ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 216/2026)
16 Σεπτεμβρίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
1. THALYS MARCELO GOMES DA SILVA SOUZA
2. BRUNA DA CONCEICAO BARCELOS,
Εφεσείοντες,
v.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
_______________________
Μ. Αποστολίδης για Μάριος Αποστολίδης Δ.Ε.Π.Ε., για Εφεσείοντες.
Α. Αντωνίου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη.
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(Αυθημερόν)
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.: Οι εφεσείοντες παραπέμφθηκαν σε δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου το οποίο συνεδριάζει στη Λάρνακα στις 21.10.2026 αντιμετωπίζοντας από κοινού σωρεία σοβαρών αδικημάτων και ειδικότερα, τρεις κατηγορίες για το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, μία κατηγορία για το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη πλημμελήματος, τις κατηγορίες του εμπρησμού και της απόπειρας εμπρησμού, κατηγορία για πρόκληση πυρκαγιάς σε κρατικός δάσος και κατηγορία για απερίσκεπτες και αμελείς πράξεις, αδικήματα κατά παράβαση Άρθρων του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και του Περί Δασών Νόμου Ν.25(Ι)/2012.
Υποβλήθηκε ενώπιον του παραπέμποντος Δικαστηρίου αίτημα από την Κατηγορούσα Αρχή όπως και οι δύο παραμείνουν υπό κράτηση, βασιζόμενο στον πυλώνα της ύπαρξης κινδύνου φυγοδικίας.
Όπως προκύπτει από την πρωτόδικη απόφαση, τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου το μαρτυρικό υλικό το οποίο έχει σημειωθεί ως Τεκμήριο Α, από το οποίο, όπως το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει, προκύπτει ότι οι εφεσείοντες οι οποίοι διαμένουν στη Λεμεσό μετέβηκαν στις 2.8.2026 στην περιοχή του Κόρνου έχοντας αγοράσει αναπτήρα και πυροτεχνήματα τύπου «συντριβάνια» σπινθήρων από περίπτερο, τα οποία, αφού τοποθέτησαν, άναψαν σε χωράφι σε μικρή απόσταση από το περίπτερο. Διερχόμενοι οδηγοί είδαν τον καπνό που αναδυόταν από τη φωτιά που προκλήθηκε από τα πυροτεχνήματα και σταμάτησαν και την κατέσβησαν. Οι εφεσείοντες στη θέα των διερχόμενων οδηγών που σταμάτησαν εισήλθαν στο αυτοκίνητο τους γελώντας. Μάλιστα, όπως προκύπτει από το μαρτυρικό υλικό, η εφεσείουσα πλησίασε το μέρος της φωτιάς κρατώντας ένα μπουκάλι νερό, το οποίο όμως τελικά αρνήθηκε να παραδώσει σε μάρτυρα που επιχειρούσε να κατασβέσει τη φωτιά.
Όπως επίσης αναφέρεται στο μαρτυρικό υλικό, στο σημείο που οι εφεσείοντες τοποθέτησαν τα πυροτεχνήματα, υπάρχει φυσική βλάστηση αποτελούμενη από ξερά χόρτα, φρύγανα, θάμνους και στη γύρω περιοχή εκτεταμένα πευκοδάση. Ο διευθυντής του Τμήματος Δασών αναφέρει ότι η περιοχή κατατάσσεται σε περιοχές υψηλού κινδύνου για πυρκαγιές. Τα ξερά χόρτα που υπήρχαν εκεί πήραν φωτιά όταν οι εφεσείοντες άναψαν τα πυροτεχνήματα.
Ο συνήγορος και των δύο εφεσειόντων έφερε ένσταση στο αίτημα για κράτησή τους, επικεντρώνοντας τα επιχειρήματά του στην αδυναμία πιθανότητας καταδίκης αλλά και στη βαρύτητα των προσωπικών τους περιστάσεων, που, κατά την άποψή του, εξασθενούν τον κίνδυνο φυγοδικίας. Πρότεινε μάλιστα την επιβολή συγκεκριμένων όρων για εξασφάλιση της παρουσίας τους στο Δικαστήριο.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξετάζοντας τη μαρτυρία στην όψη της και μόνο και χωρίς να προβαίνει σε οποιαδήποτε αξιολόγησή της, έκρινε ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα καταδίκης και των δύο εφεσειόντων σημειώνοντας, «χωρίς βεβαίως η διαθέσιμη μαρτυρία να αποκλείει κάθε λογική προσδοκία για αθώωσή τους». Ορθά, ανέφερε ότι οι ισχυρισμοί που προέβαλαν οι εφεσείοντες στις καταθέσεις τους αλλά και οι εισηγήσεις του συνηγόρου τους περί αδυναμιών στο μαρτυρικό υλικό δεν μπορούν να αξιολογηθούν στο στάδιο αυτό, αλλά μόνο κατά την ακροαματική διαδικασία.
Σημείωσε επίσης, ότι σε περίπτωση καταδίκης τους, υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να καταδικαστούν σε πολυετείς ποινές φυλάκισης, λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν.
Ακολούθως, το πρωτόδικο Δικαστήριο, εξέτασε τις προσωπικές περιστάσεις των εφεσειόντων. Σημείωσε ότι και οι δύο είναι ξένοι υπήκοοι, συγκεκριμένα υπήκοοι Βραζιλίας, ηλικίας 27 και 29 ετών αντίστοιχα. Ο πρώτος εφεσείοντας βρίσκεται στην Κύπρο εδώ και 18 μήνες μαζί με τη σύντροφό του, επίσης υπήκοο Βραζιλίας. Η δεύτερη εφεσείουσα βρίσκεται στην Κύπρο για περίοδο τεσσάρων μόλις μηνών. Ο μόνος δεσμός και των δύο εφεσειόντων με την Κυπριακή Δημοκρατία είναι η εργοδότησή τους σε συγκεκριμένη εταιρεία στη Λεμεσό ως εξειδικευμένο προσωπικό. Ανέφερε σχετικά το Δικαστήριο ότι οι συμφωνίες εργοδότησής τους κατατέθηκαν ενώπιόν του.
Το παραπέμπον Δικαστήριο επίσης εκτίμησε το γεγονός ότι οι εφεσείοντες είχαν προσέλθει αυτοβούλως στον Αστυνομικό Σταθμό Κοφίνου στις 3.8.2026. Ο μεν εφεσείοντας 1 στις 15:35 αφού έμαθε ότι καταζητείται από την Αστυνομία, ενώ η εφεσείουσα 2 στις 19:15 προκειμένου να επισκεφθεί τον εφεσείοντα 1. Αποφάσισε όμως ότι «η ανωτέρω αυτόβουλη προσέλευση των κατηγορουμένων στον Αστυνομικό Σταθμό, συνεκτιμάται μεν, κατά την κρίση μου όμως και υπό τις συνθήκες της παρούσας υπόθεση δεν εξουδετερώσει τον κίνδυνο φυγοδικίας των κατηγορουμένων».
Αποφάσισε τελικά, αφού συνυπολόγισε και τον χρόνο κράτησης μέχρι την επόμενη δικάσιμο, ότι έπρεπε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια εγκρίνοντας το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής για κράτηση και των δύο μέχρι την εμφάνισή τους ενώπιον του Κακουργιοδικείου.
Με τέσσερεις λόγους έφεσης ο συνήγορος των εφεσειόντων επιδιώκει ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης για την κράτησή τους. Οι λόγοι έφεσης είναι συναφείς μεταξύ τους και προβάλλουν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε ότι υφίσταται ορατή πιθανότητα καταδίκης και των δύο εφεσειόντων σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν, χωρίς να αποτιμήσει τη διαφορετική αποδεικτική δύναμη του μαρτυρικού υλικού για κάθε κατηγορία, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν απέδωσε την προσήκουσα βαρύτητα στην αυτόβουλη προσέλευση του πρώτου εφεσείοντα στην Αστυνομία αφού είχε ήδη πληροφορηθεί ότι αναζητείτο αλλά ούτε και στους προσωπικούς και επαγγελματικούς δεσμούς του με τη Δημοκρατία. Το ίδιο σφάλμα αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο και αναφορικά με την αποτίμηση των προσωπικών περιστάσεων της δεύτερης εφεσείουσας. Τέλος, αναφέρει ότι οι εσφαλμένες κρίσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου, τόσο ως προς την πραγματική δύναμη του μαρτυρικού υλικού αλλά και την εξατομικευμένη υποτίμηση του κινδύνου φυγοδικίας κάθε εφεσείοντα, είχαν ως αποτέλεσμα την λανθασμένη κατάληξή του ότι ο διαπιστωθείς κίνδυνος φυγοδικίας δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί με οποιοδήποτε λιγότερο επαχθές μέτρο από την κράτησή τους.
Έχουμε με μεγάλη προσοχή ακούσει και εξετάσει τα όσα οι δύο συνήγοροι έχουν θέσει ενώπιόν μας με την επιχειρηματολογία τους, καθώς, επίσης, καθετί σχετικό με την παρούσα πρωτόδικη διαδικασία και απόφαση.
Είναι προφανές ότι το τι αποτελεί αντικείμενο εξέτασης από το Εφετείο είναι η ορθότητα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του θέματος. Συγκεκριμένα δε, σε ό,τι αφορά τη συνεκτίμηση όσων πρέπει να συνεκτιμώνται κατά την άσκηση αυτής της διακριτικής ευχέρειας.
Παραθέτουμε σχετικά το κάτωθι απόσπασμα από την απόφαση A.A.S. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 193/2022, ημερομηνίας 14.9.2022:
«Υπενθυμίζουμε ότι η κράτηση ενός υποδίκου μέχρι τη δίκη ή η επιβολή όρων για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του στο Δικαστήριο, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου με αφετηρία, βεβαίως, την ατομική ελευθερία και ότι η κράτηση αποτελεί μέτρο κατ' εξαίρεση (Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 130, 134). Επέμβαση του Εφετείου χωρεί αν διαπιστωθεί ότι αυτή η εξουσία δεν ασκήθηκε κατά τρόπο δικαστικό, είτε διότι εμφιλοχώρησαν εξωγενή στοιχεία, είτε γιατί παραγνωρίστηκαν κριτήρια που καθορίστηκαν από τη νομολογία ως προαπαιτούμενα (Dydi v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 103/2020 [σχ. Με 104/2020], ημερ. 3/9/2020 και Γεωργίου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 131/2021, ημερομηνίας 1.9.2021). Στην Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 109 λέχθηκε ότι «το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στα πρωτόδικα Δικαστήρια εκτός για πολύ σοβαρούς λόγους και σε εξαιρετικές περιπτώσεις». (Βλ. επίσης Μαυρομιχάλης ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 256 και Suleyman v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση. 120/2020, ημερομηνίας 11.8.20), ECLI:CY:AD:2020:B286.»
Είναι χρήσιμο να τεθεί ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, στην έστω συνοπτική απόφασή του επί του θέματος, ορθά συνόψισε τις νομολογιακές αρχές που αφορούν τον κίνδυνο φυγοδικίας, καταλήγοντας ότι τα αντικειμενικά κριτήρια, ήτοι σοβαρότητα αδικήματος, πιθανότητα καταδίκης και ποινή που δυνατόν να επιβληθεί σε περίπτωση καταδίκης, ικανοποιούντο. Την ίδια διεργασία έκανε και για τα υποκειμενικά κριτήρια.
Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου, θα πρέπει να ασκείται στη βάση των αρχών που έχει καθορίσει η νομολογία σύμφωνα με την οποία οι λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την κράτηση κατηγορούμενου είναι (α) ο κίνδυνος/πιθανότητα μη προσέλευσης, (β) η πιθανότητα/κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων και (γ) ο κίνδυνος/πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων. Παραπέμπουμε σχετικά στις υποθέσεις ΑΝΔΡΕΟΥ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 129/2020, ημερομηνίας 20.8.2020, ΑΡΓΥΡΗ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 195/2020, ημερομηνίας 23.12.2020 και ΚΑΣΣΙΡ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 146/2021, ημερομηνίας 29.9.2021, ECLI:CY:AD:2021:B431.
Η νομολογία επιβεβαιώνει ότι δεν είναι αναγκαίο να συντρέχουν και οι τρεις αυτοτελείς λόγοι, αρκεί ένας εξ’ αυτών να υπάρχει για να δικαιολογείται η κράτηση του ατόμου, ως εξαίρεση πάντοτε στον βασικό κανόνα ότι ένα άτομο δικαιούται να παραμένει ελεύθερο μέχρι τη δίκη του. (βλ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2004) 2 Α.Α.Δ. 538, ΣΙΑΚΑΛΛΗ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (ανωτέρω), Η νομολογία επίσης καθορίζει ότι όσον πιο σοβαρή είναι μια κατηγορία, ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο κατηγορούμενου προσώπου να αποφύγει τη δίκη του (βλ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗ κ.α. ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2001) 2 Α.Α.Δ. 139, ΤΣΑΠΑΤΣΑΡΗΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2004) 2 Α.Α.Δ. 600).
Προχωρώντας με την εξέταση των υποκειμενικών παραγόντων που συνεκτιμώνται, το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής:
«Σημειώνεται επίσης, η ουσιαστική απουσία οποιουδήποτε ισχυρού δεσμού των κατηγορουμένων με την Κυπριακή Δημοκρατία που να μπορούσε να λειτουργήσει αυτός αποτρεπτικά στο ενδεχόμενο πρόθεσης διαφυγής τους προς αποφυγή της δίκης.
[…]
Σε κάθε περίπτωση, η ανωτέρω αυτόβουλη προσέλευση των κατηγορουμένων στον αστυνομικό σταθμό, συνεκτιμάται μεν, κατά την κρίση μου όμως, υπό τις συνθήκες της παρούσας υπόθεσης δεν μπορεί να εξουδετερώσει τον κίνδυνο φυγοδικίας των κατηγορουμένων.»
Δεν θεωρούμε ότι είναι εσφαλμένη η προσέγγιση του θέματος από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Παραπέμπουμε στην απόφασή μας ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ANGHELUS IONUT CORNECI, Ποινική Έφεση 6/2026, ημερομηνίας 19.1.2026, στην οποία σημειώσαμε τα εξής:
«Απαύγασμα της νομολογίας αποτελεί η αναγκαιότητα διαπίστωσης δεσμών με τον τόπο και τους ανθρώπους τέτοιων ώστε να θεωρείται ότι η ύπαρξη τους αποτελεί παράγοντα που θα μπορούσε να λειτουργήσει αποτρεπτικά στο ενδεχόμενο πρόθεσης διαφυγής προς αποφυγή της δίκης. Ως είχαμε την ευκαιρία να εξηγήσουμε στην PATEL v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικής Έφεση 293/2025, ημερομηνίας 11.12.2025:
«Είναι ορθό, παράλληλα, να επαναληφθεί, και, επίσης, να καταστεί αντιληπτό, ότι, ακόμη και η διαπίστωση δεσμών με την Κυπριακή Δημοκρατία, δεν εξαντλεί το θέμα υπέρ της επιβολής όρων εγγύησης. Κάτι τέτοιο, άλλωστε, θα σήμαινε ότι ουδέποτε θα διατασσόταν η κράτηση Κύπριου πολίτη, ο οποίος, κατά Τεκμήριο, έχει τέτοιους δεσμούς. Ως εξηγείται στην ΝΙΚΟΛΑΟΥ (ανωτέρω):
«...είναι αυτονόητο ότι ένας Κύπριος κατηγορούμενος έχει κατά κανόνα δεσμούς με τη χώρα του που μπορεί να είναι δυνατοί ή χαλαροί, ανάλογα με τις ιδιαίτερες του συνθήκες. Οι δεσμοί αυτοί από μόνοι τους δεν επενεργούν ως ασπίδα για τον ύποπτο ή υπόδικο ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο εμπλέκεται. Ό,τι εξετάζεται είναι πάντοτε η επίπτωση που δυνατόν να έχουν οι προσωπικές αυτές συνθήκες επί του κριτηρίου του κινδύνου μη προσέλευσης του υπόπτου στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τη δίκη του».»
Επομένως, ασχέτως του πως μπορεί να χαρακτηριστούν οι δεσμοί ενός προσώπου με τον τόπο και τους ανθρώπους, ισχυροί ή χαλαροί, το ζητούμενο δεν παύει να είναι η επίπτωση που δυνατόν να έχουν επί του κινδύνου μη προσέλευσης του συγκεκριμένου προσώπου για να αντιμετωπίσει τη δίκη του. Πάντοτε μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της ανάγκης για ορθή απονομή δικαιοσύνης και, επί του προκειμένου ζητήματος, έχοντας κατά νου ότι αφετηρία αποτελεί η ατομική ελευθερία και ότι η κράτηση αποτελεί μέτρο κατ' εξαίρεση.»
Στην παρούσα υπόθεση, δεν μπορεί να παραβλεφθεί ότι οι υποκειμενικές συνθήκες των εφεσειόντων ουσιαστικά περιορίζονται στη διαμονή τους και εργασία τους στη Δημοκρατία και μάλιστα όχι για μεγάλη χρονική περίοδο. Πέραν τούτων, δεν φαίνεται να υφίσταται κατάσταση πραγμάτων που, κατά λογική εκτίμηση, να αποκλείει τη φυγοδικία προς αποφυγή ενδεχόμενων συνεπειών από μία σοβαρή υπόθεση, ως η παρούσα. Τα όσα τέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, συνεκτιμώμενα με τους υπόλοιπους παράγοντες που κατέγραψε το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν κατεδείκνυαν συνθήκες ύπαρξης δεσμών με τη Δημοκρατία ικανών να υπερφαλαγγίσουν τη σοβαρότητα του αδικήματος, την πιθανότητα καταδίκης και την ενδεχόμενη ποινή προς τους εφεσείοντες σε περίπτωση καταδίκης.
Σε ό,τι αφορά την αυτόβουλη μετάβαση και των δύο εφεσειόντων στον Αστυνομικό Σταθμό Κοφίνου στις 3.8.2026, σημειώνουμε ότι όπως προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά του Δικαστηρίου ημερομηνίας 12.8.2026, ο πρώτος εφεσείοντας έλαβε μήνυμα στο κινητό του ότι τον ψάχνει η αστυνομία. Πήγε στον Αστυνομικό Σταθμό Κοφίνου, έδειξε το μήνυμα και είπε ότι ήρθε αφού τον ψάχνουν. Η δεύτερη εφεσείουσα πήγε να επισκεφθεί τον πρώτο εφεσείοντα και συνελήφθη.
Το θέμα της αυτόβουλης μετάβασης υπόπτου σε Αστυνομικό Σταθμό έχει τύχει εξέτασης στις υποθέσεις ΑΡΓΥΡΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2008) 2 Α.Α.Δ. 607 και ΝΙΚΗΤΑ Κ.Α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2011) 2 Α.Α.Δ. 54.
Θεωρούμε ότι η αυτόβουλη μετάβαση των εφεσειόντων στον Αστυνομικό Σταθμό η οποία έγινε υπό τις συνθήκες που αναφέρουμε ανωτέρω, ορθά κρίθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι δεν μπορεί να εξουδετερώσει τον κίνδυνο φυγοδικίας των εφεσειόντων λαμβάνοντας υπόψη τα περιστατικά της υπόθεσης, το γεγονός ότι ο εφεσείοντας 1 έχει άδεια εργασίας διάρκειας δύο ετών με δυνατότητα ανανέωσης ενώ η αίτηση της εφεσείουσας 2 κατά πόσο θα της παραχωρηθεί άδεια εργασίας ακόμη εκκρεμεί.
Ενόψει των ανωτέρω, θεωρούμε ορθή την κατάληξη του Κακουργιοδικείου επί όλων των σημείων που εγείρονται. Δεν δικαιολογείται συνεπώς η παρέμβασή μας.
Όλοι οι λόγοι έφεσης απορρίπτονται. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται στην ολότητά της.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο