ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ ΑΛΛΩΣ ΑΘΩΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ v. ΜΑΡΙΟΥ ΧΑΛΛΟΥΜΑ κ.α., Ποινική Αίτηση Αρ.: 4/2026, 24/9/2026
print
Τίτλος:
ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ ΑΛΛΩΣ ΑΘΩΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ v. ΜΑΡΙΟΥ ΧΑΛΛΟΥΜΑ κ.α., Ποινική Αίτηση Αρ.: 4/2026, 24/9/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Αίτηση Αρ.: 4/2026)

 

24 Σεπτεμβρίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ ΑΛΛΩΣ ΑΘΩΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ,

Αιτητής,

 

v.

 

1. ΜΑΡΙΟΥ ΧΑΛΛΟΥΜΑ,

                                       2. ΝΙΚΟΛΑ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ,

Καθ’ ων η Αίτηση.

______________________________

 

Ρ. Πεκρή (κα) για Νικολέττα Χαραλαμπίδου Δ.Ε.Π.Ε., για τον Αιτητή

Μ. Χριστοφή (κα) για Μίλτος Βιολάρη Δ.Ε.Π.Ε., για τους Και’ ων η Αίτηση 1 και 2

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Στυλιανίδου, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.: Με την παρούσα αίτησή του, ο αιτητής ζητά την έκδοση διατάγματος το οποίο να παρατείνει τον χρόνο καταχώρισης ειδοποίησης έφεσης κατά απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Με την εν λόγω απόφαση απορρίφθηκε η ποινική υπόθεση την οποία είχε καταχωρίσει ο αιτητής εναντίον των δύο ως άνω καθ’ ων η αίτηση, λόγω του ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν είχε παρουσιαστεί μαρτυρία τέτοιας φύσης από την οποία να δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως ώστε οι εν λόγω καθ’ ων η αίτηση-κατηγορούμενοι να κληθούν να προβάλουν την υπεράσπισή τους. Πρόκειται δηλαδή για αίτηση για καταχώριση έφεσης εναντίον αθωωτικής απόφασης. Βάση για την αίτηση αποτελεί το Άρθρο 134 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155.

 

Στην πρόσφατη απόφασή μας ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΖΟΡΜΠΑΣ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Αίτηση Αρ.: 1/2026, ημερομηνίας 18.5.2026 παραθέσαμε τη νομική πτυχή του υπό εξέταση ζητήματος ως ακολούθως:

 

«Σύμφωνα με το Άρθρο 134 του Κεφ. 155, για να παραταθεί ο χρόνος καταχώρισης έφεσης, είναι απαραίτητη η απόδειξη βάσιμου λόγου. Στην ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Αίτηση 8/2025, ημερομηνίας 17.9.2025, είχαμε την ευκαιρία να συνοψίσουμε τις νομολογιακές αρχές που αφορούν το υπό κρίση θέμα και που αναδεικνύουν την αναγκαιότητα να υπήρξε ουσιαστική αδυναμία του εφεσείοντα να ενεργήσει εγκαίρως και ορθώς προς τον σκοπό καταχώρισης έφεσης. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να παρατείνει τον χρόνο αυτό θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και λαμβάνοντας υπ' όψιν ότι προεξάρχουσα αρχή αποτελεί η ανάγκη για τελεσιδικία χάριν του δημοσίου συμφέροντος. Ως υποδείξαμε:

«Στην ΝΙΚΟΛΑΟΥ v. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ, Ποινική Αίτηση Αρ. 7/25, ημερομηνίας 17.7.2025, συνοψίστηκαν οι νομολογιακές αρχές που αφορούν το υπό κρίση θέμα. Λέχθηκε, συναφώς:

«Οι αρχές με βάση τις οποίες κρίνονται αιτήματα για παράταση του χρόνου καταχώρισης ειδοποίησης έφεσης καταγράφονται στο πιο κάτω απόσπασμα από την Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Αίτ. 8/24, ημερ. 29.10.2024:

«Αρχής γενομένης από την υπόθεση Αγαπίου κ.ά. v. Σαλάτα, Ποιν. Αίτ. 11/2022, ημερ. 20.12.23, είχαμε την ευκαιρία σε σειρά παρόμοιων αιτήσεων να αναφερθούμε στις εφαρμοζόμενες σχετικές αρχές, οι οποίες θεωρούμε ότι συνοψίζονται επαρκέστατα στην υπόθεση Rolandos Enterprises Public Ltd κ.ά. v. Frou Frou Investments Ltd, Ποιν. Αίτ. 5/20, ημερ. 3.2.21 ως εξής:

"Διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να παρατείνει το χρόνο καταχώρισης έφεσης δυνάμει του άρθρου 134 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ασκείται κατόπιν απόδειξης «βάσιμου λόγου» στη βάση των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και συναρτάται με τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Θεωρούμε χρήσιμο να υπομνήσουμε τη βασική νομολογιακή αρχή ότι παράταση δίδεται όταν συντρέχει ουσιαστική αδυναμία του εφεσείοντα να ενεργήσει έγκαιρα και ορθά για την καταχώριση έφεσης (βλ. Komurgu & Άλλος ν Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 83), τα χρονικά δε πλαίσια που θέτει ο νομοθέτης για τη λήψη δικονομικών μέτρων είναι σημαντικά και σχετίζονται με το δημόσιο συμφέρον που συνυπάρχει στην τελεσιδικία και στο τελέσφορο της διαδικασίας".

Οι σχετικές αρχές επαναλήφθηκαν πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση LGS HANDLING LTD, Ποιν. Αιτ. 22/2018, ημερ. 22 Φεβρουαρίου 2019, ECLI:CY:AD:2019:B125, στην οποία λέχθηκε ότι:

"...η προεξάρχουσα αρχή που λαμβάνεται υπόψη είναι η ανάγκη για τελεσιδικία χάριν του δημοσίου συμφέροντος. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για τη χορήγηση παράτασης χρόνου ασκείται με φειδώ και λαμβάνει υπόψη τους λόγους αδυναμίας έγκαιρης καταχώρησης της έφεσης, τόσο κατά το χρόνο εντός του οποίου έπρεπε αυτή να είχε καταχωρηθεί, όσο και κατά τη διάρκεια της περιόδου από την εκπνοή της προθεσμίας, μέχρι την καταχώρηση της αίτησης για παράταση, (Delincyp Company Ltd v. Wogang κ.ά. Ποινική Αίτηση υπ' αρ. 10/2018, ημερ. 15.10.2018). Η αδυναμία καταχώρησης πρέπει να είναι ουσιαστική και πρέπει να εμπίπτει εντός του εξαιρετικού εκείνου μέτρου το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αντισταθμίζον την ανάγκη για τελεσιδικία, (Δημοκρατία ν. Γεωργίου Ποινική Αίτηση αρ. 9/2015, ημερ. 26.1.2016 και Λουκαΐδης ν. Αστυνομικής Διεύθυνσης Λευκωσίας, Ποινική Αίτηση αρ. 15/2017, ημερ. 13.3.2018), ECLI:CY:AD:2018:B107".

Αν οι συνθήκες της υπόθεσης το δικαιολογούν, το δικαστήριο μπορεί, χαλαρώνοντας τον κανόνα, να δεχθεί το αίτημα για παράταση (Ηλιάδη ν Δήμου Λάρνακας (1996) 2 ΑΑΔ 236).

Τονίζουμε περαιτέρω ότι, ως έχει επεξηγηθεί στην υπόθεση Χρυσικού v. Δήμου Λάρνακας, Ποιν. Αίτ. 14/17, ημερ. 15.1.18, η έννοια του «καλού λόγου» έχει τη σημασία της παροχής επαρκούς και πειστικής αιτιολογίας για αδυναμία ενέργειας και όχι απλής δυσκολίας».

Για δε την αδυναμία η οποία αφορά τη μη καταχώριση έφεσης θα πρέπει να καταδεικνύεται ότι επέδρασε ουσιωδώς καθόλη τη διάρκεια του κρίσιμου χρόνου ως παράγων ανασταλτικός στην άσκηση έφεσης (Naydenov v. Δημοκρατίας (2015) 2(Β) Α.Α.Δ. 607).»

 

Προς υποστήριξη της αίτησής του, ο αιτητής, στην ένορκή του δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτησή του, αναφέρεται σε γεγονότα και επισυνάπτει τεκμήρια σχετικά με το υπό εξέταση ζήτημα. Παραθέτουμε ό,τι ενδιαφέρει εν προκειμένω έχοντας κατά νου τις αρχές της νομολογίας όπως τις συνοψίσαμε ανωτέρω.

 

Η περί ης ο λόγος πρωτόδικη απόφαση εκδόθηκε την 29.9.2025 και την 9.10.2025, εντός της προβλεπόμενης από τον Νόμο προθεσμίας, καταχωρίστηκε από δικηγορική εταιρεία η οποία περιγράφεται στην ειδοποίηση έφεσης ως «δικηγόροι του εφεσείοντα» (εδώ αιτητή), έφεση εναντίον της εν λόγω απόφασης. Την 6.4.2026 ημερομηνία κατά την οποία η εν λόγω έφεση ήταν ορισμένη για οδηγίες ενώπιον του Εφετείου, περιήλθε για πρώτη φορά εις γνώση της δικηγόρου του αιτητή η παράλειψη εξασφάλισης της απαιτούμενης έγκρισης του Γενικού Εισαγγελέα για καταχώριση έφεσης εναντίον αθωωτικής απόφασης. Η δικηγόρος του εφεσείοντα τότε απέσυρε την έφεση και την ίδια ημέρα απέστειλε επιστολή προς τον Γενικό Εισαγγελέα με την οποία ζητούσε τη σχετική έγκριση. Ακολούθησε επικοινωνία μεταξύ της εν λόγω δικηγόρου και της Νομικής Υπηρεσίας και εν τέλει την 7.5.2026 λήφθηκε η σχετική έγκριση για καταχώριση έφεσης. Την επόμενη μέρα καταχωρίστηκε η υπό κρίση αίτηση.

 

Ως προς τον λόγο της καθυστέρησης ο ενόρκως δηλών αιτητής αναφέρει στην παράγραφο 17 της ένορκης δήλωσής του τα εξής «…η καθυστέρηση προέκυψε λόγω μη έγκαιρης εξασφάλισης της απαιτούμενης έγκρισης του Γενικού Εισαγγελέα, παρά το γεγονός ότι η αρχική έφεση είχε καταχωρηθεί εμπροθέσμως και υπήρχε σαφής πρόθεση του δικαιώματος άσκησης έφεσης».

 

Προηγουμένως, στην παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσής του αναφέρει τα εξής:

 

«Την 9/10/2025, εντός της προβλεπόμενης από το νόμο προθεσμίας, καταχώρησα στο Εφετείο την Έφεση υπ’ αριθμό 279/25 με την οποία προσέβαλα την Απόφαση ημερομηνίας 29/09/2025 Τεκμήριο 3. Η Ειδοποίηση Έφεσης επιδόθηκε δεόντως στους Εφεσίβλητους 1 και 2. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 4 αντίγραφο της Ειδοποίησης Έφεσης υπ’ αριθμό 279/25. Ωστόσο, λόγω ασθένειας της δικηγόρου μου κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν απεστάλη επιστολή προς τον Γενικό Εισαγγελέα για εξασφάλιση της απαιτούμενης έγκρισης για καταχώρηση της εν λόγω Έφεσης, ως προβλέπεται από το άρθρο 131(2) του Κεφ. 155».

 

Στην ένσταση που καταχώρισαν οι καθ’ ων η αίτηση επισημαίνεται, μεταξύ άλλων, ότι ο αιτητής έχει αποτύχει να προβάλει βάσιμο λόγο για έγκριση της αίτησής του. Ειδικότερη μνεία γίνεται στο ότι στην επιστολή την οποία απέστειλαν οι δικηγόροι του αιτητή στον Γενικό Εισαγγελέα την 6.4.2026, ανέφεραν ότι εκ παραδρομής καταχωρίστηκε η προαναφερθείσα έφεση χωρίς την προηγούμενη εξασφάλιση της απαιτούμενης έγκρισης, χωρίς να γίνει αναφορά σε ασθένεια της δικηγόρου του. Θεωρούν τη διάσταση αυτή ενδεικτική της ασάφειας της θέσης του αιτητή ως προς την πραγματική αιτία της καθυστέρησης και τα γεγονότα που εμπόδισαν την έγκαιρη εξασφάλιση της απαιτούμενης έγκρισης από τον Γενικό Εισαγγελέα.

 

Καθίσταται προφανές ότι είναι σχετική εν προκειμένω η νομολογία αναφορικά με περιπτώσεις επίκλησης αδυναμίας του δικηγόρου του αιτητή, η οποία έχει συνοψισθεί και εφαρμοστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ ΤΗΝ SWISSPORT CYRPUS LTD, Ποινική Αίτηση Αρ. 21/2018, ημερομηνίας 2.4.2019, ως ακολούθως:


«Σύμφωνα με την τελευταία επί του θέματος σχετική απόφαση Κύπρος Αντωνίου ν. Δημοκρατίας,
Ποινική Αίτηση αρ. 3/2019, ημερ. 20.2.2019, η προεξάρχουσα αρχή που λαμβάνεται υπόψη είναι η ανάγκη για τελεσιδικία χάριν του δημοσίου συμφέροντος. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για τη χορήγηση παράτασης χρόνου ασκείται με φειδώ και λαμβάνει υπόψη τους λόγους αδυναμίας έγκαιρης καταχώρησης της έφεσης, τόσο κατά το χρόνο εντός του οποίου έπρεπε αυτή να είχε καταχωρηθεί, όσο και κατά τη διάρκεια της περιόδου από την εκπνοή της προθεσμίας, μέχρι την καταχώρηση της αίτησης για παράταση, (Delincyp Company Ltd v. Wogang κ.ά. Ποινική Αίτηση υπ' αρ. 10/2018, ημερ. 15.10.2918). Η αδυναμία καταχώρησης πρέπει να είναι ουσιαστική και πρέπει να εμπίπτει εντός του εξαιρετικού εκείνου μέτρου το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αντισταθμίζον την ανάγκη για τελεσιδικία, (Δημοκρατία ν, Γεωργίου Ποινική Αίτηση αρ. 9/2015, ημερ. 26,1.2016 και Λουκαΐδης ν. Αστυνομικής Διεύθυνσης Λευκωσίας, Ποινική Αίτηση αρ. 15/2017, ημερ. 13.3.2018), ECLI:CY:AD:2018:B107.

Αιτήματα για παράταση χρόνου αντιμετωπίζονται αυστηρά όχι μόνο όταν υποβάλλονται από τον κατηγορούμενο, αλλά και όταν υποβάλλονται από τον Γενικό Εισαγγελέα, (Δημοκρατία ν. Κυριάκου (2003) 2 Α.Α.Δ. 479). Η τήρηση των προθεσμιών γενικώς, αλλά και ιδιαιτέρως της προθεσμίας που τάσσεται για την υποβολή έφεσης, δεν είναι θέμα τύπου, αλλά ουσίας, (The Attorney-General of the Republic v. Petros Demetriou Hji Constanti (1968) 2 C.L.D. 113 και Αδελφοί Λαμπριανίδη κ.ά. ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερίου (1989) 2 Α.Α.Δ. 374).

Στην υπό κρίση περίπτωση, η αιτήτρια και οι δικηγόροι της με ειλικρίνεια τοποθέτησαν το θέμα στην ορθή του διάσταση. Ότι, δηλαδή, ήταν η λανθασμένη αντίληψη των δικηγόρων περί της ορθής προθεσμίας υποβολής έφεσης που δημιούργησε το πρόβλημα, και ότι αμέσως μετά που το αντιλήφθηκαν καταχώρησαν χωρίς χρονοτριβή την παρούσα αίτηση.

Δεν δικαιολογείται όμως ούτε για αυτό το λόγο η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της παράτασης του χρόνου για την καταχώρηση της έφεσης. Το εξαιρετικό και σπάνιο ακόμη μέτρο της παράτασης (Ιωάννου Φυτούλα (1997) 2 Α.Α.Δ. 387), δικαιολογείται μόνο όταν μπορεί για βάσιμο λόγο να στοιχειοθετεί ανάγκη για παράκαμψη της δημιουργούμενης στο μεταξύ τελεσιδικίας. Στην Eurohouse Finance Ltd κ.ά. v. Αστυνομικού Διευθυντή Επαρχίας Λεμεσού (2000) 2 Α.Α.Δ. 52, λέχθηκε ότι η αδυναμία δικηγόρου να ασκήσει τα καθήκοντα του (εκεί πρόκειτο για ασθένεια του δικηγόρου), δυνατόν να αποτελέσει βάσιμο λόγο για παράταση, όπως συνέβηκε στην Ηλιάδη ν. Δήμου Λάρνακας (1996) 2 Α.Α.Δ. 236, όπου η αδυναμία άσκησης καθηκόντων του δικηγόρου επεκτεινόταν κατά το πλείστο, αν όχι στο σύνολο του κρίσιμου χρόνου για την υποβολή της έφεσης. Λέχθηκε ότι όχι μόνο αδυναμία, οφειλόμενη σε ασθένεια, αλλά και σφάλμα του δικηγόρου δυνατόν να θεμελιώσει αίτηση για παράταση. Όμως, η μη επεξήγηση στην αίτηση πότε δόθηκαν οι οδηγίες για την άσκηση της έφεσης, αλλά ούτε και η επεξήγηση για το διαρρεύσαντα χρόνο μέχρι την υποβολή της αίτησης, οδήγησαν το Εφετείο στην απόρριψη της αίτησης. Αυτό δείχνει την αυστηρότητα με την οποία αντιμετωπίζονται τα αιτήματα αυτού του είδους.

Στην Τάσος Φιλίππου ν. Δημοκρατίας (2006) 2 Α.Α.Δ. 98, η μη ανταπόκριση δικηγόρου να επισκεφθεί έγκαιρα τον εφεσείοντα στις φυλακές δεν θεωρήθηκε καλός ή βάσιμος λόγος για έγκριση αιτήσεως για παράταση του χρόνου.

Η αιτήτρια επικαλέσθηκε τις υποθέσεις Χόππης ν. Παναγή (1991) 1 Α.Α.Δ. 140 και First Ukranian Development Ltd (2014) 1 Α.Α.Δ. 2234, στις οποίες επιτράπηκε η αίτηση για παράταση χρόνου. Στην πρώτη είχε σημειωθεί, πέραν της απραξίας που είχε επιδείξει ο ίδιος ο εφεσείων και σφάλμα από το συνήγορο του στον υπολογισμό του χρόνου έτσι ώστε η προθεσμία να είχε παρέλθει κατά τέσσερεις ημέρες. Στη δεύτερη, η καθυστέρηση σημειώθηκε λόγω της αλλαγής δικηγόρου στο μεσοδιάστημα και των οικονομικών διαφορών που προέκυψαν. Και οι δύο υποθέσεις όμως αφορούσαν την πολιτική δικαιοδοσία και είναι, κρίνεται, πρόδηλο ότι η ποινική τοιαύτη διέπεται από πλέον αυστηρές προθεσμίες, αλλά και αυστηρότερα κριτήρια εφαρμογής τους. Στην Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Heavens Garden Water Park Ltd (2004) 2 Α.Α.Δ. 194, η σύγχυση από το δικηγόρο με άλλη ποινική υπόθεση, και ο φόρτος εργασίας με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί την επόμενη ημέρα από τη λήξη της προθεσμίας, αίτηση για παράταση, οδήγησε το Εφετείο να εγκρίνει την παράταση έχοντας υπόψη το συμφέρον της δικαιοσύνης. Πρόκειτο για αθωωτική από το εκ πρώτης όψεως απόφαση σε κατηγορία πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης.

Εν τέλει, όπως υποδείχθηκε και στην Gatti n. Shoosmith (1939) 3 All E.R. 916, τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης είναι ο οδηγός για την άσκηση της διακριτικής ευχέρεια του Δικαστηρίου. Ενώ δεν υπάρχει λάθος το οποίο θα μπορούσε να αποκλείσει το δικαίωμα άσκησης έφεσης ακόμη και εκπροθέσμως, δυνατόν τα ίδια τα γεγονότα να καθιστούν άδικη τη χορήγηση της παράτασης με επίκληση ακριβώς του συγκεκριμένου λάθους.

Κρίνεται ότι η παρούσα είναι μια τέτοια περίπτωση. Η λανθασμένη αντίληψη των δικηγόρων της αιτήτριας δεν αποτελεί βάσιμο λόγο για έγκριση της αίτησης. Το γεγονός ότι η υπόθεση ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου αφορούσε σε παράβαση Κανονισμών ασφάλειας και υγείας, με το Δικαστήριο να είχε εκδώσει απόφαση εκτεινόμενη σε 80 σελίδες, έπρεπε να οδηγούσε του δικηγόρους να ήταν πιο προσεκτικοί. Το αποτέλεσμα της καταδίκης ήταν ένα σχετικά μικρό πρόστιμο και αυτό δεν μπορεί παρά να έχει τη δική του σημασία στο συνυπολογισμό των παραμέτρων χορήγησης ή μη, άδειας.»

 

Υπό το φως των ανωτέρω θα εξετάσουμε τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων προσεγγίζοντας την υπό κρίση υπόθεση κατά ανάλογο τρόπο. Λαμβάνουμε υπόψη τα εξής στοιχεία:

 

Κατ’ αρχάς υπογραμμίζουμε ότι η παράλειψη της δικηγόρου του εφεσείοντα, την οποία ο ίδιος επικαλείται ως τον λόγο που οδήγησε στην καταχώριση της παρούσας αίτησης, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί σοβαρή. Σύμφωνα με τα νομολογηθέντα στην ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ AΝΔΡΕΑΣ v. TΡΑΠΕΖΑΣ KΥΠΡΟΥ ΛΤΔ, (ΑΡ. 2) (1999) 2 Α.Α.Δ. 174, η έφεση είναι εξ υπαρχής άκυρη αν καταχωρήθηκε χωρίς την έγκριση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.

 

Θεωρούμε ότι τα πιο κάτω λεχθέντα στην EUROHOUSE FINANCE LTD κ.ά. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΛΕΜΕΣΟΥ, (2000) 2 Α.Α.Δ. 52, τυγχάνουν εφαρμογής στα ενώπιόν μας δεδομένα.

 

«Όχι μόνο αδυναμία, οφειλόμενη σε ασθένεια του δικηγόρου, αλλά και σφάλμα του δικηγόρου θα μπορούσε να θεμελιώσει αίτηση για παράταση, νοουμένου ότι καταφαίνεται ότι η αδυναμία ή το σφάλμα επέδρασε ουσιωδώς, καθ' όλη τη διάρκεια του κρίσιμου χρόνου, ως παράγοντας ανασταλτικός της άσκησης έφεσης. Η παράλειψη πρέπει να αιτιολογείται τόσο σε σχέση με το χρόνο που αφορά την προθεσμία για την άσκηση έφεσης όσο και με το κενό που μεσολαβεί μεταξύ της εκπνοής του και της υποβολής του αιτήματος για την παράτασή του.»

 

Σημειώνουμε ότι δεν προσδιορίζεται στην ένορκη δήλωση του εφεσείοντα η διάρκεια της ασθένειας της δικηγόρου του, παρά μόνο γίνεται μια αναφορά «στον ουσιώδη χρόνο» περί της 9.12.2025, ήτοι τον χρόνο καταχώρισης της μη έγκυρης έφεσης. Επομένως, το Εφετείο δεν μπορεί να εκτιμήσει τις συνέπειες της επικαλούμενης αυτής ασθένειας της δικηγόρου του αιτητή σε σχέση με το επικαλούμενο σφάλμα. Δεν εξηγείται πουθενά τι είναι αυτό που εμπόδισε τη δικηγόρο του αιτητή να αντιληφθεί, πριν την εμφάνισή της ενώπιον του Εφετείου, το ότι είχε καταχωρίσει μία εξ υπαρχής άκυρη έφεση. Δεν αιτιολογείται  η εδώ ουσιώδης παράλειψη η οποία συνέχιζε να υφίσταται κατά τον χρόνο που παρήλθε από την ημερομηνία εκπνοής της προθεσμίας για καταχώριση έγκυρης έφεσης και της 6.4.2026, ημερομηνία κατά την οποία άρχισε η διαδικασία για την ορθή προώθηση της έφεσης που ο αιτητής επιθυμούσε να καταχωρίσει. Παρά το ότι μετά την 6.4.2026 μέχρι και την καταχώριση της αίτησης λήφθηκαν όλα τα μέτρα για την όσο το δυνατόν πιο σύντομη καταχώριση της αίτησης, θεωρούμε ότι το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης δεν μπορεί να μας οδηγήσει σε διαπίστωση ύπαρξης ουσιαστικής αδυναμίας καταχώρισης έφεσης κατά της αθωωτικής απόφασης, η οποία να καλύπτει το διάστημα μεταξύ της εκπνοής της προθεσμίας, και της 6.4.2026, ημερομηνίας κατά την οποία πράγματι διαπιστώνουμε ότι ο αιτητής διά των δικηγόρων του άρχισε να λαμβάνει τα δέοντα μέτρα για την καταχώριση έγκυρης έφεσης, ήτοι να ζητεί την έγκριση του Γενικού Εισαγγελέα.

 

Περαιτέρω, όπως προκύπτει ξεκάθαρα από την πιο πάνω νομολογία, ενώ το σφάλμα δικηγόρου δεν αποκλείεται από μόνο του να αποτελέσει βάσιμο λόγο για έγκριση αίτησης παράτασης, το Δικαστήριο σταθμίζει διάφορους παράγοντες σε κάθε περίπτωση ξεχωριστά ώστε να καταλήξει αν εν τέλει υφίσταται βάσιμος λόγος ο οποίος να στοιχειοθετεί ανάγκη για παράκαμψη της δημιουργούμενης στο μεταξύ τελεσιδικίας και αν σχετικοί παράγοντες καθιστούν άδικη τη χορήγηση της παράτασης εξετάζοντας σε κάθε περίπτωση  τη φύση του επικαλούμενου λάθους. Η στάθμιση γίνεται βεβαίως έχοντας πάντα υπόψη το συμφέρον της δικαιοσύνης.

  

Έχοντας πάντα κατά νου τις παραμέτρους που τέθηκαν από τη νομολογία δεν παραβλέπουμε ότι ο αιτητής δήλωσε ότι έδωσε εμπρόθεσμα οδηγίες για καταχώριση έφεσης, αφετέρου όμως η βούλησή του αυτή θα  πρέπει να σταθμιστεί με το γεγονός ότι έχουν παρέλθει περί τους πέντε μήνες άπρακτοι, διάστημα κατά το οποίο οι καθ’ ων η αίτηση είχαν αθωωθεί στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, σε ιδιωτική ποινική υπόθεση την οποία είχε καταχωρίσει ο αιτητής εναντίον τους σε σχέση με το ποινικό αδίκημα της συνομωσίας με σκοπό την προξένηση βλάβης στο πρόσωπό ή την υπόληψη άλλου, κατά παράβαση του Άρθρου 373(β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154. Βάσει δε των λεπτομερειών του αδικήματος για το οποίο κατηγορούνται οι κατηγορούμενοι (καθ’ ων η αίτηση στην παρούσα), κατά την περίοδο Μαΐου-Σεπτεμβρίου 2022 συνωμότησαν με σκοπό να προκαλέσουν βλάβη στο πρόσωπο ή/και υπόληψη του παραπονούμενου (αιτητή στην παρούσα). Ειδικότερα, ενώ γνώριζαν ότι συγκεκριμένη ηλεκτρονική διεύθυνση ανήκει στον κατηγορούμενο 2, οι κατηγορούμενοι, κατόπιν συνεννόησης μεταξύ τους, συνωμότησαν ώστε ο κατηγορούμενος 1, στις 12.5.2023, να υποβάλει κακόβουλα και ψευδώς καταγγελία στην Επιτροπή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Η καταγγελία αφορούσε ισχυρισμό ότι ο παραπονούμενος (αιτητής στην παρούσα), σε αλληλογραφία που είχε με τους κατηγορούμενους και άλλα πρόσωπα, πρόσθεσε στους παραλήπτες τη συγκεκριμένη ηλεκτρονική διεύθυνση, η οποία παρουσιάστηκε ως δήθεν άγνωστη. Δεν είναι άνευ σημασίας θεωρούμε ότι τα κατ’ ισχυρισμόν σχετικά γεγονότα φέρονται να έλαβαν χώραν πριν περίπου τέσσερα έτη, και ότι η βλάβη στο πρόσωπο ή και την υπόληψη του αιτητή προβάλλεται ότι προήλθε από καταγγελία του στην Επίτροπο Προσωπικών Δεδομένων, η οποία μάλιστα σύμφωνα με τη μαρτυρία του αιτητή όπως καταγράφεται στην απόφαση που επιθυμεί να εφεσιβάλει, απορρίφθηκε από την Επίτροπο.

 

Καταλήγουμε ότι, επιπλέον της ανωτέρω αναφερόμενης ασάφειας στο πραγματικό υπόβαθρο που υποστηρίζει την αίτηση, εν όψει των πιο πάνω παρατηρήσεων μας, στην παρούσα περίπτωση δεν αποκαλύπτεται βάσιμος λόγος στη βάση του οποίου το Δικαστήριο να μπορούσε να χαλαρώσει τον κανόνα και να δεχτεί το αίτημα για παράταση. Αντίθετη θεώρηση θα έπληττε την ανάγκη για τελεσιδικία, η οποία, ως προαναφέρθηκε, αποτελεί προεξάρχουσα αρχή προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. Τα όσα προβάλλονται με την αίτηση δεν μπορούν να δικαιολογήσουν το αίτημα. Συνακόλουθα, η αίτηση απορρίπτεται χωρίς οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα.

 

 

                                                          Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

                                                          ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.             

                                                          Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο