ΑΔΩΝΗΣ ΑΔΩΝΗ v. K&Y. THEODOROU INVESTMENTS & CONSTRUCTION LTD ΥΠΟ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ, ΔΙΑ ΜΕΣΟΥ ΤΩΝ ΠΑΡΑΛΗΠΤΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΩΝ ΤΗΣ ΑΧΙΛΛΕΑ ΜΑΛΛΙΩΤΗ ΚΑΙ ΕYΦΡΟΣΥΝΗΣ ΜΟΝΟΥ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε178/2019, 9/9/2026
print
Τίτλος:
ΑΔΩΝΗΣ ΑΔΩΝΗ v. K&Y. THEODOROU INVESTMENTS & CONSTRUCTION LTD ΥΠΟ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ, ΔΙΑ ΜΕΣΟΥ ΤΩΝ ΠΑΡΑΛΗΠΤΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΩΝ ΤΗΣ ΑΧΙΛΛΕΑ ΜΑΛΛΙΩΤΗ ΚΑΙ ΕYΦΡΟΣΥΝΗΣ ΜΟΝΟΥ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε178/2019, 9/9/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε178/2019)

 

                                        9 Σεπτεμβρίου 2026

 

[Χ. Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

 

ΑΔΩΝΗΣ ΑΔΩΝΗ

Εφεσείων/Αιτητής

v.

 

1.        K&Y. THEODOROU INVESTMENTS & CONSTRUCTION LTD ΥΠΟ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ, ΔΙΑ ΜΕΣΟΥ ΤΩΝ ΠΑΡΑΛΗΠΤΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΩΝ ΤΗΣ ΑΧΙΛΛΕΑ ΜΑΛΛΙΩΤΗ ΚΑΙ ΕYΦΡΟΣΥΝΗΣ ΜΟΝΟΥ

2.        ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ

3.        ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ

4.        ΚΥΠΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ

5.        ΜΑΡΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ

6.        ΕΛΕΝΗ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ

 

Εφεσίβλητοι/Καθ’ ων η Αίτηση

 


 

Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερ. 30.4.25

 

ΑΔΩΝΗΣ ΑΔΩΝΗ

Εφεσείων/Αιτητής

v.

 

1.   K&Y. THEODOROU INVESTMENTS & CONSTRUCTION LTD ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΚΑΙ ΥΠΟ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ, ΔΙΑ ΜΕΣΟΥ ΤΟΥ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΠΕΤΡΟΥ ΙΩΑΝΝΙΔΗ

2.   ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ

3.   ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ

4.   ΚΥΠΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ

5.   ΜΑΡΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ

6.   ΕΛΕΝΗ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ

Εφεσίβλητοι/Καθ’ ων η Αίτηση

--------------------

 

Α. Κασσιανής για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα

Κ. Πανάγος για Πανάγος & Πανάγος Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσίβλητη 1

Γ. Ζαχαρίου (κα) για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσίβλητη 2

Π. Χαραλάμπους (κα) με Λ. Ανδρεοπούλου (ασκούμενη δικηγόρο), για Γενικόν Εισαγγελέα, για τον Εφεσίβλητο 3

Τ. Κυριακίδης για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσίβλητους 4, 5 και 6

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Ο Εφεσείων, πρωτοδίκως ενάγων, προσβάλλει την ενδιάμεση απόφαση του Ε.Δ. Λάρνακας ημερ. 11.7.19, με την οποία απέρριψε την αίτηση του για έκδοση τριών απαγορευτικών διαταγμάτων. Ειδικότερα, με τα αιτητικά στην αίτηση ζητούσε αντίστοιχα όπως:

 

1.        Απαγορευθεί στους Εφεσίβλητους 2 και 3 να μεταβιβάσουν το επίμαχο οικόπεδο στους Εφεσίβλητους 4, 5 και 6.

 

2.        Απαγορευθεί στον Εφεσίβλητο 3 να παραμερίσει την Αίτηση Εγκλωβισμένου Αγοραστή υπ’ αρ. ΑΕΑ363/17, την οποία είχε καταχωρίσει ο ίδιος (ο Εφεσείων).

 

3.        Απαγορευθεί στους Εφεσίβλητους 4, 5 και 6 να αποξενώσουν και ή επιβαρύνουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο το επίμαχο οικόπεδο.

 

Η Εφεσίβλητη 1 δεν είχε εμφανιστεί στην ακρόαση της αίτησης. Ενστάσεις πρωτοδίκως καταχώρισαν μόνον η Εφεσίβλητη 2 τράπεζα, ο Εφεσίβλητος 3 διευθυντής Κτηματολογίου και οι Εφεσίβλητοι 4, 5 και 6 επιτυχόντες προσφοροδότες σε πλειστηριασμό, τον οποίο προώθησε προηγουμένως η ενυπόθηκη δανειστής Εφεσίβλητη 2. Δεν υπήρχαν αμφισβητήσεις όσον αφορά τα ουσιώδη γεγονότα, τα οποία συμπληρώθηκαν και με κάποιες διευκρινιστικές δηλώσεις των συνηγόρων ενώπιον μας.

 

Η Εφεσίβλητη 1 δραστηριοποιείτο στον κατασκευαστικό οικοδομικό τομέα. Επί του επίμαχου οικοπέδου προγραμμάτισε να ανεγείρει συγκρότημα διαμερισμάτων. Ο Εφεσείων, δυνάμει σχετικού συμβολαίου, αγόρασε στις 5.8.11 ένα εκ των σχεδιασθέντων διαμερισμάτων (υπ’ αρ. 201, Theodorou Court 55, Λεωφ. Φανερωμένης). Κατέθεσε το αγοραπωλητήριο έγγραφο στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης στις 29.8.11 (ΠΩΕ684/11). Κατά την κατάθεση του πωλητηρίου το Κτηματολόγιο ενημέρωσε τον Εφεσείοντα ότι το οικόπεδο βαρύνετο ήδη με την υποθήκη Υ.8371/08 και το εμπράγματο βάρος ΕΒ915/11. Έναντι του τιμήματος πώλησης των €247.826,08 ο Εφεσείων κατέβαλε μέχρι τις 21.2.12 το ποσό των €130.272,96 (Τεκμήρια 3 έως 7). Σύμφωνα με το πωλητήριο έγγραφο, μέχρι την εν λόγω ημερομηνία έπρεπε να είχε καταβάλει ακόμα €40.000 και το υπόλοιπο σε μεταγενέστερο χρόνο, αναλόγως της προόδου των οικοδομικών εργασιών.

 

Στις 24.6.15, άλλη δανειστής, η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, διόρισε βάσει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης (εφ’ όλης της περιουσίας) διαχειριστές παραλήπτες της περιουσίας της Εφεσίβλητης 1.

 

Στις 14.10.16, άλλη πιστωτής, η εταιρεία Παναγιώτης Κώστα Ανδρέα & Υιοί (Ελαιοχρωματιστές) Λτδ υπέβαλε αίτηση στο Κτηματολόγιο για αναγκαστική πώληση των ακινήτων της Εφεσίβλητης 1, μεταξύ των οποίων και του επίμαχου οικοπέδου (ΑΝΠ76/2016).

 

Στις 10.4.17 η Εφεσίβλητη 2 τράπεζα επέδωσε στον Εφεσείοντα Ειδοποίηση Τύπου Ι, σε σχέση με το απαιτητό χρέος της Εφεσίβλητης 1, ύψους €1.329.038, το οποίο εξασφάλιζε η υποθήκη Υ.8371/08 (Τεκμήριο 10).

 

Στις 4.8.17 η Εφεσίβλητη 2 επέδωσε στον Εφεσείοντα Ειδοποίηση τύπου ΙΑ, σε σχέση με την πρόθεση της να προχωρήσει στις 13.11.17 σε πώληση δια πλειστηριασμού του επίμαχου οικοπέδου, προς είσπραξη του ως άνω χρέους (Τεκμήριο 11). Στις 9.10.17 επέδωσε και την Ειδοποίηση Πλειστηριασμού, Δελτίο Α, με επιφυλασσόμενη τιμή το ποσόν των €357.600 (Τεκμήριο 12).

 

Λίγες μέρες πριν τον πλειστηριασμό και δη στις 8.11.17 ο Εφεσείων κατέθεσε στο Κτηματολόγιο την προαναφερθείσα ΑΕΑ363/17 (Τεκμήριο 13), ζητώντας να διαγραφεί η υποθήκη και να μεταβιβαστεί στον ίδιο το διαμέρισμα (το οποίο, ας σημειωθεί, δεν είχε ολοκληρωθεί).

 

Εν τέλει ο πλειστηριασμός προχώρησε στις 13.11.17 και το οικόπεδο πωλήθηκε στους Εφεσίβλητους 4, 5 και 6 έναντι ποσού €358.000. Στις 20.7.18 η Εφεσίβλητη 2 επέδωσε στον Εφεσείοντα Ειδοποίηση περί Προτεινόμενης Διάθεσης Προϊόντος της Πώλησης (Τεκμήριο 14) και λίγο αργότερα, στις 20.8.18 επέδωσε και την Επικύρωση Προτεινόμενης Διάθεσης (Τεκμήριο 15).

 

Ας σημειωθεί ότι στο ενδιάμεσο και δη στις 24.7.18 η Εφεσίβλητη 2 τράπεζα υπέβαλε στο Κτηματολόγιο αίτηση για «Μετεγγραφή/ Μεταβίβαση» του οικοπέδου, επ’ ονόματι των αγοραστών Εφεσιβλήτων 4, 5 και 6, η οποία αίτηση έλαβε τον αριθμό ΑΝΠ83/2018. Ο Εφεσίβλητος 3 παραδέχεται πως κατά τον έλεγχο της αίτησης ΑΝΠ83/2018 διαπιστώθηκε ότι εκκρεμούσε η αίτηση ΑΕΑ363/17, που είχε υποβάλει ο Εφεσείων. Εξ ου και στις 12.6.19 το Κτηματολόγιο απέστειλε επιστολή στον Εφεσείοντα με το εξής περιεχόμενο:

 

«Αναφέρομαι στην αίτηση σας με αριθμό φακέλου ΑΕΑ363/2017 που κατατέθηκε στο γραφείο μου στις 08/11/2017 και αφορά αίτηση μεταβίβασης στο όνομα σας ενός διαμερίσματος αρ. 201, […], που έχετε αγοράσει με το πωλητήριο έγγραφο αριθμό ΠΩΕ684/2011 ημερομηνίας 05/08/2011, από την εταιρεία K.&Y THEODOROU INVESTMENTS & CONSTRUCTION LTD. Για το διαμέρισμα δεν υπάρχει ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας.

 

Ενόψει των πιο πάνω και επειδή το ακίνητο της πωλήτριας εταιρείας όπως περιγράφεται πιο πάνω έχει πωληθεί στις 13/11/2017, στη δημοπρασία από το ενυπόθηκο δανειστή σύμφωνα με τις πρόνοιες του Μέρους VIΑ του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων, Νόμος 9/1965, σας πληροφορώ ότι η αίτηση σας ΑΕΑ363/2017 θα παραμεριστεί εκτός εάν μέσα σε τριάντα (30) μέρες προσκομίσετε διάταγμα του δικαστηρίου που να διατάσει διαφορετικά».

 

Μετά την πιο πάνω επιστολή ο Εφεσείων καταχώρισε την αγωγή και αυθημερόν (1.7.19) την κρινόμενη εδώ αίτηση του, για την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο διέταξε όπως καταστεί δια κλήσεως, πράγμα που έγινε.

 

Να προσθέσουμε ότι, μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης και δη στις 13.9.24, το επίδικο οικόπεδο ενεγράφη, ανά εν τρίτον μερίδιο, στους επιτυχόντες προσφοροδότες Εφεσίβλητους 4, 5 και 6 ενώ αργότερα ο Εφεσίβλητος 5 δώρισε το δικό του μερίδιο στην Εφεσίβλητη 6. Αυτός ήταν και ο λόγος που ο Εφεσείων δήλωσε ενώπιον μας πως δεν επιμένει στην έφεση του εναντίον του Εφεσίβλητου 5, ζητώντας άδεια απόσυρσης της εναντίον του συγκεκριμένου.


 

Πρωτόδικη Διαδικασία

 

Το βασικό επιχείρημα του Εφεσείοντος ήταν ότι ο γενόμενος πλειστηριασμός ήταν εξ υπαρχής άκυρος δεδομένου ότι πέντε ημέρες πριν την πραγματοποίηση του, ο ίδιος είχε υποβάλει την προαναφερθείσα αίτηση ως εγκλωβισμένος αγοραστής με βάση το Μέρος VIB του Ν.9/65 για απάλειψη της υποθήκης και εγγραφή του αγορασθέντος διαμερίσματος επ’ ονόματι του, το δε Άρθρο 44ΙΘ(2) του εν λόγω Νόμου προέβλεπε, μεταξύ άλλων, ότι σε τέτοια περίπτωση οποιαδήποτε διαδικασία πλειστηριασμού αναστέλλεται μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της εξέτασης της αίτησης (εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις των εδ. (α) και (β) του πιο πάνω Άρθρου).

 

Ο πρωτόδικος Δικαστής έκρινε ότι ήταν ορθότερο να εξετάσει πρώτα το θέμα της συνταγματικότητας του Μέρους VIB του Ν.9/65. Μετά από εκτενή παράθεση σχετικών νομολογιακών αρχών, κατέληξε ότι η εξάλειψη της υποθήκης συνιστά αφενός, στέρηση ιδιοκτησίας κατά παράβαση του Άρθρου 23 του Συντάγματος και αφετέρου, αυθαίρετη και δυσμενή διάκριση κατά παράβαση του Άρθρου 28 του Συντάγματος, οπότε έκρινε το Μέρος VIB του Ν.9/65 αντισυνταγματικό. Δεδομένου ότι η αγωγή στηρίζεται στα άρθρα τα οποία κηρύχθηκαν ως αντισυνταγματικά, ο πρωτόδικος Δικαστής κατέληξε πως δεν πληρούντο οι προϋποθέσεις για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων. Παρά την κατάληξη του, προχώρησε καταγράφοντας τις θέσεις του και για άλλα θέματα, ούτως ώστε να μπορούν να ελεγχθούν σε περίπτωση που η πιο πάνω προσέγγιση του κριθεί λανθασμένη. Μεταξύ άλλων κατέγραψε τις θέσεις και για τις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60. Δεν κρίνουμε ότι απαιτείται η παράθεση των θέσεων αυτών επί του παρόντος.   

Λόγοι Έφεσης

 

Ο Εφεσείων προσβάλλει την απόφαση με 10 λόγους έφεσης. Εξ αυτών οι λόγοι έφεσης 1 έως 4 αφορούν, άμεσα ή έμμεσα, το ζήτημα της συνταγματικότητας. Με τους υπόλοιπους έξι λόγους έφεσης υποστηρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα προέβη σε ευρήματα για συγκεκριμένες ενέργειες του Εφεσείοντος (5ος λόγος), έκρινε ότι το ορθό ένδικο μέσο προσβολής της επιστολής ημερ. 12.6.19 ήταν η αίτηση-έφεση (6ος λόγος), έκρινε ότι δεν στοιχειοθετείτο η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/60 (7ος λόγος), έκρινε ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας έκλινε εναντίον της έκδοσης των διαταγμάτων (8ος λόγος), έκρινε ότι η συμπεριφορά του Εφεσείοντος συνιστούσε κατάχρηση διαδικασίας (9ος λόγος) και τέλος, ότι εσφαλμένα δεν εξέδωσε τα διατάγματα (10ος λόγος).

 

Καθίσταται ευλόγως αντιληπτό, θεωρούμε, ότι ουσιωδέστεροι είναι οι λόγοι έφεσης 1 έως 4, οι οποίοι εστιάζουν στο ζήτημα της συνταγματικότητας, στο οποίο ουσιαστικά βασίστηκε και ο πρωτόδικος Δικαστής, για την απόρριψη της αίτησης. Είναι προφανές πως η κρίση επί αυτών των τεσσάρων πρώτων λόγω έφεσης, ενδέχεται να καταστήσει αχρείαστη την εξέταση οποιωνδήποτε άλλων λόγων και ή να καταστήσει την ίδια την έφεση άνευ αντικειμένου. Προέχει λοιπόν η εξέταση αυτών των λόγων έφεσης.

 

Με τους λόγους έφεσης 1 και 2 ο Εφεσείων προωθεί ουσιαστικά τη θέση ότι ο πρωτόδικος Δικαστής εσφαλμένα ασχολήθηκε με τη συνταγματικότητα διότι ούτε η Εφεσίβλητη 2 τράπεζα ούτε οι Εφεσίβλητοι 4 έως 6 ήγειραν ζήτημα αντισυνταγματικότητας «τουλάχιστον όπως προτάσσει η πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου» (βλ. Πιπονίδη ν. Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ κ.ά. (2017) 1(Γ) Α.Α.Δ. 3122).  

 

Ο Εφεσείων δεν έχει δίκαιο σε όλη την έκταση της εισήγησης του. Το ζήτημα το είχαν εγείρει τόσο με λόγο ένστασης όσο και με σχετική αναφορά στην ένορκη δήλωση τους οι Εφεσίβλητοι 4, 5 και 6. Η πρωτόδικη αναφορά ότι είχε εγείρει το θέμα και η Εφεσίβλητη 2 δεν ήταν μεν ορθή, πλην όμως αυτό δεν αναιρεί την πιο πάνω διαπίστωση. Επί τούτου ήταν ορθή η πρωτόδικη διαπίστωση ότι η θέση των Εφεσιβλήτων 4 έως 6 ήταν πως τα άρθρα του Μέρους VIB του Ν.9/65 αντίκεινται «στα Άρθρα 23 και 28 του Συντάγματος καθότι επιβάλλουν αδικαιολόγητη στέρηση και περιορισμό στο δικαίωμα ιδιοκτησίας και περιουσίας των Καθ’ ων η Αίτηση και δημιουργείται ανισότητα». Το πρωτόδικο Δικαστήριο δικαίως χαρακτήρισε τη γενόμενη αναφορά, στην ένσταση και στην ένορκη δήλωση, ως «λιτή», πλην όμως, υπό τις περιστάσεις, είχε επίσης δίκαιο στο ότι «ικανοποιεί το Δικαστήριο για σκοπούς εξέτασης του θέματος».

 

Βέβαια, το ουσιώδες ερώτημα αφορά την έκταση της εξέτασης, στην οποία μπορούσε να προβεί το Δικαστήριο σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο. Αυτό ακριβώς είναι το ζήτημα το οποίο εγείρει ο Εφεσείων με τους λόγους έφεσης 3 και 4. Προβάλλει συγκεκριμένα πως το πρωτόδικο Δικαστήριο οδηγήθηκε στην απόρριψη της αίτησης διότι εσφαλμένα και ανεπίτρεπτα αποφάσισε τελεσίδικα το ζήτημα της συνταγματικότητας και ουσιαστικά αποφάσισε τελεσίδικα την ουσία και τη βάση της αγωγής στο ενδιάμεσο στάδιο.   

 

Είναι αλήθεια πως, σύμφωνα με πάγια νομολογία, δεν είναι ορθό για το Δικαστήριο να αποφασίζει σε ένα τέτοιο ενδιάμεσο στάδιο αντικρουόμενα πραγματικά ζητήματα ή δύσκολα ή περίπλοκα νομικά σημεία τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση (βλ. Parico Aluminium Designs Ltd ν. Muskita Aluminium Co. Ltd κ.ά. (2002) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2015. Όπως καθοδηγητικά συνοψίστηκε στην υπόθεση Ιορδάνους ν. PS Seamless Gutters Ltd κ.ά., Πολ. Έφ. 4/2022, ημερ. 8.11.22:

 

«Δεν εκδικάζεται σ΄ αυτό το στάδιο η διαφορά, και δεν καθορίζονται από αυτό το πρόωρο στάδιο δικαιώματα και υποχρεώσεις (Jonitexo Ltd v. Adidas (1984) 1 CLR 263). Μάλιστα στην υπόθεση Milton Investment Company Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd (2014) 1(Α) ΑΑΔ 731,  740, τονίστηκε πως τα Δικαστήρια δεν πρέπει να αφήνουν να αιωρείται ούτε καν σκιά ότι έχουν αποφασίσει την ουσία της υπόθεσης.  Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα:

 

 «… το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και  νομικού  καθεστώτος της υπόθεσης καθότι αυτό γίνεται κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης.  Πρόκειται, να τονίσουμε, για αρχή που πρέπει να τηρείται με ευλάβεια και  κατά το ενδιάμεσο αυτό στάδιο, το Δικαστήριο όχι μόνο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει στα προαναφερθέντα συμπεράσματα, αλλά και να μην αφήνει να αιωρείται η σκιά ότι έχει αποφασίσει την ουσία της υπόθεσης ή κάποια ουσιώδη πτυχή της.»»

 

Για το ίδιο θέμα και με αναφορά ειδικότερα στη διερεύνηση ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, στο σύγγραμμα «Διατάγματα»,           Γ. Ερωτοκρίτου & Π. Αρτέμης, 2016, σ. 127, τονίζεται πως:

 

«Εκείνο που πρέπει να ξεκαθαρίσει από την αρχή είναι ότι εξετάζοντας την πιθανότητα επιτυχίας, όπως βέβαια και τις άλλες προϋποθέσεις, δεν είναι επιθυμητό το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε βάθος στα επίδικα θέματα σ’ αυτό το πρόωρο στάδιο. Δεν πρόκειται για την εκδίκαση της αγωγής. Εκείνο που το δικαστήριο αναζητά είναι ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Συχνά οι δικηγόροι καλούν το δικαστήριο να πάρει θέση σε διάφορα ζητήματα που θέτουν, με σκοπό να αποφασίσει ότι η αγωγή δεν είναι καν βιώσιμη. Όμως η άσκηση κρίσης επί σοβαρών και περίπλοκων ζητημάτων στα πλαίσια αίτησης για παρεμπίπτον διάταγμα, δεν ενδείκνυται».

 

Έχουμε την άποψη πως όντως στην παρούσα περίπτωση το πρωτόδικο Δικαστήριο λειτούργησε κατά τρόπο ανεπιθύμητο. Ασφαλώς, εκδικάζοντας αίτηση για ενδιάμεσα διατάγματα, μπορούσε και ώφειλε να εξετάσει κατά πόσον υφίστατο ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Κατά την εξέταση δε αυτή νομιμοποιείτο να προεκτιμήσει το πραγματικό και νομικό καθεστώς της υπόθεσης ούτως ώστε να εκφέρει κρίση ως προς το κατά πόσον υπήρχε ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της αγωγής. Προβαίνοντας στη διεργασία αυτή ασφαλώς και μπορούσε να λάβει υπ’ όψιν τη σχετική νομοθεσία και την υφιστάμενη τότε δεσμευτική νομολογία, για τα θέματα τα οποία εξέταζε.

 

Πλην όμως για τη συνταγματικότητα του Μέρους VIB του Ν.9/65 δεν υπήρχε κατά το 2019 τέτοια δεσμευτική νομολογία. Εξ ου βέβαια και το πρωτόδικο Δικαστήριο ανάλωσε το πλείστο μέρος της απόφασης του (τις 22 από τις 45 σελίδες) στην εκτενή ανάλυση του ζητήματος αυτού. Πράττοντας όμως έτσι καθόρισε έκτοτε τελεσίδικα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών. Η δική μας κρίση είναι πως αυτός ο χειρισμός τότε θα έπρεπε να είχε αποφευχθεί και εννοούμε την οριστική επίλυση του ζητήματος της συνταγματικότητας. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως η προεκτίμηση για το ίδιο θέμα δεν θα μπορούσε να οδηγήσει και πάλι στην ανυπαρξία ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής. Αλλά αυτό μπορούσε να γίνει χωρίς οριστικά, τελεσίδικα και αμετάκλητα συμπεράσματα επί του θέματος.

 

Στηριζόμενος στον πιο πάνω εσφαλμένο χειρισμό ο Εφεσείων, με το περίγραμμα του, εισηγείται την ακύρωση της απόφασης και περαιτέρω την έκδοση διατάγματος ως το Αιτητικό 3 της αίτησης του, δηλαδή διάταγμα, το οποίο να απαγορεύει στους σημερινούς ιδιοκτήτες να αποξενώσουν ή επιβαρύνουν το οικόπεδο. Αυτό, αφού βέβαια καταλήξει το Εφετείο ότι πληρούνται όλες οι καθιερωμένες προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/60, πράγμα που εισηγείται ο Εφεσείων.

 

Θα πρέπει ευθύς εξαρχής να πούμε ότι η ως άνω εισήγηση δεν μπορεί να επιτύχει και τούτο λόγω μεταγενέστερης νομολογίας η οποία, τελεσίδικα πλέον, έκρινε ως αντισυνταγματικό το Μέρος VIB του Ν.9/65. Αναφερόμαστε στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Διευθυντή Κτηματολογίου κ.ά., Πολ. Έφ. 285/2018, ημερ. 20.6.24. Όπως συνάγεται από το περίγραμμα του (σ. 24), ο Εφεσείων γνωρίζει για την εν λόγω απόφαση αλλά φαίνεται να θεωρεί ότι αποφασίστηκε η αντισυνταγματικότητα μόνο εν σχέσει με το Άρθρο 26 του Συντάγματος, του οποίου δεν έγινε επίκληση στην παρούσα. Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα. Το Εφετείο διαπίστωσε αντίθεση όχι μόνον εν σχέσει με το Άρθρο 26 αλλά και με το Άρθρο 23 του Συντάγματος. Παραθέτουμε προς επιβεβαίωση, όσα σχετίζονται με το Άρθρο 23, από την εν λόγω υπόθεση Τράπεζα Κύπρου (ανωτέρω):

 

«Στη βάση των προαναφερόμενων, νομολογηθέντων, εξετάζοντας την ουσία των ζητημάτων που βρίσκονται ενώπιον μας, καταλήγουμε ότι η απάλειψη και/ή απαλλαγή εγγεγραμμένων υποθηκών από ακίνητο, και ειδικότερα της υποθήκης Υ3758/2003 που ήταν εγγεγραμμένη προς όφελος των εφεσειόντων, προγενέστερα του συμβολαίου αγοράς που κατέθεσε ο εφεσίβλητος 3, προφανώς, αποτελεί κατάργηση του εν λόγω περιουσιακού δικαιώματος των εφεσειόντων.  Πρόκειται για πράξη βασιζόμενη στη διάταξη του Άρθρου 44ΚΒ, ειδικότερα με τις παραγράφους (2) και (4), όμως η εν λόγω διάταξη δεν βρίσκει έρεισμα στο πλαίσιο που θέτουν οι παραγράφοι 3 και 4 του Άρθρου 23 του Συντάγματος.  Ως προκύπτει, από τις εν λόγω διατάξεις, η στέρηση περιουσιακού δικαιώματος είναι δικαιολογημένη για πολύ συγκεκριμένο λόγο (Άρθρο 23.4 του Συντάγματος) και δη κατόπιν απαλλοτρίωσης με καταβολή δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης.  Όσον αφορά στο επιτρεπτό περιορισμού του  υπό συζήτηση δικαιώματος, δυνάμει του Άρθρου 23.3 του Συντάγματος, δεν προκύπτει πως με την απόφαση του, ημερομηνίας 15.09.2017, ο εφεσίβλητος 1, είχε πρόθεση για περιορισμό, αλλά ευθέως πρόκειται για κατάργηση, χωρίς να προνοείται στο νόμο καταβολή δίκαιης αποζημίωσης. Συνεπώς, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις δεν παρέχεται δυνατότητα, στο Δικαστήριο, ερμηνείας των επίμαχων διατάξεων κατά τρόπο που να συνάδει με το Σύνταγμα και, ει δυνατόν, αυτές να διασωθούν, καθ’ ότι, με την εφαρμογή τους προξενείται παραβίαση θεμελιώδους δικαιώματος.

[…]

Λαμβάνοντας υπόψη το λεκτικό των Άρθρων 44ΙΘ – 44ΚΒ αποτελεί κατάληξη μας ότι οι διατάξεις των εν λόγω άρθρων, όπως προστέθηκαν, με τον Ν. 139(Ι)/2015, στον Ν. 9/1965, είναι τέτοιες που δεν συνάδουν με τις διατάξεις του Άρθρου 23 του Συντάγματος και/ή τις αντιστρατεύονται, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ως εκ τούτου κρίνονται αντισυνταγματικές».

 

Αξίζει να προσθέσουμε πως και στο πλαίσιο άλλης υπόθεσης, το ίδιο ζήτημα συνταγματικότητας τέθηκε, κατόπιν παραπομπής βάσει του Άρθρου 144 του Συντάγματος, ενώπιον του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου (ΑΣΔ) στην υπόθεση Αναφορικά με την Απόφαση του Ε. Δ. Λευκωσίας ημερ. 20.5.24 για Παραπομπή, Αίτηση Αρ. 1/2024, ημερ. 26.6.24. Το ΑΣΔ λαμβάνοντας γνώση ότι προ ολίγων ημερών είχε εκδοθεί η απόφαση στην προαναφερθείσα υπόθεση Τράπεζα Κύπρου (ανωτέρω) έκρινε πως υπήρχε πλέον νομολογιακό προηγούμενο, καταλήγοντας ότι:

 

«Όταν τέθηκε το θέμα ενώπιον του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου για να εξεταστεί, όπως το Σύνταγμα και ο Νόμος επιβάλλει, κατά πόσον δηλαδή συντρέχουν οι προϋποθέσεις για να επιληφθεί της Παραπομπής, τα δεδομένα όπως τα είχε θέσει το παραπέμψαν Δικαστήριο, δικαιολογούσαν ενέργεια προς αυτή την κατεύθυνση, της εξέτασης δηλαδή του αιτήματος.  Το επέβαλλαν η σοβαρότητα του συνταγματικού ζητήματος που εγειρόταν, αλλά, και ιδίως, τα στοιχεία που έθεσε το πρωτόδικο Δικαστήριο, της έλλειψης νομολογίας επί του θέματος και των πολλών, σχετικών, αντιφατικών, πρωτόδικων αποφάσεων. 

 

Αυτά τα δεδομένα έπαυσαν να υφίστανται.  Μεσολάβησε το κρίσιμο γεγονός της έκδοσης δευτεροβάθμιας απόφασης, στην οποία αναφερθήκαμε αμέσως προηγουμένως.  Συνεπώς δεν πληρούνται πλέον οι προϋποθέσεις για περαιτέρω χειρισμό από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο του θέματος».

 

Είναι σαφές πως η εφετειακή απόφαση αναγνωρίστηκε ως νομολογιακό προηγούμενο, το οποίο επέλυε το ζήτημα και μπορούσε πλέον να ακολουθηθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η εξέταση από το ΑΣΔ, σε εκείνο το στάδιο. Προσθέτουμε περαιτέρω πως η αυστηρή προσήλωση στη νομολογία συνιστά καθιερωμένη αρχή δικαίου, θεμελιωμένη στο δόγμα της δεσμευτικότητας των δικαστικών αποφάσεων (stare decisis) ως μέσου διασφάλισης της βεβαιότητας του δικαίου (βλ. «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Τ. Ηλιάδης & Ν.Γ. Σάντης, 2014, σ. 42). Σύμφωνα με την υπόθεση Νικολάου ν. Νικολάου (Αρ. 2) (1992) 1(Β) Α.Α.Δ. 1338: «Προηγούμενες αποφάσεις του δικαστηρίου θεωρούνται κατά κανόνα δεσμευτικές. Μόνο λόγοι κεφαλαιώδους σημασίας, όπως η ουσιαστική μεταβολή των περιστάσεων στις οποίες εδράζεται αρχή δικαίου, μπορεί να δικαιολογήσουν απόκλιση από τον λόγο προηγούμενης απόφασης του δικαστηρίου».

 

Δεν μας έχει ζητηθεί αλλά ούτε και εντοπίζουμε οποιονδήποτε λόγο, ο οποίος θα επέβαλλε τη διαφοροποίηση μας από την πιο πάνω δεσμευτική νομολογία. Η άμεση συνέπεια της ύπαρξης πλέον δεσμευτικής νομολογίας για το ζήτημα της συνταγματικότητας είναι ότι επηρεάζει αναπόφευκτα την προεκτίμηση για την πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής, καθιστώντας την, όχι μόνο μη ορατή αλλά σχεδόν ανύπαρκτη, δεδομένου ότι το αγώγιμο δικαίωμα βασίζεται αποκλειστικά στη μη αναστολή του πλειστηριασμού που επέβαλλαν άρθρα τα οποία κρίθηκαν ως αντισυνταγματικά. Με αυτά τα δεδομένα δεν συμφωνούμε ότι δικαιολογείται η έκδοση του διατάγματος που εισηγείται ο Εφεσείων. Αυτονόητο είναι πως παρέλκει και η εξέταση οποιουδήποτε από τους υπόλοιπους λόγους έφεσης. Το γεγονός ότι ο Εφεσείων έχει επιτύχει στους δύο από τους λόγους έφεσης δικαιολογεί την επιδίκαση μειωμένων εξόδων.

 

Κατάληξη

 

Στη βάση όλων των πιο πάνω η έφεση απορρίπτεται.

 

Όσον αφορά τα έξοδα της έφεσης, ο Εφεσείων να καταβάλει €2.000 έξοδα στην Εφεσίβλητη 1, €2.000 έξοδα στην Εφεσίβλητη 2, €2.000 έξοδα στον Εφεσίβλητο 3 και €2.000 έξοδα στους Εφεσίβλητους 4, 5 και 6, συν Φ.Π.Α., όπου υπάρχει.

 

 

 

Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.

 

Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.

 

Θ. ΘΩΜΑ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο