ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ 1. Κ. Π. ΚΑΙ 2. Π. Π., ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, Πολιτική Έφεση Αρ. 19/2025, 29/1/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ 1. Κ. Π. ΚΑΙ 2. Π. Π., ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, Πολιτική Έφεση Αρ. 19/2025, 29/1/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

 

(Πολιτική Έφεση Αρ. 19/2025)

                                                                             (i-justice)

 

 

 29 Ιανουαρίου, 2026

 

 

[ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π., ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΔΑΥΙΔ, Δ/στές]

 

 

ΕΦΕΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΟΔΙΚΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 125/2025

 

ΥΠΟ ΤΟΝ ΤΙΤΛΟ:

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΩΝ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΩΝ ΤΟΥ 1964 ΕΩΣ (ΑΡ. 3) ΤΟΥ 2022

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥΣ ΤΟΥ 2018 ΚΑΙ 2023

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ 1. Κ. Π. ΚΑΙ 2. Π. Π., ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΕΝΤΑΛΜΑ ΕΡΕΥΝΑΣ, ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 20/05/2025, ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΟΙΚΙΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ [ ].

 

 

 

 Η. Στεφάνου με Γ. Νεάρχου και Φ. Μαλά (κα), για Ηλίας Α. Στεφάνου ΔΕΠΕ, για τους Εφεσείοντες.

 

______________________________________________________________

 

ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.:  Η Απόφαση είναι ομόφωνη, θα απαγγελθεί από τη Δικαστή Δημητριάδου-Ανδρέου.

______________________________________________________________

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.: Στις 20/5/2025 και στο πλαίσιο διερεύνησης αδικημάτων που αφορούσαν σε συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος, παράνομη είσοδο, οχλαγωγία, κακόβουλη ζημιά, κατοχή επιθετικών οργάνων, οπλοφορία προς διέγερση τρόμου, ανησυχία και επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, επιζητήθηκε η έκδοση Εντάλματος Έρευνας της οικίας και υποστατικών των Εφεσειόντων και ενός άλλου προσώπου.

 

Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίχθηκε η αίτηση της Αστυνομίας για έκδοση του προαναφερθέντος Εντάλματος Έρευνας και με βάση τα οποία κρίθηκε από Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (εφεξής «κατώτερο Δικαστήριο») δικαιολογημένη η παροχή του, εμφαίνονται στον Όρκο που συνόδευε το σχετικό αίτημα της Αστυνομίας. Αυτά συνοψίζονται ως ακολούθως:

 

Στις 18/5/2025 και περί τις 22:30, 50, περίπου, άτομα τα οποία επέβαιναν σε μοτοποδήλατα και αυτοκίνητα με καλυμμένα τα πρόσωπα τους και φορώντας διακριτικά ρούχα της ομάδας του ΑΠΟΕΛ, εισήλθαν εντός του Σωματείου ΑΕΛ Λακατάμιας. Στην κατοχή τους είχαν διάφορα επιθετικά όργανα, όπως ρόπαλα και πέτρες. Αφού τα πιο πάνω πρόσωπα εισήλθαν εντός του Σωματείου προκάλεσαν ζημιές σε γυαλιά και εξοπλισμό και επιτέθηκαν σε θαμώνες τραυματίζοντας τους σε διάφορα μέρη του σώματός τους. Στη συνέχεια αποχώρησαν από το μέρος.

 

Στις 20/5/2025 διαβιβάστηκε πληροφορία σύμφωνα με την οποία οι Εφεσείοντες, οι οποίοι είναι αδέλφια, ενέχονταν στα επεισόδια της ΑΕΛ. Σύμφωνα με την εν λόγω πληροφορία, αυτοί θεάθηκαν να επιβαίνουν σε μοτοσικλέτα της οποίας είχαν αφαιρέσει τις πινακίδες εγγραφής και μαζί με άλλα άτομα, με καλυμμένα πρόσωπα, εισήλθαν στο Σωματείο όπου προκάλεσαν ζημιές και επιτέθηκαν στους θαμώνες. Στον Όρκο οι πληροφοριοδότες χαρακτηρίστηκαν ως αξιόπιστα πρόσωπα, στη βάση του ότι είχαν συνεργαστεί και στο παρελθόν με την Αστυνομία με θετικά αποτελέσματα.

 

Ενόψει των πιο πάνω ζητήθηκε από το κατώτερο Δικαστήριο η έκδοση Ενταλμάτων Έρευνας εναντίον των Εφεσειόντων και ενός άλλου προσώπου για την οικία και τα υποστατικά τους «καθώς υπάρχει εύλογη υποψία να πιστεύεται ότι, εκεί αποκρύπτονται επιθετικά όπλα, ξύλινα ρόπαλα, κράνη, κουκούλες ή οποιαδήποτε άλλα τεκμήρια που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση όπως ρουχισμός, υποδήματα, γάντια και τα οποία υπάρχει εύλογη υποψία να πιστεύεται ότι θα παράσχουν μαρτυρία για απόδειξη των προαναφερομένων αδικημάτων», αίτημα το οποίο εγκρίθηκε.

 

Αντιδρώντας οι Εφεσείοντες αναζήτησαν θεραπεία Προνομιακού Εντάλματος αξιώνοντας την παροχή άδειας για καταχώριση αίτησης για έκδοση Εντάλματος της φύσεως Certiorari, με το οποίο να ακυρώνεται το Ένταλμα Έρευνας.

 

Αδελφή Δικαστής η οποία επελήφθη της αίτησης για παροχή άδειας (εφεξής «πρωτόδικο Δικαστήριο»), αφού αναφέρθηκε στις αρχές που διέπουν τη χορήγηση άδειας για καταχώριση αίτησης για έκδοση Εντάλματος Certiorari, καθώς επίσης και στις προϋποθέσεις έκδοσης ενός εντάλματος έρευνας, κατέληξε ότι, με βάση το περιεχόμενο του Όρκου, υπήρχε μαρτυρία η οποία τοποθετούσε τους Εφεσείοντες στη σκηνή και μάλιστα, όχι ως απλούς θεατές, αλλά με συμμετοχή στα όσα ακολούθησαν, ήτοι την είσοδο στο Σωματείο και την επίθεση στους θαμώνες. Σε ό,τι αφορά τη σύνδεση της οικίας των Εφεσειόντων με τα υπό διερεύνηση αδικήματα, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρχε, στην προκείμενη περίπτωση, μαρτυρία που εύλογα συνέδεε την οικία με τη διερεύνηση των εν λόγω αδικημάτων και τα αναζητούμενα τεκμήρια.

 

Οι πιο πάνω καταλήξεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου προσβάλλονται με ένα Λόγο Έφεσης. Μέσω αυτού οι Εφεσείοντες προβάλλουν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα απέρριψε την αίτηση τους, θεωρώντας ότι δεν είχε καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση.

 

Είναι σαφές ότι το Ανώτατο Δικαστήριο υπό την πρωτοβάθμια δικαιοδοσία του, κατά την απόφανση παροχής (ή όχι) άδειας καταχώρισης αίτησης για έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Certiorari, ενασκεί διακριτική ευχέρεια. Πότε το Εφετείο επεμβαίνει στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Aristo Developers Ltd, Αλκιβιάδη Γαβριηλίδου και της Λυδίας Μελίσσα Γαβριηλίδου, Πολιτική Έφεση Αρ. 104/2022, ημερ. 6/7/2022, ECLI:CY:AD:2022:B220, στο ακόλουθο απόσπασμα:  

 

«..το Εφετείο για να παρέμβει προς ανατροπή μιας τέτοιας κρίσης πρέπει κατά κανόνα να πεισθεί για τη λανθασμένη ενάσκηση διακριτικής ευχέρειας από το πρωτόδικο δικαστήριο όταν διαπιστώνει ότι τούτη συνέβη εκτός παρεχόμενου νομοθετικού πλαισίου (όπως διά παρείσφρησης εξωγενών παραγόντων) ή οδηγεί σε πασιφανή αδικία, αλλά και όταν εντοπίζει πλάνη ως προς τα γεγονότα, σφάλμα νόμου ή εφαρμογή λανθασμένων αρχών δικαίου, υιοθέτηση άλλων άσχετων στοιχείων και αστοχία συνεκτίμησης δεδομένων σχετικών προς το ζητούμενο (Αναφορικά με την Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Π.Ε. 213/21, ημ. 1.3.22, ECLI:CY:AD:2022:A82, Αναφορικά με την Αίτηση του Ιωσήφ, Π.Ε. 289/21, ημ. 17.1.22, ECLI:CY:AD:2022:A16, Αναφορικά με την Αίτηση των Θεοχαρίδη και Άλλων, Π.Ε. 426/19, ημ. 20.7.21, ECLI:CY:AD:2021:A354, Αναφορικά με την Αίτηση των Σιακόλα και Άλλων, Π.Ε. 7/20, ημ. 7.6.21, ECLI:CY:AD:2021:A239, Αναφορικά με την Αίτηση του Λοϊζίδη, Π.Ε. 455/19, ημ. 8.4.21, ECLI:CY:AD:2021:A141, Αναφορικά με την Αίτηση του Νικολάου, Π.Ε. 117/16, ημ. 25.5.17, ECLI:CY:AD:2017:A188).»[1]

 

 

Επισημαίνεται ότι η έφεση ελέγχει την ορθότητα της κρίσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αντικείμενο της αίτησης για άδεια, κατά πόσο δηλαδή είχε καταδειχθεί ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση και, στην περίπτωση που θα παραχωρηθεί η άδεια, δεν υπεισέρχεται, ούτε προκαταβάλλει το αποτέλεσμα της αίτησης με κλήση.

 

Οι αρχές με βάση τις οποίες παρέχεται άδεια για καταχώριση αίτησης προς έκδοση Προνομιακού Εντάλματος αυτής της μορφής είναι καλά εδραιωμένες και από μακρού χρόνου αποκρυσταλλωμένες από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τέτοια άδεια παρέχεται όταν καταδεικνύεται από τον αιτητή συζητήσιμη υπόθεση. 

 

Ο πυρήνας του Άρθρου 27 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 είναι η δεόντως εξουσιοδοτημένη αναζήτηση πράγματος ή πραγμάτων που παρέχουν μαρτυρία ή απόδειξη για αξιόποινες πράξεις. Τα δε βασικά σημεία αναφοράς της εν λόγω πρόνοιας είναι, αφενός τα υπό αναζήτηση αντικείμενα, και αφετέρου ο τόπος ή ο χώρος στον οποίο υπάρχει εύλογη υποψία ή αιτία να πιστεύεται ότι βρίσκονται τα εν λόγω αντικείμενα ή πράγματα. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση «Σύνδεσμος για Πρόληψη της Βίας στα Γήπεδα» (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 1014, ένα ένταλμα έρευνας στοχεύει στην ανεύρεση και κατάσχεση πραγμάτων. Προκειμένου δε να εκδοθεί ένταλμα έρευνας με βάση το Άρθρο 27 του Κεφ. 155, θα πρέπει να στοιχειοθετηθεί η ύπαρξη εύλογης αιτίας συναρτημένης προς τα αντικείμενα για τα οποία επιδιώκεται η ανεύρεση ώστε να τεκμηριώνεται η απαραίτητη προϋπόθεση δικαιοδοτικής φύσεως.

 

Ειδικότερα σε περιπτώσεις που το αίτημα για έκδοση εντάλματος έρευνας αφορά κατοικία, θα πρέπει να είναι κατά νουν οι πρόνοιες του Άρθρου 16.1 του Συντάγματος, μέσω των οποίων διασφαλίζεται το απαραβίαστο της κατοικίας και το οποίο διαλαμβάνει ότι η είσοδος ή έρευνα εντός της κατοικίας δεν επιτρέπεται. Επιτρέπεται μόνο για τους συγκεκριμένους λόγους που παρατίθενται στο εδάφιο (2) του Άρθρου 16 του Συντάγματος «ειμή ότε και όπως ο νόμος ορίζη και κατόπιν δικαστικού εντάλματος δεόντως ητιολογημένου».

 

Δεδομένη είναι η αναγκαιότητα διασύνδεσης της έρευνας με συγκεκριμένο τόπο ή χώρο όπως και με τη διερεύνηση συγκεκριμένου αδικήματος. Το ζητούμενο, όμως, εν προκειμένω, αφορά στη μαρτυρία που απαιτείται να υπάρχει ώστε να θεμελιώνεται η αναγκαία διασύνδεση με την αναφερόμενη οικία.

 

Όπως υποστηρίχθηκε από μέρους των Εφεσειόντων, στο σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου για απόρριψη της εισήγησης τους ότι ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου δεν υπήρχε μαρτυρία που να συνδέει την οικία τους με τα αντικείμενα που αναζητούνταν, «κυρίαρχη ήταν η πεποίθηση ότι η διασύνδεση μεταξύ των δύο προέκυπτε λογικά και κατ΄επέκταση της μαρτυρίας περί συμμετοχής τους στα γεγονότα της 18ης Μαΐου 2025 και της φερόμενης χρήσης των αναζητούμενων αντικειμένων κατά τη διάπραξη των αδικημάτων».

 

Έρεισμα για την πιο πάνω τοποθέτηση αποτέλεσαν οι πιο κάτω αναφορές από την Απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου:

 

«Η αξιόπιστη πληροφορία για την παρουσία των Αιτητών στη σκηνή και για την ενεργό συμμετοχή τους στα υπό διερεύνηση αδικήματα εύλογα οδηγεί στην πιθανότητα αυτοί να φυλάσσουν στην οικία τους κουκούλες τις οποίες θεάθηκαν να φορούν, τα ρούχα τους και άλλα επιθετικά αντικείμενα τα οποία σχετίζονται με την επίθεση των θαμώνων του σωματείου.»

 

 

Με βάση το πιο πάνω απόσπασμα φαίνεται να προκύπτει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι από τη στιγμή που υπήρχε μαρτυρία εμπλοκής των Εφεσειόντων στα υπό διερεύνηση αδικήματα και χρήσης των αναζητούμενων αντικειμένων, στοιχειοθετείτο άνευ ετέρου και η αναγκαιότητα διασύνδεσης της οικίας τους με τα εν λόγω τεκμήρια.

 

Η ύπαρξη μαρτυρίας ότι συγκεκριμένο πρόσωπο εμπλέκεται στη διάπραξη υπό διερεύνηση αδικήματος, δεν δικαιολογεί αφ’ εαυτής και χωρίς άλλο την έκδοση εντάλματος έρευνας χώρων που του ανήκουν, κατέχει ή ελέγχει, για την ανεύρεση τεκμηρίων που σχετίζονται με την υπόθεση. Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστάσεων (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Χ. Π., Πολιτική Έφεση Αρ. 17/2024, ημερ. 13/3/2025).

 

Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του xxx Σιακαλλή (2001)                1 Α.Α.Δ. 282, τονίσθηκε ότι η επιτακτική σύνδεση, με βάση το Άρθρο 27 του Κεφ. 155, του αντικειμένου, το οποίο εύλογα πιστεύεται ότι συνδέεται με ποινικό αδίκημα, με τον τόπο για το οποίο ζητείται το ένταλμα και όχι γενικά με το πρόσωπο του υπόπτου, συνάδει με τη φύση του εντάλματος έρευνας τόπου, ως εντάλματος έρευνας συγκεκριμένου χώρου. Επισημάνθηκε δε ότι ειδικότερα στην περίπτωση κατοικίας, είναι αναγκαία η σύνδεση του αντικειμένου με την οικία ώστε να αιτιολογείται δεόντως η έκδοση του εντάλματος όπως απαιτείται από το Άρθρο 16.2 του Συντάγματος. Μόνο όπου η μαρτυρία είναι τέτοια ώστε να δικαιολογεί συγκεκριμένη και εύλογη υποψία ότι το αντικείμενο βρίσκεται στην οικία ή άλλο τόπο, και όχι απλώς γενική και αόριστη υπόθεση ότι θα μπορούσε να βρίσκεται στην οικία ή άλλο τόπο, προκύπτει επαρκής σύνδεση με την οικία ή άλλο τόπο του οποίου ζητείται η έρευνα. Επισημάνθηκε δε ότι αν ήταν διαφορετικά, η παρεχόμενη από το Σύνταγμα και το Νόμο προστασία, ιδιαίτερα της κατοικίας, θα απέληγε να είναι ευάλωτη και άνευ ουσίας.

 

Στην προκείμενη περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο του Όρκου, θεωρούμε ότι θα έπρεπε να είχε προβληματίσει το πρωτόδικο Δικαστήριο το κατά πόσο είχε τεθεί υπόψη του κατώτερου Δικαστηρίου τέτοιο υπόβαθρο γεγονότων κατά τον τρόπο που προβλέπεται και οριοθετείται από το Άρθρο 27 του Κεφ. 155, ώστε να ικανοποιείται η αναγκαία αυτή προϋπόθεση. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με την αναζήτηση, κατά τρόπο γενικό και αόριστο, ρούχων, υποδημάτων, γαντιών και κουκούλων. Κατά πόσο, δηλαδή, η εν λόγω περιγραφή ικανοποιούσε την απαίτηση για σαφή και συγκεκριμένη περιγραφή των πραγμάτων και αντικειμένων τα οποία μπορούσε η Αστυνομία να εντοπίσει και παραλάβει, ούτως ώστε να μην παρέχεται «ανεπίτρεπτα ευρεία διακριτική εξουσία» ως προς το τι είναι δυνατό να αναζητηθεί και να παραληφθεί σε σχέση με τα είδη ένδυσης και υπόδησης που αυτό περιλάμβανε (βλ. ERA CYPRUS LTD ν. Αντρέα Αντωνίου (2008) 1 Α.Α.Δ. 1051).

 

Στη βάση των πιο πάνω και χωρίς να χρειάζεται περαιτέρω συζήτηση και τούτο προς αποφυγή του κινδύνου να προκαταληφθεί η περαιτέρω πορεία της υπόθεσης, καταλήγουμε ότι τεκμηριωνόταν συζητήσιμη υπόθεση για τη χορήγηση της αιτούμενης άδειας σε σχέση με τα πιο πάνω.

 

Για τους προαναφερόμενους λόγους, η ενώπιον μας Έφεση επιτυγχάνει και η πρωτόδικη Απόφαση παραμερίζεται. Παρέχεται κατ' ακολουθία άδεια στους Εφεσείοντες να καταχωρίσουν Αίτηση με κλήση για την έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Certiorari, ως η Αίτηση τους, η οποία να υποβληθεί εντός 15 ημερών από σήμερα.  

 

Εφόσον η Αίτηση καταχωριστεί ως ανωτέρω, ο Πρωτοκολλητής να την ορίσει για οδηγίες σε συνεννόηση με την αδελφή Δικαστή ενώπιον της οποίας θα τεθεί προς εκδίκαση. 

 

Τα έξοδα της έφεσης και της πρωτόδικης διαδικασίας η οποία έχει προηγηθεί, επιδικάζονται υπέρ των Εφεσειόντων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον Φ.Π.Α., αν υπάρχει, και θα είναι ανακτήσιμα μόνο σε περίπτωση επιτυχίας της Αίτησης με κλήση.

 

                                      Κ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.

 

                                      Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.

 

                                      Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.



[1] Βλ. Αναφορικά με την Αίτηση της Δέσπως Στυλιανού (2015) 1 Α.Α.Δ. 1283.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο