότητας αναφερόμενο τόσο στις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές, την επαναλαμβανόμενη κατ΄ισχυρισμό διάπραξη αδικημάτων από τον κατηγορούμενο σε σύντομο χρονικό διάστημα και τόνισε ξανά ότι ούτε η έκδοση διατάγματος με το οποίο απαγορευόταν στον κατηγορούμενο να παρενοχλεί καθ΄οιονδήποτε τρόπο την παραπονούμενη, φαίνεται να επενέργησε αποτρεπτικά για τον κατηγορούμενο.
Στο στάδιο ακρόασης της έφεσης, ο συνήγορος του εφεσείοντα ανέφερε ότι η παραπονούμενη, έχει αποσύρει το παράπονο της εναντίον του και ότι προς τούτο έχουν απευθύνει επιστολή προς το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για αναστολή της ποινικής υπόθεσης που έχει καταχωρηθεί εναντίον του. Η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής, ανέφερε σε σχέση με αυτό το θέμα ότι ο Έντιμος Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας έχει απορρίψει το αίτημα για αναστολή της εκκρεμούσας ποινικής διαδικασίας και ότι αύριο 1/9/2026 που είναι ορισμένη η υπόθεση για ακρόαση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, αναμένεται να ξεκινήσει η ακρόαση. Σημειώνουμε επίσης, ότι η παραπονούμενη, όπως έχει αναφερθεί από το συνήγορο του εφεσείοντα, είναι παρούσα στο Δικαστήριο και λαμβάνει γνώση των όσων έχουν λεχθεί.
Έχουμε με μεγάλη προσοχή ακούσει και εξετάσει τα όσα ο συνήγορος του εφεσείοντα έχει θέσει ενώπιόν μας με την επιχειρηματολογία του. Μας έχει, επίσης, απασχολήσει καθετί σχετικό με την υπό κρίση διαδικασία. Αντικείμενο εξέτασης από το Εφετείο σε τέτοιες περιπτώσεις είναι η ορθότητα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του θέματος, στη βάση των όσων είχαν τεθεί ενώπιόν του. Συνεπώς χρήσιμη είναι η επανάληψη των αρχών που αφορούν την ευχέρεια του Εφετείου να επεμβαίνει στην πρωτόδικη κρίση. Σχετικό είναι το κάτωθι απόσπασμα από την A.A.S. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 193/2022, ημερομηνίας 14.9.2022:
«Υπενθυμίζουμε ότι η κράτηση ενός υποδίκου μέχρι τη δίκη ή η επιβολή όρων για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του στο Δικαστήριο, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου με αφετηρία, βεβαίως, την ατομική ελευθερία και ότι η κράτηση αποτελεί μέτρο κατ' εξαίρεση (Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 130, 134). Επέμβαση του Εφετείου χωρεί αν διαπιστωθεί ότι αυτή η εξουσία δεν ασκήθηκε κατά τρόπο δικαστικό, είτε διότι εμφιλοχώρησαν εξωγενή στοιχεία, είτε γιατί παραγνωρίστηκαν κριτήρια που καθορίστηκαν από τη νομολογία ως προαπαιτούμενα (Dydi v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 103/2020 [σχ. με 104/2020], ημερ. 3/9/2020 και Γεωργίου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 131/2021, ημερ. 1/9/2021). Στην Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 109 λέχθηκε ότι «το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στα πρωτόδικα Δικαστήρια εκτός για πολύ σοβαρούς λόγους και σε εξαιρετικές περιπτώσεις». (Βλ. επίσης Μαυρομιχάλης ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 256 και Suleyman v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 120/20, 11.8.20), ECLI:CY:AD:2020:B286.»
Από το περιεχόμενο των λόγων έφεσης και την αιτιολογία αυτών διαπιστώνεται η ύπαρξη τέτοιας συνάφειας ώστε να παρέχεται ευχέρεια για παράλληλη εξέτασή τους μέσα από μία συνολική εξέταση της πρωτόδικης απόφασης και κρίσης.
Αρχίζουμε, από το νέο γεγονός που φαίνεται να έχει προκύψει, την απόσυρση του παραπόνου από την παραπονούμενη.
Παρόμοιο θέμα αντιμετώπισε το Εφετείο στην υπόθεση ΡΑΜΙ ΝΤΕΜΛΟΖ, v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 173/2026, ημερομηνίας 15/7/2026. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα:
«Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε στην απόφασή του τις τέσσερεις εκκρεμούσες υποθέσεις που ο εφεσείων αντιμετωπίζει, αναφερόμενο στο τι αφορούν. Δύο εξ αυτών αφορούν συναφή αδικήματα ενώ οι άλλες δύο αφορούν αδικήματα βίας στην οικογένεια. Τα φερόμενα αδικήματα παρουσιάζονται να διαπράχθηκαν από τον Μάρτιο του 2021 μέχρι και τον Ιούνιο του 2024. Δεν παρέλειψε, το πρωτόδικο Δικαστήριο, να αναφερθεί στις ένορκες δηλώσεις παραπονούμενων προσώπων στις υποθέσεις που αφορούν αδικήματα βίας στην οικογένεια με τις οποίες διαφοροποιούνται τα παράπονα αυτών. Όμως, ως εξήγησε, δεν ήταν σε θέση να διαπιστώσει την επίδραση αυτών των ενόρκων δηλώσεων στις εν λόγω υποθέσεις. Ως, περαιτέρω κατέληξε:
«Εξάλλου, αυτό το οποίο εξετάζεται είναι κατά πόσο αυτές οι υποθέσεις, για αυτό το υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μαζί με το Έγγραφο Α, το ποινικό μητρώο, είναι ικανά να πιθανολογήσουν κάποια ροπή ή τάση του κατηγορουμένου στο έγκλημα. Έχω υπόψη μου ότι τα αδικήματα, τα οποία αντιμετωπίζει με τις άλλες υποθέσεις, εκτός από τις δύο υποθέσεις που αφορούν παρόμοιας φύσης αδικήματα με το παρόν Κατηγορητήριο, ότι αφορούν άλλα αδικήματα, όμως η Νομολογία επιτρέπει σε κάποιο Δικαστήριο χωρίς αυτό φυσικά να επηρεάσει το τεκμήριο αθωότητας, καθότι δεν προβαίνει το Δικαστήριο σε οριστικά συμπεράσματα, κατά πόσο τα αδικήματα είναι παρόμοιας ή ανάλογης σοβαρότητας. Επισημαίνω ότι κάποια εκ των αδικημάτων τα οποία ειδικότερα αφορούν βία στην οικογένεια, επισύρουν μεγαλύτερη ποινή σε περίπτωση καταδίκης παρά το αδίκημα της κλοπής. Θεωρώ ότι αντιμετωπίζει αδικήματα μεγαλύτερης σοβαρότητας παρά το αδίκημα, το οποίο αντιμετωπίζει. Όλα αυτά συνολικά αποτιμώμενα σε συνάρτηση και με το κατηγορητήριο που αντιμετωπίζει, ότι αντιμετωπίζει και κατηγορίες ομοειδούς φύσεως ότι είναι ικανά να πιθανολογήσουν τάση για έγκλημα.
Θέλω να αναφέρω προτού προχωρήσω στην κατάληξή μου, έχω υπόψη μου και θα θέσω και την υπόθεση Δημοκρατία v. Θεμιστοκλέους, 84/24, ημερομηνίας 16/04/24, στην οποία απόφαση επισημάνθηκε ότι, «όπου τα υπό κατηγορία αδικήματα εμπίπτουν σε χρονική περίοδο, όπου ο κατηγορούμενος ήταν ελεύθερος με όρους σε άλλη υπόθεση για παρόμοια αδικήματα τότε αποκτά αυξημένη ισχύ κατά την εξέταση των υπό αναφορά αδικημάτων». Το ίδιο αναφέρθηκε, ως ανέφερα και προηγουμένως, στην υπόθεση Μπατιρίδης v. Αστυνομίας, και δίδω έμφαση σε αυτό το σημείο και να αναφέρω ότι εκτός του ότι από το ίδιο το υλικό που τέθηκε ενώπιόν μου, φαίνεται να υπάρχει μία τάση τουλάχιστον από το 2021 μέχρι σήμερα με το παρόν Κατηγορητήριο ροπής στο έγκλημα του κατηγορουμένου, όπου, φέρεται να διάπραξε αδικήματα, ενόσω τελούσε ελεύθερος με όρους. Αναφέρθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο ότι θα μπορούσε να θέσει όρους εγγύησης ή να καταθέσει μετρητά, όμως επαναλαμβάνω ότι ενώσω τελούσε με όρους, διάπραξε, φέρεται να διέπραξε άλλα αδικήματα.»
Δεν εντοπίζουμε σφάλμα στην ως άνω πρωτόδικη κρίση, ούτε μας βρίσκουν σύμφωνους τα παράπονα του εφεσείοντα. Από τα ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεδομένα, ήταν πλήρως δικαιολογημένη η κατάληξή του αυτή. Η επιθυμία παραπονούμενου προσώπου να μην διωχθεί το πρόσωπο το οποίο είχε καταγγείλει ή η απόσυρση παραπόνου εναντίον αυτού ουδόλως επηρεάζει το εξεταζόμενο θέμα. Άλλωστε, με βάση τη νομολογία, το τι αναζητείται είναι η ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος και όχι το πιθανό αποτέλεσμα άλλων υποθέσεων τις οποίες κατηγορούμενο πρόσωπο αντιμετωπίζει. Ούτε, φυσικά, η απόσυρση παραπόνου από παραπονούμενο πρόσωπο, από μόνη της, φανερώνει στοιχεία σε σχέση με τον χαρακτήρα του κατηγορουμένου προσώπου σχετικά με το υπό κρίση θέμα.»
Κατ΄ εφαρμογή των ανωτέρω, το επιχείρημα που έχει τεθεί, ότι δηλαδή η απόσυρση του παραπόνου από την παραπονούμενη αποτελεί νέο διαφοροποιητικό στοιχείο, το οποίο θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Εφετείο, απορρίπτεται.
Στην απόφαση του Εφετείου MAHER ALJUMAA v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 267/2025, ημερομηνίας 13.10.2025, εξετάζοντας το θέμα του κινδύνου επαναδιάπραξης αδικημάτων αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:
«Στην υπόθεση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΚΙΤΣΙΟΥ, Ποινική Έφεση 111/2025, ημερομηνίας 29.5.2025 λέχθηκαν τα εξής, αναφορικά με τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων:
«Οι αρχές που έχουν καθιερωθεί από τη Νομολογία για εξέταση του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων συνοψίστηκαν στην Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 47/24, ημερ. 11.3.2024 ως εξής:
«(1) Για την κατάληξη σε συμπέρασμα περί ύπαρξης πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία. Αρκεί αν με βάση όλα τα στοιχεία τα οποία τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα.
(2) Η πιθανολόγηση αναφέρεται σε ροπή προς το έγκλημα ή τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο μέλλον, για την οποία το Δικαστήριο δύναται να καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα, βασιζόμενο, μεταξύ άλλων, είτε στο ιστορικό του είτε στον χαρακτήρα του είτε στα περιστατικά της υπόθεσης ή σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της ή και σε διάφορες άλλες περιστάσεις.
(3) Τέτοια πιθανολόγηση δύναται μεταξύ άλλων να στοιχειοθετηθεί: (Α) Από το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου ή από εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις ή ποινικές υποθέσεις των οποίων αναμένεται η καταχώριση, νοουμένου ότι αφορούν αδικήματα ίδιας ή παρόμοιας φύσης ή ανάλογης σοβαρότητας, (β) Από το μαρτυρικό υλικό και από τα περιστατικά της υπό εκδίκαση υπόθεσης, κρινόμενα στην όψη τους (όπως έγινε στην υπόθεση Matznetter v. Austria, Appl. 2178/64, ημερ. 10.11.69 και στις υποθέσεις Κωνσταντινίδη και Χριστούδια, ανωτέρω)».»
Με κάθε σεβασμό προς τη θέση του συνηγόρου του εφεσείοντος, οι ισχυρισμοί του, φαίνεται να παραγνωρίζουν την αρχή ότι η φερόμενη διάπραξη αδικημάτων από κατηγορούμενο ο οποίος βρίσκεται ελεύθερος με όρους σε άλλη ποινική υπόθεση, αποτελεί αναγνωρισμένο από τη νομολογία παράγοντα, ο οποίος συνηγορεί υπέρ της διαπίστωσης κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων. Στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου POLINA HRISTOVA IGNATOVA v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 268/2025, ημερομηνίας 14.10.2025, λέχθηκαν τα εξής σχετικά:
«Αν είναι κάτι που θα μπορούσε να λεχθεί, επί του προκειμένου, είναι ότι επιπρόσθετο στοιχείο, στην παρούσα, προς υποστήριξη του δικαιολογημένου διαταγής κράτησης, αποτελεί το ότι η εφεσείουσα, ως προκύπτει από τα πρακτικά της διαδικασίας, φέρεται να τέλεσε τα υπό κρίση αδικήματα ενόσω τελούσε υπό όρους εγγύησης για άλλη σοβαρή υπόθεση συναφών αδικημάτων (βλ. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΝΤΕΜΛΟΖ, Ποινική Έφεση 100/25, ημερομηνίας 24.4.2025, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v. ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ, Ποινική Έφεση 84/24, ημερομηνίας 16.4.2024, ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. MOHAMMAD SERAQ κ.ά, Ποινική Έφεση 269/24, ημερομηνίας 23.1.2025.»
Ο εφεσείων υποστηρίζει περαιτέρω, ότι οι εκκρεμούσες εναντίον του ποινικές υποθέσεις δεν συνιστούν επιβεβαίωση του ενδεχομένου ότι θα διαπράξει άλλο αδίκημα.
Υπενθυμίζουμε συναφώς τα πιο κάτω λεχθέντα στην Seraq, ανωτέρω:
«Ως προς το ότι επιτρέπεται η εξαγωγή συμπερασμάτων περί ροπής του κατηγορούμενου από το μαρτυρικό υλικό, προσθέτουμε ότι και στην Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 133/24, ημερ. 11.7.2024 είχαν λεχθεί τα εξής:
«Ωσαύτως, πέραν των εκκρεμουσών ποινικών υποθέσεων στην εκτίμηση του υπό αναφορά κινδύνου μπορούν να ληφθούν υπόψη στοιχεία προερχόμενα από την ίδια την υπόθεση την οποία ο υπόδικος αντιμετωπίζει (βλ. Matznetter v. Austria (1969) Αίτηση 2178/66, ημερ. 1011.1969, Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 109, Χριστούδια ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 689, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 271/23, ημερ. 24.1.2023, Παναγή ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 152/24, ημερ. 25.6.2024)».
To ουσιώδες είναι να εξετάζεται κατά πόσο, στη βάση όλων των υφιστάμενων ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχείων, δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει πιθανότητα διάπραξης νέων αδικημάτων στο ενδιάμεσο διάστημα (βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 290/24, ημερ. 9.12.2024, Θεοχάρους ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 217/24, ημερ. 22.10.2024). Για κατάληξη σε τέτοιο συμπέρασμα δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία [βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας, (ανωτέρω)].»
Όσον αφορά το επιχείρημα, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο εφεσείοντας χωρίς να έχει ενώπιον του το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης στηριζόμενο μόνο στις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές, απλή ανάγνωση της πρωτόδικης απόφασης καταδεικνύει ότι αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του την επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά του εφεσείοντα τόσο έναντι της παραπονουμένης όσο και τρίτου προσώπου που φαίνεται να έχει λάβει χώρα σε σύντομο χρονικό διάστημα από την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης, αλλά και τον αριθμό τον περιπτώσεων που φαίνεται να έχει διαπράξει εναντίον της παραπονουμένης το αδίκημα της απειλής. Έλαβε επίσης υπόψη του την έκδοση διατάγματος εναντίον του εφεσείοντα που φάνηκε να μην ήταν αρκετό να τον αποτρέψει από τη διάπραξη νέων αδικημάτων, το γεγονός ότι είχαν τεθεί προηγουμένως στο πλαίσιο άλλης ποινικής υπόθεσης όροι για εξασφάλιση της παρουσίας του στο Δικαστήριο, οι οποίοι και πάλι δεν ήταν αρκετοί για να τον αποτρέψουν να διαπράξει νέα αδικήματα, αλλά είχε επίσης ενώπιον του τα κατηγορητήρια των άλλων υποθέσεων που αντιμετωπίζει ο εφεσείοντας, στις λεπτομέρειες αδικημάτων των οποίων προκύπτουν τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζονται οι κατηγορίες.
Προκύπτει αβίαστα από όλα τα πιο πάνω, αλλά και την παράθεση της νομολογίας, ότι η θέση του συνηγόρου του εφεσείοντος ουσιαστικά ότι απαιτείται επιβεβαίωση του ενδεχομένου ότι ο εφεσείων θα διαπράξει άλλο αδίκημα δεν ευσταθεί. Δεν απαιτείται από τη νομολογία βεβαιότητα, αλλά η δημιουργία ισχυρής εντύπωσης ότι υπάρχει πιθανότητα διάπραξης νέων αδικημάτων. Στην παρούσα υπόθεση αυτή η ισχυρή εντύπωση σαφέστατα υπάρχει.
Η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, είναι και ορθή και αιτιολογημένη. Δεν υπάρχει περιθώρια παρέμβασης μας. Κανένας από τους τρεις λόγους έφεσης που προβάλλονται έχει έρεισμα, οι οποίοι και απορρίπτονται.
Ως εκ των ανωτέρω, η έφεση απορρίπτεται στην ολότητα της και η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.
ΣΤ. ΣΤΑΥΡΟΥ, Π.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο