ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ.: 434/2019)
07 Σεπτεμβρίου 2026
[Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ]
CROWN RESORTS LTD,
Εφεσείοντες,
v.
ΧΡΙΣΤΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ,
Εφεσίβλητος.
___________________
Γ. Ζαχαρίου (κα) για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσείοντες.
Μ. Π. Κούμας για Στέλιος Αμερικάνος & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσίβλητο.
ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον δικαστή Πική.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΠΙΚΗΣ, Δ.: Η παρούσα έφεση στρέφεται εναντίον της απόφασης του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ημερομηνίας 30.9.2019, με την οποία οι Εφεσείοντες διατάχθηκαν να καταβάλουν στον Εφεσίβλητο αποζημιώσεις λόγω εξαναγκασμού σε παραίτηση, πληρωμή αντί προειδοποίησης και υπόλοιπο δεδουλευμένων ημερομισθίων για άδεια, ανερχόμενες στο ποσό των €41.789,11 πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Ο εξαναγκασμός σε παραίτηση αφορούσε, μεταξύ άλλων, τη μη καταβολή εγκαίρως του 13ου μισθού, του Εφεσίβλητου πράγμα το οποίο εκρίθη ότι του έδιδε το δικαίωμα να τερματίσει νομίμως την απασχόληση του σύμφωνα με το Άρθρο 7(1) του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου του 1967 (Ν.24/67). Ο Εφεσίβλητος εργαζόταν ως Οικονομικός Διευθυντής του Ομίλου Εταιρειών των Εφεσειόντων από τον Σεπτέμβριο του 2004.
Προτού αναφερθούμε στους λόγους έφεσης θεωρούμε χρήσιμο να σκιαγραφήσουμε τα κύρια σημεία της πρωτόδικης απόφασης.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού κατέγραψε λεπτομερώς τις δικογραφημένες θέσεις των δυο πλευρών, τα παραδεκτά γεγονότα και την προσκομισθείσα μαρτυρία, συνόψισε το αντικείμενο της αντιδικίας ως ακολούθως (σελ. 20):
«Όπως διαφάνηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, ο κεντρικός άξονας της όλης υπόθεσης, επί της οποίας υποστήριξαν τις θέσεις τους και οι δυο πλευρές, είναι το κατά πόσο ο Αιτητής απεχώρισε οικειοθελώς από την εργασία του στην Εργοδότρια Εταιρεία ή εάν εξαναγκάσθηκε σε παραίτηση. Από τη μία, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι συμφώνησε με τους εργοδότες του όπως του πληρωθούν τα συσσωρευμένα φιλοδωρήματα για τα έτη 2007 έως 2010 τον Δεκέμβριο του 2010 και ότι δεν του καταβλήθηκαν, ότι δεν του καταβλήθηκε ο 13ος μισθός για το έτος 2010, ήτοι ότι παραβιάστηκαν ουσιώδεις όροι της εργοδότησης του και ότι του γνωστοποιήθηκε ότι θα του γινόταν μείωση μισθού της τάξης των €3000 και τερματισμός καταβολής 13ου μισθού, ήτοι ότι του άλλαξαν μονομερώς όρους εργοδότησης, κάτι που δεν αποδέχθηκε, ότι εξαναγκάστηκε συνεπώς σε παραίτηση και ότι κατά την ημέρα που απεχώρησε από την υπηρεσία των Καθ’ών η αίτηση του οφείλονταν 21.8 ημέρες ως άδεια, ενώ οι Καθ’ών η αίτηση ισχυρίζονται ότι η συμφωνία για το φιλοδώρημα καταργήθηκε το 2007, ότι δεν καταργήθηκε η καταβολή του 13ου μισθού αλλά ότι λόγω προβλημάτων καθυστέρησαν στην καταβολή του αφού συμφώνησαν σχετικά με τον Αιτητή, ότι εισηγήθηκαν μείωση στις απολαβές του Αιτητή για 6 μήνες μόνο και ότι ο Αιτητής αποχώρησε από μόνος του από την εργασίας του χωρίς λόγο».
Ακολούθησε ενδελεχής αξιολόγηση της μαρτυρίας καταλήγοντας στα ακόλουθα ευρήματα σχετικά με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης (σελ. 28):
«Εν όψει των πιο πάνω, αποδεχόμαστε ότι τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι ότι οι όροι εργασίας του Αιτητή αναφέρονται στο Τεκμήριο 5, ότι το 2007 ο Αιτητής έλαβε πολύ μεγάλη αύξηση στις απολαβές του, ότι καταβλήθηκε πληρωμή φιλοδωρήματος στον Αιτητή για τα έτη 2005 και 2006, ότι έκτοτε δεν του καταβλήθηκε σχετική πληρωμή, ότι ο Αιτητής ενίοτε επανέφερε το θέμα αλλά ότι οι Καθ’ών η αίτηση δεν του κατέβαλαν ποτέ οποιοδήποτε ποσό, ότι περί το τέλος του 2010 οι Καθ’ών η αίτηση ανέφεραν στον Αιτητή για μείωση του μισθού του για €3000 και ότι την 2/2/11 ο Αιτητής με ηλεκτρονικό μήνυμα του, μέρος του Τεκμηρίου 32, ανέφερε στους Καθ’ ών η αίτηση ότι θα το σκεφτόταν και ότι θα απαντούσε μέχρι την Δευτέρα. Επίσης δεχόμαστε ότι δεν υπήρξε συμφωνία με τον Αιτητή για καταβολή του 13ου μισθού για το έτος 2010 τον Φεβρουάριο του 2011, όπως αναφέρουμε ανωτέρω και ότι μέχρι την 7/2/11 οι Καθ’ ών η Αίτηση δεν είχαν καταβάλει στον Αιτητή πληρωμή του 13ου μισθού του για το έτος 2010 παρόλο που ο Αιτητής ζήτησε σχετική πληρωμή με ηλεκτρονικά μηνύματα του 2 φορές, ήτοι την 19/1/11 και την 2/2/11».
Αφού δε προέβη σε λεπτομερή ανασκόπηση της νομολογίας, και της βιβλιογραφίας, σχετικά με τον εξαναγκασμό σε παραίτηση (constructive dismissal) το πρωτόδικο Δικαστήριο, διατύπωσε τα προς εξέταση νομικά ζητήματα (σελ. 37):
«Στην παρούσα περίπτωση, με βάση τις πιο πάνω αρχές, το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αρχικά το κατά πόσο υπήρξε από τους Καθ’ ών η αίτηση παραβίαση των όρων απασχόλησης του Αιτητή ή μονομερής αυθαίρετη τροποποίηση τους. Σε περίπτωση που αυτό απαντηθεί καταφατικά το Δικαστήριο οφείλει να διαπιστώσει κατά πόσο η εν λόγω αλλαγή ήταν αρκετά σοβαρή ώστε να δικαιολογεί εξαναγκασμό σε παραίτηση και κατά πόσο ο Αιτητής παραιτήθηκε από την εργασία του για αυτό το λόγο ή εάν αυτός επιβεβαίωσε με την συμπεριφορά του την τροποποιημένη σύμβαση εργασίας».
Εξετάζοντας τα ζητήματα αυτά υπό το φως των ευρημάτων του, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι:
(α) O Αιτητής επιβεβαίωσε με τη συμπεριφορά του την τροποποιημένη σύμβαση εργασίας με την αποδοχή της μη καταβολής φιλοδωρήματος κάθε χρόνο από το 2007 και εντεύθεν. Συνεπώς, εφόσον συνέχισε την εργασία του χωρίς να λαμβάνει φιλοδώρημα για τα έτη 2007 – 2010 του αποστερείται το δικαίωμα να επικαλείται τη μη καταβολή φιλοδωρήματος ως βάσιμο λόγο εξαναγκασμού σε παραίτηση.
(β) Η μη καταβολή του 13ου μισθού για το έτος 2010 μέχρι την 7.2.2011, παρότι ζητήθηκε η καταβολή του δύο φορές με ηλεκτρονικά μηνύματα (ημερομηνίας 19.1.2011 και 2.2.2011), συνιστούσε παραβίαση ουσιώδους όρου της σύμβασης απασχόλησης του Αιτητή, αποτελώντας έναν από τους λόγους που συνέβαλαν στην απόφασή του για τερματισμό των υπηρεσιών του στους Καθ’ ων η αίτηση, με αποτέλεσμα το πρωτόδικο Δικαστήριο να καταλήξει ότι ο Αιτητής «εξαναγκάστηκε εν τέλει σε παραίτηση και γι’ αυτό τον λόγο».
Οι Εφεσείοντες προσβάλλουν την ανωτέρω απόφαση με δύο λόγους έφεσης οι οποίοι θα εξεταστούν με τη σειρά που προβάλλονται.
Με τον πρώτο λόγο έφεσης παραπονούνται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρερμήνευσε το Τεκμήριο 47 και τα λοιπά κατατεθέντα τεκμήρια και δεν τους έδωσε τη δέουσα βαρύτητα, εκ της οποίας θα διαφαινόταν ότι όντως οι Εφεσείοντες, εν γνώσει του Εφεσίβλητου, αντιμετώπιζαν σοβαρά οικονομικά προβλήματα και ήταν μάλιστα ο ίδιος ο Εφεσίβλητος που είχε εισηγηθεί τρόπους μείωσης και περικοπής των εξόδων, περιλαμβανομένης και της μισθοδοσίας, με τη διαφοροποίηση των όρων εργοδότησης του προσωπικού.
Κατά τη θέση τους, ορθή ερμηνεία του τεκμηρίου 47 θα έπρεπε να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι η οποιαδήποτε μείωση απολαβών δεν ήταν κάτι που επιβλήθηκε και δη αδικαιολόγητα στον Εφεσίβλητο, αλλά αποτελούσε μέρος και δικών του εισηγήσεων με σκοπό να ξεπεραστεί το οικονομικό αδιέξοδο στο οποίο οι Εφεσείοντες βρίσκονταν τη δεδομένη χρονική στιγμή, καταδεικνύοντας τη συμφωνία του στη διαφοροποίηση όρων εργοδότησης του προσωπικού. Επιπλέον, θα επηρέαζε αρνητικά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Εφεσίβλητου αναδεικνύοντας ακόμη μια ανακολουθία στη μαρτυρία του.
Εν σχέση με το τελευταίο επισημαίνεται ότι έφεση κατά απόφασης του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών επιτρέπεται μόνο για νομικά σημεία (βλ. Άρθρο 12 (11Α) του περί Ετήσιων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου Ν8/196, και Άρθρο 16 του Περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικού Κανονισμού 1/99). Τούτο αποτελεί δικαιοδοτικό όρο για την εξέτασης της έφεσης και δύναται να εξεταστεί ακόμη και αυτεπάγγελτα από το Εφετείο. Σύμφωνα με τη νομολογία «η δυνατότητα επέμβασης του Εφετείου επί της αξιολόγησης της μαρτυρίας από το Εργατικό Δικαστήριο είναι επιτρεπτή μόνο όπου η αξιολόγηση είναι προϊόν εσφαλμένης νομικής καθοδήγησης» (βλ. , Πολ. Εφ. 196/18 ημερ. 20.5.2024, Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού ν Θεονίτσας Νικολάου, Πολ. Εφ. 306/2019, ημερ. 9.7.2024). Εφόσον ο προβαλλόμενος ισχυρισμός για πλημμελή αξιολόγησης της μαρτυρίας του Εφεσίβλητου δεν συναρτάται με εσφαλμένη νομική καθοδήγηση, εκφεύγει των ορίων του νομικού σημείου και στερείται παραδεκτότητας.
Το περίγραμμα αγόρευσης επικεντρώνεται στο Τεκμήριο 47, ενώ για κανένα άλλο τεκμήριο ή μέρος της μαρτυρίας δεν προβάλλεται αιτιολογία ή επιχειρηματολογία η οποία να συναρτάται με κατ’ ισχυρισμόν πράξεις ή ενέργειες του Εφεσίβλητου αφορώσες στη μείωση μισθολογίου και των απολαβών. Συνακόλουθα, ελλείψει επαρκούς αιτιολογίας, παρέλκει η εξέταση οιουδήποτε άλλου ζητήματος πέραν των ισχυρισμών που άπτονται του εν λόγω τεκμηρίου.
Κατ’ αρχάς παρατηρείται ότι η επιχειρηματολογία που αναπτύσσεται επί του Τεκμηρίου 47 αφορά το ζήτημα μείωσης του μισθού του Εφεσίβλητου κατά €3.000,00 μηνιαίως και όχι της μη καταβολής του 13ου μισθού για το έτος 2010, που ήταν ο λόγος για τον οποίο εκρίθη ότι ο Εφεσίβλητος εξαναγκάστηκε σε παραίτηση. Τούτο ενισχύεται εξ αντιπαραβολής των δικογραφημένων θέσεων των δύο πλευρών, ήτοι της παραγράφου 8 του δικογράφου των Εφεσειόντων (Καθ’ ων η αίτηση) και της παραγράφου 9 του δικογράφου του Εφεσίβλητου (Αιτητή).
Συγκεκριμένα, ο Εφεσίβλητος στην παράγραφο 9 ισχυρίζεται ότι περί τις αρχές του μηνός Ιανουαρίου 2011, οι Καθ’ ων η αίτηση τον πληροφόρησαν κατά τρόπο τελεσιγραφικό ότι θα έπρεπε να αποδεχτεί άμεσα μείωση του μισθού του της τάξης των €3.000,00 τον μήνα, καθιστώντας σαφές ότι σε περίπτωση άρνησης δεν θα είχε πλέον θέση στην υπηρεσία τους.
Σε απάντηση, στην παράγραφο 8, οι Εφεσείοντες, αρνούμενοι την πιο πάνω θέση, ισχυρίζονται ότι ουδέποτε έθεσαν τελεσιγραφικά θέμα μείωσης του μισθού του Εφεσίβλητου κατά €3.000,00 μηνιαίως και ότι είναι ο ίδιος, ως Οικονομικός Διευθυντής, που εισηγήθηκε την ανάγκη μείωσης μισθού στο προσωπικό για περιορισμένο χρονικό διάστημα για να αποφευχθούν αναγκαστικές απολύσεις λόγω πλεονασμού, χωρίς να ληφθεί καμία απόφαση και χωρίς να αρχίσει η υλοποίηση οιασδήποτε απόφασης.
Όσον αφορά δε τον 13ο μισθό, η θέση των Εφεσειόντων στην παράγραφο 7 του δικογράφου τους ήταν ότι, λόγω σοβαρών οικονομικών προβλημάτων του Ομίλου, είχε συμφωνηθεί με τον Εφεσίβλητο και άλλα στελέχη του Ομίλου όπως ο 13ος μισθός καταβληθεί αργότερα, ήτοι περί τον Φεβρουάριο του 2011. Επομένως, για τον 13ο μισθό οι Εφεσείοντες, διά του δικογράφου τους, δεν έθεσαν θέμα μείωσης απολαβών, παρά μόνο καθυστέρησης στην καταβολή του.
Συνακόλουθα ο υπό κρίση λόγος έφεσης είναι αλυσιτελής καθότι τυχόν επιτυχία του δεν οδηγεί σε ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης. Ακόμη όμως και στην περίπτωση που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι υπάρχει συνάφεια μεταξύ της κατ’ ισχυρισμό ερμηνείας του τεκμηρίου 47 και της καθυστέρησης στην έγκαιρη καταβολή του 13ου μισθού του Εφεσίβλητου, είμαστε της γνώμης ότι η πρωτόδικη ερμηνεία του υπό αναφορά τεκμηρίου υπήρξε ορθή.
Ειδικότερα, από το ίδιο το σώμα του Τεκμηρίου 47 προκύπτει ότι οι εισηγήσεις που περιέχονταν σε αυτό αφορούσαν απολύσεις προσωπικού για λόγους πλεονασμού και επανατοποθέτηση στη βάση συνεργασίας, χωρίς να γίνεται οιαδήποτε αναφορά ή πρόταση για μείωση απολαβών. Συνεπώς, η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου εδράζεται στο αντικειμενικό περιεχόμενο του εγγράφου και δεν πάσχει από κανένα ερμηνευτικό σφάλμα.
Υπό το φως των ανωτέρω ο πρώτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος.
Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προσβάλλεται το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο Εφεσίβλητος δεν μπορεί να θεωρηθεί εκ της συμπεριφοράς του ότι έχει αποδεχθεί την καθυστέρηση στην καταβολή του 13ου μισθού του. Ειδικότερα, οι Εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι (α) σύμφωνα με τη μαρτυρία, καθ’ όλη τη διάρκεια της συνεργασίας των διαδίκων ο 13ος μισθός δεν καταβαλλόταν τον Δεκέμβριο αλλά μεταγενέστερα και ο Εφεσίβλητος ουδέποτε παραπονέθηκε, και (β) το γεγονός ότι ο Εφεσίβλητος διαμαρτυρήθηκε για πρώτη φορά στις 19.1.2011 και παραιτήθηκε στις 7.2.2011, σχεδόν δύο μήνες μετά την ημερομηνία καταβολής του 13ου μισθού (24.12.2010) βάσει των όρων εργοδότησης, θα έπρεπε κατ’ εφαρμογή της νομολογίας να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι αποδέχθηκε την καθυστερημένη οφειλή, αφού δεν ενήργησε άμεσα μετά την παράβαση ούτε και έδωσε προθεσμία για παραίτηση. Προς επίρρωση επικαλούνται τις υποθέσεις Elbee Co Ltd v. Efstathioυ (1989) 1 C.L.R. 448 και Χριστοφίδης ν. Deloite & Touche κ.ά. (2009) 1(Β) Α.Α.Δ. 1241.
Σχετικά με την πρώτη εισήγηση παρατηρούμε ότι τέτοια θέση δεν προωθήθηκε πρωτοδίκως μέσω της δικογραφίας, ούτε υποστηρίζεται από τη μαρτυρία ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Όπως ορθώς επισημαίνεται στο περίγραμμα αγόρευσης του Εφεσίβλητου, από το Τεκμήριο 3 και δη το δελτίο πληρωμής του 13ου μισθού για το έτος 2008, φαίνεται ότι ο 13ος μισθός πληρώθηκε στις 17.12.2008. Επίσης, έχοντας διεξέλθει το σύνολο των τεκμηρίων, παρατηρούμε ότι στο Τεκμήριο 32 συνάπτεται (ως τεκμήριο 2) και το δελτίο πληρωμής του 13ου μισθού για το έτος 2009, στο οποίο φαίνεται ότι πληρώθηκε στις 23.12.2009.
Με κάθε σεβασμό δεν συμφωνούμε ούτε με την δεύτερη εισήγηση, ότι δια της συμπεριφοράς του ο Εφεσίβλητος αποδέχτηκε την καθυστέρηση στην καταβολή του 13ου μισθού του. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει το πρωτόδικο Δικαστήριο προβαίνει σε ενδελεχή ανασκόπηση της νομολογίας επί του θέματος με αναφορά σε Κυπριακές και Αγγλικές αποφάσεις και νομικά συγγράμματα, τα οποία δεν θεωρούμε σκόπιμο να επαναλάβουμε. Αρκούμαστε να παραθέσουμε το κάτωθι απόσπασμα από την υπόθεση Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Λτδ ν. Αντωνίου, Πολ. Εφ. 101/2013, ημερ. 16.7.2019, στο οποίο περιέχεται το απαύγασμα της νομολογίας:
«Δεν παρατηρείται αμφισβήτηση ως προς τις νομικές αρχές που διέπουν το υπό συζήτηση ζήτημα της επίκλησης εξαναγκασμού σε παραίτηση λόγω μονομερούς διαφοροποίησης των όρων εργοδότησης εκ μέρους του εργοδότη. Τόσο η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου της χώρας μας, όσο και η αγγλική και ελληνική νομολογία, είναι ευθυγραμμισμένες επί του προκειμένου. Σύμφωνα με καλά θεμελιωμένες αρχές αφ΄ ης στιγμής εκδηλωθεί επιλήψιμη συμπεριφορά του εργοδότη, τέτοιας μορφής και έκτασης που θα δικαιολογούσε την αποχώρηση του εργοδοτούμενου, ο τελευταίος θα πρέπει να εγκαταλείψει την εργοδότησή του χωρίς καθυστέρηση ή τουλάχιστον εντός ευλόγου χρόνου. Το δικαίωμα του εργοδοτούμενου δεν παραμένει ανοικτό επ΄ αόριστο και τυχόν υπέρμετρη, υπό τις συνθήκες, καθυστέρηση εγκατάλειψης της εργασίας του μπορεί να θεωρηθεί και να εκληφθεί ως επιβεβαίωση της σύμβασης εργασίας, όπως αυτή τροποποιήθηκε ως αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του εργοδότη και ότι παραιτήθηκε από το δικαίωμά του προς τερματισμό και αξίωση αποζημιώσεων. Η συνεχιζόμενη προσφορά εργασίας από εργοδοτούμενο είναι δυνατόν, συνυπολογιζομένων όλων των σχετικών παραγόντων - μεταξύ των οποίων το διάστημα εργοδότησης και την απουσία οποιασδήποτε αμφισβήτησης - να κριθεί ως εγκατάλειψη της δυνατότητας επίκλησης των δικαιωμάτων του, μεταξύ των οποίων της καταγγελίας της σύμβασης. Προβάλλει, λοιπόν, ως πάγια αρχή ότι η αποδοχή τροποποίησης σύμβασης εργασίας από εργοδοτούμενο μπορεί να γίνει είτε ρητώς είτε σιωπηρώς. Οπου ο εργοδοτούμενος συνεχίσει να εργάζεται επί μακρό χρονικό διάστημα παρά τη διαφοροποίηση των όρων εργασίας του από τον εργοδότη, ανεπιφύλακτα και χωρίς να διαμαρτυρηθεί ως προς τις συγκεκριμένες ενέργειες του εργοδότη και τη βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του σύμβασης, τεκμαίρεται ότι σιωπηρώς προκύπτει η βούλησή του για αποδοχή της τροποποιητικής σύμβασης. Στην περίπτωση αυτή η μεταβολή των όρων εργασίας παύει να είναι μονομερής, ακριβώς λόγω της, έστω και σιωπηρής, αποδοχής τους από τον εργοδοτούμενο. Εντέλει, κρίσιμος παράγοντας ως προς το τι συνιστά σημαντικό χρονικό διάστημα είναι τα ίδια τα γεγονότα που περιβάλλουν την κάθε περίπτωση. Ως εκ τούτου, η περίοδος που μεσολαβεί μεταξύ της εκδήλωσης της συμπεριφοράς από τον εργοδότη που δίδει το δικαίωμα παραίτησης στον εργοδοτούμενο και της χρονικής στιγμής της παραίτησης από αυτόν, δεν θα πρέπει να αντικρίζεται αποσπασματικά και από την άποψη της χρονικής και μόνο διάρκειας, αλλά υπό το φως των όλων περιστάσεων της υπόθεσης».
(Υπογράμμιση δική μας)
Η θέση της Αγγλικής νομολογίας, η οποία ακολουθείται από τα Κυπριακά Δικαστήρια, αποκρυσταλλώνεται στην κάτωθι περικοπή από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4th Edition Reissue, Vol. 16 1 (B) para. 638:
"The employee must leave in response to the breach of contract. While, as matter of fact, the employee may usually expected to indicate that he is treating the contract as repudiated, there is no rule of law that the employee must always inform the employer of the true reason for leaving. Delay in so doing may amount to waiver of the breach and affirmation of the contract, though this will depend on the facts of the case, and a realistic approach must be taken, so that it may be reasonable for the employee to work on for a period under protest, especially if trying to resolve matters without leaving or seeking other work before leaving."
(Υπογράμμιση δίκη μας)
Η εν λόγω περικοπή περιέχεται και στο εκτενές απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση που παρατίθεται με επιδοκιμασία από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Λτδ ν. Αντωνίου (ανωτέρω). Περιέχεται επίσης στην εξίσου επιμελή και ενδελεχή νομική ανάλυση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, η οποία, με ορθή υπαγωγή στα γεγονότα, καταλήγει ότι διά της μη καταβολής του 13ου μισθού ο Εφεσίβλητος εξαναγκάστηκε σε παραίτηση. Σχετικό είναι το κάτωθι απόσπασμα:
«Με βάση τα πιο πάνω πραγματικά γεγονότα της παρούσας εργατικής διαφοράς θεωρούμε ότι οι Καθ’ ων η αίτηση με το να μην καταβάλουν πληρωμή 13ου μισθού για το έτος 2010 μέχρι την 7/2/11, παραβίασαν ουσιώδη όρο της σύμβασης απασχόλησης του Αιτητή. Κρίνουμε ότι η μη καταβολή 13ου μισθού ήταν ένας από τους λόγους που συνέβαλαν στη λήψη απόφασης από τον Αιτητή για τερματισμό των υπηρεσιών του στους Καθ’ ων η αίτηση και συνεπώς θεωρούμε ότι αυτός εξαναγκάστηκε εν τέλει σε παραίτηση και γι’ αυτό το λόγο.
Συνακόλουθα, θεωρούμε ότι η πιο πάνω διαγωγή εκ μέρους της Εργοδότριας Εταιρείας, ήτοι η μη καταβολή εγκαίρως μισθού, ήτοι του 13ου μισθού, έδωσε το δικαίωμα τον Αιτητή να τερματίσει την απασχόλησή του, με αποτέλεσμα να πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 7(1) του Νόμου. (Βλ. υπόθεση Προική κ.α. v. Φιλικής Ασφαλιστικής Εταιρείας Λτδ (2002) 1Β Α.Α.Δ. 736. Δεν θεωρούμε ότι, επειδή ο Αιτητής παρέμεινε στην εργασία του μέχρι την 7/2/11, εμποδίζεται από το να ισχυριστεί εξαναγκασμό σε παραίτηση λόγω της συγκεκριμένης διαγωγής του εργοδότη του, εφόσον όπως αναφέρουμε ανωτέρω, ο Αιτητής θα μπορούσε από τις 31/12/10 να τερματίσει γι’ αυτό το λόγο την απασχόλησή του αλλά θα μπορούσε να παραμείνει στην εργασία του και να ζητήσει την τήρηση των όρων απασχόλησής του, ήτοι την καταβολή 13ου μισθού, κάτι που έκανε την 19/1/11 και 2/2/11. Το γεγονός ότι παρέμεινε στην εργασία του μέχρι την 7/2/11 δεν τον εμποδίζει από του να ισχυριστεί εξαναγκασμό σε παραίτηση, εφόσον δεν θεωρούμε ότι παρέλειψε να εγκαταλείψει την εργασία του εντός εύλογου χρόνου, υπό τις περιστάσεις (Βλ. Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Λτδ v. Αντωνίου (ανωτέρω)).
Εν κατακλείδι, καταλήγουμε ότι η πιο πάνω διαγωγή της Εργοδότριας Εταιρείας αιτιολογούσε τον εξαναγκασμό του Αιτητή σε παραίτηση (constructive dismissal) ο οποίος νόμιμα τερμάτισε την απασχόλησή του σύμφωνα με το άρθρο 7(1) του Νόμου και ότι η εν λόγω παραίτηση ισοδυναμεί με τεκμαρτή απόλυση. (Βλ. υπόθεση Φάρμα Ρένος Χ’’Ιωάννου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Χίνη (2012) 1Β Α.Α.Δ. 1331.»
Τα γεγονότα των υποθέσεων τις οποίες επικαλούνται οι Εφεσείοντες διαφοροποιούνται σαφώς από την υπό κρίση περίπτωση. Στην υπόθεση Elbee Co Ltd v. Efstathioυ (ανωτέρω) ο αιτητής-εφεσίβλητος εργοδοτείτο από τους εφεσείοντες ως πωλητής. Τον Οκτώβριο του 1984 οι εφεσείοντες ενημέρωσαν τον εφεσίβλητο ότι κατά τη χειμερινή περίοδο θα απασχολείτο ως αναπληρωτής πωλητής. Ο εφεσίβλητος αποδέχθηκε την καταβολή του μισθού χωρίς διαμαρτυρία για τους μήνες Οκτώβριο και Νοέμβριο, αλλά όταν του προσφέρθηκε ο 13ος μισθός του, διαμαρτυρήθηκε και θεώρησε τη μεταβολή αυτή ως εξαναγκασμό σε παραίτηση.
Αποφασίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι δεν υπήρχε εξαναγκασμός σε παραίτηση εφόσον ο Εφεσείων συνέχισε να εργάζεται για σχεδόν δύο μήνες προτού αποφασίσει να θεωρήσει τη σύμβαση απασχόλησής του ως τερματισθείσα (repudiated) και αυτό μόνον αφού τα αιτήματά του, τα οποία υποβλήθηκαν για πρώτη φορά στα τέλη Δεκεμβρίου, αρχές Ιανουαρίου, δεν ικανοποιήθηκαν από τους εργοδότες του. Επομένως, η αδιαμαρτύρητη συνέχιση της εργοδότησής του για περίοδο δύο μηνών συνιστούσε αποδοχή της προσβληθείσας μεταβολής της σύμβασης. Η διαφοροποίηση της εν λόγω υπόθεσης από την παρούσα έγκειται στο ότι ο Εφεσίβλητος ζήτησε δις την καταβολή του 13ου μισθού του (19.1.2011 και 2.2.2011), και επομένως ορθώς αποφασίστηκε ότι δεν υπήρξε από μέρος του αποδοχή της παράβασης της σύμβασης εργοδότησης. Επίσης, στην υπόθεση Χριστοφίδης ν. Deloite & Touche κ.ά. (ανωτέρω), ο εφεσείων καθυστέρησε επί σειρά ετών να εγκαταλείψει την εργασία του μετά την επιλήψιμη συμπεριφορά του εργοδότη, γεγονός που θεωρήθηκε ως ανεπιφύλακτη αποδοχή της μεταβολής των όρων εργοδότησης, στερώντας του το δικαίωμα να επικαλεστεί εξαναγκασμό σε παραίτηση.
Υπό το φως των ανωτέρω ο δεύτερος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος.
Η έφεση αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €4.000,00 έξοδα, πλέον Φ.Π.Α. αν υπάρχει, εναντίον των Εφεσειόντων και προς όφελος του Εφεσίβλητου.
Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.
Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.
Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο