ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ.: 249/20)
9 Σεπτεμβρίου 2026
[Χ. Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΚΑΤΕΪΦΗΣ
Εφεσείων/Ενάγων
v.
ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΑΞΑΓΟΡΟΥ
Εφεσίβλητου/Εναγομένου
--------------------
Μ. Κιτρομηλίδης για Μιχάλης Κιτρομηλίδης Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα
Φ. Χατζηιωάννου για Α. Κ. Χατζηιωάννου & Σία, για τον Εφεσίβλητο
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Εκδικάζοντας την αγωγή του Εφεσείοντος για γενικές και ειδικές αποζημιώσεις συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος, το E.Δ. Λευκωσίας, καταμέρισε την ευθύνη σε 30% στον ίδιο και σε 70% στον Εφεσίβλητο, οπότε εξέδωσε απόφαση εναντίον του τελευταίου για το ποσόν των €11.626, συν τόκους και έξοδα.
Ο Εφεσείων με δύο λόγους έφεσης προσβάλλει την απόδοση συντρέχουσας αμέλειας στον ίδιο, υποστηρίζοντας ειδικότερα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο: (1) Εσφαλμένα απέδωσε στον ίδιο ποσοστό αμέλειας 30% καθότι αυτός ουδεμίαν ευθύνη έφερε για το δυστύχημα και (2) Εσφαλμένα κατέληξε ότι ο Εφεσείων απέτυχε να εκτιμήσει ορθά τον κίνδυνο σύγκρουσης και να λάβει δραστικότερα μέτρα, ήτοι ακόμα και να ακινητοποιήσει τη μοτοσυκλέτα του.
Από δικής του πλευράς ο Εφεσίβλητος προσβάλλει επίσης την απόφαση, με αντέφεση. Ειδικότερα με τους πρώτους πέντε λόγους αντέφεσης προσβάλλει ευρήματα που αφορούν αφενός την αξιολόγηση των δύο ιατρών (Μ.Ε.3, Μ.Υ.2) και αφετέρου την επιδίκαση γενικών αποζημιώσεων ύψους €10.000 επί πλήρους ευθύνης ενώ με τους υπόλοιπους δύο λόγους αντέφεσης προσβάλλει αφενός την αποδοχή της μαρτυρίας του Εφεσείοντος και αφετέρου την απόδοση ποσοστού αμέλειας μόνο 30% στον Εφεσείοντα.
Κατά την πρωτόδικη διαδικασία, μαρτυρία σχετική με τα γεγονότα επέλευσης του δυστυχήματος προσέφεραν ο Εφεσείων (Μ.Ε.1), ο εξεταστής Αστ. 2601 (Μ.Ε.2) και ο Εφεσίβλητος (Μ.Υ.1). Μετά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους η πρωτόδικη Δικαστής αποδεχόμενη την εκδοχή του Εφεσείοντος, κατέληξε ότι:
«Στην υπό κρίση υπόθεση, ενώ ο Εναγόμενος οδηγούσε στην εσωτερική λωρίδα επί της οδού Αγ. Γεωργίου στη Λακατάμια … επεχείρησε δεξιά στροφή ως η πορεία του, στη συμβολή της οδού Αγ. Γεωργίου με την οδό Αλαμάνας. Ο Εναγόμενος αποτυγχάνοντας να εκπληρώσει το καθήκον του να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές να στρίψει δεξιά και ότι η εξ αντιθέτου ερχόμενη κυκλοφορία του επέτρεπε να πράξει τοιουτοτρόπως, απέκοψε την πορεία του οχήματος του Ενάγοντος ο οποίος κινείτο στη δεξιά εσωτερική πλευρά της δικής του κατεύθυνσης. Παρενέβη ουσιαστικά ο Εναγόμενος, ο οποίος απέτυχε να εντοπίσει το όχημα του Ενάγοντα να κινείται στον δρόμο, στην πορεία του Ενάγοντα και έφραξε τον δρόμο του. Τούτη ήταν και η γενεσιουργός αιτία της σύγκρουσης. … Ο Εναγόμενος απέτυχε να εκπληρώσει το καθήκον του ήτοι να βεβαιωθεί ότι ο δρόμος ήταν ελεύθερος και καθαρός ώστε να επιχειρήσει τη δεξιά στροφή ως η πορεία του και τούτο ιδιαίτερα εφόσον απέτυχε παντελώς να εντοπίσει τον Ενάγοντα να κινείται επί του δρόμου. Εισήρθε (sic) συνεπώς στη λωρίδα κυκλοφορίας του Ενάγοντος και κάλυψε έδαφος μήκους 1,5 μέτρα (sic) εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του τελευταίου.»
(έμφαση δοθείσα)
Εν συνεχεία, εξέτασε το ζήτημα της συντρέχουσας αμέλειας και κατέληξε ότι ο Εφεσείων απέτυχε να ακινητοποιήσει τη μοτοσυκλέτα του εγκαίρως, να λάβει δραστικότερα μέτρα και γενικά να πράξει τα δέοντα, προς αποφυγή της σύγκρουσης.
Λόγος Αντέφεσης 7 – Αξιολόγηση
Κρίνουμε ότι προέχει η εξέταση του λόγου αντέφεσης 7 επειδή με αυτόν εγείρονται ζητήματα αξιολόγησης της μαρτυρίας του Εφεσείοντος και εμμέσως αυτής του εξεταστή (Μ.Ε.2.).
Είναι πολύ καλώς γνωστή η αρχή ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας επαφίεται πρωτίστως στο δικάσαν την υπόθεση Δικαστήριο, το οποίο είχε την ευκαιρία να δει και κρίνει τους μάρτυρες στη ζώσα ατμόσφαιρα της δίκης, παρακολουθώντας την όλη συμπεριφορά τους κατά τη βάσανο της αντεξέτασης. Το Εφετείο παρεμβαίνει μόνον όταν τα συμπεράσματα για την αξιοπιστία μαρτύρων είναι εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή δεν ήταν ευλόγως επιτρεπτά ή είναι αυθαίρετα ή διαπιστώνονται αντιφάσεις ουσιαστικής μορφής που τα καθιστούν λανθασμένα (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ.ά. (2008) 1(Α) Α.Α.Δ. 676, Ζερβού κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου (2011) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2192).
Ο Εφεσίβλητος υποστηρίζει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα απεδέχθη τη μαρτυρία του Εφεσείοντος, εσφαλμένα συμπέρανε πως η εκδοχή του δεν αντικρούεται από το σχεδιάγραμμα και εσφαλμένα δεν αποφάσισε πως υπήρχε προσυνεννόηση μεταξύ του Εφεσείοντος και του Μ.Ε.2. Στην αιτιολογία, ο Εφεσίβλητος προβάλλει τρεις κατ’ ισχυρισμόν αντιφάσεις του Εφεσείοντος.
Η πρώτη, κατ’ ισχυρισμόν αντίφαση, είναι ότι ο Εφεσείων αρχικά είπε πως κινείτο με ταχύτητα 20 - 30 χ.α.ώ. ενώ αργότερα είπε πως ήταν σχεδόν σταματημένος. Η πραγματικότητα όμως είναι πως ενόρκως ο Εφεσείων είχε ήδη αρκετές φορές αναφέρει ότι «ελάττωνε» συνεχώς ταχύτητα, οπότε όταν ακολούθως ρωτήθηκε με τι ταχύτητα κινείτο, αφού ελάττωνε ταχύτητα, απάντησε: «Την ώρα του δυστυχήματος εάν ήμουν μεταξύ 20 - 30 χ.α.ώ. Σχεδόν σταματημένος ναι». Δεν συμφωνούμε λοιπόν ότι πρόκειται περί αντίφασης. Είναι εμφανές ότι πρόκειται για σχήμα λόγου, το οποίο χρησιμοποίησε ο Εφεσείων προκειμένου να τονίσει τη θέση του ότι κατά τη σύγκρουση ήταν ήδη χαμηλή η ταχύτητα του.
Η δεύτερη, κατ’ ισχυρισμόν αντίφαση, συνδέεται και πάλι με το θέμα της ταχύτητας. Προβάλλει ο Εφεσίβλητος πως ο ισχυρισμός του Εφεσείοντος περί ταχύτητας 20 - 30 χ.α.ώ. ευρίσκεται σε αντίθεση με το δηλωθέν παραδεκτό γεγονός ότι οι ζημιές στη μοτοσυκλέτα του ήταν ύψους €5.500. Δεν συμφωνούμε ότι με μόνο το παραδεκτό γεγονός πως οι ζημιές ήταν €5.500 θα μπορούσε το Δικαστήριο να εξαγάγει εύρημα για την ταχύτητα του Εφεσείοντος κατά τη σύγκρουση, ούτως ώστε να διαπίστωνε και αντίφαση. Όπως έχει τονιστεί στη Χαραλάμπους κ.ά. ν. Χ" Παναγιώτου (2007) 1(Β) Α.Α.Δ. 1148 «[Τ]ο δικαστήριο δεν μπορούσε να καταλήξει στη διαπίστωση ότι η ταχύτητα της εφεσίβλητης ήταν υπερβολική βασιζόμενο μόνο στη βιαιότητα της σύγκρουσης» (βλ. και Κυπριανού ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 816).
Ούτε το τρίτο σημείο το οποίο προβάλλει ο Εφεσίβλητος συνιστά αντίφαση. Ο Εφεσείων ερωτώμενος κατά πόσον η λωρίδα στα αριστερά του, (η εξωτερική δηλαδή) ήταν κενή την ώρα της σύγκρουσης απάντησε «[Δ]εν μπορώ να θυμάμαι τώρα εάν ήταν κενή». Ο Εφεσίβλητος υποστηρίζει ότι σκόπιμα ο Εφεσείων ανέφερε ότι δεν ενθυμείτο και ότι αυτό δείχνει πως η λωρίδα «ήταν κενή διότι αν δεν ήταν κενή θα το θυμόταν, απλά ήθελε να αποφύγει την ερώτηση». Με κάθε σεβασμό δεν μπορούμε να παρακολουθήσουμε αυτόν τον συλλογισμό. Από τη μια πλευρά αποδίδεται σκοπιμότητα παραπλάνησης του Δικαστηρίου και από την άλλη πλευρά γίνεται δεκτό πως ήταν όντως ζήτημα μνήμης, αφού χρησιμοποιείται το επιχείρημα πως αν δεν ήταν κενή, δηλαδή εάν υπήρχαν οχήματα θα το θυμόταν. Εν πάση περιπτώσει δεν συμφωνούμε ότι, υπό τις περιστάσεις της παρούσας, η συγκεκριμένη απάντηση έπληττε την αξιοπιστία του Εφεσείοντος. Σχετικά με τις απαντήσεις «δεν θυμούμαι» παραπέμπουμε στα όσα ανέφερε το Εφετείο στην Α.Ν.Κ. κ.ά. ν. Γενικός Εισαγγελέας, Ποιν. Έφ. 136/22, ημερ. 1.8.25. Στην παρούσα δεν παρατηρείται οτιδήποτε από το οποίο να δύναται βάσιμα να συναχθεί ότι ο Εφεσείων ενθυμείτο (πως δεν υπήρχε κάτι στα αριστερά του την ώρα της σύγκρουσης) αλλά το απέκρυψε σκοπίμως.
Ούτε εντοπίζουμε να είχε παραδεχθεί ότι «είχε χρόνο να πάρει την αριστερή (εξωτερική λωρίδα) και να απόφευγε τη σύγκρουση», ως αβάσιμα υποστηρίζεται επίσης στον ίδιο λόγο αντέφεσης. Αντιθέτως, αυτό το οποίο ο Εφεσείων επανέλαβε αρκετές φορές ήταν πως ο Εφεσίβλητος τού ανέκοψε απότομα και ξαφνικά τον δρόμο, μη δίδοντας του χρόνο να αντιδράσει («ανέκοψε μου τον δρόμο, δεν είχα χρονικό διάστημα να αντιδράσω», «δεν μου έδωσε χρονικό διάστημα να αντιδράσω»).
Η πρωτόδικη Δικαστής έλαβε δεόντως υπ’ όψιν της ότι κατά την ημέρα του ατυχήματος, στις 15.3.11, ο Εφεσείων φοιτούσε στην Αστυνομική Ακαδημία και ότι αργότερα, μέχρι το 2019 (που ξεκίνησε η ακρόαση) γνωρίστηκε με τον συνάδελφο του, τον εξεταστή της υπόθεσης Μ.Ε.2. Δεν εντόπισε κάτι μεμπτό στη μαρτυρία του Μ.Ε.2 μεν, αλλά παρατήρησε κάποιου βαθμού προσπάθεια του να καταδείξει ότι για το δυστύχημα ευθύνεται ο Εφεσίβλητος. Έτσι, πέραν από κάποια επιμέρους τυπικά στοιχεία, το μόνο που δέχθηκε από τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 ήταν ότι το σχέδιο, Τεκμήριο 2, το ετοίμασε σε χρόνο κατά τον οποίο δεν γνώριζε ακόμα τον Εφεσείοντα και ότι «αυτό αποτυπώνει την κατάσταση πραγμάτων που ο ίδιος εντόπισε στη σκηνή του δυστυχήματος και σχεδίασε».
Εξ αφορμής των πιο πάνω, ο Εφεσίβλητος συνεχίζει στον πρώτο λόγο αντέφεσης υποστηρίζοντας ότι υπήρχε προσυνεννόηση μεταξύ Εφεσείοντος και Μ.Ε.2, αφού παρέμεινε ανοικτό και πολύ πιθανό το ενδεχόμενο ότι η εκδοχή του Εφεσείοντος δεν συνάδει με όσα είχε αναφέρει στη γραπτή κατάθεση του ή με τα πραγματικά γεγονότα (πρόχειρο σχέδιο, κατάθεση του Μ.Ε.2, ζημιές) και για αυτό επίτηδες δεν παρουσιάστηκαν οι καταθέσεις από τον αστυνομικό φάκελο. Σχετικά με το τελευταίο οφείλουμε να παρατηρήσουμε πως δεν υπάρχει κάποιος κανόνας που επιβάλλει να προσκομιστούν στην αστική υπόθεση οι καταθέσεις που έχουν ληφθεί στα πλαίσια διερεύνησης της ποινικής υπόθεσης. Το ζήτημα επαφίεται στην κρίση των διαδίκων και δεν μπορούμε να μην σημειώσουμε περαιτέρω ότι, λογικά, τις καταθέσεις τις είχε λάβει και ο Εφεσίβλητος, αφού, ως αναφέρεται στην Αστυνομική Έκθεση, Τεκμήριο 2, εναντίον του καταχωρίστηκε ποινική υπόθεση για αμέλεια (βλ. Άρθρο 7, Κεφ. 155).
Εν πάση περιπτώσει, η πρωτόδικη κρίση, ότι η εκδοχή του Εφεσείοντος δεν αντικρούεται από τα όσα το σχέδιο αποκαλύπτει, αναφερόταν στα βασικά στοιχεία της σκηνής (κατευθύνσεις, λωρίδες, πλάτος, πάροδος, κ.λπ.), για τα οποία ούτως ή άλλως δεν υπήρχε οποιαδήποτε αμφισβήτηση. Άλλωστε αυτό επιβεβαιώνεται και από την ενώπιον μας καταληκτική εισήγηση του Εφεσίβλητου ότι εν πάση περιπτώσει, με την πρωτόδικη κρίση συνεπάγεται ότι και η εκδοχή του Εφεσιβλήτου συνάδει με το συμμετρικό σχέδιο. Το γεγονός δε ότι ο Μ.Ε.2 παραδέχθηκε πως δεν είχε σημειώσει στο σχέδιο κάποια ελαφρά στροφή που υπήρχε στην πορεία του Εφεσείοντος λίγο πριν το σημείο σύγκρουσης, δεν ήταν ασφαλώς λόγος για να απορρίψει το σχέδιο το πρωτόδικο Δικαστήριο.
Είναι καλώς νομολογημένο ότι το σχέδιο αποτελεί μέρος της πραγματικής μαρτυρίας πλην όμως δεν πρέπει να λησμονείται ότι τέτοια μαρτυρία δεν είναι πάντοτε καθοριστική. Υπενθυμίζουμε σχετικά τα όσα το Εφετείο ανέφερε στη Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 153/23, ημερ. 29.2.24. Στην παρούσα ο Εφεσίβλητος ούτως ή άλλως με τη μαρτυρία του, Έγγραφο Β (§7), παραδεχόταν ότι κατά τη σύγκρουση ευρίσκετο σε απόσταση 1,5 εντός της λωρίδας που δικαιωματικά οδηγούσε ο Εφεσείων.
Στη βάση των προηγηθέντων ο λόγος αντέφεσης 7 υπόκειται σε απόρριψη.
Λόγοι Έφεσης 1, 2 και Λόγος Αντέφεσης 6 - Ευθύνη
Οι δύο λόγοι έφεσης αλληλοσυμπλέκονται τόσο μεταξύ τους όσο και με τον λόγο αντέφεσης 6, δεδομένου ότι όλοι εγείρουν ζητήματα σχετικά με την ευθύνη και τη συντρέχουσα αμέλεια. Ουσιαστικά, ο Εφεσείων υποστηρίζει ότι ο Εφεσίβλητος έπρεπε να κριθεί αποκλειστικά υπεύθυνος ενώ ο Εφεσίβλητος υποστηρίζει ότι θα έπρεπε να αποδοθεί ακόμα μεγαλύτερο ποσοστό ευθύνης στον Εφεσείοντα και δη «τουλάχιστο 60% συντρέχουσα αμέλεια». Υπενθυμίζουμε ότι ο επιμερισμός της ευθύνης είναι πρωταρχικό ζήτημα, το οποίο αποφασίζεται από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Το Εφετείο δεν επεμβαίνει εκτός εάν ικανοποιηθεί ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε καταμερισμό ευθύνης ο οποίος είναι προδήλως εσφαλμένος ή εφήρμοσε εσφαλμένη αρχή δικαίου ή αν υπήρξε πλάνη νόμου ή γεγονότων (Χαραλάμπους ν. Στυλιανού (1991) 1 Α.Α.Δ. 284, Νικολάου κ.ά. ν. Γεωργίου (1993) 1 Α.Α.Δ. 938).
Σύμφωνα με το Άρθρο 57 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, εάν κάποιος υποστεί ζημιά συνεπεία εν μέρει δικού του πταίσματος (fault) και εν μέρει πταίσματος ετέρου, τότε η καταβλητέα σε αυτόν αποζημίωση μειώνεται κατά την έκταση την οποία κρίνει δίκαιον το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπ’ όψιν το ποσοστό της ευθύνης του στη ζημιά. Όπως συναφώς εξηγείται στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 178:
«Ο καταμερισμός της ευθύνης είναι πρωτίστως έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου. Οι καθοριστικοί παράγοντες για τον καθορισμό της ευθύνης είναι δύο:
(α) Η υπαιτιότητα (blameworthiness) που συναρτάται με την εκπλήρωση των καθηκόντων του κάθε οδηγού για την ασφάλεια του άλλου, και
(β) Η αιτιώδης συνάφεια (causative potency) μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης.
Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας. Οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνία του μέσου συνετού πολίτη, όπως επεξηγείται στις υποθέσεις Charalambous ν. Kassapis (1988) 1 C.L.R. 25 και Polykarpou ν. Adamou (1988) 1 C.L.R. 727.»
Είναι καλώς καθιερωμένο ότι κάθε οδηγός υπέχει προς τους άλλους χρήστες των δρόμων καθήκον φροντίδας και επιμέλειας. Ειδικότερα το καθήκον αυτό οφείλεται προς κάθε πρόσωπο το οποίο κατά λογική πρόβλεψη είναι δυνατόν να επηρεαστεί. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό και μέτρο αποτελεί ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Κατά συνέπειαν εκείνο που εξετάζεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι κατά πόσον διαπιστώνεται παρέκκλιση (πτώση) από το επίπεδο συμπεριφοράς ενός λογικού και συνετού οδηγού. Το θέμα σχετίζεται άμεσα με τη δέουσα προσοχή και παρατηρητικότητα. Όλες οι πιο πάνω αρχές συνοψίστηκαν εύστοχα στην υπόθεση Arabani κ.ά. ν. Αριστείδου, Πολ. Έφ. 139/2014, ημερ. 18.4.22, ECLI:CY:AD:2022:A177 ως εξής:
«Συνιστά νομολογιακό δόγμα, ως προς το θέμα ευθύνης πρόκλησης τροχαίου ατυχήματος, ότι η απόδοση αμέλειας κρίνεται με βάση τις συνθήκες και περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Αποτελεί θεμελιώδη αρχή ότι η αμέλεια, ως πραγματικό γεγονός, συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής, υπό το φως των συγκεκριμένων σε κάθε περίπτωση γεγονότων. Στην περίπτωση καταφατικής κατάληξης περί ύπαρξης αμέλειας, εξετάζεται ζήτημα συντρέχουσας αμέλειας και ακολούθως αποδίδονται τα εκατέρωθεν ποσοστά ευθύνης. Η συντρέχουσα αμέλεια έχει ως λόγο το καθήκον αυτοπροστασίας του ενάγοντα, με την επίδειξη ανάλογης επιμέλειας. Το βάρος απόδειξης συντρέχουσας αμέλειας βρίσκεται στους ώμους του εναγόμενου και αποφασίζεται με βάση την ολότητα της προσαχθείσας μαρτυρίας.»
Στην παρούσα περίπτωση δεν πρέπει να λησμονείται ότι ο Εφεσίβλητος τόσο γραπτώς όσο και προφορικώς είχε προωθήσει μια εντελώς διαφορετική εκδοχή και δη είχε υποστηρίξει ότι: «… υπήρχε πάροδος απέναντι που έπρεπε να στρίψω, τζιαι σταμάτησα μισός μέσα στη λωρίδα του απέναντι μου τζιαι μισός στη λωρίδα τη δική μου τζιαι περίμενα τα αυτοκίνητα που έρχονταν που την άλλη, την αντίθετη πλευρά να περάσουν τζιαι να φκαιρώσει ο δρόμος για να μπορέσω να στρίψω δεξιά. Στο σημείο που εφκαίρωσε ο δρόμος τζιαι ήμουν έτοιμος να βάλω ταχύτητα για να κάμω εκκίνηση, άκουσα θόρυβο μεγάλο τζιαι κατάλαβα ότι ήταν μοτόρα τζιαι βλέπω τη μοτόρα απέναντι μου τζιαι έρκεται κατά πάνω μου. Έφυα το πόδι μου που την πεζίνα, έμεινα στο στόπερ τζιαι ήρτε τζιαι έδωκε η μοτόρα πάνω μου».
Έχει ήδη διαφανεί, από το πρωτόδικο απόσπασμα που παραθέσαμε πιο πριν, ότι η εκδοχή του Εφεσίβλητου πρωτοδίκως απερρίφθη. Θα προσθέταμε πως ο ισχυρισμός του ότι εισήλθε «μισός» στην αντίθετη λωρίδα και ακινητοποίησε το αυτοκίνητο του εκεί, χωρίς ταχύτητα (εννοεί στο κιβώτιο ταχυτήτων), αναμένοντας να περάσουν τα εξ αντιθέτου αυτοκίνητα είναι εκτός κάθε πραγματικότητας και δεν συνάδει με οποιαδήποτε λογική. Ορθώς λοιπόν το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την εκδοχή αυτή, δεχόμενο τη μαρτυρία του Εφεσείοντος.
Άλλωστε και ο ίδιος ο Εφεσίβλητος, στο περίγραμμα του, δεν επιμένει στην πιο πάνω εκδοχή του. Είναι εμφανές ότι επικαλούμενος πλέον τα πρωτόδικα ευρήματα, υποστηρίζει πως ενώ ο Εφεσείων «αντιλήφθηκε έγκαιρα ότι θα εισερχόταν ο Εναγόμενος στην πορεία του, δεν κατάφερε να πάρει τα δέοντα μέτρα αποφυγής του ατυχήματος». Με αυτή την εισήγηση ουσιαστικά ο Εφεσίβλητος εγκαταλείπει την εκδοχή περί προηγηθείσας εισόδου, ακινητοποίησης του αυτοκινήτου του και παραμονής του με κενή ταχύτητα, στο μέσο σχεδόν της εξ αντιθέτου εσωτερικής λωρίδας (πλάτους 3,5 μ.). Βασικά δέχεται το πρωτόδικο εύρημα ότι όπως ερχόταν έστριψε δεξιά ανακόπτοντας την πορεία του μοτοσυκλετιστή Εφεσείοντος.
Αυτό ακριβώς ήταν και το πρωτόδικο εύρημα, εξ ου και η πρωτόδικη Δικαστής ανέφερε ορθώς πως η απόφραξη του δρόμου ήταν «η γενεσιουργός αιτία της σύγκρουσης». Εννοείται πως δεν απαιτείται ιδιαίτερη ανάλυση για το ότι πράγματι γενεσιουργός αιτία ήταν η ξαφνική στροφή δεξιά, την οποίαν πραγματοποίησε ο Εφεσίβλητος, αποκόπτοντας την πορεία του Εφεσείοντος, ο οποίος είχε προτεραιότητα.
Είναι ακριβώς στη βάση αυτού του υποβάθρου πραγματικών γεγονότων που θα πρέπει να εξεταστεί το αμφισβητούμενο στην παρούσα ζήτημα της συντρέχουσας αμέλειας. Σε σχέση με αυτό το θέμα η πρωτόδικη Δικαστής προέβη στον ακόλουθο συλλογισμό:
«Ο Ενάγων επίσης αν και αντιλήφθηκε ως ο ίδιος ανέφερε τις “ύποπτες” κινήσεις του Εναγόμενου και τη μη σαφή πρόθεση του Εναγόμενου για την κατεύθυνση πορείας που θα λάμβανε, και η οποία τον οδήγησε στον (sic) να «ελαττώνει» ταχύτητα, απέτυχε να ακινητοποιήσει εγκαίρως το όχημα του και να αποφύγει τη σύγκρουση, με αποτέλεσμα τα δύο οχήματα να συγκρουστούν μεταξύ τους στο σημείο του δρόμου που αναφέρω ανωτέρω. Τόσο οι ενέργειες του Εναγομένου όσο και οι παραλήψεις (sic) του Ενάγοντος ως περιγράφονται ανωτέρω, αποτελούν την αιτία που επεσυνέβη το τροχαίο.
Εδώ φαίνεται στη βάση της ίδιας της μαρτυρίας του Ενάγοντος ότι αντιλήφθηκε ότι δεν ήταν βέβαιο ότι ο Εναγόμενος θα συνέχιζε ευθέως την πορεία του. παρά (sic) ταύτα οι ενέργειες του, δεν ήταν αρκετές για να αποφευχθεί το δυστύχημα. «Ελάττωνε», ως ο ίδιος ανέφερε σε αόριστο διαρκείας για να αντιληφθεί τις προθέσεις του Εναγομένου. Η μόνη λογική εξήγηση που μπορεί να δοθεί είναι ότι η πρόθεση του Εναγομένου να στρίψει δεξιά, αφού τούτο έγινε αντιληπτό από τον Ενάγοντα ο οποίος ως ο ίδιος αναφέρει ελάττωσε την ταχύτητα του. Απέτυχε όμως να εκτιμήσει ορθά τον κίνδυνο και να λάβει δραστικότερα μέτρα ήτοι ακόμα και να ακινητοποιήσει το όχημα του. Αντί τούτου, ο Ενάγων συνέχιζε να κινείται στο δρόμο.
[…]
Στην βάση των πιο πάνω συμπερασμάτων θεωρώ ότι για το επίδικο δυστύχημα ευθύνεται ο Εναγόμενος σε ποσοστό 70% ενώ ο Ενάγων φέρει ευθύνη σε ποσοστό 30%.
Θα πρέπει επίσης να σημειώσω ότι δεν μπορώ να συμφωνήσω με την εισήγηση του κου Κιτρομηλίδη ο οποίος κάλεσε το Δικαστήριο να ακολουθήσει την απόφαση στην Δαυΐδ v. Αντωνίου (2005) 1 ΑΑΔ. 967, όπου αποδόθηκε αποκλειστική ευθύνη για το δυστύχημα στον Εναγόμενο, ο οποίος απέκοψε την πορεία του εκεί, Ενάγοντος. Τα γεγονότα της υπόθεσης εκείνης διαφοροποιούνται από τα γεγονότα της παρούσας καθ’ ήν έκταση η εκεί ανακοπή της πορείας οχήματος του Ενάγοντος από το εξ αντιθέτου επερχόμενο όχημα έγινε αφού το (sic) τελευταίος εισήλθε ξαφνικά στη δεξιό (sic) λωρίδα κυκλοφορίας σε σχέση με την πορεία του, επιχειρώντας να στρίβει (sic) σε πάροδο δεξιά ‑ Στην υπό κρίση υπόθεση ευθαρσώς ο Ενάγων ανέφερε ότι είδε το όχημα του Εναγομένου και «συνέχισε να ελαττώνει ταχύτητα για να αντιληφτεί (sic) τις προθέσεις του»
Η δήλωση αυτή του Ενάγοντος θεωρώ είναι καθοριστική. Ό,τι μόνο μπορεί να συναχθεί από τη δήλωση αυτή του Ενάγοντα είναι ότι είχε αντιληφθεί τον κίνδυνο που είχε αρχίσει να εκδηλώνεται μπροστά του και απέτυχε στα μέτρα του μέσου συνετού οδηγού να πράξει τα δέοντα για να αποφύγει την ενδεχόμενη σύγκρουση.»
Ο Εφεσείων διαφωνεί με τον πιο πάνω συλλογισμό και την απόδοση στον ίδιο οποιουδήποτε μεριδίου ευθύνης, επικαλούμενος την υπόθεση Δαυίδ (ανωτέρω). Από δικής του πλευράς ο Εφεσίβλητος αρύεται επιχειρημάτων από το ίδιο πιο πάνω απόσπασμα, εισηγούμενος την αύξηση του μεριδίου ευθύνης του Εφεσείοντος. Υποστηρίζει ότι ο Εφεσείων αντιλήφθηκε εγκαίρως την παρουσία του και την πρόθεση του να στρίψει δεξιά, καθώς και ότι ο Εφεσείων τον ανέμενε πως θα τού ανέκοπτε τον δρόμο αλλά εσφαλμένα δεν έλαβε τα δέοντα μέτρα προς αποφυγή του ατυχήματος. Κατά τον Εφεσίβλητο εφόσον ο Εφεσείων αντιλήφθηκε την πρόθεση στροφής και ανέμενε την απόφραξη του δρόμου, θα έπρεπε εκείνος να κινηθεί αριστερότερα ή και να ακινητοποιούσε τη μοτοσυκλέτα του. Ως προς το τελευταίο μάλιστα, ο Εφεσίβλητος επισημαίνει πως αφού ο Εφεσείων δεν έτρεχε τότε σημαίνει πως θα σταματούσε εύκολα το όχημα του.
Αισθανόμαστε ότι πρέπει να διευκρινίσουμε πως η συντρέχουσα αμέλεια δεν στηρίζεται στην ύπαρξη καθήκοντος του ζημιωθέντος προς τον εκάστοτε εναγόμενο. Όπως εξηγείται στην υπόθεση Βλάσιος ν. Αντωνίου (1990) 1 Α.Α.Δ. 815:
«Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα της συντρέχουσας αμέλειας είναι καλά καθορισμένες. Αυτή δεν στηρίζεται πάνω στην ύπαρξη καθήκοντος του ζημιωθέντος προς τον εναγόμενο. Εκείνο που είναι αναγκαίο να αποδειχθεί όταν εγείρεται η ύπαρξη συντρέχουσας αμέλειας είναι ότι αυτός που ζημιώθηκε δεν πήρε για το ίδιο του συμφέρον λογικές προφυλάξεις και έτσι συνέβαλε με την έλλειψη φροντίδας στη ζημιά του. Ένας όμως ευθύνεται για συντρέχουσα αμέλεια εάν ώφειλε εύλογα να είχε προβλέψει ότι θα μπορούσε να ζημιωθεί αν δεν ενεργούσε όπως ένας λογικός άνθρωπος. Ένας ενάγοντας όμως δεν είναι συνήθως υπόχρεως να προβλέψει ότι ένα άλλο πρόσωπο μπορεί να είναι αμελές εκτός αν η πείρα δείχνει μια συγκεκριμένη αμέλεια να είναι συνηθισμένη κάτω από τις περιστάσεις».
Ο Εφεσείων επικαλείται την υπόθεση Δαυίδ (ανωτέρω) ως υπόθεση στην οποία ο οδηγός που έστριψε δεξιά ή εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα αποκόπτοντας ξαφνικά την εξ αντιθέτου πορεία άλλου οδηγού, κρίθηκε ως αποκλειστικά υπεύθυνος για τη σύγκρουση. Υπάρχουν βέβαια πάμπολλες παρόμοιες υποθέσεις και ασφαλώς δεν χρειάζεται να τις παραθέσουμε όλες. Παραπέμπουμε ενδεικτικά στις υποθέσεις Alexandrou ν. Gamble (1974) 1 C.L.R. 5, Τεμβριώτου ν. Αντωνιάδη (1994), 1 Α.Α.Δ. 494, Κούρρης ν. Παπαδοπούλου (1998) 1(Β) Α.Α.Δ. 1147, Παναγή ν. Κακόψιτου (2001) 1(Β) Α.Α.Δ. 839, Σχίζα ν. Βραχίμη (2003) 1(Γ) Α.Δ.Δ. 1742, Σταύρου ν. Κακόψιτου (2004) 1(Β) Α.Α.Δ. 746, Αζόφ ν. Προδρόμου κ.ά. (2006) 1(Α) Α.Α.Δ. 331, Ελευθερίου ν. Χρυσοστόμου κ.ά. (2007) 1(Α) Α.Α.Δ. 348.
Αντίστοιχα βέβαια υπάρχουν και υποθέσεις στις οποίες αποδόθηκε μερίδιο ευθύνης και στον εξ αντιθέτου ερχόμενο οδηγό, του οποίου απεκόπη η πορεία. Τέτοιες είναι οι υποθέσεις Dieti v. Loizides (1978) 1 C.L.R. 233 (25%), Kassinou v. Efstathiou (1984) 1 C.L.R. 77 (25%), Αγαπίου ν. Παναγιώτου (1990) 1 Α.Α.Δ. 595 (30%), Δημητρίου κ.ά. ν. Χαραλάμπους (1992) 1(Β) Α.Α.Δ. 756 (30%), Θεοφάνους ν. Κουρουκλά (2006) 1(Α) Α.Α.Δ. 528 (25%), Κωνσταντίνου ν. Παναγιώτου (2011) 1(Β) Α.Α.Δ. 1585 (35%). Σε όλες αυτές τις υποθέσεις αποδόθηκε μερίδιο ευθύνης και στον οδηγό του οποίου απεκόπη η πορεία αλλά αυτό έγινε για συγκεκριμένο καλό λόγο και δη είτε επειδή ενώ μπορούσε δεν προέβη στις κατάλληλες ενέργειες για να αποφύγει τη σύγκρουση είτε επειδή οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα είτε επειδή δεν υπήρχαν φώτα στο όχημα του.
Εις ό,τι αφορά την παρούσα, με κάθε σεβασμό, κρίνουμε πως τόσο το πρωτόδικο Δικαστήριο, αποδίδοντας ευθύνη στον Εφεσείοντα, όσον και ο Εφεσίβλητος, επιδιώκοντας αύξηση του μεριδίου ευθύνης, σφάλλουν επί τω ότι παραγνωρίζουν τα πρωτόδικα ευρήματα επί των γεγονότων, όπως και τα συμπεράσματα που προκύπτουν από αυτά.
Το πιο βασικό και καθοριστικό εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν η αποδοχή της θέσης του Εφεσείοντος πως «αντιλήφθηκε ότι η πρόθεση του Εναγομένου για την πορεία που θα ακολουθούσε δεν ήταν ξεκάθαρη και ο ίδιος το αντιλήφθηκε τούτο από κάποια απόσταση και η αντίδραση του ήταν να ελαττώνει ταχύτητα». Δεν κατέληξε σε εύρημα ότι είχε εκδηλωθεί πρόθεση του Εφεσίβλητου να στρίψει δεξιά και πολύ περισσότερο δεν κατέληξε σε εύρημα ότι ο Εφεσείων αντιλήφθηκε τέτοια πρόθεση, ως εσφαλμένα υποστηρίζεται εκ μέρους του Εφεσίβλητου. Το ακριβώς ανάποδο είναι που κατέγραψε το πρωτόδικο Δικαστήριο. Σημείωσε μόνο τη «μη σαφή πρόθεση» και το ότι «δεν ήταν βέβαιο ότι […] θα συνέχιζε ευθέως την πορεία του».
Το δεύτερο ουσιώδες το οποίο σημείωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν πως ο Εφεσείων εξ αποστάσεως «ελάττωνε» ταχύτητα, με σκοπό να αντιληφθεί τις προθέσεις του Εφεσίβλητου, ήτοι συνέχισε να οδηγεί, μειώνοντας συν τω χρόνω την ταχύτητα του. Ο ρηματικός τύπος «ελάττωνε» (παρατατικός κατ’ ακρίβειαν), στον οποίο απέδωσε ιδιαίτερη σημασία το πρωτόδικο Δικαστήριο, εμπεριείχε ακριβώς διάρκεια χρόνου και εσήμαινε συνεχιζόμενη, παρατεταμένη ενέργεια προς μείωση ταχύτητας. Την οποία μείωση πέτυχε. Οδηγούσε πλέον με ταχύτητα 25 έως 30 χ.α.ώ. Κατά τη δική μας κρίση όμως είναι εμφανές πως δεν είχε εκδηλωθεί μέχρι αυτό το χρονικό σημείο κάποιος κίνδυνος και για αυτό δεν ήταν υποχρεωμένος ο Εφεσείων να πράξει κάτι άλλο.
Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Σχίζα (ανωτέρω), η αποκοπή πορείας οχήματος όταν αυτό είναι πολύ κοντά δεν είναι συνηθισμένο φαινόμενο, εξ ου και ένας οδηγός δεν είναι υπόχρεος να προβλέψει ότι κάποιος άλλος δυνατόν να ενεργήσει αμελώς, εκτός εάν η πείρα δείχνει ότι μια συγκεκριμένη αμέλεια είναι συνήθης υπό τις περιστάσεις. Όπως και στην εν λόγω υπόθεση έτσι και στην παρούσα, ο Εφεσείων δεν είχε την υποχρέωση να λάβει οποιαδήποτε προληπτικά μέτρα (όπως αυτά που εισηγείται ο Εφεσίβλητος) προ της εκδήλωσης του κινδύνου σύγκρουσης. Εννοείται λοιπόν πως θα ήταν υπερβολικό και πέραν από κάθε λογική να ζητείται από τον Εφεσείοντα είτε να αλλάξει λωρίδα είτε να ακινητοποιήσει το όχημα του πριν από την εμφάνιση οποιουδήποτε κινδύνου, απλώς και μόνον επειδή ο οδηγός αυτός προβληματίστηκε πιο πριν και ελάττωσε την ταχύτητα του. Αυτό το οποίο εξετάζεται είναι οι τυχόν ενέργειες ή παραλείψεις του Εφεσείοντος μετά την εκδήλωση του κινδύνου. Εξ ου και έχει σημασία το πότε εκδηλώθηκε ο κίνδυνος και όχι το πότε ο Εφεσείων άρχισε να μειώνει την ταχύτητα του, όπως εσφαλμένα θεώρησε το πρωτόδικο Δικαστήριο.
Ο κίνδυνος λοιπόν εκδηλώθηκε όταν πλέον επιχείρησε να στρίψει ο Εφεσίβλητος. Μάλιστα χωρίς να είχε αντιληφθεί τον Εφεσείοντα και κυρίως ενόσω ο τελευταίος ήταν πάρα πολύ κοντά στο σημείο εισόδου στην πάροδο. Η μαρτυρία του Εφεσείοντος «ανέκοψε μου τον δρόμο, δεν είχα χρονικό διάστημα να αντιδράσω» είχε γίνει δεκτή από το πρωτόδικο Δικαστήριο («ο Ενάγων αναφέρθηκε στο πώς ο ίδιος ενήργησε ή και αντιλήφθηκε τα πράγματα στον δρόμο με φυσικότητα και πειστικότητα»). Είναι προφανές ότι ο Εφεσείων δεν μπορούσε και δεν πρόλαβε να πράξει οτιδήποτε. Ήταν δεκτό από τον Εφεσίβλητο ότι η μοτοσυκλέτα κτύπησε στην αριστερή μπροστινή πλευρά του αυτοκινήτου του και ότι «[Η] μοτόρα έμεινε που κάτω που το αυτοκίνητο μου, λόγω του ότι ηύρε πάνω στον τροχό μου».
Σύμφωνα με τη νομολογία μας όταν ο κίνδυνος είναι απρόσμενος και ξαφνικός και δεν προσφέρονται περιθώρια χρόνου, δεν αναμένεται ο οδηγός να ασκήσει ήρεμη κρίση. Ο κάθε οδηγός δυνατόν να αντιδράσει διαφορετικά σε αυτή την αγωνιώδη προσπάθεια και δεν αναμένεται να κριθεί η ορθότητα της αντίδρασης του εκ των υστέρων με την άνεση χρόνου και σκέψης που διαθέτουν τρίτοι (Κωνσταντίνου ν. Κατσιαρδή (2007) 1(Β) Α.Α.Δ. 1178). Στην παρούσα περίπτωση εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε τη συμπεριφορά του Εφεσείοντος από την οπτική προσώπου που τέθηκε στην αγωνία της στιγμής. Όμως θα έπρεπε να το πράξει, ακριβώς λόγω της ξαφνικής και απότομης ανακοπής της πορείας του, ασχέτως εάν ο Εφεσείων είχε από προηγουμένως και ευρισκόμενος πιο πίσω μειώσει την ταχύτητα του.
Η δική μας κρίση είναι ότι η παρούσα ήταν παρόμοια με την υπόθεση Δαυίδ (ανωτέρω) λόγω της απότομης και ξαφνικής αποκοπής της πορείας του Εφεσείοντος. Ο τελευταίος δεν ήταν υποχρεωμένος να ακινητοποιήσει το όχημα του με μόνη την αόριστη πιθανότητα να τού απέκοπτε την πορεία ο Εφεσίβλητος ενώ όταν ο τελευταίος το έπραξε ήταν πλέον αδύνατο για τον Εφεσείοντα να αποφύγει τη σύγκρουση. Έχουμε τη γνώμη πως τυγχάνουν εφαρμογής τα αναφερθέντα στην υπόθεση Νικολαΐδης ν. Κλεοβούλου (1992) 1(Α) Α.Α.Δ. 422, τα οποία έχουν ως εξής:
«Το συμπέρασμα το οποίο αβίαστα εξάγεται είναι ότι αποδόθηκε ευθύνη στον εφεσείοντα λόγω της παράλειψης του να λάβει προφυλακτικά μέτρα έναντι του ενδεχομένου ο εφεσίβλητος 2 να προβεί σε αμελείς πράξεις, όπως η απόφραξη της πορείας του, πριν την εκδήλωση τους. Το καθήκον για επιμελή οδήγηση δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών. Ο νουνεχής οδηγός μπορεί εύλογα να υποθέσει ότι όπως ο ίδιος έτσι και άλλοι οδηγοί θα εκπληρώσουν το καθήκον επιμέλειας έναντι του ιδίου και άλλων οδηγών. Η θέση αυτή διατυπώνεται με τρόπο κατηγορηματικό στην απόφαση του Εφετείου στη Varnavas K. Varnakides v. The Police (1969) 2 C.L.R. 1. [...]. Όπως επεσήμανε στην απόφαση του ο Δικαστής Τριανταφυλλίδης (όπως ήταν τότε) οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση θα έθετε ανυπόφορο βάρος στο νομιμόφρονα οδηγό και θα παρείχε αδικαιολόγητη συγχώρεση σε εκείνον ο οποίος παραβαίνει τα καθήκοντα του και το νόμο».
Το βάρος απόδειξης συντρέχουσας αμέλειας το φέρει ο εναγόμενος (Γεωργική Εταιρεία Πλατώνια Λτδ ν. Sherif (2012) 1(Α) Α.Α.Δ. 28). Το μόνο το οποίο απαιτείται να αποδειχθεί είναι ότι το βλαβέν πρόσωπο, παρά το δικό του συμφέρον παρέλειψε να ασκήσει εύλογη φροντίδα για τη δική του ασφάλεια και ανέλαβε με τη δική του παράλειψη την πρόκληση της βλάβης την οποία υπέστη (Σολωμού ν. Γενικού Εισαγγελέα (2009) 1(Α) Α.Α.Δ. 623). Υπό τις περιστάσεις της παρούσας και υπό την αγωνιώδη κατάσταση στην οποία τέθηκε ο Εφεσείων, με την ξαφνική στροφή δεξιά του Εφεσίβλητου δεν συμφωνούμε ότι παρέλειψε να ασκήσει εύλογη επιμέλεια ή ότι δεν ενήργησε ως ένας λογικός άνθρωπος. Εσφαλμένα τού αποδόθηκε μερίδιο ευθύνης.
Οι λόγοι έφεσης 1 και 2 επιτυγχάνουν σε αντίθεση με τον λόγο αντέφεσης 6 ο οποίος απορρίπτεται.
Λόγοι Αντέφεσης 2, 3, 4 - Αξιολόγηση Ιατρών
Με τους λόγους αντέφεσης 2 και 3 ο Εφεσίβλητος προσβάλλει την αξιολόγηση των δύο ιατρών ενώ με τον λόγο αντέφεσης 4 υποστηρίζει πως εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε ότι το κάταγμα ήταν ενδοαρθρικό και ότι αυτό θα προκαλέσει οστεοαρθρίτιδα. Τις αρχές βάσει των οποίων αξιολογείται η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων είχαμε την ευκαιρία να παραθέσουμε πρόσφατα στην υπόθεση Δημοσθένους κ.ά ν. Unicars Ltd κ.ά., Πολ. Έφ. 352/19, ημερ. 30.7.26 και δεν κρίνουμε ότι χρειάζεται να τις επαναλάβουμε.
Στην παρούσα περίπτωση συνιστούσε αναντίλεκτο υπόβαθρο ότι ο πρώτος που εξέτασε τον Εφεσείοντα ήταν ο δρ Αντρέου, στο Γ. Ν. Λευκωσίας, κατά τη διήμερη νοσηλεία του εκεί, αμέσως μετά το ατύχημα. Στη σχετική έκθεση του, ημερ. 17.3.11, Τεκμήριο 4, ο εν λόγω ιατρός είχε διαπιστώσει ευθειασμό της Αυχενικής Μοίρας Σπονδυλικής Στήλης (ΑΜΣΣ) και κάταγμα βάσης άπω φάλαγγας στο μεγάλο δάκτυλο του αριστερού ποδός, πιθανόν ρωγμώδες.
Αναντίλεκτο παρέμεινε και το ότι όταν στις 11.4.11 ο Εφεσείων επισκέφθηκε για πρώτη φορά τον δρα Αθάνατο (ΜΕ3) εξακολουθούσε αφενός να έχει ακινητοποιημένο το αριστερό πόδι σε γύψινο νάρθηκα βαδίζοντας με πατερίτσες και αφετέρου να φέρει κολάρο αυχένος, παραπονούμενος για άλγος στο αριστερό πόδι, στον αυχένα και στην οσφύν. Κλινικώς ο δρ Αθάνατος διαπίστωσε μυικό σπασμό στον αυχένα και δυσκαμψία στις κινήσεις αυχένος. Η σχετική ακτινογραφία επιβεβαίωσε τον ευθειασμό λόγω του μυικού σπασμού. Ο δρ Αθάνατος αφαίρεσε τον νάρθηκα από το πόδι και από σχετική ακτινογραφία επιβεβαίωσε το κάταγμα της βάσης της άπω φάλαγγας του μεγάλου δακτύλου αριστερού ποδός, που προκαλούσε ανωμαλία στην αρθρική επιφάνεια, το οποίο χαρακτήρισε ως «παρεκτοπισμένο ενδοαρθρικό κάταγμα». Προέβη σε επίδεση του μεγάλου δακτύλου και συνέστησε φυσιοθεραπευτική αγωγή για τον αυχένα, η οποία και ακολουθήθηκε στις 21.4.11, 27.4.11, 29.4.11, 2.5.11. Ο Εφεσείων επέστρεψε στην εργασία του στις 25.6.11.
Στο ενδιάμεσο, και δη στις 28.4.11, εκ μέρους του Εφεσίβλητου εξέτασε τον Εφεσείοντα ο δρ Η. Γεωργίου (Μ.Υ.2), έχοντας στη διάθεση του την έκθεση του δρος Αντρέου αλλά όχι ακτινογραφίες. Ούτε έδωσε οδηγίες να διενεργηθεί ακτινολογικός έλεγχος. Εξ ου και κατέγραψε στην έκθεση του ημερ. 23.5.11, Τεκμήριο 15, ότι «η απουσία των ακτινολογικών του εξετάσεων δεν επιτρέπει την από δικής μου πλευράς σαφή τοποθέτηση αναφορικά με τον (sic) καταγεγραμμένο «πιθανό» ρωγμώδες κάταγμα» στο πόδι, καθώς και ότι το αναφερθέν ακτινολογικό εύρημα ευθειασμού της ΑΜΣΣ «και πάλι δεν επιβεβαιώνεται από εμένα λόγω της απουσίας των ακτινολογικών του εξετάσεων». Δεν εντόπισε μεν ψηλαφητό μυικό σπασμό στον αυχένα αλλά εντόπισε δυσκαμψία του μεγάλου δακτύλου, την οποία χαρακτήρισε «μικρού βαθμού», εκτιμώντας ότι αναμένεται να αποκατασταθεί με την πάροδο του χρόνου.
Ο δρ Αθάνατος εξέτασε ξανά στις 19.7.11 τον Εφεσείοντα, ο οποίος παραπονείτο για άλγος στον αυχένα και στο μεγάλο δάκτυλο αριστερού ποδιού, στο οποίο υπήρχε διόγκωση, σκληρή προπέτεια και δυσφορία κατά την κάμψη ή έκταση ενώ στην πελματιαία κάμψη υπήρχε απώλεια 20% εν συγκρίσει με τη φυσιολογική. Από τις ακτινογραφίες παρατήρησε πωρωθέν ενδοαρθρικό κάταγμα της βάσης της άπω φάλαγγας με σχηματισμό ανώμαλης επιφάνειας λόγω μη ανατομικής επούλωσης του κατάγματος. Η γνώμη του δρος Αθάνατου ήταν ότι η κάκωση στον αυχένα προκάλεσε θλάση μαλακών μορίων, η οποία αφήνει κάποια αδυναμία στον αυχένα, η οποία με τη σειρά της προκαλεί κρίσεις άλγους και δυσκαμψία με τις αλλαγές του καιρού και τη φυσική κόπωση. Έκρινε δε πως το κάταγμα στο μεγάλο δάκτυλο είναι ενδοαρθρικό και επηρέασε την ομαλότητα της αρθρικής επιφάνειας, η δε απώλεια της ομαλής λειτουργικότητας είναι μόνιμη. Η επιδείνωση και ανάπτυξη αρθριτικών αλλοιώσεων στο μέλλον κρίθηκε ως πολύ πιθανή.
Παρομοίως εξέτασε για δεύτερη φορά τον Εφεσείοντα και ο δρ Γεωργίου, στις 23.11.17. Αυτή τη φορά ο Εφεσείων τον εφοδίασε με φωτογραφίες και ψηφιακό δίσκο των παλαιών ακτινογραφιών (του Γ.Ν. Λευκωσίας και του δρος Αθάνατου). Κλινικά κατέληξε στα ίδια ευρήματα όπως παλαιότερα (2011) ενώ ακτινολογικά διαπίστωσε πολύ μικρό ρωγμώδες κάταγμα στο μεγάλο δάκτυλο, άριστης πρόγνωσης κατά τον ίδιο και μετρίου βαθμού ευθειασμό του αυχένος, που συνήδε με την εκτίμηση περί τραυματισμού μαλακών μορίων του αυχένος, μέτριας έντασης.
Τελευταίος εξέτασε τον Εφεσείοντα ο δρ Αθάνατος στις 3.6.19, ήτοι δύο ημέρες πριν την ένορκη μαρτυρία του εν λόγω ιατρού. Από αυτή την εξέταση ο δρ Αθάνατος διαπίστωσε αφενός ότι ο αυχένας παρουσίαζε σχετικά καλές κινήσεις, με μια δυσφορία στις ακραίες κινήσεις κάμψης και έκτασης και αφετέρου ότι το μεγάλο δάκτυλο παρουσίαζε κατά την κίνηση κριγμό (τρίξιμο, θόρυβο), ο οποίος προκαλεί και μπλοκάρισμα στις κινήσεις, επηρεάζοντας στο τρέξιμο και στην παρατεταμένη ορθοστασία. Ήταν η θέση του δρος Αθάνατου ότι η μετατόπιση του κατάγματος δημιουργεί ανωμαλία στην αρθρική επιφάνεια, λόγω δε της απώλειας της ομαλότητας, με την πάροδο του χρόνου προκαλούνται αρθριτικές αλλοιώσεις, ο δε κριγμός είναι ένδειξη αρθρίτιδας.
Η πρωτόδικη Δικαστής αξιολογώντας τη μαρτυρία των ιατρών παρατήρησε ορθώς ότι επί της ουσίας, πέραν του χαρακτηρισμού του κατάγματος, δεν υπήρχε μεγάλη απόκλιση στις θέσεις τους και προσέθεσε ότι και οι δύο προέβλεπαν ότι θα δημιουργεί προβλήματα στον Εφεσείοντα το κάταγμα στο δάκτυλο, μετά από καταπόνηση του, αν και αναφέρθηκαν σε διαφορετικής έκτασης καταπόνηση. Επί της ύπαρξης μόνιμων καταλοίπων απεδέχθη τη θέση του δρος Αθάνατου διότι «υπήρξε σταθερός στις θέσεις του από την αρχή ενώ ο δρ Η. Γεωργίου από τη μια κατέγραψε στην έκθεση του ότι το κάταγμα ήταν άριστης πρόγνωσης και από την άλλη δεχόταν ότι υπάρχει «μικρού βαθμού» δυσκαμψία». Καταληκτικά, το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι «οι εκτιμήσεις των γιατρών είναι λογικώς επιτρεπτές», ωστόσο έκρινε πως επειδή ο δρ Αθάνατος εξέτασε τον Εφεσείοντα πιο πρόσφατα ήταν σε ευχερέστερη θέση να παραθέσει ολοκληρωμένα τις τοποθετήσεις και εκτιμήσεις του, οπότε προτίμησε τη δική του μαρτυρία.
Ξεκινώντας από το τελευταίο θα πρέπει να πούμε πως κεντρικός πυρήνας των εισηγήσεων του Εφεσίβλητου είναι ότι στην πραγματικότητα δεν υπήρξε αυτή η τρίτη εξέταση από τον δρα Αθάνατο. Δεν συμφωνούμε με την εισήγηση. Κατ’ αρχάς, κατά την αντεξέταση του δρος Αθάνατου, όχι μόνον δεν αμφισβητήθηκε η τρίτη αυτή εξέταση αλλά αντιθέτως υπεβλήθησαν και σχετικές ερωτήσεις, οι οποίες εξέλαβαν ως δεδομένη την εν λόγω πρόσφατη εξέταση. Προβάλλεται πως δεν υπήρξε μαρτυρία για το πότε έγινε η εξέταση πλην όμως ούτε αυτό ισχύει. Ο δρ Αθάνατος κατέθεσε στις 5.6.19 και αντεξεταζόμενος ειδικά περί τούτου απάντησε ότι η τρίτη ιατρική εξέταση είχε γίνει την προηγηθείσα Δευτέρα (άρα στις 3.6.19, κατά δικαστική γνώση).
Οι δε εισηγήσεις ότι ο δρ Αθάνατος δεν χρέωσε τον Εφεσείοντα και ότι ο τελευταίος δεν αναφέρθηκε και δεν παρουσίασε έγγραφα για την τρίτη εξέταση δεν είναι ικανές επίσης να ανατρέψουν το εύρημα ότι είχε υπάρξει αυτή η τρίτη ιατρική εξέταση. Ήταν σαφές ότι η εξέταση αυτή έγινε λόγω της κλήτευσης του δρος Αθάνατου ως μάρτυρος και της επιθυμίας αυτού να αποκτήσει εκσυγχρονισμένη αντίληψη για την ιατρική κατάσταση («ήθελα να ξέρω ποια είναι η σημερινή κατάσταση»). Ενέργεια καθόλα λογική κατά τη δική μας κρίση και δεν θεωρούμε ότι επηρεάζεται η αξιοπιστία του εν λόγω ιατρού από το εάν υπήρξε χρέωση ή εάν αναφέρθηκε στην τρίτη εξέταση ο ίδιος ο Εφεσείων. Αυτός που ώφειλε να μεταφέρει την πιο πρόσφατη εικόνα με επιστημονικότητα ήταν ο δρ Αθάνατος και αυτό έπραξε.
Το βασικό επιχείρημα του Εφεσίβλητου είναι πως μόνο μια φορά ήτοι την πρώτη, στις 11.4.11, ο Εφεσείων επισκέφθηκε τον δρα Αθάνατο λόγω ενοχλήσεων. Κατά την εισήγηση ακόμα και η δεύτερη επίσκεψη, στις 19.7.11, «έγινε για σκοπούς ετοιμασίας της έκθεσης», ήτοι του Τεκμηρίου 5 ενώ από τότε δεν επισκέφθηκε ιατρό και εξακολουθούσε να εργάζεται ως αστυνομικός. Υποστηρίζεται λοιπόν ότι δεν υπήρχαν ενοχλήσεις.
Δεν συμφωνούμε ότι η δεύτερη επίσκεψη έγινε αποκλειστικά για να ετοιμαστεί η έκθεση. Αφενός στην ίδια την έκθεση, Τεκμήριο 5, καταγράφεται ρητώς ότι υπήρξε και εξέταση στις 19.7.11 και αφετέρου δεν υπήρχε καμμιά ανάγκη εάν δεν θα γινόταν εξέταση να πραγματοποιηθεί η δεύτερη επίσκεψη στον δρα Αθάνατο, αφού η έκθεση θα μπορούσε ούτως ή άλλως να ετοιμαστεί και με βάση την πρώτη εξέταση, στις 11.4.11.
Εν πάση περιπτώσει, το ουσιαστικό επιχείρημα του Εφεσίβλητου είναι ότι από το 2011 έως το 2019 ο Εφεσείων δεν αντιμετώπισε κάποιο πρόβλημα και ότι ο δρ Αθάνατος δεν διέταξε νέες ακτινογραφίες το 2019 «για να δει αν όντως μετά από 8 χρόνια είχε οστεοαρθρίτιδα», όπως είχε προβλέψει στην έκθεση του το 2011. Κατά την άποψη του Εφεσίβλητου ο δρ Αθάνατος εξέτασε τον Εφεσείοντα το 2019 «για να επηρεάσει τη γνώμη του Δικαστηρίου ως προς τη σοβαρότητα των τραυμάτων του» και για αυτό έπρεπε να γίνει δεκτός ο δρ Γεωργίου, του οποίου η μαρτυρία επιβεβαιώνει την αρχική διάγνωση του δρος Αντρέου περί ελαφρών τραυμάτων.
Τίποτε από τα πιο πάνω δεν βρίσκει έρεισμα στην προσκομισθείσα μαρτυρία. Στην κυρίως εξέταση του ο δρ Αθάνατος ήταν σαφής ότι το «μεγάλο δάκτυλο παρουσιάζει κατά την κίνηση κριγμό», πράγμα που επανέλαβε και στην αντεξέταση του, εξηγώντας ότι «ακριβώς ο κριγμός είναι ένδειξη αρθρίτιδας». Έχουμε ήδη καταγράψει τις διαπιστώσεις του δρος Αθάνατου γενικότερα κατά το 2011. Ειδικά για το θέμα η πρόβλεψη του τότε ήταν ότι «η επιδείνωση και ανάπτυξη αρθριτικών αλλοιώσεων στο μέλλον είναι πολύ πιθανή». Αυτό ακριβώς διαπίστωσε το 2019, το επανέλαβε ρητώς κατά την ακρόαση και δεν αμφισβητήθηκε ποσώς. Δεν υπήρξε ασάφεια στην εν λόγω τοποθέτηση, όπως ατυχώς προβάλλει ο Εφεσίβλητος.
Στα πλαίσια του τρίτου λόγου αντέφεσης ο Εφεσίβλητος υποστηρίζει ότι ο δρ Γεωργίου επανεξέτασε το 2017 τον Εφεσείοντα διότι αυτός προσκόμισε τις ακτινογραφίες, οπότε και συμπέρανε ότι αφού στο ενδιάμεσο δεν είχε επισκεφθεί ιατρό, τότε το κάταγμα ήταν άριστης πρόγνωσης, εξ ου και έπρεπε να προτιμηθεί η δική του μαρτυρία. Σε συνέχεια τούτου, στα πλαίσια του τέταρτου λόγου αντέφεσης, υποστηρίζει ότι δεν έπρεπε το πρωτόδικο Δικαστήριο να δεχθεί ότι το κάταγμα ήταν ενδοαρθρικό (αντί ρωγμώδες) και ότι θα προκαλέσει οστεοαρθρίτιδα.
Δεν συμφωνούμε με τις εισηγήσεις αυτές, μέρος των οποίων έχουν ήδη τύχει σχολιασμού προηγουμένως. Ο δρ Γεωργίου συνέταξε την πρώτη του έκθεση το 2011 χωρίς να έχει στη διάθεση του ακτινογραφίες και τη δεύτερη έκθεση του το 2017 έχοντας στη διάθεση του τις παλαιές ακτινογραφίες του 2011. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε κάθε λόγο να προτιμήσει τη σταθερή και εξαρχής τεκμηριωμένη ιατρική μαρτυρία του δρος Αθάνατου, ο οποίος είχε όντως πολύ πρόσφατα εξετάσει τον Εφεσείοντα, καταλήγοντας σε ιατρικά ευρήματα. Δεν εντοπίζουμε λόγο επέμβασης μας στα ευρήματα αυτά.
Οι λόγοι αντέφεσης 2, 3 και 4 υπόκεινται σε απόρριψη.
Λόγοι Αντέφεσης 1 και 5 – Γενικές Αποζημιώσεις
Με τους λόγους αντέφεσης 1 και 5, ο Εφεσίβλητος υποστηρίζει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα επιδίκασε γενικές αποζημιώσεις ύψους €10.000 επί πλήρους ευθύνης αντί να τις καθορίσει πολύ χαμηλότερα. Η διαφορά μεταξύ των δύο λόγων έγκειται στο ότι ο λόγος αντέφεσης 5 επαναλαμβάνει και στηρίζεται στην αιτιολογία που είχε παρατεθεί προς υποστήριξη των λόγων αντέφεσης 2 έως 4. Εννοείται ότι, δεδομένης της απόρριψης εκείνων των λόγων, δεν τίθεται ζήτημα επιτυχίας του λόγου αντέφεσης 5 στη βάση αιτιολογίας που αφορά την αξιολόγηση των ιατρών και η οποία απερρίφθη προηγουμένως. Ο λόγος αντέφεσης 5 υπόκειται σε απόρριψη.
Συνεπώς απομένει μόνον η εξέταση του λόγου αντέφεσης 1, με τον οποίον προβάλλεται ότι το ποσόν των €10.000 ήταν υπερβολικό αφενός βάσει της αποδεκτής πρωτόδικης μαρτυρίας και αφετέρου επειδή εσφαλμένα ελήφθη υπ’ όψιν νομολογία σχετιζόμενη με σοβαρότερα τραύματα. Όπως συνάγεται από την αιτιολογία, ο Εφεσίβλητος δέχεται μεν ως βάση τη χρήση αυχενικού κολάρου για ένα μήνα, την ακινητοποίηση του ποδιού με νάρθηκα για τρεις εβδομάδες, τη βάδιση με πατερίτσες και την αναρρωτική άδεια για 3,5 μήνες περίπου, πλην όμως εστιάζει και σε διάφορα άλλα στοιχεία προς περιορισμό των αποζημιώσεων. Ειδικότερα επικαλείται: (α) την πρωτόδικη αναφορά ότι οι τραυματισμοί δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως σοβαροί, (β) το ότι ο Εφεσείων μετά το 2011 δεν αναζήτησε άλλη ιατρική βοήθεια, (γ) το ότι ασκεί ακόμα το επάγγελμα του αστυνομικού, χωρίς οποιονδήποτε επηρεασμό, (δ) το ότι δεν χρειάστηκε να υποβληθεί σε εγχείρηση, το δε κάταγμα επουλώθηκε, και τέλος (ε) το ότι δεν προσκόμισε μαρτυρία για το πώς επηρεάζετο μέχρι την ακρόαση η υγεία του.
Είναι αλήθεια ότι η πρωτόδικη Δικαστής χαρακτήρισε τους τραυματισμούς ως μη σοβαρούς. Αυτό βέβαια δεν εσήμαινε πως ήταν ανύπαρκτοι ή ότι δεν είχαν συνέπειες. Αληθές είναι και το ότι μετά το 2011 δεν αναζήτησε ιατρική βοήθεια ο Εφεσείων. Ούτε αυτό ούτε και το ότι επέστρεψε στην εργασία του τον Ιούνιο του 2011 εσήμαινε πως δεν υπήρχαν συνέπειες από τους τραυματισμούς. Το έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν ακριβώς, αποτιμώντας την πραγματική κατάσταση, όποια και αν ήταν, να καθορίσει τις αποζημιώσεις για τον πόνο, την ταλαιπωρία και τις συνέπειες στη ζωή του Εφεσείοντος.
Δεν ευσταθεί όμως η εισήγηση ότι ο Εφεσείων δεν προσκόμισε μαρτυρία για το πώς επηρεάστηκε η υγεία του. Είναι σαφές ότι η πρωτόδικη Δικαστής δεν στηρίχθηκε στις δικές του αναφορές για το ζήτημα αυτό, πλην όμως δεν είναι ορθό να διαγράφεται η πλήρης αποδοχή της μαρτυρίας του δρος Αθάνατου, τον οποίον ο Εφεσείων κάλεσε ως μάρτυρα, ακριβώς για αυτόν τον σκοπό. Έχουμε καταγράψει τα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας αυτής προηγουμένως. Συνοπτικά, κατά την ακρόαση, ο αυχένας παρουσίαζε δυσφορία στις ακραίες κινήσεις κάμψης και έκτασης ενώ στο πόδι ήδη από το 2011 υπήρχε δυσκαμψία και οστική παραμόρφωση με απώλεια 20% στην πελματιαία κάμψη, με επηρεασμό στο τρέξιμο και στην παρατεταμένη ορθοστασία. Εννοείται πως το (εν παρόδω) σχόλιο του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η ορθοστασία για όση ώρα διήρκεσε η παράθεση της μαρτυρίας δεν φάνηκε να δημιουργεί πρόβλημα σε αυτόν, δεν αναιρούσε την πιο πάνω ιατρική μαρτυρία, ιδιαίτερα εν όψει της σύντομης διάρκειας της μαρτυρίας του (που εξαντλείτο σε 20 σελίδες).
Από πολύ παλιά τονίστηκε πως η νομολογία αποκαλύπτει σταθερή άνοδο του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων, τάση η οποία αντανακλά τη μεγαλύτερη ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία της αναπηρίας και την ψυχική οδύνη λόγω της περιθωριοποίησης από τις συνήθεις δραστηριότητες του ανθρώπου (Μαυροπετρή ν. Λουκά (1995) 1 Α.Α.Δ. 66). Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Φωτίου ν. Νεοφύτου (2005) 1(Β) Α.Α.Δ. 1511: «Είναι καλά γνωστό ότι, κατά τον καθορισμό του ύψους των γενικών αποζημιώσεων, τα Δικαστήρια αντλούν καθοδήγηση και λαμβάνουν υπόψη το ύψος των αποζημιώσεων που έχουν επιδικαστεί σε προηγούμενες υποθέσεις, εφόσον βέβαια υπάρχει κάποια αναλογία στην έκταση των κακώσεων και στα επακόλουθά τους· πάντοτε, όμως, και υπό το φως των αλλαγών τόσο της αγοραστικής αξίας του χρήματος όσο και των εξελίξεων της νομολογίας, σε συνάρτηση με όποιους άλλους παράγοντες επιδρούν στην περίπτωση».
Παράλληλα όμως, σύμφωνα με την υπόθεση Νικολάου ν. Επίσημου Παραλήπτη (2009) 1(Β) Α.Α.Δ. 1339 δεν υπάρχει απαρέγκλιτος κανόνας ότι ένα Δικαστήριο θα πρέπει απαραιτήτως και σε κάθε περίπτωση να αναφέρεται σε προηγούμενες αυθεντίες προτού καθορίσει το ποσό των γενικών αποζημιώσεων, αφού, όπως εξηγείται, «η παράλειψη αναφοράς σε νομολογία, από μόνη της, δεν επηρεάζει καθ’ οιονδήποτε τρόπο την κρίση του Δικαστηρίου και ούτε καθιστά την απόφαση του εσφαλμένη».
Συμφωνούμε με τον Εφεσίβλητο ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέθεσε σειρά αποφάσεων, οι οποίες δεν σχετίζονταν με τους τραυματισμούς του Εφεσείοντος και ως εκ τούτου δεν μπορούσαν να παράσχουν καθοδήγηση. Εννοείται πως κάτι τέτοιο είναι αχρείαστο και πρέπει να αποφεύγεται. Ακόμα όμως και η Ευαγγελίδης ν. Aegeas Navigation Ltd κ.ά. (2002) 1(Β) Α.Α.Δ. 709, την οποίαν ο Εφεσίβλητος εισηγείται ως την «πιο κοντινή», είναι πρωτόδικη απόφαση Ναυτοδικείου και ο εκεί τραυματισμός στο πόδι δεν είχε τις συνέπειες που παρατηρήθηκαν στην παρούσα, όπως η αρθρίτιδα, η δυσκαμψία και η απώλεια πελματιαίας κάμψης.
Πλησιέστερη, τηρουμένων πάντοτε των αναλογιών, φαίνεται η άλλη υπόθεση την οποία εισηγείται ο Εφεσίβλητος, ήτοι η Costakis Constantinou Prepared Quality Foods Ltd v. Σωτηρίου (1998) 1 Α.Α.Δ. 1577. Αυτό υπό την έννοια ότι ο τραυματισμός δακτύλου άφησε αφενός μόνιμα κατάλοιπα δυσκαμψίας μετά από κούραση και αφετέρου απώλεια της αφής. Είχαν επικυρωθεί αποζημιώσεις ύψους Λ.Κ.1.700 (€2.905), πλην όμως δεν πρέπει καθόλου να παραγνωρίζονται αφενός, το ότι αποφασίστηκε προ περίπου 30 ετών και αφετέρου, η αρθρίτιδα που εμφανίστηκε στην παρούσα περίπτωση. Εν πάση περιπτώσει, το ποσό των €10.000 επί πλήρους ευθύνης, ακόμα και εάν θεωρηθεί κάπως ψηλό, εντούτοις δεν είναι «εκτός των εύλογων πλαισίων άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου» και δεν συμφωνούμε ότι υπάρχει λόγος επέμβασης του Εφετείου (βλ. Νικολάου ν. Στυλιανού (2011) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1727).
Ως εκ τούτου, ο λόγος αντέφεσης 1 υπόκειται σε απόρριψη.
Κατάληξη
Στη βάση όλων των πιο πάνω η έφεση επιτυγχάνει και η αντέφεση απορρίπτεται.
Η πρωτόδικη απόφαση τροποποιείται και καθίσταται απόφαση υπέρ του Εφεσείοντος και εις βάρος του Εφεσίβλητου για ποσόν €16.040 συν νόμιμο τόκο (α) επί ποσού €10.000 από 13.2.13 μέχρι εξοφλήσεως και (β) επί ποσού €6.040 από 20.4.12 μέχρι εξοφλήσεως αλλά του τόκου μειωμένου κατά το ήμισυ.
Επιδικάζονται υπέρ του Εφεσείοντος και εναντίον του Εφεσίβλητου έξοδα ύψους €3.400.
Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.
Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.
Θ. ΘΩΜΑ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο