ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 11/2026)
24 Σεπτεμβρίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
YOUSEF AL ATRASH,
Εφεσείων,
v.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
______________________________
Α. Ξυψιτή (κα), για τον Εφεσείοντα
Γ. Αργυρού για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Χριστοδουλίδου‑Μέσσιου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.: Ο εφεσείοντας παραδέχτηκε πρωτόδικα το αδίκημα της κλοπής. Πρόκειται για ηλεκτρικό μοτοποδήλατο αξίας €1.500. Κατά την επιβολή ποινής λήφθηκαν υπ' όψιν άλλες δύο υποθέσεις τις οποίες ο εφεσείοντας επίσης παραδέχτηκε, η μία εκ των δύο αφορούσε το αδίκημα της κλεπταποδοχής σχετικά με ηλεκτρικό σκούτερ αξίας €470, ενώ η άλλη το αδίκημα της εξασφάλισης πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις για το ποσό των €134,50. Όπως αναφέρθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ο εφεσείοντας ήταν πρόσωπο λευκό ποινικού μητρώου και τα κλοπιμαία αντικείμενα ανευρέθηκαν και αποδόθηκαν στους δικαιούχους τους.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο του επέβαλε ποινή φυλάκισης 18 μηνών η οποία διέταξε όπως εκτελεστεί άμεσα. Με την παρούσα έφεση ο εφεσείοντας αρχικά προσέβαλε ως υπερβολική την ποινή που του έχει επιβληθεί (πρώτος λόγος έφεσης) και προβάλλει επίσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο θα έπρεπε να αναστείλει την ποινή φυλάκισης που του επέβαλε θεωρώντας ότι δεν άσκησε ορθά τη διακριτική του ευχέρεια επιβάλλοντας την άμεση εκτέλεσή της (δεύτερος λόγος έφεσης).
Κατά το στάδιο της ακρόασης, η ευπαίδευτη συνήγορος του εφεσείοντα απέσυρε τον πρώτο λόγο έφεσης και έθεσε ενώπιόν μας τα επιχειρήματά της που δικαιολογούν, κατά την άποψή της, την επέμβαση του Εφετείου αναφορικά με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου που είχε ως αποτέλεσμα τη μη αναστολή της ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε.
Συνοπτικά, είναι η θέση της συνηγόρου του εφεσείοντα ότι το σφάλμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν εντοπίζεται στην αναγνώριση των αρχών αφού δέχεται ότι όντως το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε τις ορθές αρχές της νομολογίας και τον τρόπο με τον οποίο αποφασίζεται η αναστολή ή μη ποινής φυλάκισης, αλλά στην εφαρμογή τους στα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης. Ιδιαίτερα, είναι η θέση της ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψιν του τις ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες που έχει όχι μόνο για τον ίδιο τον εφεσείοντα αλλά και για την οικογένειά του η επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης τονίζοντας ότι η οικογένειά του βρίσκεται σε κατάσταση εξαιρετικής ανάγκης και εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη δική του υποστήριξη. Ήταν η θέση της ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν μέτρησε σωστά, υπέρ της χορηγήσεως αναστολής της ποινής που επέβαλε, το λευκό ποινικό μητρώο του εφεσείοντα, την παραδοχή του, την έμπρακτη μεταμέλειά του και το γεγονός ότι είχαν ανευρεθεί τα κλοπιμαία και επιστράφηκαν στους ιδιοκτήτες τους.
Αντίθετη είναι η θέση του συνηγόρου για την Κατηγορούσα Αρχή ο οποίος υπεραμύνεται της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου να μην αναστείλει την ποινή φυλάκισης δίδοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στη διαγωγή του εφεσείοντα μετά τη διάπραξη αδικήματος στην παρούσα υπόθεση. Ειδικότερα, ως αναφέρει, η ημερομηνία κλοπής του μοτοποδηλάτου ήταν στις 3.6.2024 ενώ το αδίκημα της εξασφάλισης πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις, που λήφθηκε υπ' όψιν για σκοπούς επιβολής ποινής στην παρούσα, έλαβε χώραν στις 8.11.24, δηλαδή μετά τη διάπραξη του αδικήματος για το οποίο του επιβλήθηκε ποινή στην εφεσιβαλλόμενη απόφαση. Είναι η θέση του ότι η διαγωγή του εφεσείοντα μετά τη διάπραξη του αδικήματος της παρούσας υπόθεσης είναι επιβαρυντική και του αφαιρεί κάθε έρεισμα προσδοκίας για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε.
Μόλις στις 9.7.2026 στα πλαίσια της απόφασής μας MENCHITA RIMAS TIAGO v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 103/2026, σημειώσαμε τα ακόλουθα:
«Το Εφετείο προέβη προσφάτως σε μια επισκόπηση της νομολογίας σε σχέση με το ζήτημα της αναστολής στην ΑΡΤΖΑΝΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 3/2026, ημερομηνίας 22.6.2026. Λέχθηκαν τα εξής:
«Σύμφωνα με το Άρθρο 3 (2) του περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιστάσεις Νόμου του 1972, Ν.95/1972, αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης διατάσσεται αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου (ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΤΖΙΑΟΥΧΑΡΗ, (2005) 2 Α.Α.Δ. 161).
Σύμφωνα με την ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v. ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ. 168/2016, ημερομηνίας 19.4.2018:
«Η απόφαση για αναστολή της ποινής ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου, στην απουσία δε οποιουδήποτε λάθους αρχής δεν δικαιολογείται η επέμβαση του Εφετείου».
Ως εξηγείται στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΜΥΛΩΝΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2017, ημερομηνίας 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537:
«Όπως αναλύεται το όλο ζήτημα στην υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, 938‑939:
“Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 22). Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες ‑ είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς ‑ οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.”
Το θέμα της αναστολής παραμένει πρωτίστως εντός της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Οι μετριαστικοί όμως παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της ποινής και του ύψους της δεν μπορούν να είναι ταυτόσημοι και να αποτελούν ταυτόχρονα και αιτιολογία για την αναστολή της ποινής φυλάκισης. Το σύνολο των περιστάσεων μαζί με τα προσωπικά περιστατικά του παραβάτη θα πρέπει να αναδύουν μία εικόνα που να δικαιολογεί την απόφαση για αναστολή. Όπως για παράδειγμα η απόφαση στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσάνθου Πολ. Έφεση Αρ. 137/2015, ημερομηνίας 23.6.2018, όπου μετά την ανατροπή της πρωτόδικης αθωωτικής απόφασης, προσμέτρησαν ως ιδιαίτεροι παράγοντες για αναστολή της επιβληθείσας από το Εφετείο ποινής η μεγάλη πάροδος του χρόνου και η ύπαρξη νέων δεδομένων όπως ο αρραβώνας και ο προγραμματισμός γάμου και η απόκτηση παιδιού στο μεταξύ.»
(βλ. Επίσης, ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΚΑΛΛΙΚΑ, Ποινική Έφεση Αρ. 268/2022, ημερομηνίας 30.9.2025).
Μόλις στις 4.6.2026, στην ΣΠΥΡΟΥ V. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 300/2025, ημερομηνίας 4.6.2026, είχαμε την ευκαιρία να πραγματευτούμε το ζήτημα της αναστολής εκτέλεσης επιβληθείσας ποινής φυλάκισης σε όμοιας φύσης υπόθεση, παραπέμποντας στην ΑΡΓΥΡΙΔΗΣ κ.ά. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2013) 2 Α.Α.Δ. 449.
Καθίσταται προφανές ότι το τι έχει σημασία σε τέτοιες περιπτώσεις είναι οι ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης και του κατηγορούμενου ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσον δικαιολογείται η κρίση για αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης στη βάση των πιο πάνω αρχών.»
Όπως φαίνεται από την πρωτόδικη απόφαση, το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπ' όψιν του την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που έγινε αναφορικά με τον εφεσείοντα στην οποία αναδιπλώνονται οι προσωπικές του περιστάσεις και δη το γεγονός ότι κατάγεται από την Παλαιστίνη, έχει έξι αδέλφια και ότι βοηθά οικονομικά την οικογένειά του όταν εργάζεται. Ορθά έλαβε επίσης υπ' όψιν του τη σοβαρότητα των αδικημάτων που παραδέχτηκε ο εφεσείοντας όπως αυτή αντανακλάται από τη σχετική νομοθεσία και τη νομολογία. Έλαβε επίσης υπ' όψιν του τη συχνότητα διάπραξης αδικημάτων φύσεως ως αυτά που παραδέχτηκε ο εφεσείοντας, γεγονός που καταδεικνύει αφενός τη σοβαρότητά τους και αφετέρου επιτάσσει όπως τα Δικαστήρια προσεγγίζουν με αυστηρότητα τέτοια αδικήματα με σκοπό την αποτροπή τους. Σημείωσε επίσης ότι στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος είχε παραδεχτεί και άλλες υποθέσεις εκτός από αυτήν υπό εκδίκαση και το γεγονός ότι το Δικαστήριο σε τέτοια περίπτωση μπορεί να επιβάλλει μεγαλύτερη ποινή στις ποινές που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο από εκείνην που θα επέβαλε εάν είχε ενώπιόν του μόνο τις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο (βλ. σχετικά ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ v. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2005) 2 Α.Α.Δ. 598). Τέλος, έλαβε υπ' όψιν του τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, το λευκό ποινικό μητρώο του εφεσείοντα και την παραδοχή του όπως και το γεγονός ότι τα αντικείμενα της κλοπής ανευρέθηκαν και παραδόθηκαν στους ιδιοκτήτες τους. Έκρινε ότι το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και οι προσωπικές του περιστάσεις δεν δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί. Κατά την άποψή μας η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι ορθή και δεν χωρεί επέμβασης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά τόνισε ότι τα προσωπικά δεδομένα του εφεσείοντα, συμπεριλαμβανομένων και των ελαφρυντικών παραγόντων που συγκεντρώνει στο πρόσωπο του (λευκό ποινικό μητρώο, παραδοχή, επιστροφή των αντικείμενων), δεν μπορούν να υπερφαλαγγίσουν το δημόσιο συμφέρον το οποίο επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών, τόσο λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων που έχει παραδεχτεί ότι έχει διαπράξει ο εφεσείοντας αλλά και της έξαρσης στην οποία βρίσκονται αυτής της φύσης τα αδικήματα.
Όπως έχει αναφερθεί και στην υπόθεση ΣΠΕ ΛΑΚΑΤΑΜΕΙΑΣ‑ΔΕΥΤΕΡΑΣ ΛΤΔ v. ΔΡΑΚΟΥ, Ποινική Έφεση 129/2015, ημερομηνίες 15.11.2017:
«Με δεδομένη λοιπόν την ανάγκη για αποτρεπτικότητα ως προς την επιβολή ποινής και με επίγνωση ότι το αδίκημα που διεπράχθη από τον εφεσίβλητο εμπεριέχει το στοιχείο της καταδολίευσης με σκοπό την απόκτηση χρημάτων, κρίνουμε ότι οι προσωπικές του περιστάσεις θα ληφθούν υπόψη, ως επιτάσσει η νομολογία, αλλά δεν μπορούν να υπερφαλαγγίσουν την ανάγκη προστασίας του δημοσίου συμφέροντος αναφορικά με την ασφάλεια των συναλλαγών.
[....]
Ερχόμενοι να εξετάσουμε θέμα ενδεχόμενης αναστολής υπό το πρίσμα του Νόμου και της νομολογίας, θεωρούμε ότι δεν στοιχειοθετείται βάσιμος λόγος για αναστολή της ποινής, αφού όπως εξηγήθηκε ήδη, η αρχή της αποτρεπτικότητας υπερέχει ως ανάγκη προστασίας της ασφάλειας των συναλλαγών.»
Περαιτέρω, είναι ορθή η θέση του συνηγόρου για την εφεσίβλητη ότι η διαγωγή του εφεσείοντα μετά τη διάπραξη του αδικήματος της κλοπής που αφορά η παρούσα υπόθεση είναι επιβαρυντική αφού διέπραξε μετέπειτα το αδίκημα της εξασφάλισης πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις σε υπόθεση που επίσης παραδέχτηκε και λήφθηκε υπ' όψιν στην παρούσα για σκοπούς επιβολής ποινής. Η διαγωγή του μετά τη διάπραξη του αδικήματος που αφορά η παρούσα υπόθεση είναι επιβαρυντική και όντως υπό τις περιστάσεις δεν δικαιολογούσε την αναστολή εκτέλεσης της ποινής που του έχει επιβληθεί.
Η συμπεριφορά του εφεσείοντα, καταδεικνύει ότι κάθε άλλο παρά δικαιολογούσε την αναστολή των ποινών φυλάκισης που του έχουν επιβληθεί. Θεωρούμε ορθή την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου για επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης σε αυτόν και δεν δικαιολογείται η παρέμβασή μας.
Ο δεύτερος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται στην ολότητά της.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο