ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 209/2026)
4 Σεπτεμβρίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΤΥΡΙΜΟΣ,
Εφεσείων,
v.
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
________________________
Α. Δημητρίου για Δημητρίου & Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε., για Εφεσείοντα.
Θ. Παπανικολάου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Εφεσίβλητη.
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(Αυθημερόν)
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.: Με τέσσερεις λόγους έφεσης, ο εφεσείων προσβάλλει την απόφαση του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λάρνακας ημερομηνίας 6.8.2026 με την οποία εγκρίθηκε το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής όπως ο εφεσείων συνεχίζει να παραμένει υπό κράτηση μέχρι την επόμενη δικάσιμο που έχει οριστεί για τις 18.9.2026.
Το Κακουργιοδικείο κατέληξε στην απόφαση για κράτηση του εφεσείοντα, τόσο στην ύπαρξη του παράγοντα του κινδύνου φυγοδικίας, αλλά και στη βάση του παράγοντα του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων.
Μέσα από την απόφαση του Κακουργιοδικείου, φαίνεται το ιστορικό της υπόθεσης 5632/2026 που έχει καταχωρηθεί ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λάρνακας στην οποία ο εφεσείων είναι ο κατηγορούμενος 1, ενώ συγκατηγορούνται μαζί του άλλα τρία άτομα. Σημειώνουμε ότι, για τον εφεσείοντα, όπως και για τον κατηγορούμενο 3, είχε εξαρχής τεθεί ζήτημα από την Κατηγορούσα Αρχή όπως παραμείνουν υπό κράτηση, ενώ για τους κατηγορούμενους 2 και 4 συμφωνήθηκε όπως αφεθούν ελεύθεροι με όρους. Ο κατηγορούμενος 3 σε κανένα στάδιο της διαδικασίας μέχρι τώρα, δεν ήγειρε οποιαδήποτε ένσταση στο αίτημα κράτησής του, σε αντίθεση με τον εφεσείοντα, ο οποίος έχει εγείρει ενστάσεις και μάλιστα έχει καταχωρήσει και έφεση ενώπιον του Εφετείου, την Ποινική Έφεση 167/2026, αμφισβητώντας την ορθότητα της κρίσης του παραπέμποντος Δικαστηρίου όπως ο κατηγορούμενος παραμείνει υπό κράτηση. Σημειώνουμε ότι το παραπέμπον Δικαστήριο με την απόφαση του ημερομηνίας 23.6.2026 έκανε δεκτό το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής και διέταξε την κράτηση του εφεσείοντα μέχρι την εμφάνιση του ενώπιον του Κακουργιοδικείου και για τους τρεις λόγους για τους οποίους αυτή ζητήθηκε, δηλαδή κίνδυνο φυγοδικίας, κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων και κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων.
Με την απόφασή μας ημερομηνίας 10.7.2026, απορρίψαμε την έφεση, εξετάζοντας τον λόγο έφεσης που άπτεται του κινδύνου επηρεασμού μαρτύρων. Δεν εξετάσαμε, ενόψει της κατάληξής μας, τους λόγους για τους οποίους προσβαλλόταν η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με τον κίνδυνο φυγοδικίας και τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων.
Όπως προκύπτει μέσα από την εκκαλούμενη απόφαση, ο εφεσείων στις 29.7.2026 καταχώρησε αίτηση στο Ανώτατο Δικαστήριο στη βάση του Άρθρου 9(3)(γ) του Περί Απονομής της Δικαιοσύνης Νόμου, Ν.33/1964 με την οποία επιδιώκει τη χορήγηση άδειας για να λάβει απόφαση σε τρίτο και τελευταίο βαθμό επί νομικών θεμάτων, τα οποία κατά την εισήγησή του προκύπτουν από την απόφαση του Εφετείου.
Όπως σημειώνει το Κακουργιοδικείο, ενώπιόν του δεν έχει τεθεί καμία πληροφόρηση ως προς την τύχη της εν λόγω αίτησης, ούτε καν ως προς το κατά πόσο τούτη έχει οριστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο.
Το Κακουργιοδικείο σημείωσε ότι το κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε ενώπιόν του, εμπεριέχει 30, αντί 50, κατηγορίες, πλην όμως δεν μεταβάλλει, καθ' οιονδήποτε ουσιαστικό τρόπο, τα όσα αποδίδοντο στους κατηγορούμενους μέσω του κατηγορητηρίου που καταχωρήθηκε ενώπιον του παραπέμποντος Δικαστηρίου. Στην ουσία, στο ενώπιόν του Κακουργιοδικείου κατηγορητήριο δεν περιλήφθηκε μεγάλος αριθμός κατηγοριών συνωμοσίας που εμπεριεχόταν στο προηγούμενο κατηγορητήριο, και κάποιες κατηγορίες του εν λόγω κατηγορητηρίου συγχωνεύθηκαν σε άλλες, με αποτέλεσμα να παρατηρείται η ανωτέρω αριθμητική διάσταση. Κατέληξε δε, ότι «εν ολίγοις, στο ενώπιόν μας κατηγορητήριο, στο βαθμό που αφορά στον Κατηγορούμενο 1, παρατηρούνται όλες οι αποδιδόμενες, μέσω του κατηγορητηρίου του παραπέμποντος Δικαστηρίου, σε αυτόν αξιόποινες ενέργειες, πλην οι μη περιληφθείσες συνωμοσίες».
Ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, αφού παρέδωσε στο Δικαστήριο το μαρτυρικό υλικό που συλλέχθηκε για την παρούσα υπόθεση, επικαλέστηκε την ΖΟΡΠΑΣ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 103/2024 και 108/2024, ημερομηνίας 3.9.2024 και εισηγήθηκε ότι δεδομένης της απόφασης του Εφετείου, ημερομηνίας 10.7.2026 στην Ποινική Έφεση 167/2026 και στη βάση των όσων αναφέρθηκαν στην απόφαση ΖΟΡΠΑΣ (ανωτέρω), το Κακουργιοδικείου είναι δεσμευμένο από την απόφαση του Εφετείου, με αποτέλεσμα το ζήτημα της κράτησης του εφεσείοντα να μπορεί να εξεταστεί εκ νέου μόνο στη βάση διαφοροποίησης των δεδομένων που περιέβαλλαν την προγενέστερη κράτηση και δη, αυτών που προέκυψαν ως αποτέλεσμα της επικυρωθείσας από το Εφετείο κρίσης του παραπέμποντος Δικαστηρίου. Ήταν η θέση του ότι τίποτα δεν έχει διαφοροποιηθεί που να επιτρέπει την εκ νέου εξέταση του θέματος.
Μετά από διευκρινιστικές ερωτήσεις του Κακουργιοδικείου, ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής προέβαλε τη θέση ότι η εκκρεμότητα της αίτησης που καταχωρήθηκε από τον εφεσείοντα στο Ανώτατο Δικαστήριο για λήψη άδειας για τριτοβάθμια εξέταση του ζητήματος της κράτησης, δεν απαλλάσσει το Κακουργιοδικείο από τη δέσμευσή του, από την απόφαση του Εφετείου και κατά συνέπεια τα όσα αναφέρθηκαν στην απόφαση ΖΟΡΠΑΣ (ανωτέρω) συνεχίζουν να εφαρμόζονται. Επίσης, ότι ο κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων αφορά μόνο τον παραπονούμενο, ΜΚ1 στο κατηγορητήριο.
Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η κράτηση του εφεσείοντα ζητήθηκε από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής στη βάση και των τριών λόγων που επιτρέπουν σχετική κρίση.
Ενώπιον του Κακουργιοδικείου, ο συνήγορος του εφεσείοντα ζήτησε την απόλυσή του με όρους, με τα επιχειρήματά του να κινούνται στην ουσία γύρω από τρεις άξονες.
Ήταν ειδικότερα η θέση του ότι, συνεπεία της καταχώρησης της Αίτησης 16/2026 στο Ανώτατο Δικαστήριο, η απόφαση του Εφετείου ημερομηνίας 10.7.2026 δεν μπορεί να θεωρηθεί τελεσίδικη και συνεπώς το Κακουργιοδικείο δεν δεσμεύεται από την εν λόγω απόφαση και οφείλει να εξετάσει το ζήτημα της κράτησης εξ υπαρχής, επί όλων των θεμάτων που το περιβάλλουν. Εισηγήθηκε, επίσης, ότι υπάρχει ουσιώδης διαφοροποίηση των δεδομένων, αναφέροντας τα διαφοροποιητικά, για τον ίδιο, στοιχεία, κάτι που επιτρέπει την εκ νέου εξέταση του ζητήματος. Προέβαλε επίσης τη θέση ότι στον βαθμό που είναι δυνατό να επανεξεταστεί το ζήτημα της κράτησης, τότε, (α) η μαρτυρία που κατέχει η Κατηγορούσα Αρχή είναι τόσο αντινομική και στερείται της αναγκαίας δυναμικής, ώστε να μπορεί να αποτελέσει τη βάση για κρίση περί πιθανότητας καταδίκης του εφεσείοντα, με αποτέλεσμα να μην πληρείται το αναγκαίο κριτήριο που άπτεται του κινδύνου φυγοδικίας, (β) μία απλή εκκρεμούσα υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου, ο οποίος, σε κάθε περίπτωση, είναι λευκού ποινικού μητρώου, δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση για κρίση περί ροπής του προς το έγκλημα, ώστε να προκύπτει και επιπρόσθετη κρίση περί ύπαρξης κινδύνου, αν αφεθεί ελεύθερος, να διαπράξει άλλα αδικήματα, και, τέλος, (γ) στη βάση των όσων έχει θέσει η Κατηγορούσα Αρχή ενώπιον του Δικαστηρίου, ο κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων αφορά μόνο τον Παραπονούμενο (Μ.Κ.1 στο κατηγορητήριο), με αποτέλεσμα, στη βάση των όσων προέκυψαν μετά την καταγγελία του τελευταίου περί προσπάθειας επηρεασμού του, με γνώμονα τα όσα σχετικά αποφασίστηκαν στην υπόθεση ΜΑΡΙΝΟΥ ΑΝΤΏΝΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2009) 2 Α.Α.Δ. 350, δεν προκύπτει ο επικαλούμενος από την Κατηγορούσα Αρχή κίνδυνος.
Το Κακουργιοδικείο αρχικά εξέτασε κατά πόσο τυγχάνουν εφαρμογής τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση ΖΟΡΠΑΣ (ανωτέρω), αλλά και στη V.B. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 113/2022, ημερομηνίας 21.06.2022, δεδομένης της καταχώρησης από πλευράς του Κατηγορουμένου 1 της Αίτησης 16/2026 στο Ανώτατο Δικαστήριο.
Αποφάσισε, σε σχέση με το ζήτημα αυτό, ως ακολούθως:
«Με κάθε σεβασμό στη σχετική εισήγηση του συνηγόρου του Κατηγορουμένου 1, τούτη δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Η αίτηση δυνάμει του άρθρου 9(3)(γ) του Ν.33/1964, δεν αποτελεί δικαιωματική διαδικασία αμφισβήτησης της δευτεροβάθμιας κρίσης, παρά μόνο εγχείρημα για εξασφάλιση άδειας καταχώρησης μιας τέτοιας διαδικασίας. Ως αναφέρθηκε στην Αναφορικά με την Αίτηση της Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ, Αίτηση 15/2025, η οποία καταχωρήθηκε, δυνάμει του άρθρου 9(3)(γ) του Ν.33/1964, απόφαση ημερομηνίας 16.01.2026, «Η παροχή άδειας στη βάση του εν λόγω άρθρου δεν συναρτάται με το εσφαλμένο ή μη της απόφασης που εξεδόθη από το Εφετείο. Ούτε και άπτεται του κατά πόσο το Ανώτατο Δικαστήριο εναρμονίζεται ή όχι με την κρίση του Εφετείου. Εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από τη συνδρομή των προϋποθέσεων του εν λόγω άρθρου». Κατά συνέπεια, μόνο με τη συνδρομή των προϋποθέσεων του εν λόγω άρθρου είναι δυνατό να παραχωρηθεί αιτούμενη άδεια από το Ανώτατο Δικαστήριο. Μόνο τότε θα είναι δυνατός ο τριτοβάθμιος έλεγχος ως προς την εφετειακή κρίση και μόνο για τους ειδικούς λόγους για τους οποίους θα δοθεί μία τέτοια άδεια. Ως εκ των ανωτέρω, η εκκρεμότητα και μόνο της αίτησης 16/2026, δεν απαλλάσσει το παρόν Δικαστήριο από τη δέσμευση του έναντι της εφετειακής κρίσης στο βαθμό που αυτή αφορά στο ζήτημα της κράτησης του Κατηγορούμενου 1.»
Παρά τη θέση του αυτή που κατά την άποψή μας είναι ορθή, το Κακουργιοδικείο προχώρησε και εξέτασε τον παράγοντα του κινδύνου επηρεασμού μαρτύρων αναφέροντας ότι το Κακουργιοδικείο δεν επιτρέπεται να επανεξετάσει το ζήτημα κράτησης παρά μόνο στη βάση διαφοροποίησης των δεδομένων που περιέβαλλαν την προγενέστερη διαταγή κράτησης του εφεσείοντα και δη την απόφαση του Εφετείου. Έκρινε, ότι υπήρχαν τέτοια διαφοροποιητικά στοιχεία που να επιτρέπουν την εκ νέου εξέταση του ζητήματος της κράτησης επί του κινδύνου επηρεασμού μαρτυρίας, αφού συνεπεία της τοποθέτησης του εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής ο μάρτυρας που θεωρεί ότι υπάρχει κίνδυνος να επηρεαστεί είναι μόνο ο παραπονούμενος και όχι οποιοσδήποτε άλλος μάρτυρας. Το Κακουργιοδικείο αποφάσισε ότι εφόσον ο συγκεκριμένος μάρτυρας, δηλαδή ο παραπονούμενος, έχει καταγγείλει την προσπάθεια επηρεασμού του η οποία και οδήγησε στην καταχώρηση νέας ποινικής υπόθεσης, είναι ορθή η θέση του συνηγόρου του εφεσείοντα ότι δεν είναι δυνατόν να καταλήξει ότι αν ο εφεσείων αφεθεί ελεύθερος με όρους υπάρχει ο κίνδυνος να επηρεαστεί ο παραπονούμενος, ο μόνος μάρτυρας της Κατηγορούσας Αρχής του οποίου το ενδεχόμενο επηρεασμού αυτή επικαλείται.
Σημειώνουμε, ότι η κατάληξη αυτή του πρωτόδικου Δικαστηρίου, δεν εφεσιβλήθηκε και έτσι δεν υπάρχει πεδίο για το Εφετείο να αναφέρει οτιδήποτε σε σχέση με το ζήτημα αυτό.
Ακολούθως, αναφέροντας ότι αφού το Εφετείο στην απόφαση του ημερομηνίας 10.7.2026 δεν εξέτασε τους λόγους έφεσης που άπτονταν της ορθότητας της κρίσης του παραπέμποντος Δικαστηρίου ως προς την ύπαρξη κινδύνου φυγοδικίας ή κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων, έκρινε ότι το ζήτημα κράτησης του εφεσείοντα επί των δύο αυτών κινδύνων μπορεί και πρέπει να εξεταστεί εξ υπαρχής από το Κακουργιοδικείο, δεδομένης της αμφισβήτησης τους από τον εφεσείοντα μέσω της έφεσης που άσκησε και της μη κρίσης του Εφετείου επί τούτης.
Παραπέμπουμε σχετικά στην απόφαση S.M. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 75/2021, ημερομηνίας 6.7.2021, ECLI:CY:AD:2021:B299 στην οποία η πρωτόδικη απόφαση κράτησης εφεσιβλήθηκε αλλά αποσύρθηκε μετά την ημερομηνία που ήταν ορισμένη ενώπιον του Κακουργιοδικείου με αποτέλεσμα να μην υπάρχει απόφαση του Εφετείου κατά την ημερομηνία που αποφασίστηκε το θέμα κράτησης από το Κακουργιοδικείο.
Λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα:
«Η εν λόγω απόφαση του παραπέμψαντος Δικαστηρίου είχε εφεσιβληθεί από τον Εφεσείοντα. Η Έφεση όμως αποσύρθηκε και απορρίφθηκε άνευ βλάβης, αφού δεν κατέστη δυνατό να εκδικαστεί από το Εφετείο πριν από την ημερομηνία κατά την οποία ο Εφεσείων θα εμφανιζόταν για πρώτη φορά ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λεμεσού. Έτσι, το θέμα τέθηκε εκ νέου εκ μέρους του Εφεσείοντα και ενώπιον του Κακουργιοδικείου στις 20.5.2021, όταν αυτός απάντησε στις κατηγορίες και δήλωσε σε όλες μη παραδοχή. Αναφέρουμε από τώρα πως με δεδομένο ότι ο Εφεσείων αμφισβήτησε την ορθότητα της απόφασης του παραπέμψαντος Δικαστηρίου αναφορικά με την κράτηση του, την οποία και προσέβαλε μέσω της νόμιμης οδού, αλλά η έφεση απορρίφθηκε για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω, ενομιμοποιείτο να εγείρει εκ νέου το θέμα ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Τα όσα σχετικά ανέφερε το Κακουργιοδικείο στις σελ. 3 και 4 της απόφασης του, θα ίσχυαν μόνο εάν ο Εφεσείων δεν προσέβαλλε την απόφαση του παραπέμψαντος Δικαστηρίου ή εάν το Εφετείο εξέδιδε απόφαση σε σχέση με την απόφαση κράτησης που εξέδωσε το παραπέμψαν Δικαστήριο. Το θέμα όμως εδώ δεν έχει σημασία, αφού το Κακουργιοδικείο ορθά εξέτασε κατά πόσο συνέτρεχαν ή όχι οι προϋποθέσεις για να διαταχθεί η κράτηση του Εφεσείοντα στη βάση της πιθανότητας μη προσέλευσης του στη δίκη. Το Κακουργιοδικείο με την απόφαση του ημερ. 28.5.2021, που τώρα προσβάλλεται, διέταξε την κράτηση του Εφεσείοντα αφού βρήκε πως υπάρχει κίνδυνος φυγοδικίας.»
Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η κρίση του Κακουργιοδικείου ήταν ότι ικανοποιείται το κριτήριο του κινδύνου φυγοδικίας αναφέροντας ότι η κατάληξή του αυτή στην ουσία σφραγίζει και την τύχη του υπό εξέταση αιτήματος αφού ο παράγοντας αυτός, ως αυτόνομος, επαρκεί για να δικαιολογήσει τη διαταγή κράτησης του εφεσείοντα μεσούσης της δίκης του.
Για σκοπούς πληρότητας όμως, το Κακουργιοδικείο προχώρησε και εξέτασε και το κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή ικανοποίησε και για την ύπαρξη του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων απαντώντας το εν λόγω ερώτημα και πάλι θετικά. Έκρινε τελικά ότι συνεπεία της επιτυχίας και των δύο λόγων που προβλήθηκαν, το αίτημα για την κράτηση του εφεσείοντα είναι δικαιολογημένο.
Την κατάληξη αυτή του Κακουργιοδικείου επιδιώκει ο εφεσείοντας να ανατρέψει με την υπό κρίση έφεση.
Ο πρώτος λόγος έφεσης προβάλλει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει το ζήτημα της άνισης μεταχείρισης μεταξύ των κατηγορουμένων, τόσο σε σχέση με τον κίνδυνο φυγοδικίας, όσο και σε σχέση με τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων. Υπάρχει ισχυρισμός ότι λανθασμένα δεν διαφοροποίησε τα δεδομένα του εφεσείοντα από εκείνα των κατηγορουμένων 2 και 4, οι οποίοι αντιμετωπίζουν σχεδόν πανομοιότυπο κατηγορητήριο και δεν ζητήθηκε η κράτησή τους.
Όπως προκύπτει από το κείμενο της εκκαλούμενης απόφασης, το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφασίζοντας ότι υπάρχει κίνδυνος φυγοδικίας σε ό,τι αφορά τον εφεσείοντα, παρέθεσε τις ορθές αρχές της νομολογίας που διέπουν την εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει την κράτηση του κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια της δίκης του. Παρέλκει η ανάγκη της εδώ επανάληψής τους. Αναφέρουμε ενδεικτικά τις αποφάσεις που και το ίδιο το Κακουργιοδικείο παρέθεσε. (βλ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 163/2024, ημερομηνίας 26.07.2024, Ε.Ι.Κ. ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 186/2024, ημερομηνίας 24.07.2024, ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 78/24, ημερομηνίας 08.04.2024, ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ν. Γ.Ν., Ποινική Έφεση 145/23, ημερομηνίας 21.07.2023, ΚΟΤΣΟΥΔΗ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 131/20, ημερομηνίας 20.08.2020, ECLI:CY:AD:2020:B288, DYDI v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 103/20, ημερομηνίας 03.09.2020, ΝΙΚΗΤΑ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2011) 2 Α.Α.Δ. 54, ΤΣΕΚΟΥΡΑ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2010) 2 Α.Α.Δ. 32, ΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2008) 2 Α.Α.Δ. 790, ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ κ.α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2002) 2 Α.Α.Δ. 48, ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (1997) 2 Α.Α.Δ. 7). Από αυτές προκύπτει ότι τα ζητήματα προς εξέταση είναι η σοβαρότητα του αδικήματος και το συνεπαγόμενο ενδεχόμενο αυστηρής τιμωρίας, η πιθανότητα καταδίκης, όπως προκύπτει μέσα από το μαρτυρικό υλικό, και οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου (π.χ. δεσμοί με την Κυπριακή Δημοκρατία).
Έλαβε υπόψη του τη σοβαρότητα του αδικήματος, την πιθανότητα καταδίκης όπως προκύπτει μέσα από το μαρτυρικό υλικό, την πιθανή ποινή που μπορεί να επιβληθεί στον εφεσείοντα σε περίπτωση καταδίκης, όπως και τις προσωπικές του περιστάσεις.
Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό ως κατάλληλος για εξέταση και ο δεύτερος λόγος έφεσης που προβάλλει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε επί του ζητήματος της πιθανότητας καταδίκης του εφεσείοντα υιοθετώντας το σκεπτικό του παραπέμποντος Δικαστηρίου αντί να προβεί σε δική του κρίση και χωρίς να εξετάσει την πιθανότητα αθώωσης.
Δεν ισχύουν τα όσα αναφέρονται από τον συνήγορο του εφεσείοντα σχετικά. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού κατέγραψε τις αρχές και τις παραμέτρους της νομολογίας, στη βάση των οποίων στηρίζεται ο κίνδυνος φυγοδικίας στις σελίδες 10 και 11 της απόφασής του, ορθά σημείωσε το τεκμήριο της αθωότητας σε ό,τι αφορά τον εφεσείοντα και ότι το κριτήριο της πιθανολόγησης καταδίκης είναι χαμηλότερο από εκείνο της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Όπως ξεκάθαρα αναφέρει στις σελίδες 12 και 13 της απόφασής του, έχει μελετήσει με προσοχή όλο το μαρτυρικό υλικό που έχει δοθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και σημειώνει ότι επειδή έχει καταλήξει στα ίδια συμπεράσματα με το παραπέμπον Δικαστήριο για ευκολία υιοθετεί τις αναφορές στις οποίες το παραπέμπον Δικαστήριο κατέληξε και τις καταγράφει αυτούσιες. Περαιτέρω, στις σελίδες 15 και 16 της απόφασής του επαναλαμβάνει ότι τα όσα έχουν αναφερθεί από το παραπέμπον Δικαστήριο είναι σε πλήρη συμφωνία με τη θέση του Κακουργιοδικείου γι’ αυτό και παραθέτει το εν λόγω απόσπασμα. Τονίζει δε ότι με ασφάλεια κατέληξε ότι η Κατηγορούσα Αρχή ικανοποίησε το κριτήριο της πιθανότητας καταδίκης του εφεσείοντα, αφού από το μαρτυρικό υλικό προκύπτει η πιθανότητα καταδίκης, αναφέροντας βέβαια ότι η διαθέσιμη μαρτυρία δεν αποκλείει λογική προσδοκία για αθώωση.
Μάλιστα, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει ότι ο τρόπος με τον οποίο ο συνήγορος του εφεσείοντα εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να αντικριστεί από το Κακουργιοδικείο το μαρτυρικό υλικό, είναι ανεπίτρεπτος ως διεργασία σε αυτό το στάδιο, αφού πρόκειται για μικροσκοπική αντιμετώπιση η οποία περιέχει το στοιχείο της αξιολόγησης μαρτυρίας. Σημειώνουμε ότι στην αποτελούμενη από 68 σελίδες αγόρευση του συνηγόρου του εφεσείοντα ενώπιον του Κακουργιοδικείου αναλώνεται μεγάλο μέρος της αγόρευσης ουσιαστικά σε αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε, για να εισηγηθεί ο συνήγορος του εφεσείοντα ότι από το μαρτυρικό υλικό δεν καταδεικνύεται πιθανότητα καταδίκης.
Ακολούθως, το Κακουργιοδικείο, ορθά έκρινε λαμβάνοντας υπόψη τις ποινές που προβλέπονται από τον νόμο για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο εφεσείοντας, τον τρόπο δράσης που του αποδίδεται, τόσο στις λεπτομέρειες των κατηγοριών που αντιμετωπίζει αλλά και με βάση το μαρτυρικό υλικό αλλά και του ύψους του εσόδου που φέρεται αυτός να αποκόμισε από παράνομες δραστηριότητες, κατέληξε ότι σε περίπτωση καταδίκης του υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να του επιβληθούν πολυετείς ποινές φυλάκισης. Δεν παρέλειψε ακολούθως να λάβει υπόψη του τις προσωπικές συνθήκες του εφεσείοντα. Και πάλι ορθά κατέληξε ότι οι προσωπικές του περιστάσεις, τα προβλήματα υγείας του και η απουσία σύνδεσης του με ξένη χώρα, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ιδιάζουσες ή διαφορετικές από τις πλείστες των περιπτώσεων που απασχολούν τα κυπριακά Δικαστήρια στο πλαίσιο εξέτασης του παράγοντα της φυγοδικίας και αφορούν κύπριους πολίτες ως κατηγορούμενους. Επομένως, ορθή κρίνεται η κατάληξή του ότι οι προσωπικές συνθήκες του εφεσείοντα σε συνδυασμό με το κατηγορητήριο που αντιμετωπίζει και τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων οδηγούν σε εκτίμηση για πιθανότητα επιβολής ποινής πολυετούς φυλάκισης με αποτέλεσμα να ελλοχεύει ο κίνδυνος να φυγοδικήσει ο εφεσείοντας εάν αυτός αφεθεί ελεύθερος.
Ερχόμενοι στο επιχείρημα παράλειψης εξέτασης του ισχυρισμού για άνιση μεταχείριση του εφεσείοντα με τους κατηγορούμενους 2 και 4, οι οποίοι αντιμετωπίζουν, ως η εισήγηση του συνηγόρου του εφεσείοντα παρόμοια αδικήματα με αυτόν για τους οποίους δεν έχει ζητηθεί η κράτησή τους, αναφέρουμε ότι ακριβώς επειδή δεν έχει ζητηθεί η κράτηση των κατηγορουμένων 2 και 4, ενώ ο κατηγορούμενος 3 για τον οποίο έχει επίσης ζητηθεί η κράτηση ουδέποτε έφερε ένσταση στο σχετικό αίτημα, δεν υπήρχαν ενώπιον του Κακουργιοδικείου στοιχεία αναφορικά με τους άλλους κατηγορούμενους, για να μπορεί να διαπιστωθεί τυχόν άνιση μεταχείριση. Το Κακουργιοδικείο έχοντας να αντιμετωπίσει ουσιαστικά ένσταση μόνο σε σχέση με το αίτημα κράτησης για τον εφεσείοντα, είχε ενώπιόν του τα προσωπικά στοιχεία του εφεσείοντα τα οποία ορθά και δεόντως συνεκτίμησε. Δεν μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα άνισης μεταχείρισης μεταξύ κατηγορουμένων από μόνο το γεγονός ότι μόνο για τον εφεσείοντα (και τον κατηγορούμενο 3 ο οποίος όπως έχει ήδη αναφερθεί δεν ήγειρε ένσταση στο αίτημα κράτησής του) υποβλήθηκε αίτημα κράτησης. Άνιση μεταχείριση, ως η νομολογία καθορίζει, υφίσταται εφόσον ίδια κατάσταση πραγμάτων τυγχάνει διαφορετικής αντιμετώπισης.
Οι λόγοι έφεσης 1 και 2 απορρίπτονται.
Άνευ ερείσματος είναι και ο τρίτος λόγος έφεσης που προβάλλει ότι το Κακουργιοδικείο δεν προέβηκε στην αναγκαία εξατομικευμένη αξιολόγηση των προσωπικών περιστάσεων του εφεσείοντα και δεν απέδωσε την προσήκουσα βαρύτητα στους παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία λειτουργούν αποτρεπτικά έναντι της ενδεχόμενης φυγοδικίας του.
Από την απόφαση του Κακουργιοδικείου προκύπτει ότι ούτε και αυτός ο λόγος έφεσης έχει έρεισμα. Στις σελίδες 17 και 18 της απόφασης του Δικαστηρίου, προκύπτει ενδελεχής εξέταση των προσωπικών περιστάσεων του εφεσείοντα και τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστήριο έχουν εξαχθεί μετά από αυτήν.
Σε ό,τι αφορά το μέρος του τρίτου λόγου έφεσης που αφορά ισχυρισμό ότι το Κακουργιοδικείο λανθασμένα δεν εξέτασε το ενδεχόμενο διασφάλισης της παρουσίας του εφεσείοντα στη δίκη επιβάλλοντας σε αυτόν όρους, και δη τους όρους που έχουν προταθεί, υπενθυμίζουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι στοιχειοθετήθηκε και ο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων από πλευράς εφεσείοντα σε περίπτωση που αυτός αφεθεί ελεύθερος και έτσι δεν υπήρχε καν η ευχέρεια για επιβολή όρων.
Στην απόφαση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. MOHAMMAD SERAQ κ.ά, Ποινική Έφεση 269/24, ημερομηνίας 23.1.2025, λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Σημειώνουμε επίσης ότι η τυχόν κατάληξη πως υφίσταται κίνδυνος διάπραξης νέων αδικημάτων οδηγεί στο ότι δεν παρέχεται πεδίο εξέτασης της εξασφάλισης της παρουσίας κατηγορουμένου με όρους (βλ. ΠΑΝΑΓΗ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση. 214/24, ημερ. 22.10.2024).»
Ως έχουμε υποδείξει στην ΝΕΣΤΩΡΟΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 26/2026, ημερομηνίας 10.2.2026:
«Έχοντας, συνεπώς, κριθεί ότι υφίστατο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων μέχρι την επόμενη δικάσιμο, το θέμα τελειώνει εδώ. Ως λέχθηκε στην ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (1997) 2 Α.Α.Δ. 109: «Έχουμε την άποψη πως από τη στιγμή που διαπιστώνεται η πιθανότητα διάπραξης νέων αδικημάτων και η πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων δεν παρέχεται πεδίο εξέτασης της εξασφάλισης της παρουσίας του κατηγορουμένου με εγγυήσεις. Η διασφάλιση της απρόσκοπτης πορείας της δικαιοσύνης και η αποτροπή διάπραξης νέων αδικημάτων αποτελούν ζητήματα υψίστου δημοσίου συμφέροντος έναντι των οποίων πρέπει να υποχωρούν τα συμφέροντα των κατηγορουμένων περιλαμβανομένου και εκείνου της ατομικής ελευθερίας».
(Βλ. επίσης ΧΡΙΣΤΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 309/2025, ημερομηνίας 13.1.2026, ΦΛΟΥΡΟΥ κ.α. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 41/2026, 42/2026, 43/2026, 44/2026 και 45/2026, ημερομηνίας 27.2.2026).»
Επομένως, και ο τρίτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Τέταρτος και τελευταίος λόγος έφεσης προσβάλλει ως λανθασμένη την κατάληξη του Κακουργιοδικείου ότι υφίσταται κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων εκ μέρους του εφεσείοντα, σε περίπτωση απόλυσής του. Το Κακουργιοδικείο στις σελίδες 18 μέχρι 20 της εκκαλούμενης απόφασής του καταγράφει τη νομολογία και τις αρχές που διέπουν το ζήτημα εξέτασης επαναδιάπραξης άλλων αδικημάτων και ορθά κατέληξε ότι στοιχειοθετείται τέτοια πιθανολόγηση τόσο ενόψει της υπόθεσης 537/2026 που έχει πρόσφατα καταχωρηθεί εναντίον του εφεσείοντα η οποία αφορά ισχυρισμό για συνομωσία παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία αλλά και στο γεγονός ότι με βάση τα αδικήματα που αντιμετωπίζει συμφώνως του κατηγορητηρίου και τις λεπτομέρειες αυτών, αποδίδεται στον εφεσείοντα επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά η οποία έλαβε χώραν μεταξύ 2022-2024 με κύριο στόχο την απόσπαση περιουσιακών στοιχείων πολύ μεγάλης χρηματικής αξίας χρησιμοποιώντας μεθόδους όπως απειλές, εκβιασμούς και ψευδείς παραστάσεις και γενικότερα δόλια συμπεριφορά.
Στην απόφασή μας MAHER ALJUMAA v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 267/2025, ημερομηνίας 13.10.2025, εξετάζοντας το θέμα του κινδύνου επαναδιάπραξης αδικημάτων αναφέραμε τα ακόλουθα:
«Στην υπόθεση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΚΙΤΣΙΟΥ, Ποινική Έφεση 111/2025, ημερομηνίας 29.5.2025 λέχθηκαν τα εξής, αναφορικά με τον κίνδυνο διάπραξης άλλων ααδικημάταων:
«Οι αρχές που έχουν καθιερωθεί από τη Νομολογία για εξέταση του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων συνοψίστηκαν στην ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποιν. Έφ. 47/24, ημερ. 11.3.2024 ως εξής:
«(1) Για την κατάληξη σε συμπέρασμα περί ύπαρξης πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία. Αρκεί αν με βάση όλα τα στοιχεία τα οποία τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα.
(2) Η πιθανολόγηση αναφέρεται σε ροπή προς το έγκλημα ή τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο μέλλον, για την οποία το Δικαστήριο δύναται να καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα, βασιζόμενο, μεταξύ άλλων, είτε στο ιστορικό του είτε στον χαρακτήρα του είτε στα περιστατικά της υπόθεσης ή σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της ή και σε διάφορες άλλες περιστάσεις.
(3) Τέτοια πιθανολόγηση δύναται μεταξύ άλλων να στοιχειοθετηθεί: (Α) Από το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου ή από εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις ή ποινικές υποθέσεις των οποίων αναμένεται η καταχώριση, νοουμένου ότι αφορούν αδικήματα ίδιας ή παρόμοιας φύσης ή ανάλογης σοβαρότητας, (β) Από το μαρτυρικό υλικό και από τα περιστατικά της υπό εκδίκαση υπόθεσης, κρινόμενα στην όψη τους (όπως έγινε στην υπόθεση Matznetter v. Austria, Appl. 2178/64, ημερ. 10.11.69 και στις υποθέσεις Κωνσταντινίδη και Χριστούδια, ανωτέρω)».»
Θεωρούμε ορθή την κατάληξη του Κακουργιοδικείου και επί αυτού του σημείου. Δεν δικαιολογείται συνεπώς η παρέμβασή μας.
Και ο τέταρτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Όλοι οι λόγοι έφεσης απορρίπτονται. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται στην ολότητά της.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο