ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ
(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 73/2022)
7 Σεπτεμβρίου, 2026
[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
Εφεσείουσα,
v.
FONDO DEVELOPERS LTD
Εφεσίβλητης.
--------------------
Δ. Μ. Εργατούδη (κα), εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Εφεσείουσα.
Α. Δημητριάδης, για Α. ΧΡ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε, για Εφεσίβλητη.
--------------------
ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από την υποφαινόμενη.
-----------------------------
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Το πρωτόδικο Δικαστήριο, με απόφαση του ημερομηνίας 21/3/2022, έκανε αποδεκτή την Προσφυγή Αρ. 1389/2016 της Εφεσίβλητης εναντίον της απόφασης της Εφεσείουσας ημερομηνίας 2/9/2016 να απορρίψει την ένσταση της Εφεσίβλητης αναφορικά με την εκδοθείσα βεβαίωση φόρου ημερομηνίας 26/6/2014.
Η Εφεσίβλητη είναι εγγεγραμμένη στο μητρώο Φ.Π.Α. από το 2008 με κύρια επαγγελματική δραστηριότητα την ανάπτυξη γης. Στα πλαίσια ελέγχου του Τμήματος Φορολογίας Πάφου, διαπιστώθηκε ότι η εκ μέρους της Εφεσίβλητης ιδιόχρηση δύο επαύλεων στο χωριό Άρμου αποτελεί παράδοση αγαθών, για την οποία η Εφεσίβλητη οφείλει να αποδώσει φόρο εκροών σύμφωνα με την παράγραφο 3(ε) του Δεύτερου Παραρτήματος του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου, Ν.95(Ι)/2000 (εφεξής «ο Νόμος»).
Συναφώς, στις 26/6/2014 απεστάλη στην Εφεσίβλητη βεβαίωση φόρου συγκεκριμένου ύψους ποσού. Εναντίον της πιο πάνω απόφασης, η Εφεσίβλητη υπέβαλε ένσταση στον Έφορο Φ.Π.Α., η οποία απερρίφθη με σχετική επιστολή ημερομηνίας 2/9/2016.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο επελήφθη των προβαλλόμενων από την Εφεσίβλητη λόγων ακύρωσης και έκρινε ότι ουδεμία έρευνα διενεργήθηκε από την Εφεσείουσα ως προς τους ισχυρισμούς της Εφεσίβλητης για την ουσία της επίδικης διαφοράς. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ακολούθως, σημειώνοντας ότι η Εφεσείουσα απαντά για πρώτη φορά στους λόγους ένστασης της Εφεσίβλητης στα πλαίσια της Προσφυγής, προχώρησε και εξέτασε την ουσία της διαφοράς. Κατέληξε ότι εσφαλμένα και υπό πλάνη κρίθηκε πως υπήρξε παράδοση αγαθών από την Εφεσίβλητη προς τους διευθυντές της. Έκρινε ακόμη, ότι ο καθορισμός της αξίας παράδοσης έγινε κατά παράβαση των σχετικών νομοθετικών διατάξεων και με τρόπο που δημιουργεί ερωτηματικά, με αποτέλεσμα εύλογα η Εφεσίβλητη να ισχυρίζεται κακοπιστία εκ μέρους της Εφεσείουσας.
Με πέντε Λόγους Έφεσης βάλλεται η πρωτόδικη κρίση.
Κατά την Εφεσείουσα, εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι ουδεμία έρευνα διενεργήθηκε για την ουσία της επίδικης διαφοράς (Λόγος Έφεσης Αρ.1). Εσφαλμένα επίσης κατά την Εφεσείουσα το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε δεδομένο ότι ουδέποτε εκχωρήθηκε η κατοχή του ακινήτου στην Εφεσίβλητη και αποδέχτηκε τη δήλωση της ότι εγκαταλείφθηκε η συμφωνία για την εκμετάλλευση του ακινήτου (Λόγος Έφεσης Αρ.2) καθώς και ότι από τα προσκομισθέντα από την Εφεσίβλητη στοιχεία προκύπτει ως δεδομένο ότι η συμφωνία δεν υλοποιήθηκε (Λόγος Έφεσης Αρ.3). Ισχυρίζεται επίσης ότι, πεπλανημένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η εκ μέρους του Εφόρου Φορολογίας ταύτιση της εταιρείας ως νομικού προσώπου με τους διευθυντές της εταιρείας είναι εσφαλμένη (Λόγος Έφεσης Αρ.4)
Κατά την Εφεσείουσα, πεπλανημένα διαπίστωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο ως εσφαλμένους τους χειρισμούς του Εφόρου Φορολογίας αναφορικά με την αξία με την οποία αποτιμήθηκαν οι επαύλεις και ότι λανθασμένα ο Έφορος θεώρησε ότι το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας είναι η αρμόδια αρχή για να καθορίσει την αξία. Εσφαλμένα επίσης έκρινε ότι δεν βρίσκει έρεισμα στον Νόμο η θεώρηση του Εφόρου Φορολογίας να αποτιμήσει την αξία της παράδοσης των επαύλεων ως το κόστος ανέγερσης τους (Λόγος Έφεσης Αρ.5).
Έχουμε εξετάσει τα όσα προβάλλονται από τους ευπαιδεύτους συνηγόρους και των δύο πλευρών.
Σε σχέση με τον Λόγο Έφεσης Αρ. 1, υποστηρίζεται από την Εφεσείουσα ότι, μέσω της ένστασης της, η Εφεσίβλήτη ήγειρε κυρίως νομικούς ισχυρισμούς και επιχειρήματα, τα οποία ήδη είχε εξετάσει το Τμήμα Φορολογίας. Συνεπώς η Εφεσείουσα είχε όλα τα στοιχεία, με βάση τα οποία μπορούσε να εξετάσει την ένσταση της Εφεσίβλητης και επομένως διενήργησε δέουσα έρευνα.
Έχουμε ανατρέξει στον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης και διαπιστώσαμε ότι στη βεβαίωση ως οφειλόμενου από την Εφεσίβλητη φόρου ημερομηνίας 26/6/2014, αναφέρεται ότι η Εφεσίβλητη προέβη «σε ανέγερση καινούργιων κατοικιών με σκοπό την πώληση τους, οι οποίες όμως τελικά χρησιμοποιούνται από τους διευθυντές της εταιρείας (ιδιόχρηση). Σύμφωνα με την παράγραφο 3(ε) του Δεύτερου Παραρτήματος του περί Φ.Π.Α. Νόμου του 2000, όπως έχει τροποποιηθεί, αποτελεί παράδοση αγαθών η ιδιοκατοίκηση, η ιδιόχρηση, η μίσθωση ή χρησιμοποίηση για οποιοδήποτε σκοπό καινούργιων κτιρίων […]». Ενόψει των πιο πάνω βεβαιώθηκε ο οφειλόμενος από την Εφεσίβλητη φόρος, δυνάμει του Άρθρου 49 του Νόμου.
Ακολούθησε στις 23/8/2014, η ένσταση της Εφεσίβλητης στον Έφορο Φ.Π.Α. (η ένσταση λήφθηκε στις 26/8/2014), με την οποία η Εφεσίβλητη αιτήθηκε την ακύρωση της πιο πάνω απόφασης. Μεταξύ των ζητημάτων που έθεσε στην ένσταση ήταν και τα ακόλουθα (κυανά 116-122 του διοικητικού φακέλου):
«1.12 Ουδέποτε οι Συνιδιοκτήτριες του Τεμαχίου επί του οποίου έχουν ανεγερθεί οι Κατοικίες έχουν αποξενωθεί την κατοχή και/ή την ιδιοκτησία του ακινήτου και ουδέποτε έγινε παράδοση της κατοχής αυτού ολόκληρου ή μέρους, στην Προσφεύγουσα Εταιρεία.
1.13. Δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία αντιπαροχής μεταξύ της Προσφεύγουσας και των Ιδιοκτητριών της ακίνητης περιουσίας των Ιδιοκτητριών η οποία να ενεργοποιήθηκε.
1.14. Η αίτηση για πολεοδομική άδεια υποβλήθηκε και εκδόθηκε στο όνομα των Συνδιοκτητριών.
1.15. Η χρηματοδότηση της κατασκευής των Επαύλεων έγινε από δάνειο που έλαβαν οι Συνιδιοκτήτριες στο όνομα τους».
Στην κοινοποιηθείσα στην Εφεσίβλητη επίδικη απόφαση του Εφόρου Φ.Π.Α., ημερομηνίας 2/9/2016, αναφέρθηκε ότι, η βεβαίωση φόρου έγινε δυνάμει του Άρθρου 49 του Νόμου από εξουσιοδοτημένη λειτουργό «ασκώντας κατά το καλύτερο δυνατό την κρίση της μέσα στα πλαίσια της χρηστής διοίκησης και ότι επιδόθηκε δεόντως». Καταλήγει δε ότι:
«Όσον αφορά την εξέταση της βεβαίωσης φόρου λόγω του ότι δεν έχετε προσκομίσει οποιαδήποτε νέα στοιχεία που να συνηγορούν στην εξέταση της εν λόγω ένστασης ο ισχυρισμός σας δεν γίνεται αποδεκτός».
Επ’ αυτού το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι:
«[…] κατά την εξέταση της ένστασης της αιτήτριας, ουδεμία έρευνα έχει διενεργηθεί από τους καθ' ων η αίτηση ως προς τους ισχυρισμούς της αιτήτριας για την ουσία της επίδικης διαφοράς και τούτο κατ' επίκληση ισχυριζόμενης παράλειψης της αιτήτριας να προσκομίσει οποιαδήποτε «νέα στοιχεία που να συνηγορούν στην εξέταση της». Όπως προκύπτει, όμως, από την ίδια την ένσταση και τον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης οι λόγοι ένστασης τους οποίους η αιτήτρια επικαλέστηκε στηρίζονται στα στοιχεία τα οποία ήταν ήδη ενώπιον των καθ' ων η αίτηση, όπως αυτά προέκυψαν από τον φορολογικό έλεγχο, με την αιτήτρια να αμφισβητεί την ορθή αξιολόγηση και νομική εκτίμηση αυτών.
Κρίνουμε ορθή την πιο πάνω διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Στην ένσταση της η Εφεσίβλητη έθεσε συγκεκριμένους ισχυρισμούς που άπτοντο της ουσίας της διαφοράς. Αν δηλαδή, υπό τα συγκεκριμένα της δεδομένα, η περίπτωση της αποτελεί ή όχι «παράδοση αγαθών» εν τη εννοία του Νόμου και κατ’ επέκταση αν υφίσταται νομική ή πραγματική πλάνη, λόγο ακύρωσης που έθεσε στην ένσταση της («2.6 (ι) παράβαση του άρθρου 46 του Ν.158(Ι)/99, καθότι λήφθηκε υπό καθεστώς ουσιώδους νομικής και/ή πραγματικής πλάνης […]»). Επ’ αυτού δεν υπάρχει οποιαδήποτε κρίση του αποφασίζοντος οργάνου, πλην της γενικόλογης αναφοράς ότι η ένσταση εστιάζει σε είκοσι κυρίως νομικούς λόγους και ότι δεν προσκομίστηκαν οποιαδήποτε νέα στοιχεία που να συνηγορούν στην εξέταση της ένστασης της Εφεσίβλητης. Δεν επρόκειτο όμως για ζήτημα προσκόμισης νέων στοιχείων, αλλά εκτίμησης των ήδη υπαρχόντων στοιχείων και η υπαγωγή αυτών στο ορθό νομικό πλαίσιο.
Σημειώνεται ότι, επιχειρηματολογώντας υπέρ της θέσης της η ευπαίδευτη συνήγορος για την Εφεσείουσα, υποδεικνύει ότι τα επιχειρήματα που έθεσε η Εφεσίβλητη στην ένσταση της είχαν ήδη εξεταστεί από το Τμήμα Φορολογίας και ο Έφορος Φ.Π.Α. είχε όλα τα στοιχεία, τα οποία ήταν εξ αντικειμένου υπαρκτά για να εξετάσει την ένσταση της Εφεσίβλητης. Διαπιστώνουμε όμως μία αντίφαση στην όλη θεώρηση του ζητήματος αφού τελικά παρά την ύπαρξη όλων των στοιχείων, η ένσταση της Εφεσίβλητης δεν εξετάστηκε, με το αιτιολογικό της μη προσκόμισης νέων στοιχείων.
Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 51Α του Νόμου, όταν ο Έφορος απορρίπτει μια ένσταση «η απόφαση του επί της ένστασης περιλαμβάνει ρητώς τους λόγους στους οποίους βασίστηκε». Εν προκειμένω, η γενικόλογη αναφορά περί μη προσκόμισης νέων στοιχείων, ενώ υπήρχε επαρκές υλικό επί του οποίου η διοίκηση μπορούσε να διαμορφώσει άποψη επί των προβαλλόμενων λόγων ένστασης, ως αιτιολογίας για τη μη εξέταση της ένστασης, κρίνουμε ότι δεν μπορεί να εκληφθεί ως αιτιολογημένη απόρριψη της ένστασης της Εφεσίβλητης κατόπιν επαρκούς διερεύνησης όλων των δεδομένων.
Είναι πάγια η θέση της νομολογίας, ότι η τελική εκτίμηση των γεγονότων και η λήψη της σχετικής απόφασης αποτελεί καθήκον και υποχρέωση του αρμόδιου οργάνου, το δε κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας είναι η διερεύνηση όλων των ουσιωδών στοιχείων (βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503). Τα πιο πάνω δεν φαίνεται να τηρήθηκαν στην εξεταζόμενη περίπτωση.
Για τους πιο πάνω λόγους, κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο κινήθηκε εντός των ορθών παραμέτρων και επομένως ο Λόγος Έφεσης Αρ. 1 κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.
Η πιο πάνω διαπίστωση μας σφραγίζει την τύχη της Έφεσης, με την πρόσθετη όμως διαπίστωση, ότι οι υπόλοιποι Λόγοι Έφεσης άπτονται της κρίσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί ζητημάτων ουσίας που η Εφεσίβλητη έθεσε στην ένσταση της και επί των οποίων η διοίκηση δεν άσκησε πρωτογενή κρίση. Συνεπώς, το πρωτόδικο Δικαστήριο, κρίνουμε, ότι λανθασμένα και εν πολλοίς εκτός της ακυρωτικής φύσεως δικαιοδοσίας του, επεκτάθηκε και αποφάνθηκε και επ’ αυτών των ζητημάτων.
Για τους πιο πάνω λόγους, η πρωτόδικη κρίση στο μέρος που αφορά τον Λόγο Έφεσης Αρ. 1 επικυρώνεται.
Αναφορικά με το μέρος και την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί ζητημάτων για τα οποία ασκήθηκε πρωτογενής κρίση, η πρωτόδικη Απόφαση παραμερίζεται.
Επιδικάζονται 3000 ευρώ έξοδα πλέον Φ.Π.Α., υπέρ της Εφεσίβλητης και εναντίον της Εφεσείουσας.
Α. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.
Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.
Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο