ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε17/25)
18 Σεπτεμβρίου 2026
[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΛΑΜΠΡΟΣ ΞΕΝΗ
Εφεσείων
v.
1. HELLENIC BANK PUBLIC CO LTD
2. ΤΜΗΜΑ ΑΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣ
3. ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ
Εφεσιβλήτων
--------------------
Εφεσείων, αυτοπροσώπως
Γ. Ζαχαρίου (κα), για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για Εφεσίβλητη 1
Ι. Βιολάρης, για Markides & Johns LLC, για Εφεσίβλητο 2
Θ. Παπαθεοδώρου για Αλεξάνδρου & Παπαθεοδώρου Δ.Ε.Π.Ε., για Εφεσίβλητο 3
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Με την έφεση του ο Εφεσείων προσβάλλει την απόφαση του Ε.Δ. Λάρνακας ημερ. 14.2.25, με την οποία απέρριψε την αίτηση του για ακύρωση του διατάγματος παραλαβής ημερ. 14.10.09 και του ακολουθήσαντος διατάγματος πτώχευσης του, ημερ. 10.1.14. Οι βασικές θέσεις, τις οποίες προώθησε πρωτοδίκως, ήταν ότι το διάταγμα παραλαβής, το οποίο εκδόθηκε υπό δίμηνη αναστολή, ουδέποτε είχε επιδοθεί στον ίδιο ούτως ώστε να τεθεί σε ισχύ, ότι εξόφλησε οποιαδήποτε οφειλή το 2010 προ κήρυξης της πτώχευσης και τέλος ότι και το ποινικό Δικαστήριο στις 3.11.20 στην ποινική υπόθεση υπ’ αρ. 1199/16 στο εκ πρώτης όψεως στάδιο ανέφερε πως δεν υπήρξε επίδοση.
Σημειώνουμε πως η κρινόμενη αίτηση ακύρωσης καταχωρίστηκε στις 5.9.24 και στηρίζετο βασικά στο Άρθρο 31 του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, όπως αυτό το άρθρο επαναθεσπίστηκε με τον Ν.61(Ι)/15. Το σχετικό εδάφιο έχει ως εξής:
«31.-(1) Σε περίπτωση που, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, ο χρεώστης δεν έπρεπε να είχε κηρυχθεί σε πτώχευση, ή αν αποδειχθεί κατά τρόπο που ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι τα χρέη του πτωχεύσαντα πληρώθηκαν εξ ολοκλήρου, ή έχουν διευθετηθεί, ή οι πιστωτές έχουν συγκατατεθεί στην ακύρωση του Διατάγματος, το Δικαστήριο μετά από αίτηση οποιουδήποτε. ενδιαφερόμενου, δύναται με διάταγμα να ακυρώσει την κήρυξη του χρεώστη σε πτώχευση».
Στην εκκαλούμενη απόφαση, η πρωτόδικη Δικαστής, αφού πρώτα επισήμανε ότι ο Εφεσείων είχε παλαιότερα, ήτοι στις 23.2.10 και στις 14.5.15, καταχωρίσει ξανά αιτήσεις ακύρωσης οι οποίες απερρίφθησαν, κατέληξε ως εξής:
«22. Είναι ξεκάθαρο ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλει ο Αιτητής με την υπό κρίση Αίτηση έχουν ήδη προβληθεί σε προηγούμενες αιτήσεις, χωρίς επιτυχία. Επιπλέον η αναφορά στην Πρωτόδικη Απόφαση ημ.3/11/2020 ότι δεν ήταν σε γνώση του Αιτητή η πτώχευση δεν τον βοηθά με οποιοδήποτε τρόπο καθότι πρώτον η εν λόγω απόφαση δεν είναι δεσμευτική για το παρόν Δικαστήριο και δεύτερον, σε κάθε περίπτωση στην εν λόγω απόφαση γίνεται ξεκάθαρη αναφορά ότι στο στάδιο έκδοσης της το Δικαστήριο δεν αξιολογεί τη μαρτυρία ούτε προβαίνει σε υποκειμενικά ευρήματα εφόσον το κριτήριο είναι αντικειμενικό και οποιαδήποτε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας απαγορεύεται. Ως εκ τούτου ο ισχυρισμός του Αιτητή περί ευρημάτων του Δικαστηρίου στην Πρωτόδικη Απόφαση ημ.3/11/2020 είναι ανεδαφικός.
[…]
26. Όλα τα πιο πάνω και ειδικότερα το ιστορικό της πτωχευτικής διαδικασίας και όλες οι ενδιάμεσες που έχουν καταχωρηθεί από μέρους του Αιτητή μέχρι σήμερα συμπεριλαμβανομένου (sic) και της παρούσας, είναι ξεκάθαρο ότι καταδεικνύουν κατάφορη (sic) κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και σε συνδυασμό με την υπέρμετρη καθυστέρηση που έχει καταχωρηθεί η υπό κρίση Αίτηση αποτελούν από μόνα τους λόγο για απόρριψη της παρούσας αίτησης. Ως εκ τούτου η Αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη για αυτό τον λόγο.
27. Σε κάθε περίπτωση η υπό κρίση αίτηση δεν έχει οποιαδήποτε προοπτική επιτυχίας ούτε επί της ουσίας αυτής, ενόψει του ότι ο Αιτητής δεν έχει υποδείξει με οποιοδήποτε τρόπο ότι δεν έπρεπε να κηρυχθεί σε πτώχευση και δεν έχει αποδειχθεί κατά τρόπο που ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι τα χρέη του πληρώθηκαν εξ' (sic) ολοκλήρου. Σημειώνεται ότι ενώ ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι τα χρέη του έχουν διευθετηθεί καθώς όπως ισχυρίζεται τα χρέη του ανέρχονται σε €2.400, ο Καθ' ου η Αίτηση 3 με το Τεκμήριο 19 της Ε/Δ ΑΑ παρουσιάζει ότι το συνολικό ποσό χρέους του Αιτητή που επαληθεύτηκε από 17 μη προνομιούχους πιστωτές ανέρχεται στο ποσό των €14.366,756,82, ως εκ τούτου οι ισχυρισμοί του Αιτητή για πλήρη διευθέτηση των χρεών του είναι ανεδαφικοί».
Ο Εφεσείων καταχώρισε την έφεση χωρίς βοήθεια συνηγόρου. Το εφετήριο καταλαμβάνει έκταση 53 σελίδων και σε αυτό περιέχονται 13 λόγοι έφεσης. Ομολογουμένως, δεν πληροί τους κανόνες σύνταξης έφεσης, ιδίως αυτούς οι οποίοι αφορούν τη σαφήνεια στην αιτιολογία των λόγων έφεσης (βλ. Παπακοκκίνου κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφ. 242/2011, ημερ. 7.9.26). Στην πραγματικότητα η ίδια αιτιολογία επαναλαμβάνεται στους πλείστους λόγους έφεσης. Παρά ταύτα είναι σαφές ότι οι κύριες βάσεις όλων των λόγων είναι οι εισηγήσεις ότι αφενός υπήρξε εξόφληση της οφειλής μετά την έκδοση του και πριν την κήρυξη της πτώχευσης και αφετέρου ότι δεν υπήρξε επίδοση του διατάγματος παραλαβής. Δεν υπάρχει κάποιος λόγος έφεσης ο οποίος δύναται να επιτύχει χωρίς να ευσταθεί κάποια από τις προαναφερθείσες βάσεις. Εξ ου και κρίνουμε ότι, επί του παρόντος, είναι αχρείαστη η λεπτομερής παράθεση των λόγων έφεσης.
Εν πρώτοις, θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι στις 14.10.09, που εκδόθηκε το διάταγμα παραλαβής, ευρίσκετο σε ισχύ ο περί Πτωχεύσεως Νόμος, Κεφ. 5 ως είχε τροποποιηθεί από τον Ν.74(Ι)/08. Το επίδικο διάταγμα παραλαβής εκδόθηκε κατόπιν αίτησης της Εφεσίβλητης 1 τράπεζας, απόντος του Εφεσείοντος μεν αλλά με συγκατάθεση του συνηγόρου του, ο οποίος παρίστατο. Προφανώς αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο πρωτοδίκως διετάχθη παράλληλα όπως «υπάρχει αναστολή εκτέλεσης του διατάγματος για περίοδο 2 μηνών από σήμερα».
Δεν εγείρεται και δεν θα μας απασχολήσει στην παρούσα το κατά πόσον είναι δυνατή η χορήγηση αναστολής σε διάταγμα παραλαβής ή πτώχευσης. Κάποια σχετική συζήτηση εντοπίζεται στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση Εύρου Ευρυπίδου (2016) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2543, στην οποία τονίστηκε παράλληλα πως η πτωχευτική διαδικασία είναι μια suis generis, ιδιότυπη διαδικασία οιονεί ποινικού χαρακτήρα, που έχει ως σκοπό πρωτίστως την προστασία της περιουσίας του χρεώστη προς όφελος των πιστωτών του.
Παρά ταύτα, οφείλουμε να διευκρινίσουμε πως τόσο στην υπόθεση Ευρυπίδου (ανωτέρω) όσο και στην παλαιότερη Πετράκης ν. Κίμωνος (2006) 1(Β) Α.Α.Δ. 1311, η αναστολή της εκτέλεσης του διατάγματος παραλαβής είχε συναρτηθεί με την ενδεχόμενη εξόφληση του συγκεκριμένου χρέους κατά τρόπο που, αν πραγματοποιείτο, θα ακυρώνετο το διάταγμα («… αν πριν την εκπνοή της περιόδου αναστολής εξοφληθεί το χρέος του αιτητή, τότε το διάταγμα παραλαβής ακυρώνεται»). Αντιθέτως, στην κρινόμενη εδώ περίπτωση, δεν υπήρξε τέτοια πρόνοια στο εκδοθέν διάταγμα. Ο εκδώσας αυτό Δικαστής διέταξε απλώς την «αναστολή εκτέλεσης για περίοδο 2 μηνών» και τίποτε άλλο. Επρόκειτο για μια απλή δίμηνη αναστολή, με την πάροδο της οποίας ενεργοποιείτο το διάταγμα παραλαβής.
Κατά συνέπειαν, σε καμμιά περίπτωση δεν ετίθετο θέμα εξόφλησης μόνο του αιτηθέντος την πτώχευση πιστωτή και συνακόλουθης μη ενεργοποίησης ή και αυτόματης ακύρωσης του διατάγματος παραλαβής. Προβάλλει ο Εφεσείων ότι πλήρωσε κάποιο ποσό μετά την έκδοση του διατάγματος παραλαβής και παραπέμπει σε πληρωμές, οι οποίες διαβιβάστηκαν στους συνηγόρους του αιτούντος πιστωτή. Όμως το ολικό ποσόν των €5.400 (μετρητά και επιταγή), τα οποία παρέδωσε ο τότε συνήγορος του Εφεσείοντος στη συνήγορο του πιστωτή, δόθηκαν στις 23.3.10. Αυτό προέκυπτε από την ένορκη δήλωση του και από τη χειρόγραφη απόδειξη είσπραξης, την οποία ο ίδιος ο Εφεσείων επισύναψε ως Τεκμήριο 4. Δηλαδή η πληρωμή αυτή έγινε σαφώς μετά την πάροδο της δίμηνης αναστολής, ήτοι αφού ήδη είχε ενεργοποιηθεί το διάταγμα παραλαβής στις 14.12.09, όπως και ο ίδιος δηλώνει ρητώς. Δεν θα επεκταθούμε ως προς το κατά πόσον ήταν νόμιμη μια τέτοια πληρωμή μετά την ενεργοποίηση του διατάγματος διότι παραμένει άγνωστος ο χρόνος κατά τον οποίο ο ίδιος έδωσε τα μετρητά και την επιταγή στον δικό του συνήγορο.
Θα πρέπει να σημειωθεί πως έναν μήνα πριν την πληρωμή αυτή, ήτοι στις 23.2.10 ο Εφεσείων είχε καταχωρίσει την πρώτη αίτηση του για ακύρωση του διατάγματος παραλαβής. Δεν την προώθησε όμως. Την απέσυρε ανεπιφύλακτα στις 11.5.10. Λογικά, εάν ετίθετο θέμα ακύρωσης «λόγω εξόφλησης» στο ενδιάμεσο διάστημα, θα επέμενε στην αίτηση του. Είναι προφανές πως δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός περί εξόφλησης και τούτο επειδή είχε ήδη ενεργοποιηθεί το διάταγμα παραλαβής, το οποίο ασφαλώς αφορούσε πλέον αρκετούς άλλους πιστωτές και όχι μόνο τον ένα, ο οποίος ζήτησε την έκδοση του διατάγματος παραλαβής. Είναι επίσης προφανές ότι ο ίδιος ο Εφεσείων εκλαμβάνει πως υπήρχε μόνον ένας πιστωτής, πράγμα το οποίο ανέφερε και στην πρώτη του αίτηση ακύρωσης κατά το 2010 («Εξ όσων κάλλιον γνωρίζω προσωπικά και πληροφορούμαι και από τον Επίσημο Παραλήπτη, ο πιστωτής μου είναι ένας … δηλαδή η Hellenic Ban public Company Ltd»).
Πλην όμως κάτι τέτοιο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Είναι ενδεικτικό ότι στην πρώτη συνέλευση πιστωτών στις 28.11.13 εκπροσωπήθηκαν άλλοι οκτώ πιστωτές ενώ αργότερα οι πιστωτές αυξήθηκαν σε 17 για το συνολικό ποσό των €14.366.756, όπως ορθώς επισήμανε και το πρωτόδικο Δικαστήριο. Όπως χαρακτηριστικά και σε σχέση με το Άρθρο 31 υποδεικνύεται στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Πτώχευσης» δρ Α. Π. Ποιητής, 2020, σ. 215: «Η πληρωμή εξ ολοκλήρου σημαίνει καταβολή ολόκληρου του οφειλόμενου ποσού, δηλαδή 100 σεντ για κάθε οφειλόμενο ευρώ, πλέον έξοδα και τόκους. Η πληρωμή πρέπει να γίνει σε μετρητά. Οποιαδήποτε άλλη πληρωμή δεν είναι πληρωμή εξ ολοκλήρου και δεν εμπίπτει στη διάταξη αυτή». Δεν συμφωνούμε συνεπώς ότι είχε στοιχειοθετηθεί εξόφληση χρεών και πολύ περισσότερο εξόφληση των χρεών εξ ολοκλήρου.
Στη βάση και πάλι του Άρθρου 31 του Κεφ. 5, ο Εφεσείων προβάλλει περαιτέρω πως «δεν έπρεπε να είχε κηρυχθεί σε πτώχευση» διότι δεν τού είχε επιδοθεί το διάταγμα παραλαβής. Το Δικαστήριο κήρυξε την πτώχευση στις 10.1.14, κατόπιν απόφασης της Συνέλευσης των Πιστωτών και σχετικής αίτησης του Επίσημου Παραλήπτη ημερ. 17.12.13.
Σύμφωνα με το ισχύον τότε Άρθρο 9 του Κεφ. 5, με την έκδοση του διατάγματος παραλαβής, ο Επίσημος Παραλήπτης καθίστατο παραλήπτης της περιουσίας του χρεώστη. Αυτό προνοούσε και το επίδικο διάταγμα παραλαβής. Με δεδομένη την αναστολή εκτέλεσης ο Επίσημος Παραλήπτης κατέστη παραλήπτης δύο μήνες μετά την έκδοση του διατάγματος και δη στις 14.12.09. Ο κ.65 των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών, (Δ.Ν., Τόμος ΙΙ, σ. 15) προνοεί, σε σχέση με την παράδοση ή την επίδοση τέτοιου διατάγματος, τα ακόλουθα:
“65.-(1) A copy of every receiving order shall forthwith be delivered to the Official Receiver by the person on whose petition it was made.
(2) Such person shall also deliver a copy of such order to the chief clerk of the Land Registry Office in like manner as in the case of bankruptcy petitions under rule 48.
(3) Such person shall also cause a copy of such order to be served on the debtor”.
Ο Εφεσείων επικαλείται τον πιο πάνω κ.65(3), υποστηρίζοντας ότι δεν είχε επιδοθεί στον ίδιο το διάταγμα παραλαβής. Τα όσα σχετικά με επίδοση ανέφερε το ποινικό Δικαστήριο, και μάλιστα στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως, ασφαλώς και δεν δέσμευαν το εκδικάσαν την κρινόμενη αίτηση ακύρωσης πρωτόδικο Δικαστήριο. Πλην όμως είναι γεγονός πως εκ μέρους των Εφεσιβλήτων δεν προσκομίστηκε μαρτυρία για τη διενέργεια τέτοιας επίδοσης. Εκεί που σφάλλει ο Εφεσείων είναι στη θεώρηση του ότι η επίδοση στον χρεώστη αποσκοπεί στην ενεργοποίηση του διατάγματος παραλαβής. Δεν θέτουν όμως τέτοια προϋπόθεση ούτε ο Νόμος ούτε οι Κανονισμοί. Βασικός σκοπός του κ.65(3) είναι να διασφαλιστεί ότι θα λάβει γνώση και ο χρεώστης.
Στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει καμμιά αμφιβολία ότι ο Εφεσείων είχε εξαρχής πλήρη γνώση για το ότι εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής, καθώς και για το περιεχόμενο του. Αυτό συνάγεται από το ότι:
(α) Εκπροσωπήθηκε κατά την έκδοση του από δικηγόρο, εξασφαλίζοντας και δίμηνη αναστολή.
(β) Στις 23.2.10 καταχώρισε την πρώτη αίτηση ακύρωσης και στη συνοδεύουσα ένορκη δήλωση του περιέγραψε επακριβώς τις βασικές πρόνοιες του διατάγματος παραλαβής.
(γ) Στην πιο πάνω αίτηση του ημερ. 23.2.10 δεν προέβαλε οποιοδήποτε ζήτημα μη επίδοσης του διατάγματος παραλαβής.
(δ) Στις 18.3.10 εμφανίστηκε καθηκόντως στον Επίσημο Παραλήπτη και έλαβε μέρος στην Προκαταρκτική Εξέταση Χρεώστη, απαντώντας σε πληθώρα ερωτήσεων.
Δεν συμφωνούμε ότι τα πιο πάνω στοιχεία τεκμηριώνουν με την απαιτούμενη βεβαιότητα ότι υπήρξε επίδοση (αν και είναι πολύ πιθανό). Παρομοίως όμως δεν συμφωνούμε με την εισήγηση ότι υπήρξε οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός ή ουσιαστική αδικία για τον Εφεσείοντα, δεδομένου ότι ήταν ενήμερος για όλες τις διαδικασίες και άσκησε όλα τα δικαιώματα που επιθυμούσε. Παραθέτουμε προς τούτο, το Άρθρο 102 του Κεφ. 5:
«102.-(1) Καμιά πτωχευτική διαδικασία δεν ακυρώνεται εξαιτίας τυπικού ελαττώματος ή αντικανονικότητας, εκτός αν το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου υποβλήθηκε ένσταση εναντίον της διαδικασίας είναι της γνώμης ότι προκλήθηκε από το ελάττωμα ή την αντικανονικότητα ουσιαστική αδικία και ότι η αδικία δεν δύναται να θεραπευτεί από οποιοδήποτε διάταγμα του Δικαστηρίου εκείνου».
Με βάση τα πιο πάνω δεν εντοπίζουμε οποιοδήποτε σφάλμα στην πρωτόδικη κατάληξη.
Εν κατακλείδι, θεωρούμε χρήσιμο να σημειώσουμε πως ο Εφεσείων στην τελευταία παράγραφο της ένορκης δήλωσης του, πέραν της ακύρωσης των διαταγμάτων, ζήτησε και όπως αποκατασταθεί «διότι η περαιτέρω συνέχιση της θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην επαγγελματική, προσωπική και οικογενειακή μου ζωή». Επ’ αυτού οφείλουμε να παρατηρήσουμε πως κατά τη δική μας κρίση ο Εφεσείων έχει, μετά τον τροποποιητικό Ν.61(Ι)/15, αυτοδικαίως αποκατασταθεί δυνάμει της επιφύλαξης του Άρθρου 27Α(2) το οποίο έχει ως εξής:
«(2) Πτωχεύσας, για τον οποίο το σχετικό διάταγμα πτώχευσης είχε εκδοθεί τρία (3) έτη πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Πτώχευσης (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015 και το διάταγμα αυτό συνεχίζει να ισχύει κατά την εν λόγω ημερομηνία, αποκαθίσταται αυτοδικαίως μετά την πάροδο έξι (6) μηνών από την ημερομηνία αυτή, εκτός εάν αυτός έχει ήδη αποκατασταθεί προηγουμένως ή εάν το εν λόγω διάταγμα έχει ήδη ακυρωθεί:
Νοείται ότι, σε περίπτωση που το σχετικό διάταγμα πτώχευσης είχε εκδοθεί σε διάστημα μικρότερο από τρία (3) έτη πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Πτώχευσης (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015 και το διάταγμα αυτό συνεχίζει να ισχύει κατά την εν λόγω ημερομηνία, τότε ο πτωχεύσας αποκαθίσταται αυτοδικαίως μετά την πάροδο τριών (3) ετών και έξι (6) μηνών από την ημερομηνία του διατάγματος παραλαβής, εκτός εάν αυτός έχει ήδη αποκατασταθεί προηγουμένως ή εάν το διάταγμα πτώχευσης ή διάταγμα παραλαβής έχει ήδη ακυρωθεί.
(έμφαση δοθείσα)
Δημιουργείται κάποια ασάφεια από τη χρήση του όρου «διατάγματος παραλαβής» στην πιο πάνω επιφύλαξη αλλά δεν επηρεάζει την κρίση μας καθότι ούτως ή άλλως έχει παρέλθει το αναφερόμενο διάστημα των 3,5 ετών από την κήρυξη της πτώχευσης.
Κατάληξη
Στη βάση όλων των πιο πάνω η έφεση απορρίπτεται με έξοδα €2.000 συν Φ.Π.Α., εάν υπάρχει, υπέρ εκάστου Εφεσιβλήτου και εις βάρος του Εφεσείοντος.
Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.
Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.
Θ. ΘΩΜΑ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο