ΜΑΡΙΝΟΣ ΜΥΤΙΔΗΣ, ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΑ BRETT ALAN COWEL κ.α. v. MARIE MILNE κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 449/2019, 450/2019, 7/9/2026
print
Τίτλος:
ΜΑΡΙΝΟΣ ΜΥΤΙΔΗΣ, ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΑ BRETT ALAN COWEL κ.α. v. MARIE MILNE κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 449/2019, 450/2019, 7/9/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

Πολιτική Έφεση Αρ. 449/2019

(σχ. με Πολ. Έφ. Αρ. 450/2019)

 

7 Σεπτεμβρίου, 2026

 

 

        1.    ΜΑΡΙΝΟΣ ΜΥΤΙΔΗΣ, ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΑ BRETT ALAN COWEL

        2.    ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (ΔΗΜΟΣΙΑ) ΛΤΔ

Εφεσείοντες/Εναγόμενοι 1 και 3

 

και

 

               1.    MARIE MILNE

Εφεσίβλητη/Ενάγουσα

               2.    ΣΤΕΛΛΑ ΧΑΠΕΣΙΗ

               3.    ΚΟΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (ΔΗΜΟΣΙΑ) ΛΤΔ

Εφεσίβλητοι/Εναγόμενοι 2 και 4

 

Πολιτική Έφεση Αρ. 450/2019

(σχ. με Πολ. Έφ. Αρ. 449/2019)

 

MARIE MILNE

Εφεσείουσα/Ενάγουσα

 

και

 

        1.    ΜΑΡΙΝΟΣ ΜΥΤΙΔΗΣ, ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ

               ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΑ BRETT ALAN COWEL

        2.    ΣΤΕΛΛΑ ΧΑΠΕΣΙΗ

        3.    ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (ΔΗΜΟΣΙΑ) ΛΤΔ

        4.    ΚΟΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (ΔΗΜΟΣΙΑ) ΛΤΔ

Εφεσείοντες/Εναγόμενοι 1 και 3

 

------------------------------------------------------

 

Λ. Γ. Γεωργίου, για τους Εφεσείοντες στην Πολ. Έφ. 449/19 και Εφεσίβλητους 1 και 3 στην Πολ. Έφ. 450/19

Κ. Δημητριάδης για Κώστας Π. Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε. & Δέσποινα Ανδρέου Χατζησάββα, για την Εφεσίβλητη 1 στην Πολ. Έφ. 449/19 και Εφεσείουσα στην Πολ. Έφ. 450/19

Στ. Ερωτοκρίτου για Ανδρέας Π. Ερωτοκρίτου & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσίβλητους 2 και 3 στην Πολ. Έφ. 449/19 και Εφεσίβλητους 2 και 4 στην Πολ. Έφ. 450/19

 

------------------------------------------------------

 

         ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Παπαδοπούλου, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

         ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.: H Marie Milne (για σκοπούς εύκολης κατανόησης εφεξής η «Ενάγουσα») ήταν επιβάτιδα στο μοτοποδήλατο με αριθμούς εγγραφής ΖΚQZ 737 το οποίο οδηγούσε στις 23.9.2008 περί ώρα 00:15 ο Brett Alan Cowel (εφεξής ο «Εναγόμενος αρ. 1»). Η Στέλλα Χαπέσιη (εφεξής η «Εναγόμενη αρ. 2) ήταν κατά την ίδια μέρα και ώρα οδηγός του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής KJB 800. Το μοτοποδήλατο ήταν ασφαλισμένο στην Ασφαλιστική Εταιρεία Μινέρβα (εφεξής η «Εναγόμενη αρ. 3») και το αυτοκίνητο στην Ασφαλιστική Εταιρεία Κόσμος (εφεξής η «Εναγόμενη αρ. 4»). Τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν με συνέπεια τον θανάσιμο τραυματισμό του Εναγομένου 1 και τον σοβαρό τραυματισμό της Ενάγουσας. Πρωτοδίκως είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων ότι, επί πλήρους ευθύνης, οι γενικές και ειδικές αποζημιώσεις ανέρχονταν σε €300.000 πλέον €30.000 έξοδα πλέον Φ.Π.Α. και νόμιμο τόκο επί των πιο πάνω από τη μέρα έκδοσης απόφασης. Παρέμεινε, συναφώς, προς εκδίκαση μόνο το ζήτημα της ευθύνης καθώς και της ευθύνης μεταξύ των συνεναγομένων.

 

         Η ακροαματική διαδικασία υπήρξε μακρά και στιγματίστηκε από έντονες διαφωνίες μεταξύ των συνηγόρων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο τελικώς καταμέρισε στην Ενάγουσα συντρέχουσα αμέλεια ύψους 40% αναφορικά με την παράλειψη της να επιδείξει την απαιτούμενη επιμέλεια ώστε να προστατεύσει τον εαυτό της, μειώνοντας το ποσό που επιδικάστηκε υπέρ της σε €180.000. Εξέδωσε επιπλέον διατάγματα συνεισφοράς μεταξύ των συνεναγομένων 85% στον Εναγόμενο αρ. 1 και 15% στην Εναγόμενη αρ. 2.

 

         Η Απόφαση δεν άφησε κανένα διάδικο ικανοποιημένο. Οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 3 καταχώρισαν την Πολ. Έφ. 449/19 προσβάλλοντας ως εσφαλμένη την αξιολόγηση της κατάθεσης της Ενάγουσας ως εξ ακοής (Λόγος Έφεσης 1), την αξιολόγηση των Μ.Ε.3 και 5 (Λόγοι Έφεσης 2 και 6), την κατάληξη ότι δεν ετύγχανε εφαρμογής η υπεράσπιση volenti non fit injuria (Λόγος Έφεσης 3), την απόδοση συντρέχουσας αμέλειας στην Ενάγουσα σε ποσοστό μόνο 40% (Λόγος Έφεσης 4), και την απόδοση μόνο ποσοστού 15% στην Εναγόμενη 2 ως συντρέχουσα αμέλεια (Λόγος Έφεσης 5). Με Αντέφεση η Ενάγουσα προσβάλλει ως εσφαλμένη την αξιολόγηση της μαρτυρίας των δύο εμπειρογνωμόνων Μ.Ε.6 και Μ.Υ.5 (Λόγοι Αντέφεσης 1 και 2) και ως εσφαλμένη την αξιολόγηση της κατάθεσης Τεκμήριο 20 ως κατάθεση της Ενάγουσας που έδωσε ενώ βρίσκετο στο Νοσοκομείο Ευαγγελισμός (Λόγοι Αντέφεσης 3 και 4). Οι δε Εναγόμενοι 2 και 4 με δική τους Αντέφεση προσβάλλουν ως εσφαλμένη την απόδοση ποσοστού 15% συντρέχουσας ευθύνης στην Εναγόμενη αρ. 2 (Λόγος Αντέφεσης 1), το εύρημα ότι δεν υπήρχε μαρτυρία για απότομη κίνηση του μοτοποδηλάτου διαγώνια (Λόγος Αντέφεσης 2) και το εύρημα ότι το CD είχε χαθεί από λάθος και όχι κακόβουλα (Λόγος Αντέφεσης 3).

 

         Με την Πολ. Έφ. 450/19 η Ενάγουσα προσβάλλει (επιπλέον των πιο πάνω Λόγων Αντέφεσης) ως εσφαλμένη την αξιολόγηση της μαρτυρίας των Μ.Ε.5, Μ.Υ.2 και της ίδιας (Λόγοι Έφεσης 1 έως 4). Με Αντέφεση τους οι Εναγόμενοι 2 και 4 προσβάλλουν ως εσφαλμένη την απόδοση συντρέχουσας αμέλειας στην Ενάγουσα σε ποσοστό 40% αντί πιο υψηλού (Λόγος Άντέφεσης 1), την αξιολόγηση της κατάθεσης της Ενάγουσας ως εξ ακοής μαρτυρία (Λόγος Αντέφεσης 2) και το εύρημα ότι οι Εναγόμενοι δεν απέσεισαν το βάρος να αποδείξουν ότι η Ενάγουσα ήταν σε μπυραρία και κατανάλωνε αλκοόλ με τον Εναγόμενο 1 πριν το ατύχημα (Λόγος Αντέφεσης 3).

 

         Κρίνουμε χρήσιμο να εξετάσουμε όλα τα εγειρόμενα με τις Εφέσεις και Αντεφέσεις σε κατηγορίες.

 

Αξιολόγηση Κατάθεσης της Ενάγουσας

 

         Η Ενάγουσα κάλεσε ως μάρτυρα τον εξεταστή του ατυχήματος Μ.Ε.1. Κατά την Κυρίως Εξέταση του, ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι τη μέρα του ατυχήματος πήγε στο Νοσοκομείο όπου συνάντησε την Ενάγουσα και της έλαβε κατάθεση. Αντίγραφο της κατάθεσης αυτής κατέστη Τεκμήριο 9 στο πλαίσιο της αντεξέτασης της Ενάγουσας από τον συνήγορο των Εναγομένων αρ. 1 και 3, με δήλωση από πλευράς του συνηγόρου της Ενάγουσας ότι δεν έχει ένσταση ως προς το ότι είναι έγγραφο που ο Μ.Ε.1 είχε στην κατοχή του, αλλά ότι δεν αποδέχετο την αλήθεια του περιεχομένου του (Το πρωτότυπο της ίδιας κατάθεσης κατατέθηκε αργότερα ως Τεκμήριο 20). Η Ενάγουσα, στη δική της μαρτυρία, ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία και ότι η υπογραφή επί του Τεκμηρίου 20 δεν είναι δική της. Προς υποστήριξη του ισχυρισμού της αυτού κάλεσε ως μάρτυρα τον γραφολόγο Μ.Ε.6. Οι Εναγόμενοι 1 και 3 κάλεσαν ως μάρτυρα άλλο γραφολόγο, τον Μ.Υ.5. Οι δύο εμπειρογνώμονες χρησιμοποίησαν το ίδιο συγκριτικό υλικό.

 

         Δεν αμφισβητήθηκε ότι και οι δύο γραφολόγοι είναι εμπειρογνώμονες (βλ. Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation (Αρ. 2) (2013) 1 Α.Α.Δ. 543, Σιακόλα ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 110). Η σημασία αυτού έγκειται στο ότι  εμπειρογνώμονας δικαιούται να παραθέσει μαρτυρία γνώμης, σε αντίθεση με άλλους μάρτυρες. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η γνώμη του, πρέπει να είναι γεγονότα που αποδεικνύονται με, αποδεκτή από Δικαστήριο, μαρτυρία. Οι εμπειρογνώμονες έχουν επιπλέον καθήκον και υποχρέωση έναντι του Δικαστηρίου να παρουσιάζουν την έντιμη, αντικειμενική και ανεξάρτητη τους θέση (Νικολάου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 162/2014, ημερ. 2.5.2017, ECLI:CY:AD:2017:B154). Τελικώς η υποχρέωση ενός εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του, ώστε να μπορεί να σχηματίσει ιδίαν ανεξάρτητη γνώμη (Davie v. Edinburgh Magistrates (1953) SC 34, Kouppis ν. The Republic (1977) 2 C.L.R. 361, Philippou ν. Odysseos (1989) 1 C.L.R. 1, Anastassiades ν. The Republic (1977) 2 C.L.R. 97).

 

         Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού κατέγραψε ενδελεχώς την ουσία της μαρτυρίας εκάστου γραφολόγου, αποδέχτηκε τη μαρτυρία του Μ.Υ.5 και όχι του Μ.Ε.6. Αιτιολογώντας την κατάληξη του, ανέφερε ότι η θέση του Μ.Ε.6 περί του ότι η υπογραφή επί της κατάθεσης δεν ήταν της Ενάγουσας «δεν τεκμηριώθηκε», καθώς και το ότι ο Μ.Ε.6 δεν είχε εξετάσει κατά πόσον εξωτερικοί παράγοντες ενδεχομένως να αποτελούσαν εξήγηση για τις διαφορές που εντόπισε μεταξύ της υπό εξέταση υπογραφής και δειγμάτων υπογραφής που έδωσε η Ενάγουσα. Σε αντίθεση ο Μ.Υ.5, χωρίς να αγνοεί τις εν λόγω διαφορές, παρατήρησε και τις ομοιότητες που υπήρχαν, αναφέροντας μεταξύ άλλων ότι «η υπό έλεγχο υπογραφή φέρει δομή χάραξης η οποία διαφέρει από αυτήν των γνήσιων υπογραφών της Milne, αλλά ταυτίζεται (ως δομή γραμμάτων) με τη γραφή του ονοματεπώνυμου της». Ουσιαστικά η θέση του Μ.Υ.5, η οποία και τελικώς έγινε δεκτή, ήταν ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή επί της κατάθεσης Τεκμήριο 20 πρόκειται για μια μείξη αναγραφής του ονοματεπωνύμου και της υπογραφής της Ενάγουσας.

 

         Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέπεμψε σε απόσπασμα από το σύγγραμμα του Ordway HiltonScientific Examination of Questioned Documents, όπου στη σελ. 171 αναφέρονται τα εξής:

 

         «Accurate identification of handwriting is an important part of the document examiner’s work. It requires complete study of both the questioned and known writing. Ample and accurate known specimens are an essential part of this problem. Full understanding of the writer’s ability and habits require both keen observation and careful analysis of what is observed. In every problem the search for differences must accompany the search for similarities, and, before one reaches an opinion of nonidentity, those apparent differences must be evaluated in the light of known and possible writing conditions in order to assure that they are not simply variables due to external factors. Unusual writing conditions, age, illness, and possible disguise are all factors which complicate some problems. In other words, the identification of handwriting is far from a simple or cursory operation».

(ιδία έμφαση)

 

         Δεν εντοπίζουμε κάποιο σφάλμα στην πιο πάνω κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Ειδικά, εάν αναλογιστούμε ότι ο Μ.Ε.1 κλήθηκε από την ίδια την Ενάγουσα, και επομένως αυτή δεσμεύεται από τη μαρτυρία του ότι όντως έλαβε την κατάθεση Τεκμήριο 20 από την Ενάγουσα. Λογική, εξάλλου, είναι και η παρατήρηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν δόθηκε από πλευράς Ενάγουσας κάποια ικανοποιητική εξήγηση ως προς το γιατί δεν αντέδρασε όταν είδε την εν λόγω κατάθεση τέσσερα χρόνια πριν από την ακρόαση, πράγμα που θα αναμένετο εάν όντως επρόκειτο για πλαστό έγγραφο. Ταυτόχρονα, η αναγραφή στην κατάθεση του ορθού αριθμού διαβατηρίου της Ενάγουσας, του ορθού τόπου διαμονής της και της σχέσης φιλίας που διατηρούσε με τον Εναγόμενο 1 εύλογα κρίθηκε πρωτοδίκως ότι συντείνουν στην κατάληξη ότι το Τεκμήριο 20 αποτελεί τη γνήσια κατάθεση της Ενάγουσας που έδωσε στον Μ.Ε.1.

 

         Για το ότι την εν λόγω κατάθεση ο Μ.Ε.1 την έλαβε στο Νοσοκομείο Ευαγγελισμός στις 27.9.2008 και όχι στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου στις 24.9.2008, το πρωτόδικο Δικαστήριο στηρίχθηκε στο γεγονός ότι η ημερομηνία 27.9.2008 αναγράφεται επί της πρωτότυπης κατάθεσης Τεκμήριο 20 με το ίδιο χρώμα μελάνι, σε αντίθεση με άλλα στοιχεία που συμπληρώθηκαν από τον Μ.Ε.1 σε μεταγενέστερο στάδιο. Η δε θέση του Μ.Ε.1 ότι δήθεν έλαβε την κατάθεση από την Ενάγουσα αμέσως μετά τη νεκροτομή του Εναγομένου 1, καταρρίφθηκε κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1 από την ευπαίδευτη συνήγορο για τους Εναγόμενους 2 και 4, όπου διεφάνη ότι η εν λόγω νεκροτομή έλαβε χώρα στις 11:00 το πρωί ενώ η κατάθεση λήφθηκε στις 16:15 το απόγευμα. Η αναφορά του Μ.Ε.1 ότι, όταν μετέβη στο Γενικό Νοσοκομείο έμαθε ότι η Ενάγουσα εξήλθε αυτού και μεταφέρθηκε σε ιδιωτική κλινική, υποστηρίζει επίσης το ότι ο Μ.Ε.1 πήγε στο Νοσοκομείο μετά τις 24.9.2008.

 

         Όπως λέχθηκε και στην απόφαση Αργυρού κ.ά. ν. Gordian Holdings Limited, Πολ. Έφ. 136/2019, ημερ. 6.10.2025, με παραπομπή στην Χ” Μάρκου ν. Widehorizon (Cap. Market) Ltd (2010) 1 Α.Α.Δ. 108:

 

         «Εν πάση όμως περιπτώσει, η αξιολόγηση της εκατέρωθεν δοθείσας μαρτυρίας από το πρωτόδικο Δικαστήριο και η απόρριψη των ισχυρισμών του εφεσείοντα επί του θέματος τούτου και γενικότερα, δεν έγινε με οποιοδήποτε μεμπτό τρόπο έτσι ώστε να δικαιολογείται το Εφετείο όπως επέμβει. Όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, το Εφετείο σπάνια επεμβαίνει στα συμπεράσματα αξιοπιστίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Η κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, καθώς και η διαπίστωση των πρωτογενών γεγονότων, ανάγονται στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο βρίσκεται σε προνομιακή θέση να εκτιμήσει τα θέματα τούτα. (Papadopoulos v. Stavrou (1982) 1 C.L.R. 321). Το Εφετείο δικαιολογείται να επεμβαίνει στις διαπιστώσεις αξιοπιστίας, μόνο εφόσον καταφαίνεται ότι εξ αντικειμένου αυτές είναι ανυπόστατες. (Καννάουρου κ.ά. v. Σταδιώτη κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 35, 39). Περαιτέρω, θα μπορούσε να δικαιολογηθεί επέμβαση του Εφετείου εκεί όπου οι διαπιστώσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου αντιστρατεύονται την κοινή λογική και δεν δικαιολογούνται από τη δοθείσα μαρτυρία, ή όπου τα συμπεράσματα είναι εξ αντικειμένου ανυπόστατα, παράλογα ή αυθαίρετα και δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία που έχει αποδεχθεί το Δικαστήριο. (Βλ. επίσης Αυξεντίου v. Δίγκλη (2007) 1(Β) Α.Α.Δ. 1367)».

 

         Δεν διαπιστώνουμε οτιδήποτε στα πιο πάνω που να επιτρέπουν την επέμβαση μας.

 

         Εντούτοις, η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι το περιεχόμενο της κατάθεσης της Ενάγουσας αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία, δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Συνακόλουθα, εσφαλμένη ήταν και η πρωτόδικη αξιολόγηση της κατάθεσης δυνάμει του Άρθρου 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9.

 

         Δεδομένης της κατάληξης του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η κατάθεση δόθηκε από την ίδια την Ενάγουσα και ότι αυτά που αναγράφονται στο Τεκμήριο 20 αποτελούν τα λεγόμενα της, όφειλε το πρωτόδικο Δικαστήριο να αξιολογούσε τα όσα εκεί καταγράφονται στο πλαίσιο της όλης μαρτυρίας της Ενάγουσας. Επρόκειτο ξεκάθαρα για δηλώσεις εναντίον συμφέροντος της Ενάγουσας, οι οποίες γίνονται αποδεκτές ως μαρτυρία για απόδειξη του γεγονότος στο οποίο αναφέρονται.

 

         Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης των κ.κ. Ηλιάδη & Σάντη στην σελ. 303:

 

         «Επιζήμιες δηλώσεις παραδοχών από διάδικο μπορούν να γίνουν αποδεκτές για απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου τους (Χατζηγιάννης ν Κουμάση και Άλλου (1995) 1 ΑΑΔ 150). Ο κύριος λόγος αποδοχής τέτοιας μαρτυρίας – όπως και άλλων δηλώσεων εναντίον συμφέροντος… – είναι ότι, σε γενικές γραμμές, κανένας δεν προβαίνει σε δηλώσεις που είναι επιβαρυντικές για τον ίδιο εκτός αν είναι αληθείς. Αυτές οι δηλώσεις γίνονται αποδεκτές ασχέτως αν είναι εξ ακοής (Kayat Trading Limited v Genzyme Corporation (2011) 1 ΑΑΔ 2330, Awake Security Services Limited και Άλλου ν Μαυρομμάτη και Άλλης (2006) 1 ΑΑΔ 1257). Οι παραδοχές αυτές μπορεί να προέρχονται από δηλώσεις σε προηγούμενες δικαστικές διαδικασίες, από δηλώσεις που έγιναν στην παρουσία του διαδίκου ή από δηλώσεις του δικηγόρου, συζύγου ή άλλων αντιπροσώπων του (Αναφορικά με τις Αιτήσεις του Αβραάμ Δίσπυρου (1990) 1 ΑΑΔ 365)».

 

         Στο ίδιο πλαίσιο, εντοπίζεται σφάλμα στην απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου όπως μη δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στο περιεχόμενο της κατάθεσης και όπως η εν λόγω κατάθεση μην ληφθεί υπόψη. Αυτό στήριξε στο ότι η κατάθεση λήφθηκε ενόσω η Ενάγουσα ήταν «σοβαρά τραυματισμένη και ταλαιπωρημένη», στο ότι λάμβανε παυσίπονα και στο ότι δεν υπάρχει στην κατάθεση κάποια αναφορά για τη νοητική κατάσταση της Ενάγουσας κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία. Από τα πιο πάνω οδηγήθηκε σε κατάληξη ότι:

 

         «…διακρίνεται μια θολότητα ως προς τις συνθήκες λήψης της και στην οποία, στην καλύτερη περίπτωση δεν καταγράφεται ο ορθός τόπος λήψης της. Υπενθυμίζεται εδώ ότι στη βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου, η Ενάγουσα έτυχε σε άλλες νύχτες να βρεθεί σε μπυραρία με τον Brett καταναλώνοντας αλκοολούχα ποτά. Οπότε ο κίνδυνος σύγχυσης όταν κάποιος δίδει κατάθεση υπό τέτοιες συνθήκες είναι εμφανής όπως και η αναγκαιότητα να παρουσιάζετο μια κατάθεση χωρίς σκιές».

 

         Τα πιο πάνω, όμως, δεν αποτέλεσαν εκδοχή οποιουδήποτε, ούτε καν της ίδιας της Ενάγουσας, η οποία επέμενε ότι ουδέποτε έδωσε την κατάθεση Τεκμήριο 20. Σε κανένα σημείο δεν προωθήθηκε η θέση ότι η Ενάγουσα έδωσε μεν την κατάθεση, αλλά τελούσε υπό καθεστώς σύγχυσης όταν το έπραττε. Δεν παρείχετο, συναφώς, ευχέρεια στο πρωτόδικο Δικαστήριο να προβεί σε εικασίες που δεν εδράζονταν σε μαρτυρία και, στηριζόμενο σε αυτές, να μην προσδώσει βαρύτητα στην κατάθεση της Ενάγουσας.

 

         Έπεται ότι από την κατάθεση Τεκμήριο 20 προκύπτει πως η Ενάγουσα πριν το ατύχημα επισκέφτηκε μπυραρία με τον Εναγόμενο 1 όπου κατανάλωσαν ποτά, και οι αντίθετοι ισχυρισμοί της ενώπιον του Δικαστηρίου δεν ήσαν αληθείς.

 

         Ακολουθεί ότι οι Λόγοι Έφεσης 1 και Αντέφεσης 1, 2 και 3 (Εναγομένων 1 και 3) στην Πολ. Έφ. 449/19, καθώς και οι Λόγοι Αντέφεσης 2 και 3 (Εναγομένων 2 και 4) στην Πολ. Έφ. 450/19 ευσταθούν.

 

         Το πώς η κατάληξη μας αυτή επηρεάζει την αξιολόγηση της Ενάγουσας και της Μ.Ε.3 θα εξεταστεί πιο κάτω.

 

Αξιολόγηση Μ.Ε.5 και Μ.Υ.2

 

         Με την Πολ. Έφ. 449/19 οι Εναγόμενοι 1 και 3 ισχυρίζονται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έπρεπε να δώσει βαρύτητα στη μαρτυρία του Μ.Ε.5. Το σφάλμα αυτό οδήγησε, εισηγούνται, στη μη απόδοση βαρύτητας στη μαρτυρία του αυτόπτη μάρτυρα Μ.Υ.1. Την ίδια θέση προωθούν ως απάντηση στον πρώτο Λόγο Έφεσης της Πολ. Έφ. 450/19 σε σχέση με τον Μ.Ε.5.

 

         Η Ενάγουσα με την Πολ. Έφ. 450/19 εισηγείται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα κατά την αξιολόγηση του Μ.Ε.5 παρέλειψε να κάνει αναφορά στο ότι, όταν ο Μ.Ε.5 είδε το μοτοποδήλατο στη βιντεογράφηση, αυτό δεν ταλαντεύετο και οδηγείτο κανονικά στην πορεία του. Προβάλλει δε το εξής ερώτημα:

 

         «Τελικά, το Δικαστήριο πίστεψε ή δεν πίστεψε τον Μ.Ε.5 σ’ αυτά που ανάφερε και αν όχι, γιατί; Ή μήπως τα ξέχασε και δεν το σχολιάζει καθόλου;»

 

         Προχωρεί με τον δεύτερο Λόγο Έφεσης και προβάλλει τη θέση ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχτηκε τη μαρτυρία του Μ.Υ.2, αφού ο Μ.Υ.2 ήταν εριστικός, αυτοσχεδίαζε και προσποιείτο ότι δεν γνώριζε τους δρόμους.

 

         Επαναλαμβάνουμε την καλά εδραιωμένη αρχή ότι το Εφετείο σπάνια επεμβαίνει στο γενόμενο από το Πρωτόδικο Δικαστήριο έργο της αξιολόγησης (βλ. Παντελής Αναστάση ν. Ανδρέα Φυσέντζου, Πολ. Έφ. 354/2014, ημερ. 5.10.2023). Επί τούτου παραθέτουμε απόσπασμα από την απόφαση Ιωάννου ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. 26/2021 ημερ. 28.2.2024:

 

         «Θεωρούμε χρήσιμο να επαναλάβουμε ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ανήκει κατ’ εξοχήν στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο. Κατά κανόνα, το Εφετείο σπάνια επεμβαίνει στην πρωτόδικη κρίση για την αξιοπιστία ενός μάρτυρα. Ευχέρεια για τον παραγκωνισμό ευρημάτων περί της αξιοπιστίας παρέχεται μόνο όταν αυτά καταφαίνονται εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή όταν είναι παράλογα ή αυθαίρετα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία που το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει αποδεχθεί. Εάν ήταν εύλογα επιτρεπτό στο πρωτόδικο Δικαστήριο να προβεί στα υπό κρίση ευρήματα σε σχέση με την αξιοπιστία, το Εφετείο δεν επεμβαίνει (βλ. Kyriakou v. Aristotelous (1970) 1 C. L.R. 172 και Σολωμού ν. Vineyard View Tourist Enterprises Ltd (1998) 1 Α.Α.Δ 300)».

 

         Αποτέλεσε αναμφισβήτητο γεγονός ότι στο περίπτερο Γιάλλουρος (το οποίο βρισκόταν στα αριστερά της πορείας του αυτοκινήτου) λειτουργούσε κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης το οποίο κατέγραψε σκηνές που αφορούν στο επίδικο δυστύχημα. Δυστυχώς, το CD στο οποίο καταγράφηκαν δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο. Το τι απέγινε αυτό το CD αποτέλεσε αντικείμενο αντιπαράθεσης, αφέθηκαν δε υπόνοιες περί εσκεμμένης απώλειας του από μέλη της Αστυνομίας. Θα συμφωνήσουμε με το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι, από την ενώπιον του μαρτυρία, δεν ήταν σε θέση να καταλήξει σε εύρημα περί κακόβουλης μη παρουσίασης του CD, όσο και αν αυτό μπορούσε να υπάρξει ως υποψία. Εν πάση περιπτώσει, το ουσιαστικό για σκοπούς της παρούσας είναι ακριβώς, όπως επεσήμανε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι το CD «έχει χαθεί». Ούτε και αποτελούσε έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου η διερεύνηση ευθυνών για την απώλεια του CD, πράγμα που οδηγεί στο ότι ο Λόγος Αντέφεσης 3 των Εναγομένων 2 και 4 στην Πολ. Έφ. 449/19 δεν θα εξεταστεί.

 

         Ο Μ.Ε.5 Αστυφύλακας 1297 Ναθαναήλ έδωσε μαρτυρία ότι παρακολούθησε τη βιντεογράφηση από το σύστημα ασφαλείας του περιπτέρου, πράγμα το οποίο δεν αμφισβήτησε ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Εναγόμενους 1 και 3. Θέση του ήταν ότι στη βιντεογράφηση αυτή είδε το μοτοποδήλατο να περνά μπροστά από το περίπτερο και να οδηγείται στην ορθή λωρίδα σύμφωνα με την κατεύθυνση του. Λόγω του σκότους δεν ήταν σε θέση να ξεχωρίσει ακριβώς τι συνέβη όταν το μοτοποδήλατο προχώρησε πιο κάτω.

 

         Ο Μ.Υ.2 ανέφερε ότι βρισκόταν σε κάποια πάροδο πριν το σημείο του ατυχήματος σύμφωνα με την πορεία του μοτοποδηλάτου. Είδε αυτό να οδηγείται στη μέση του δρόμου αλλά όχι στη σωστή λωρίδα, να πηγαίνει ζικ-ζακ και τους επιβαίνοντες επί τούτου να «χαριεντίζονται» με συμπεριφορά που δεν ήταν φυσιολογική.

 

         Το πρωτόδικο Δικαστήριο ασχολήθηκε με επιμέλεια με τη μαρτυρία του Μ.Υ.2. Αφού επεσήμανε ότι ο Μ.Υ.2 κατά την ακροαματική διαδικασία δεν ήταν σίγουρος αν βρισκόταν στο ΑΛΤ της οδού Λόρδου Βύρωνος ή της οδού Οδυσσέα Ανδρούτσου, τόνισε ότι δεν υπήρξε εισήγηση από οποιοδήποτε διάδικο ότι ο Μ.Υ.2 δεν βρίσκετο καθόλου στην περιοχή κατά τον επίδικο χρόνο. Εύλογα συνεπώς, κατέληξε ότι ο Μ.Υ.2 βρισκόταν όντως στον τόπο του ατυχήματος και, σταματημένος σε ΑΛΤ παρόδου της Γρίβα Διγενή, είδε το μοτοποδήλατο να ταλαντεύεται, σημεία επί των οποίων δεν κλονίστηκε και παρέμεινε σταθερός. Λογική ήταν και η κατάληξη ότι κατά τον χρόνο που ο Μ.Υ.2 έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία  θυμόταν καλύτερα τα γεγονότα παρά μετά από κάποια χρόνια που έδιδε μαρτυρία στο Δικαστήριο. Καθόλα επιτρεπτό, συναφώς, ήταν το εύρημα ότι ο Μ.Υ.2 ήταν σταματημένος στο ΑΛΤ της οδού Λόρδου Βύρωνος, η οποία βρίσκεται πριν από το περίπτερο σύμφωνα με την πορεία του μοτοποδηλάτου.

 

         Τα πιο πάνω οδηγούν στο ότι οι μαρτυρίες των Μ.Ε.5 και Μ.Υ.2 δεν ήταν αυτές καθαυτές αντιφατικές, αφού όπως επεσήμανε και το πρωτόδικο Δικαστήριο:

 

         «…δεν υπάρχει μαρτυρία ότι η χρονική στιγμή που είδε ο Μ.Υ.2 το μοτοποδήλατο είναι η ίδια με τη χρονική στιγμή που έγινε η βιντεογράφηση (την οποία βιντεογράφηση είδε ο Λοχίας Ναθαναήλ, Μ.Ε.5), ή ότι το οπτικό πεδίο που είδε ο Μ.Υ.2 το μοτοποδήλατο είναι το ίδιο με το οπτικό πεδίο που εγίνετο η καταγραφή της βιντεοταινίας».

 

         Κατ’ επέκταση ήταν καθόλα επιτρεπτό για το πρωτόδικο Δικαστήριο να προβεί σε εύρημα ότι όταν το μοτοποδήλατο περνούσε το ύψος της οδού Λόρδου Βύρωνος αυτό οδηγείτο ζικ-ζακ και ταλαντεύετο, ενώ λίγο πιο κάτω όταν πέρασε από το σημείο του περιπτέρου, οδηγείτο στη λωρίδα του κανονικά. Ούτε και προκύπτει κάποιο κενό στην αξιολόγηση, όπως εισηγείται με καυστικό τρόπο ο κ. Δημητριάδης.

 

         Ο Λόγος Έφεσης 6 της Πολ. Έφ. 449/19 και οι Λόγοι Έφεσης 1 και 2 της Πολ. Έφ. 450/19 δεν ευσταθούν.

 

Απόδοση Συντρέχουσας Αμέλειας στην Εναγόμενη 2

 

         Κατόπιν των όσων αναγράφονται πιο πάνω, και όπως επεσήμανε και η ευπαίδευτος συνήγορος για τους Εναγόμενους 2 και 4, προέκυψε από τη μαρτυρία του Μ.Ε.5 ότι λίγο πριν το δυστύχημα το μοτοποδήλατο οδηγείτο κανονικά στη δική του λωρίδα κυκλοφορίας. Ομοίως, και η Εναγόμενη 2 κινείτο κανονικά στη δική της λωρίδα κυκλοφορίας. Το περίπτερο απ’ όπου έγινε η βιντεογράφηση απέχει από το σημείο σύγκρουσης 47μ. (από μαρτυρία Μ.Ε.1). Όπως καταγράφεται και στην πρωτόδικη Απόφαση:

 

            «Καταλήγοντας και συνυπολογίζοντας τα ευρήματα σε σχέση με το τι είδε μέσα από τη βιντεοταινία ο Λοχ. Ναθαναήλ (Μ.Ε.5), το Δικαστήριο καταλήγει ότι όταν το μοτοποδήλατο ήταν στο οπτικό πεδίο της Εναγομένης 2, αυτό (πριν αρχίσει την πορεία του προς το αυτοκίνητο) φαινόταν να οδηγείται κανονικά στη δική του λωρίδα κυκλοφορίας».

 

         Το Δικαστήριο σημείωσε επιπλέον ότι δεν μπορούσε να καταλήξει σε εύρημα πως όταν ο Μ.Υ.2 είδε το μοτοποδήλατο να ταλαντεύεται, αυτό ήταν επίσης ορατό από την Εναγόμενη 2.

 

         Είναι καλά νομολογημένο ότι το Δικαστήριο οφείλει πρώτα να αποφασίσει κατά πόσο έχει αποδειχθεί αμέλεια από τον εναγόμενο, και μόνο εάν η απόφαση είναι καταφατική προχωρεί να εξετάσει κατά πόσο ο ενάγων έχει συντρέχουσα αμέλεια (βλ. Μαυρίδης ν. Dharaghji κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 1013).

 

         Η έννοια της αμέλειας ως πραγματικού γεγονότος συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (βλ. Φοινικαρίδης κ.ά. ν. Γεωργίου κ.ά. (1991) 1 Α.Α.Δ. 475). Η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, ήτοι την αντίληψη του συνηθισμένου οδηγού και όχι του ενεχόμενου οδηγού (βλ. Markantonis ν. Demakis (1989) 1 C.L.R. 387).

 

         Στην προκειμένη περίπτωση, το μοτοποδήλατο κινήθηκε διαγώνια, εισήλθε στη λωρίδα κυκλοφορίας του αυτοκινήτου και συγκρούστηκε στην μπροστινή δεξιά γωνιά του αυτοκινήτου. Το σημείο Χ ήταν κατά 1,10μ. μέσα στη λωρίδα κυκλοφορίας της Εναγομένης 2. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά αναφέρει ότι ο Εναγόμενος 1 που εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας ήταν αμελής. Η μέθη του Εναγομένου 1 είχε προφανώς ως αποτέλεσμα την οδήγηση του μοτοποδηλάτου εκτός της πορείας του, πράγμα που οδήγησε στη σύγκρουση του με το αυτοκίνητο της Εναγομένης 2.

 

         Εκεί που δεν μας βρίσκει σύμφωνους η πρωτόδικη Απόφαση είναι στο ότι διαπιστώνεται αιτιώδης συνάφεια με το δυστύχημα «και από την αμέλεια της Εναγομένης 2». Η αμέλεια αυτή, ως απεφάνθη το πρωτόδικο Δικαστήριο, συνίστατο στην παράλειψη της Εναγομένης 2 να δει το μοτοποδήλατο πριν από τη σύγκρουση με αποτέλεσμα να παραλείψει να προβεί σε οποιαδήποτε προσπάθεια αποφυγής της σύγκρουσης. Προχώρησε μάλιστα στην πιο κάτω διαπίστωση:

 

            «Έχοντας υπόψη ότι η ταχύτητα των δύο οδηγών ήταν χαμηλή αλλά και το γεγονός ότι αριστερά της πορείας του αυτοκινήτου υπήρχε χωμάτινο παγκέτο, χωρίς μάλιστα υψομετρική διαφορά από το δρόμο, εάν η Εναγόμενη 2 έβλεπε την κίνηση του μοτοποδηλάτου προς το αυτοκίνητο, θα είχε την ευκαιρία να αντιδράσει αφήνοντας εύλογη προσδοκία για το ενδεχόμενο αποφυγής της σύγκρουσης».

 

         Το καθήκον επιμέλειας, όμως, δεν επεκτείνεται στη λήψη προφυλακτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας από άλλους οδηγούς (βλ. Δημητράκης Ζαχαρία κ.ά. ν. Παναγιώτας Καραολή (2004) 1 Α.Α.Δ. 72, Κυριάκου ν. Φιλίππου (1992) 1 Α.Α.Δ. 642, Θρασυβούλου ν. Κουλέρμου κ.ά. (1996) 1 Α.Α.Δ. 293 και Χριστοδούλου ν. Μπίλλη (1998) 1 Α.Α.Δ. 164).

 

         Με κάθε σεβασμό προς το πρωτόδικο Δικαστήριο, θεωρούμε ότι τα όσα αναφέρει θέτουν υπερβολικό βάρος επί νομιμόφρονων οδηγών. Εάν εκείνο για το οποίο μέμφεται την Εναγόμενη 2 είναι ότι, ενώ υπήρχε απέναντι της ένα μοτοποδήλατο που οδηγείτο με χαμηλή ταχύτητα κανονικά στην πορεία του, θα έπρεπε η Εναγόμενη 2 να είχε κινηθεί προς το χωμάτινο παγκέτο ώστε να αποφύγει την πιθανότητα σύγκρουσης με αυτό σε περίπτωση που εισερχόταν ξαφνικά στην πορεία της, αυτό είναι ακραίο και εκτός λογικής. Ομοίως, εάν τα πιο πάνω αφορούν στη χρονική στιγμή που το μοτοποδήλατο άρχισε να κινείται διαγωνίως προς τη λωρίδα της Εναγομένης 2, σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στην Νικολαΐδης ν. Κλεοβούλου (1992) 1 Α.Α.Δ. 422:

 

            «…Το καθήκον για επιμελή οδήγηση δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών. Ο νουνεχής οδηγός μπορεί εύλογα να υποθέσει ότι όπως ο ίδιος έτσι και άλλοι οδηγοί θα εκπληρώσουν το καθήκον επιμέλειας έναντι του ιδίου και άλλων οδηγών… Όπως επεσήμανε στην απόφαση του ο Δικαστής Τριανταφυλλίδης (όπως ήταν τότε) οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση θα έθετε ανυπόφορο βάρος στο νομιμόφρονα οδηγό και θα παρείχε αδικαιολόγητη συγχώρεση σε εκείνον ο οποίος παραβαίνει τα καθήκοντα του και το νόμο».

 

         (βλ. και Νικολάου ν. Ιωάννου, Πολ. Έφ. 358/2013, ημερ. 17.2.2021, ECLI:CY:AD:2021:A45).

 

         Θεωρούμε την απόδοση οποιουδήποτε ποσοστού συντρέχουσας αμέλειας στην Εναγόμενη 2 πρόδηλα εσφαλμένη, ώστε να επιβάλλεται η επέμβαση μας (βλ. Παπαχαραλάμπους ν. Πατέρα (2000) 1 Α.Α.Δ. 1497). Η πρωτόδικη κατάληξη για απόδοση συντρέχουσας αμέλειας της Εναγόμενης 2 έναντι του Εναγόμενου 1 ακυρώνεται. Η ευθύνη για την πρόκληση του ατυχήματος βαραίνει εξ ολοκλήρου τον Εναγόμενο 1 ο οποίος κινήθηκε διαγώνια και εισήλθε στη λωρίδα κυκλοφορίας της Εναγομένης 2 με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το αυτοκίνητο της.

 

         Ο Λόγος Έφεσης 5 της Πολ. Έφ. 449/19 απορρίπτεται, ενώ οι Λόγοι Αντέφεσης 1 και 2 των Εναγομένων 2 και 4 στην ίδια Έφεση επιτυγχάνουν.

 

Ευθύνη Ενάγουσας

 

         Απομένει το ζήτημα της ευθύνης της Ενάγουσας. Για να εξεταστεί η ενότητα αυτή προέχει η εξέταση του πως επηρεάζεται η πρωτόδικη αξιολόγηση της Ενάγουσας και της Μ.Ε.3 από την πιο πάνω κατάληξη μας ως προς την αξιολόγηση της κατάθεσης Τεκμήριο 20.

 

         Έχουμε προβληματιστεί ως προς τον περαιτέρω χειρισμό της υπόθεσης. Όπως λέχθηκε στην Ηλία ν. Ανδρέου κ.ά., Πολ. Έφ. 232/2018, ημερ. 24.9.2024:

 

         «Το Εφετείο δύναται, στην κατάλληλη φυσικά περίπτωση, να καταλήξει σε δικά του συμπεράσματα (βλ. Ξενοφώντος Κύπρος ν K.N. Zoo Bar Restaurant Ltd (2016) 1 Α.Α.Δ. 2786) δεδομένης πάντα της ύπαρξης επαρκούς αξιολόγησης από το Πρωτόδικο Δικαστήριο (βλ. Μέρος 41.13(4) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023), ενώ θα πρέπει να προσπαθεί με την ενώπιον του μαρτυρία να δίδει τελική κατάληξη στην υπόθεση (βλ. Χαραλάμπους ν Βασιλείου (1996) 1 Α.Α.Δ. 1355). Η επανεκδίκαση θα πρέπει να αποτελεί την έσχατη λύση».

 

         Τονίζουμε ότι, σε αντίθεση με την πιο πάνω απόφαση, στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε σαφής καθορισμός πρωτοδίκως ως προς τον τρόπο με τον οποίο έγινε το επίδικο ατύχημα, πράγμα που επιτρέπει στο Εφετείο να προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Ειδικότερα, δεν αμφισβητείται ότι το αυτοκίνητο της Εναγόμενης 2 οδηγείτο με κατεύθυνση από τη Γεροσκήπου προς το κέντρο της Πάφου, ενώ το μοτοποδήλατο οδηγείτο από τον Εναγόμενο 1 με επιβάτιδα την Ενάγουσα στην αντίθετη κατεύθυνση. Υπήρχε διαχωριστική γραμμή στη μέση του δρόμου, υπήρχε οδικός φωτισμός, ουδείς εκ των οδηγών ξεπέρασε το όριο ταχύτητας ενώ δεν εντοπίστηκαν ίχνη τροχοπέδησης.

 

         Πέραν τούτων, αφ’ ης στιγμής κρίθηκε ότι η κατάθεση Τεκμήριο 20 αποτελεί γνήσια κατάθεση της Ενάγουσας η οποία περιέχει δηλώσεις εναντίον συμφέροντος, έπεται ότι η Ενάγουσα κατά την 22.9.2008 και περί ώρα 22:00 μετέβη με τον Εναγόμενο 1 σε μπυραρία. Ως ζήτημα λογικής συνοχής, δεν μπορεί να ευσταθεί η θέση που προέβαλε προφορικά τόσο η Ενάγουσα όσο και η Μ.Ε.3 ότι μέχρι και τα μεσάνυχτα βρίσκονταν μαζί στο σπίτι φίλης τους.

 

         Εκείνο που είναι ιδιαίτερα σημαντικό, όμως, είναι το κατά πόσο αυτή η διαφωνία μας με την πρωτόδικη αξιολόγηση αποτρέπει την εξέταση του ζητήματος κατ’ Έφεση, ώστε να δικαιολογείται διαταγή επανεκδίκασης. Η απάντηση είναι αρνητική για τους πιο κάτω λόγους:

 

         Αφενός το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε σε εύρημα ότι η μέθη του Εναγομένου 1 ήταν εμφανής στην Ενάγουσα προτού αυτή ανεβεί στο μοτοποδήλατο που ο Εναγόμενος 1 οδηγούσε. Το εύρημα αυτό προσβάλλεται από την Ενάγουσα με τον τέταρτο Λόγο Έφεσης στην Πολ. Έφ. 450/19.

 

         Η πλευρά των Εναγομένων 1 και 3 κάλεσε τέσσερεις μάρτυρες για το θέμα της μέθης του Εναγομένου 1.

 

         Η Μ.Υ.4 έδωσε μαρτυρία υπό την ιδιότητα της Προϊστάμενης του Εργαστηρίου Δικανικής Χημείας και Τοξικολογίας του Γενικού Χημείου του Κράτους. Στο Χημείο στάληκαν δύο μπουκαλάκια αίματος και ένα μπουκαλάκι με οφθαλμικό υγρό του Εναγομένου 1. Στο δείγμα αίματος ανιχνεύτηκε αλκοόλη 268mg/dL και στο οφθαλμικό υγρό 300mg/dL αντί 50mg/dL που ήταν το επιτρεπόμενο όριο. Η Μ.Υ.4 εξέφρασε την άποψη ότι η χαμηλότερη ποσότητα στο αίμα ενδεχομένως να οφείλεται σε μετάγγιση που έγινε στον Εναγόμενο 1.

 

         Η Μ.Υ.6 ήταν η Ιατροδικαστής που διενήργησε τη νεκροψία στον Εναγόμενο 1 και έλαβε τα δείγματα που στάληκαν προς εξέταση. Επισημαίνουμε ότι, παρά τη θέση που προβλήθηκε πρωτοδίκως από τον ευπαίδευτο συνήγορο για την Ενάγουσα ότι τα δείγματα που εξέτασε η Μ.Υ.4 δεν λήφθηκαν από τον Εναγόμενο 1, η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι τα δείγματα που εξετάστηκαν ήταν αυτά που λήφθηκαν κατά τη νεκροτομή του Εναγομένου 1 δεν αμφισβητήθηκε κατ’ Έφεση.

 

         Ο Μ.Υ.3 είναι ειδικός νευρολόγος ψυχίατρος. Με δεδομένο το ποσοστό αλκοόλης που βρέθηκε στο αίμα και στο οφθαλμολογικό υγρό του Εναγομένου 1, ανέφερε ότι:

 

            «Ένα άτομο με τέτοιο επίπεδο οινοπνεύματος, αναμένεται ότι συνήθως δεν μπορεί να περπατήσει ή να κινηθεί από μόνος του και ορισμένες φορές χρειάζεται βοήθεια άλλων ατόμων. Περιμένω, αν οδηγήσει να κάνει ατύχημα, δεν θα καταφέρει να οδηγήσει κανονικά να πάει κάπου….».

 

         Επέμενε ότι με τέτοιο επίπεδο αλκοόλης ο άνθρωπος «τρικλίζει, εάν τα καταφέρνει να περπατά μόνος …», ότι υπολειτουργούν οι αισθήσεις του, η όραση του, η κριτική του ικανότητα και πως το άτομο είναι συγχυσμένο και δεν μπορεί να λειτουργήσει κανονικά, θα έχει δε σοβαρή δυσκολία να οδηγήσει. Όπως ανέφερε περαιτέρω, η ποσότητα αλκοόλης αυτή είναι τόσο υπερβολική που το άτομο που την κατανάλωσε θα μυρίζει αλκοόλ έντονα.

 

         Ο Μ.Υ.7 είναι επίσης Ιατροδικαστής. Αναφερόμενος στην ποσότητα αλκοόλης που ανιχνεύθηκε στα δείγματα αίματος και οφθαλμικού υγρού του Εναγομένου 1, με αναφορά σε συγγράμματα της Ιατροδικαστικής, είπε:

 

            «Όσον αφορά την κατάσταση ενός ατόμου στο οποίο έχει βρεθεί μια ποσότητα αλκοόλης εις το αίμα της τάξεως τουλάχιστον 268 milligrams ανά dL είναι αυτό γνωστό ότι προκαλεί αστάθεια προκαλεί στις κινήσεις, προκαλεί προβλήματα στην ισορροπία μπορεί να προκαλέσει τάση προς εμετό και ναυτία μπορεί να προκαλέσει προβλήματα στην ομιλία, αναφέρεται μείωση των ικανοτήτων γενικά του ατόμου αυτού να προβεί σε οποιανδήποτε ενέργεια, αναφέρεται σύγχυση, αναφέρεται ασυγχρονισμός των κινήσεων και άλλες διαταραχές».

 

         Ονόμασε την κατάσταση «έκδηλη μέθη» τονίζοντας ότι με αυτό εννοεί ότι είναι έκδηλη σε ένα κοινό άνθρωπο ο οποίος θα μπορούσε και να μυριστεί το οινόπνευμα.

 

         Ο κ. Δημητριάδης στο περίγραμμα του τονίζει ότι ο Μ.Υ.7 είπε ότι με την επίμαχη ποσότητα αλκοόλης κάποιοι δεν θα μπορούσαν να οδηγήσουν καθόλου ενώ άλλοι θα μπορούσαν να οδηγήσουν κανονικά και να καταλήξουν στον προορισμό τους χωρίς να ταλαντεύονται ή να εμπλακούν σε ατύχημα. Η θέση αυτή, όμως, στηρίζεται σε απομόνωση μιας φράσης, ενώ η θέση του Μ.Υ.7 ήταν ότι, το αν θα φτάσει κάποιος στον προορισμό του εξαρτάται από πολλούς παράγοντες αλλά «οι πιθανότητες να φτάσει…σώος και αβλαβής είναι πολύ, πολύ μειωμένες».

 

         Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχτηκε πλήρως τη μαρτυρία της Μ.Υ.4 ως προς την ανάλυση αίματος και οφθαλμικού υγρού και κατέληξε απερίφραστα στο ότι ο Εναγόμενος 1 τελούσε υπό την επήρεια μέθης κατά το χρόνο του δυστυχήματος. Όσον αφορά στους Μ.Υ.3 και 7 επισήμανε ότι ο τελευταίος δεν αντεξετάστηκε από τον συνήγορο της Ενάγουσας, οι δε θέσεις τους ως προς τις συνέπειες στον άνθρωπο όταν φέρει στον οργανισμό του τέτοιο ποσοστό αλκοόλης ήταν ταυτόσημες.

 

         Η αξιολόγηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του σημείου αυτού είναι ορθή. Καθόλα επιτρεπτή ήταν και η εξαγωγή ευρήματος ότι «σε περίπτωση τέτοιων ποσοστών αλκοόλης η μέθη είναι έκδηλη σε κοινό θνητό και πλέον οι αισθήσεις του υπολειτουργούν και βρίσκεται σε πλήρη σύγχυση. Η τυχόν οδήγηση οχήματος από τέτοιο άτομο είναι έκδηλα επικίνδυνη». Επίσης, λογική απόρροια της πιο πάνω μαρτυρίας ήταν και η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η μέθη του Εναγομένου 1 «όταν η Ενάγουσα ανέβηκε στο μοτοποδήλατο ήταν τόσο μεγάλη ώστε να ήταν αδύνατο για την Ενάγουσα να μην το αντιλαμβάνετο τόσο πριν ανεβεί στο μοτοποδήλατο όσο και κατά τη διάρκεια της οδήγησης». Τα πιο πάνω οδηγούν και στο ότι η εσφαλμένη αποδοχή πρωτοδίκως της μαρτυρίας της Μ.Ε.3 δεν επηρεάζει την εξέταση του ζητήματος κατ’ Έφεση.

 

         Αφετέρου, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι η Ενάγουσα δεν είπε την αλήθεια ότι ο Εναγόμενος 1 οδηγούσε σταθερά καθ’ όλη τη διάρκεια της οδήγησης. Και αυτή η κατάληξη προσβάλλεται από την Ενάγουσα. Έχοντας υπόψη τη νομολογία όσον αφορά στην επέμβαση του Εφετείου σε αξιολόγηση από το πρωτόδικο Δικαστήριο, θεωρούμε ότι στο σημείο αυτό δεν παρέχεται περιθώριο για επέμβαση. Είναι γεγονός, όπως επεσήμανε το πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι η προαναφερόμενη θέση της Ενάγουσας διαψεύστηκε τόσο από τον Μ.Υ.2 που είδε το μοτοποδήλατο να οδηγείται ζικ-ζακ, όσο και από το γεγονός ότι αυτό εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο της Εναγομένης 2.

 

         Κατ’ επέκταση, τα περί αξιολόγησης που προσβάλλονται με τους Λόγους Έφεσης 3 και 4 της Πολ. Έφ. 450/19 δεν μπορούν να πετύχουν.

 

         Τα πιο πάνω στοιχεία παρέχουν επαρκές υπόβαθρο ώστε να μπορεί το Εφετείο να εξετάσει τα όσα εγείρονται με τους Λόγους Έφεσης 3 και 4 στην Πολ. Έφ. 449/19 και Λόγο Αντέφεσης 1 στην Πολ. Έφ. 450/19 σε σχέση με την υπεράσπιση Volenti Non Fit Injuria ή και με την απόδοση συντρέχουσας αμέλειας στην Ενάγουσα.

 

Volenti Non Fit Injuria (στον συναινούντα δεν προκαλείται βλάβη)

 

         Όπου ενάγων έχει οικειοθελώς και εν γνώσει του θέσει τον εαυτό του σε κίνδυνο τραυματισμού, ο εναγόμενος ενδέχεται να προβάλει την πιο πάνω υπεράσπιση. Σημειώνεται ότι, όπου επιτυγχάνει τέτοια υπεράσπιση, αυτή είναι απόλυτη και δεν λαμβάνει χώρα οποιοσδήποτε καταμερισμός ευθύνης, διαφέρει συνεπώς από ισχυρισμό περί συντρέχουσας αμέλειας (βλ. Dann v. Hamilton (1939) 1 All E.R. 59). Η υπεράσπιση του Volenti θεσμοθετείται με το Άρθρο 59 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το περιεχόμενο του οποίου παραθέτουμε αυτούσιο:

 

            «Ειδική υπεράσπιση για το ότι o εvάγovτας εξέθεσε εκούσια τον εαυτό του σε κατάσταση πραγμάτων που προκαλεί αστικό αδίκημα

            59.    Σε αγωγή που εγείρεται για αστικό αδίκημα συνιστά υπεράσπιση το ότι o εvάγovτας είχε γνώση και αντίληψη ή πρέπει να θεωρηθεί το έχει γνώση και αντίληψη της κατάστασης πραγμάτων που προκαλεί τη ζημιά και ότι εκούσια εξέθεσε τον εαυτό του ή την ιδιοκτησία του σε αυτή:

                     Νοείται ότι οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζovται σε αγωγή που εγείρεται για αστικό αδίκημα, αν το αδίκημα αυτό oφειλόταv στη μη εκπλήρωση υποχρέωσης που επιβάλλεται στov εvαγόμεvo από οποιοδήποτε voμoθέτημα:

                     Νοείται περαιτέρω ότι παιδί που δεν συμπλήρωσε το δωδέκατο έτος της ηλικίας του δεν θεωρείται ικανό να έχει γνώση ή αντίληψη τέτοιας κατάστασης πραγμάτων ή να εκθέτει εκούσια τον εαυτό ή την ιδιοκτησία του σε αυτή».

 

         Από τη Νομολογία προκύπτει ότι για επιτυχία της πιο πάνω υπεράσπισης απαιτείται εκούσια συγκατάθεση στη διάπραξη του αστικού αδικήματος, τόσο στους πραγματικούς όσο και στους νομικούς κινδύνους. Όπως αναγράφεται και στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 20η έκδοση στη σελ. 234, εναγόμενος που εγείρει την εν λόγω υπεράσπιση πρέπει να αποδείξει ότι υπήρξε συγκατάθεση του ενάγοντα να απαλλάξει τον εναγόμενο από κάθε νομική ευθύνη για τη συμπεριφορά του, η συγκατάθεση αυτή πρέπει να ήταν θεληματική και ο ενάγοντας πρέπει να είχε πλήρη γνώση της φύσης και έκτασης του κινδύνου που κατ’ ισχυρισμό ανέλαβε[1].

 

         (βλ. και Vassiliko Cement Works Ltd v. Stavrou (1978) 1 C.L.R. 389).

 

         Το ζήτημα του κατά πόσο επιβάτης σε αυτοκίνητο που οδηγείται από μεθυσμένο οδηγό έχει οικειοθελώς αναλάβει τον κίνδυνο, έτυχε εξέτασης στην Αγγλική Νομολογία. Στην Dann v. Hamilton (πιο πάνω) (η οποία υιοθετήθηκε στην Slater v. Clay Cross Co Ltd (1956) 2 All E.R. 625) ο ενάγοντας, επιβάτης σε αυτοκίνητο του οποίου ο εναγόμενος οδηγός ήταν μεθυσμένος, είχε τραυματιστεί σε ατύχημα στο οποίο ενεπλάκησαν λόγω της αμέλειας του εναγομένου. Λέχθηκε ότι η απλή γνώση του κινδύνου δεν συνιστά απαραιτήτως συγκατάθεση, αλλά απλώς συνιστά μαρτυρία περί ύπαρξης τέτοιας ανάλογα με τις περιστάσεις[2]. Ως παράδειγμα για προβληματισμό συζητήθηκε η περίπτωση πεζού που διασταυρώνει δρόμο του Λονδίνου γνωρίζοντας ότι μεγάλο ποσοστό οδηγών είναι αμελείς. Το Δικαστήριο κατέληξε ότι δεν τύγχανε εφαρμογής η υπεράσπιση του Volenti αναφέροντας τα εξής:

 

         «There may be cases in which the drunkenness of the driver at the material time is so extreme and so glaring that to accept a lift from him is like engaging in an intrinsically and obviously dangerous occupation, inter-meddling with an unexploded bomb or walking on the edge of an unfenced cliff. It is not necessary to decide whether in such a case the maxim volenti non fit injuria would apply, for in the present case I find as a fact that the driver's degree of intoxication fell short of this degree. I therefore conclude that the defence fails, and the claim succeeds. I arrive at this conclusion with the less reluctance in that it would be unjust that the deceased man's estate should be protected from suit by the mere fact that he got drunk before committing the final act of negligence, whereas, if he had committed the same act when sober, his estate would have been liable. The deceased was in fact, at the material time, at the time when the plaintiff re-entered his car, guilty of the criminal offence of being drunk in charge of a car, and possibly, later, of the further criminal offence of manslaughter. According to some authorities, this in itself would be sufficient to exclude the operation of the maxim volenti non fit injuria. However, this seems to me to be open to question, and I prefer to base the present judgment on the grounds indicated above».

(ιδία έμφαση)

 

         Είναι γεγονός ότι στην προκειμένη περίπτωση η μέθη του Εναγομένου 1 ήταν τόσο έκδηλη που η Ενάγουσα φέρει βαθμό ευθύνης για την επιλογή της να αποδεχτεί όπως αυτός τη μεταφέρει με το μοτοποδήλατο του. Εντούτοις, όσο δελεαστικό και αν είναι το επιχείρημα περί απόλυτης ευθύνης του επιβάτη, αυτό θα οδηγούσε στο παράλογο αποτέλεσμα της πλήρους απαλλαγής οδηγού που οδηγεί έχοντας καταναλώσει μεγάλη ποσότητα αλκοόλης από τη δική του ευθύνη. Η κατάληξη μας αυτή δεν διαφοροποιείται από το ότι, όπως προκύπτει από την κατάθεση της Ενάγουσας Τεκμήριο 20, η Ενάγουσα ήταν μαζί με τον Εναγόμενο 1 στην μπυραρία και κατανάλωναν ποτά. Όπως αναφέρθηκε στην Nettleship v. Weston (1971) 3 All E.R. 581:

 

         «If the driver were to be excused according to the knowledge of the passenger, it would result in endless confusion and injustice…The knowledge of the passenger may go to show that he was guilty of contributory negligence in ever accepting the lift – and thus reduce his damages – but it does not take away the duty of care, nor does it diminish the standard of care which the law requires of the driver».

 

         Θεωρούμε ότι τυχόν κατάληξη ότι επιτυγχάνει η υπεράσπιση του Volenti στην προκειμένη περίπτωση θα έστελνε λανθασμένο μήνυμα ως προς την ευθύνη οδηγών που οδηγούν ενώ έχουν καταναλώσει αλκοόλ με επικίνδυνες, ενίοτε και ολέθριες, επιπτώσεις. Εξ ου και ο περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμος 96(Ι)/2000 στο Άρθρο 9(θ) προβλέπει ότι οποιοσδήποτε όρος σε ασφαλιστήριο στην έκταση που αποκλείει από την ασφάλιση της χρήσης οχημάτων αναφορικά με «το γεγονός ότι ο επιβάτης του αυτοκινήτου γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι ο οδηγός του οχήματος βρισκόταν κατά το χρόνο του ατυχήματος υπό την επήρρεια οινοπνευματωδών ποτών ή οποιασδήποτε άλλης ουσίας που προκαλεί μέθη, ως προς τις αξιώσεις που προβάλλει ο επιβάτης…» θα είναι χωρίς ισχύ. Έστω και αν εκ πρώτης όψεως, ως εισηγείται και ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Εναγόμενους 1 και 3, το λεκτικό του αγγλικού Road Traffic Act 1988  φαίνεται να αποκλείει με πιο ξεκάθαρο τρόπο την υπεράσπιση του Volenti σε περιπτώσεις επιβατών, εντούτοις διαφαίνεται ότι ο σκοπός του Άρθρου 9(θ) του Ν.96(Ι)/2000 ήταν επίσης να μην επιτρέψει στις ασφαλιστικές εταιρείες να αποφεύγουν την υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεων σε περιπτώσεις όπου οι οδηγοί βρίσκονταν υπό την επήρεια αλκοόλης. Θα ήταν παράλογο να ερμηνευτεί το Νομοθέτημα με τέτοιο τρόπο ώστε να απαγορεύεται σε ασφαλιστικές εταιρείες να αποκλείσουν την ευθύνη να καταβάλουν αποζημιώσεις σε θύματα των μεθυσμένων ασφαλισμένων τους.

 

         Το ίδιο αποτέλεσμα θα είχε, φρονούμε, και αποδοχή της εισήγησης της ευπαιδεύτου συνηγόρου για τους Εναγόμενους 2 και 4 ότι στην υπό κρίση περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής η αρχή ex turpi causa non oritur action, ήτοι ότι το Δικαστήριο δεν θα βοηθήσει κάποιον ο οποίος στηρίζει το αγώγιμο του δικαίωμα σε παράνομη ή ανήθικη συμπεριφορά. Όντως η συμπεριφορά της Ενάγουσας υπήρξε κατακριτέα. Εντούτοις, θεωρούμε ότι δεν θα εξυπηρετούσε την «κοινωνική αποστολή» του Δικαστηρίου, ως την επικαλέστηκε η ευπαίδευτη συνήγορος, η πλήρης απαλλαγή του Εναγόμενου 1 από οποιασδήποτε ευθύνης ή συνέπειας για τις ακόμη πιο σοβαρές και κατακριτέες δικές του πράξεις. Η συμπεριφορά της Ενάγουσας και η παράλειψη της να λάβει μέτρα για τη δική της προστασία μπορούν να τύχουν αντιμετώπισης με εξέταση της συντρέχουσας αμέλειας της, πράγμα που δεν αφήνει και τον μεθυσμένο οδηγό στο απυρόβλητο.

 

Συντρέχουσα αμέλεια Ενάγουσας

 

         Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Αστικά Αδικήματα των κ.κ. Αρτέμη και Ερωτοκρίτου, στη σελ. 151:

 

            «Σε πολλές περιπτώσεις όπου αποτυγχάνει η υπεράσπιση “volenti non fit injuria” επιτυγχάνει ισχυρισμός για συντρέχουσα αμέλεια. Η γνώση ύπαρξης κινδύνου είναι παράγοντας σχετικός κατά την εξέταση ισχυρισμού για συντρέχουσα αμέλεια».

        

         Στην απόφαση Froom v. Butcher (1975) 3 All E.R. 520 λέχθηκε ότι:

 

            «'Contributory negligence is a man's carelessness in looking after his own safety. He is guilty of contributory negligence if he ought reasonably to have foreseen that, if he did not act as a reasonable prudent man, he might be hurt himself».

 

         Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ομοιάζουν με αυτά της Owens v. Brimmell (1976) 3 All E.R. 765, όπου λέχθηκαν τα εξής τα οποία και υιοθετούμε:

 

         «Thus, it appears to me that there is widespread and weighty authority abroad for the proposition that a passenger may be guilty of contributory negligence if he rides with the driver of a car whom he knows has consumed alcohol in such quantity as is likely to impair to a dangerous degree that driver's capacity to drive properly and safely. So, also, may a passenger be guilty of contributory negligence if he, knowing that he is going to be driven in a car by his companion later, accompanies him on a bout of drinking which has the effect, eventually, of robbing the passenger of clear thought and perception and diminishes the driver's capacity to drive properly and carefully. Whether this principle can be relied on successfully is a question of fact and degree to be determined in the circumstances out of which the issue is said to arise».

 

         Η αποδοχή ως γεγονότος ότι η Ενάγουσα βρισκόταν με τον Εναγόμενο 1 σε μπυραρία και κατανάλωναν ποτά πριν να επιβιβαστούν στο μοτοποδήλατο (ως η κατάθεση της Τεκμήριο 20), δικαιολογεί κατάληξη επί της ύπαρξης ευθύνης από μέρους της. Αυτό, σε συνάφεια με το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η μέθη του Εναγομένου 1 ήταν έκδηλη, όπως έκδηλος ήταν και ο κίνδυνος εμπλοκής σε δυστύχημα όταν η Ενάγουσα έλαβε την απόφαση να επιβιβαστεί στο μοτοποδήλατο. Ορθή είναι η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι με την πράξη της αυτή κατά αμελή τρόπο παρέλειψε να προστατεύσει τον εαυτό της (βλ. Owens v. Brimmell (πιο πάνω)).

 

         Σημειώνουμε ότι στην Αγγλική νομολογία υπάρχει διαφοροποίηση του ποσοστού συντρέχουσας αμέλειας ανάλογα με το κατά πόσο ο ίδιος ο επιβάτης ήταν υπό την επήρεια αλκοόλης σε τέτοιο βαθμό που να μην μπορούσε να υπολογίσει τον κίνδυνο (βλ.  Owens v. Brimmell (πιο πάνω), Meah v. McCreamer (1985) 1 All E.R. 367, Morris v. Murray (1990) 3 All E.R. 801 και Campbell v. Advantage Insurance Co Ltd (2021) EWCA Civ 1698). Στην υπό κρίση περίπτωση δεν τέθηκε τέτοιο ζήτημα. Παρά το γεγονός ότι από το περιεχόμενο της κατάθεσης Τεκμήριο 20 φαίνεται ότι και η Ενάγουσα κατανάλωσε αλκοολούχα ποτά, σε κανένα σημείο δεν προέβαλε η ίδια ότι λόγω αυτού δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί τη μέθη του Εναγομένου 1. Ούτε δόθηκε μαρτυρία που να συνηγορεί υπέρ μιας τέτοιας κατάληξης.

 

         Επισημαίνεται βέβαια ότι η παρούσα είναι μία ιδιαίτερη περίπτωση, όπως διαφαίνεται από τα γεγονότα που την περιβάλλουν. Η Ενάγουσα ήταν μαζί με τον Εναγόμενο 1 και τον παρακολουθούσε που κατανάλωνε αλκοόλ. Η μέθη του ήταν έκδηλη, πράγμα που υποστηρίζεται και από το ότι στο οφθαλμικό του υγρό ανευρέθηκε ποσοστό αλκοόλης εξαπλάσιο του επιτρεπτού. Παρά ταύτα δεν είχε κανένα ενδοιασμό να ανεβεί στο μοτοποδήλατο και να εκθέσει και τη δική της σωματική ακεραιότητα στα όσα ακολούθησαν. Υπό αυτές τις συνθήκες το ποσοστό του 40% ως συντρέχουσα αμέλεια της Ενάγουσας που της απέδωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο είναι εντός του λογικού πλαισίου.

 

         Συνακόλουθα:

 

Πολ. Έφ. 449/19

         Οι Λόγοι Έφεσης 1 και 2 επιτυγχάνουν. Οι Λόγοι Έφεσης 3, 4, 5 και 6 απορρίπτονται.

 

         Η Αντέφεση της Ενάγουσας απορρίπτεται.

 

         Οι Λόγοι Αντέφεσης 1 και 2 των Εναγομένων 2 και 4 επιτυγχάνουν ενώ ο Λόγος Αντέφεσης 3 απορρίπτεται.

 

Πολ. Έφ. 450/19

         Η Έφεση απορρίπτεται.

 

         Ο Λόγος Αντέφεσης 1 των Εναγομένων 2 και 4 απορρίπτεται. Ο Λόγος Αντέφεσης 2 επιτυγχάνει.

 

         Ο Λόγος Αντέφεσης 3 επιτυγχάνει μερικώς ως προς τις συνθήκες λήψης της κατάθεσης της Ενάγουσας και αποτυγχάνει ως προς τον ισχυρισμό ότι η Ενάγουσα κατανάλωνε οινοπνευματώδη ποτά.

 

         Η πρωτόδικη Απόφαση παραμερίζεται και αντικαθίσταται με απόφαση ως εξής:

 

         «Απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των €180.000 ως γενικές και ειδικές αποζημιώσεις, πλέον νόμιμο τόκο από τις 20.9.2019 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον δικηγορικά έξοδα €30.000 πλέον Φ.Π.Α. επί των εξόδων και νόμιμο τόκο επί των εξόδων από 20.9.2019 μέχρι εξόφλησης.

 

Η αγωγή εναντίον των Εναγομένων αρ. 2 και 4 απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων αρ. 2 και 4 και εναντίον της Ενάγουσας όσον αφορά στην αγωγή και των Εναγομένων 1 και 3 όσον αφορά στη διαδικασία συνεναγομένων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή».

 

         Όσον αφορά στα έξοδα των Εφέσεων λαμβάνουμε υπόψη ότι αυτές ακούστηκαν μαζί, και τη μερική επιτυχία Λόγων Έφεσης και Αντέφεσης σε έκαστη. Εκδίδονται οι ακόλουθες διαταγές:

 

Στην Πολ. Έφ. 449/19

 

         Παρά την επιτυχία των Λόγων Έφεσης 1 και 2, το ποσό που επιδικάστηκε πρωτοδίκως υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εφεσειόντων (Εναγόμενων 1 και 3) παραμένει το ίδιο. Συναφώς θεωρούμε ότι σε σχέση με την Έφεση των Εναγομένων 1 και 3 εναντίον της Ενάγουσας και την Αντέφεση της Ενάγουσας δεν θα πρέπει να εκδοθεί οποιαδήποτε διαταγή ως προς τα έξοδα.

 

         Επιδικάζονται €4.000 έξοδα πλέον Φ.Π.Α. στην Έφεση και την Αντέφεση υπέρ των Εναγομένων 2 και 4 και εναντίον των Εναγομένων 1 και 3.

 

Στην Πολ. Έφ. 450/19

 

         Επιδικάζονται υπέρ των Εφεσίβλητων 1 και 3 (Εναγομένων 1 και 3) και εναντίον της Εφεσείουσας (Ενάγουσας) €4.000 έξοδα πλέον Φ.Π.Α.

 

         Επιδικάζονται υπέρ των Εφεσίβλητων 2 και 4 (Εναγόμενων 2 και 4) και εναντίον της Εφεσείουσας (Ενάγουσας) €2.000 έξοδα πλέον Φ.Π.Α. ενόψει της επιτυχίας της Αντέφεσης λαμβάνοντας υπόψη και την ταυτόχρονη εκδίκαση των δύο Εφέσεων.

 

        

                                                                                                                                      ΣΤ. Ν. ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.

 

 

                                                                    Α. ΚΟΝΗΣ, Δ.

 

 

                                                                    Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.



[1]    «(1)   agreement by the claimant to absolve the defendant from legal responsibility for his conduct

     (2)    this agreement must be voluntary, not due to compulsion by the defendant or external circumstances, and

     (3)    the claimant should have full knowledge of the nature and extent of the risk it is alleged that he has assumed».

    

[2]    «A complete knowledge of the danger is in any event necessary, but such knowledge does not necessarily import consent. It is evidence of consent, weak or strong according to circumstances».


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο