EWA IZABELA KUENZEL v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 211/2026, 4/9/2026
print
Τίτλος:
EWA IZABELA KUENZEL v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 211/2026, 4/9/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ. 211/2026)

 

4 Σεπτεμβρίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

EWA IZABELA KUENZEL,

Εφεσείουσα,

 

v.

 

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

Εφεσίβλητης.

___________________________

 

Ρ. Χρυσοστόμου (κα) με Α. Πολυμέρου για Σωτήρης Αργυρού & Συνεταίροι, για την Εφεσείουσα

Α. Αριστείδης, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τη Εφεσίβλητη

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Στυλιανίδου, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.: Η εφεσείουσα προσβάλλει την απόφαση του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας με την οποία απορρίφθηκε αίτημά της όπως διακοπεί η κράτησή της και αφεθεί ελεύθερη υπό όρους μέχρι την τελική εκδίκαση της υπόθεσής της.

 

Παραθέτουμε μέρος από το ιστορικό της υπόθεσης όπως περιεγράφηκε από το Εφετείο στην EWA IZABELA KUENZEL v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 87/2026, ημερομηνίας 6.4.2026:

 

«Η εφεσείουσα αντιμετωπίζει, ενώπιον του Κακουργοδικείου Λευκωσίας, 46 κατηγορίες. Ως προκύπτει από την πρωτόδικη απόφαση, οι κατηγορίες 1‑24 και 45 αφορούν το αδίκημα της δόλιας συναλλαγής σε ακίνητη περιουσία που ανήκει σε άλλον, κατά παράβαση του Άρθρου 303Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, οι κατηγορίες 26‑ 43 και 46 αφορούν κατ' ισχυρισμό παράνομη νομή και χρήση ακινήτων χωρίς τη συναίνεση των ιδιοκτητών, κατά παράβαση του Άρθρου 281 του Κεφ. 154, ενώ η κατηγορία 25 αφορά το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση του Άρθρου 4 του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου, Ν.188(I)/2007. Tα όσα αποδίδονται στην εφεσείουσα αφορούν συναλλαγές σε σχέση με ακίνητες περιουσίες στον κατεχόμενο Άγιο Αμβρόσιο της επαρχίας Κερύνειας, μεταξύ των ετών 2023‑2024, επί των οποίων, αποτελεί θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι, ανεγείρονταν συγκροτήματα κατοικιών.»

 

Η πρωτόδικη διαδικασία βρίσκεται σε στάδιο συνεχιζόμενης ακρόασης έχοντας αρχίσει στις 3.3.2025, με την εφεσείουσα να τελεί υπό κράτηση από τις 19.7.2024. Η εκκαλούμενη απόφαση εκδόθηκε στις 7.8.2026 ημερομηνία κατά την οποία η Κατηγορούσα Αρχή ζήτησε αναβολή της ακρόασης λόγω του ότι δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει μάρτυρα. Η επόμενη δικάσιμος είναι η 7.9.2026.

 

Όπως αναφέρεται στην Ποινική Έφεση Αρ.: 87/2026 (ανωτέρω), «Η κράτηση της εφεσείουσας είχε διαταχθεί πρωτοδίκως στη βάση του κινδύνου φυγοδικίας, με την πρωτόδικη κρίση να επικυρώνεται κατ' έφεση. Κατά διαστήματα, υπήρχαν αιτήματα για επιβολή όρων εγγύησης ή ενστάσεις στη συνέχιση κράτησης, τα οποία απορρίπτονταν πρωτοδίκως, με αυτά, και πάλι, να τυγχάνουν επικύρωσης από το Εφετείο.»

 

Με τον πρώτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι η πρωτόδικη κρίση είναι εσφαλμένη. Στην αιτιολογία του προωθούνται τα εξής επιχειρήματα:

 

Πρώτο, ότι δεν λήφθηκε υπόψη η καθυστέρηση στην εκδίκαση λόγω του αιτήματος της Κατηγορούσας Αρχής για αναβολή, το γεγονός ότι προστέθηκε ακόμη ένας μάρτυρας και ότι η Κατηγορούσα Αρχή συνεχίζει σχεδόν σε κάθε δικάσιμο να παραδίδει μαρτυρικό υλικό στην Υπεράσπιση είτε ως σημειώσεις μαρτύρων είτε ως υλικό που ετοιμάστηκε μεταγενέστερα.

 

Δεύτερο, ότι δεν λήφθηκε υπόψη το σύνολο της διάρκειας της δίκης και ο χρόνος που χρειάζεται για να αποπερατωθεί η υπόθεση, παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι η εφεσείουσα, σύμφωνα με την ίδια, έχει ήδη εκτίσει σε χρόνο ποινής φυλάκισης τρία έτη. Ο υπολογισμός των τριών ετών εξηγείται από την εφεσείουσα με αναφορά στο ότι για κάθε ένα έτος ποινής φυλάκισης οι κατάδικοι εκτίουν 9 μήνες φυλάκισης.

 

Τρίτο, ότι η εφεσείουσα είναι λευκού ποινικού μητρώου και συνεπώς σε περίπτωση καταδίκης της, η χρονική έκταση της ποινής φυλάκισης που θα της επιβληθεί θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη το δεδομένο αυτό.

 

Τέταρτο, ότι δεν λήφθηκε υπόψη το γεγονός ότι η εφεσείουσα έχει διευθετήσει να διαμένει σε συγκεκριμένο ξενοδοχείο στη Λευκωσία, ενώ μπορεί να καταβάλει €300.000 σε μετρητά ως εγγύηση.

 

Υποστηρίζεται ότι όλα τα πιο πάνω θα πρέπει να σταθμιστούν και ότι συνηγορούν υπέρ της ακύρωσης της πρωτόδικης κρίσης με παραπομπή στις αποφάσεις του ΕΔΑΔ LETELLIER v. FRANCE, (1992) 14 EHRR 83 και KUDLA v. POLAND, (2002) 35 EHRR 11.

 

Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα θεώρησε ότι δεν παραβιάζονται δικαιώματα της εφεσείουσας  όπως αυτά προστατεύονται από το Άρθρο 8 του Συντάγματος και το Άρθρο 3 της ΕΣΔΑ, εφόσον σύμφωνα με την ίδια, η κράτησή της κατέστη καταπιεστική (oppressive).

 

Στην αιτιολογία του λόγου αυτού, αναφέρεται ότι η καταπίεση έγκειται στο ότι η εφεσείουσα έχει παραμείνει υπό κράτηση για περίοδο που σύμφωνα με την εκτίμηση της ξεπερνά την ποινή φυλάκισης που ενδεχομένως να της επιβληθεί σε περίπτωση καταδίκης της.

 

Με τον τρίτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το Κακουργιοδικείο εσφαλμένα θεώρησε ότι δεν παραβιάζονται τα δικαιώματα της εφεσείουσας τα οποία προστατεύονται από το Άρθρο 11 του Συντάγματος και το Άρθρο 5 της ΕΣΔΑ.

 

Στην αιτιολογία αναφέρεται ότι έχουν καταθέσει 23 μάρτυρες κατηγορίας και ότι μεταξύ των μαρτύρων που θα ακολουθήσουν 5 θα έρθουν να καταθέσουν από το εξωτερικό μετά τις 15.9.2026. Αναφορά γίνεται στο ότι η Κατηγορούσα Αρχή καλεί μάρτυρες να καταθέσουν πέραν των καταθέσεων τους και στο ότι σε σχέση με μέρος της μαρτυρίας είναι η θέση της Υπεράσπισης ότι αυτή παραβιάζει τα Συνταγματικά και ανθρώπινα δικαιώματα της εφεσείουσας.

 

Με τον τέταρτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη η θέση της εφεσείουσας ότι εξέτισε μέχρι σήμερα ποινή φυλάκισης 3 ετών με τη θέση ότι ένα έτος φυλάκισης αντιστοιχεί σε 9 μήνες, (υπολογιζόμενο από την ίδια με τον τρόπο που προαναφέραμε) καθώς και το γεγονός ότι σε περίπτωση που της επιβαλλόταν ποινή φυλάκισης μέχρι 7 έτη θα δικαιούτο απελευθέρωση από το Συμβούλιο αποφυλακίσεων και/ή βραχιόλι και/ή ανοιχτή φυλακή.

 

Εξαιτίας της συνάφειάς τους οι λόγοι έφεσης θα εξεταστούν μαζί.

 

Η εφεσείουσα υποστηρίζει ότι από τη νομολογία του ΕΔΑΔ την οποία επικαλέστηκε ανωτέρω, τίθεται ζήτημα κατά πόσον υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης και ιδιαιτέρως κατά πόσον ο όλος χειρισμός από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής θα έπρεπε να οδηγήσει στην κατάληξη ότι δεν έχει προωθήσει την υπόθεση με την ειδική επιμέλεια (special diligence), η οποία δέον να επιδεικνύεται όταν ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση. Εξετάσαμε τις αιτιάσεις τις εφεσείουσας και κάθε μία ξεχωριστά αλλά και ιδωμένες σωρευτικά. Δεν διαπιστώνουμε να στοιχειοθετούνται τα όσα υποστηρίζει. Η προσθήκη ενός μάρτυρα, η προσθήκη μαρτυρικού υλικού του τύπου που αναφέρθηκε, το γεγονός ότι αναμένεται η κατάθεση αριθμού μαρτύρων από το εξωτερικό, ιδωμένα υπό το φως των επίδικων γεγονότων όπως αυτά προκύπτουν από το Κατηγορητήριο, καθώς και της φύσης των κατηγοριών, δεν υποστηρίζουν μία τέτοια κρίση.

 

Λαμβάνουμε υπόψη ότι τόσο η κυπριακή νομολογία όσο και η νομολογία του ΕΔΑΔ αναδεικνύουν ως σημαντικό στοιχείο, όχι μόνο τον χρόνο μέχρι την επόμενη δικάσιμο, αλλά και τον συνολικό χρόνο για τον οποίο ένα κατηγορούμενο πρόσωπο κρατείται ως υπόδικο. Κρίνουμε ότι οι ιδιαιτερότητες, πολυπλοκότητα, όγκος στοιχείων και τρόπος ανάλωσης του χρόνου κατά τον οποίο η εφεσείουσα κρατείται, δικαιολογούν τον συνολικό χρόνο κράτησης.

 

Ούτε και θεωρούμε ότι οι πιο πάνω αιτιάσεις της εφεσείουσας αναφορικά με τον χειρισμό της υπόθεσης από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, είτε από τον τρόπο διεξαγωγής της διαδικασίας εν γένει, είτε από τη συνολική διάρκεια αυτής, δεικνύουν ότι υπήρξε παραβίαση των δικαιωμάτων της.

 

Η εφεσείουσα αντιμετωπίζει κατηγορία για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες  το οποίο τιμωρείται με μέγιστη ποινή φυλάκισης 14 ετών. Στην Κύπρο η επιβολή ποινής φυλάκισης εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάζοντος Δικαστηρίου και η όλη διεργασία λαμβάνει υπόψη σωρεία παραγόντων. Οι αποφάσεις των δευτεροβάθμιων δικαστηρίων δεν είναι δεσμευτικές ως προς την επιμέτρηση της ποινής, ούτε και υπάρχουν νομοθετημένα κριτήρια τα οποία λαμβάνονται υπόψη. Η νομολογία επί τούτου είναι πλούσια, όμως αρκεί να παραπέμψουμε στο πιο κάτω απόσπασμα από την ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v. ΧΑΤΖΗΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Ποινική Έφεση 20/2021, ημερομηνίας 19.10.2021:

 

«Οι προηγούμενες αποφάσεις είναι, βεβαίως, ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για παρόμοιας φύσης αδικήματα, χωρίς, όμως, να έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα που ο καθορισμός αρχών ενέχει, εφόσον η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και των συνθηκών του παραβάτη (Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 1 και Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 123).»

 

Η εφεσείουσα επικαλούμενη το λευκό της ποινικό μητρώο καθώς και άλλα στοιχεία κάνει λόγο στην αιτιολογία του τέταρτου λόγου έφεσης για το ενδεχόμενο επιβολής ποινής 7 ετών σε σχέση με την πιο πάνω αναφερόμενη κατηγορία. Στη βάση αυτή πιθανολογεί ότι σύμφωνα με τους κανονισμούς των φυλακών θα είχε στο στάδιο αυτό το δικαίωμα να βρίσκεται ελεύθερη με βραχιόλι ή θα βρισκόταν στις ανοιχτές φυλακές.

 

 Χωρίς να επιτρέπεται να προβούμε σε οποιοδήποτε σχόλιο δυνάμενο να επηρεάσει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του εκδικάζοντος Δικαστηρίου, διαπιστώνουμε ότι στο στάδιο αυτό η πρόβλεψη της ενδεχόμενης ποινής από πλευράς της εφεσείουσας  δεν αποτελεί βάση για συμπέρασμα ότι ο κίνδυνος φυγοδικίας της έχει μειωθεί, ώστε το πρωτόδικο Δικαστήριο να έπρεπε να επανεξετάσει το κατά πόσον ο κίνδυνος φυγοδικίας μπορεί να αντιμετωπιστεί με εναλλακτικά μέτρα.

 

Η πιο πρόσφατη νομολογία έχει λάβει υπόψη σε σχέση με την επιμέτρηση της ποινής για το συγκεκριμένο αδίκημα σωρεία παραγόντων  (βλ. ενδεικτικά ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 27/2023, ημερομηνίας 26.1.2026 και ΝΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 28/2023, 28.1.2026). Επίσης έχει νομολογηθεί ότι το λευκό ποινικό μητρώο στις κατάλληλες περιπτώσεις δύναται να είναι μειωμένης σημασίας, βλ. CRAIG MICHAEL BARNETT v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 108/2025, ημερομηνίας 9.7.2026. Τονίζουμε ότι ουδόλως προκρίνουμε την ενδεχόμενη ποινή φυλάκισης. Η αναφορά αυτή γίνεται για να υποδείξει ότι η πρόβλεψη της ενδεχόμενης ποινής όπως έγινε από πλευράς εφεσείουσας δεν είναι θεμιτή υπό τας περιστάσεις.

 

Κατά την ενώπιόν μας ακρόαση με παραπομπή στην RAFIG ALIYEV v. AZERBAIJIAN, Application no. 45875/06, ημερομηνίας 6 Δεκεμβρίου 2012, η εφεσείουσα υποστήριξε ότι εν όψει του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο αυτή τελεί υπό κράτηση, το πρωτόδικο Δικαστήριο όφειλε να προβεί λόγω της συνέχισης της κράτησης σε «εξατομικευμένη αξιολόγηση» των προτεινόμενων εγγυήσεων. Μελετήσαμε την εν λόγω απόφαση και διαπιστώνουμε ότι αφορά περίπτωση εξέτασης του χρόνου κράτησης πριν την καταχώριση κατηγορητηρίου και γενικά πριν την έναρξη ακρόασης της υπόθεσης. Η παρούσα υπόθεση σαφώς διαφοροποιείται εφόσον όχι μόνο η υπόθεση εκδικάζεται αλλά παράλληλα φαίνεται να τυγχάνει χειρισμού προς την κατά το δυνατό συντομότερη ολοκλήρωσή της.

 

Είναι καλώς γνωστή η γενική αρχή ότι στις κατάλληλες περιπτώσεις όπου υφίσταται παρατεταμένη κράτηση, θα μπορούσε να ενδείκνυται επανεκτίμηση του κατά πόσον οι λόγοι κράτησης οι οποίοι εγκρίθηκαν αρχικά εξακολουθούν να υφίστανται, δικαιολογώντας συνέχιση της κράτησης. Όμως όπως έχουμε καταλήξει ανωτέρω, στην παρούσα υπόθεση δεν διαπιστώνουμε να βρισκόμαστε σε ένα τέτοιο στάδιο ή να συντρέχουν λόγοι που να  δικαιολογούν τέτοια θεώρηση.

 

Εν όψει όλων των ανωτέρω οι λόγοι έφεσης 1, 2 και 4 κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται.

 

Σε σχέση με τον τρίτο λόγο έφεσης υπενθυμίζουμε τα πιο κάτω λεχθέντα SHIMON MISTRIEL AYKOUT v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 47/2025, ημερομηνίας 24.3.2025 σε σχέση με αιτιάσεις για παραβιάσεις του Άρθρου 3 της ΕΣΔΑ.:

 

«Το βάρος απόδειξης παραβίασης του Άρθρου 3 της ΕΣΔΑ είναι ψηλό [βλ. Στυλιανού (ανωτέρω)]. Στην Αykout ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 237/24, ημερ. 10.10.2024, με αναφορά σε νομολογία του ΕΔΑΔ, λέχθηκε ότι το βάρος απόδειξης είναι πέραν λογικής αμφιβολίας (βλέπε και Enea v. Italy [GC] (ανωτέρω), παρ. 55, Blokhin v. Russia [GC] (ανωτέρω), παρ. 139)

 

Σαφώς εν όψει των όσων έχουμε αναφέρει ανωτέρω, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η εφεσείουσα έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης να αποδείξει ότι εν όψει του υπολογισμού από πλευράς της, της ενδεχόμενης ποινής φυλάκισης, η κράτησή της έχει καταστεί καταπιεστική. Αβάσιμος κρίνεται και ο τρίτος λόγος έφεσης.

 

Η έφεση αποτυγχάνει στην ολότητά της και η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.

 

 

Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.    


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο