ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 9(3)(γ) ΤΟΥ Ν. 33/1964
ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ
(Αίτηση Αρ. 37/2025)
28 Ιανουαρίου, 2026
[ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π., ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΔΑΥΙΔ, Δ/στές]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ TΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΝΟΜΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΡΟΚΥΠΤΟΥΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΦΕΤΕΙΟΥ
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
ΑΡ. ΥΠΟΘΕΣΗΣ: Ε187/2022
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ: 08/09/2025
Μεταξύ:
ΑΝΔΡΕΑΣ Γ. ΖΟΡΜΠΑΣ, ΔΙΕΞΑΓΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΥΠΟ
ΤΗΝ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΠΩΝΥΜΙΑ A. G. ZORPAS TRAVEL
Εφεσείοντα στο Εφετείο,
ΚΑΙ
ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
Εφεσίβλητης στο Εφετείο.
______________________________________________
Πιερίδης & Πιερίδης, για την Αιτήτρια.
Γ. Παπαθεοδώρου, για τον Καθ’ου η Αίτηση.
______________________________________________________________
ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.: Η Απόφαση είναι ομόφωνη, θα απαγγελθεί από τη Δικαστή Δημητριάδου-Ανδρέου.
____________________________________________________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.: Η Αιτήτρια/Εφεσίβλητη στην αναφερόμενη στον τίτλο Πολιτική Έφεση Ε187/2022, στην οποία εκδόθηκε Απόφαση από το Εφετείο στις 8/9/2025, καταχώρισε την υπό κρίση Αίτηση στο Ανώτατο Δικαστήριο, επιζητώντας άδεια για να υποβάλει αίτηση δυνάμει του Άρθρου 9(3)(γ) των περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμων 1964 έως 2024 (εφεξής «ο Νόμος»).
Η πιο πάνω Απόφαση εκδόθηκε σε έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με την οποία απερρίφθη αίτηση του Καθ’ου η Αίτηση/Εφεσείοντα για παράταση του χρόνου για καταχώριση αίτησης για άδεια εκτέλεσης της απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 18/3/1999 και άδεια για εκτέλεση αυτής για περίοδο δέκα ετών.
Μετά την έκδοση της Απόφασης του Εφετείου ακολούθησε η καταχώριση από την Αιτήτρια της παρούσας Αίτησης, με την οποία ζητά άδεια για την εκδίκαση νομικών θεμάτων που, όπως αναφέρεται, προκύπτουν από την Απόφαση του Εφετείου, ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δυνάμει του Άρθρου 9(3)(γ) του Νόμου.
Ο Καθ’ου η Αίτηση καταχώρισε Ένσταση στη βάση του ότι κανένας λόγος για τον οποίο πρέπει να χορηγηθεί η άδεια δεν εκτίθεται στην Αίτηση και ότι «η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου είναι απόλυτα ορθή και στηρίζεται σε ορθή αξιολόγηση των γεγονότων τα οποία ήσαν ενώπιον του».
Το Άρθρο 9(3)(γ) του Νόμου προνοεί ότι, από την 1η Ιουλίου 2023, το Ανώτατο Δικαστήριο:
«αποφασίζει σε τρίτο και τελευταίο βαθμό βάσει αιτήσεως, η οποία υποβάλλεται από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή οιονδήποτε των διαδίκων κατόπιν αδείας παραχωρουμένης υπό του ιδίου και κατόπιν προηγηθείσας διαδικασίας πολιτικής ή ποινικής εφέσεως επί νομικών θεμάτων τα οποία προκύπτουν από την απόφαση του Εφετείου και συναρτώνται με τη διαφοροποίηση πάγιας νομολογίας ή με την ανάγκη ορθής ερμηνείας, είτε πρωτογενούς είτε δευτερογενούς ουσιαστικής νομοθετικής διατάξεως, ή με μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος ή γενικής δημόσιας σημασίας ή συνοχής του δικαίου επί συγκρουομένων ή αντιφατικών αποφάσεων του Εφετείου, κατά την υπ' αυτού ενασκουμένη πολιτική ή ποινική δικαιοδοσία:
Νοείται ότι, η συμφώνως των πιο πάνω, υποβαλλομένη αίτηση δέον να προσδιορίζει σαφώς τα προκύπτοντα από την οικεία απόφαση νομικά θέματα, ως και τους πλήρεις λόγους και τα αναγκαία στοιχεία τα υποστηρίζοντα το αίτημα, προκειμένου το Ανώτατο Δικαστήριο να αποφανθεί κατά πόσο θα παραχωρήσει την απαιτούμενη άδεια:
Νοείται περαιτέρω ότι, σε τέτοια περίπτωση η απόφαση του Εφετείου αντικαθίσταται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου.»
Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Zutphen κ.ά., Αρ. Αίτησης 2/2023, ημερ. 30/1/2024:
«Προκύπτει από το λεκτικό του άρθρου ότι η δικαιοδοσία αφορά στην επίλυση νομικών θεμάτων. Τα νομικά αυτά θέματα πρέπει να προκύπτουν από την απόφαση του Εφετείου. Περαιτέρω, τα νομικά αυτά θέματα πρέπει να συναρτώνται:
- με τη διαφοροποίηση πάγιας νομολογίας, ή
- με την ανάγκη ορθής ερμηνείας, είτε πρωτογενούς είτε δευτερογενούς ουσιαστικής νομοθετικής διατάξεως, ή
- με μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος, ή
- ζήτημα γενικής δημόσιας σημασίας, ή
- ζήτημα συνοχής του δικαίου επί συγκρουομένων ή αντιφατικών αποφάσεων του Εφετείου.
Και η αίτηση για άδεια πρέπει να προσδιορίζει σαφώς τα νομικά αυτά θέματα και επίσης να προσδιορίζει τους πλήρεις λόγους και τα αναγκαία στοιχεία που υποστηρίζουν το αίτημα.»
Η πρώτη επιφύλαξη του Άρθρου 9(3)(γ) του Νόμου απαιτεί όπως η αίτηση προσδιορίζει σαφώς τα Νομικά Θέματα που προκύπτουν από την Απόφαση του Εφετείου, καθώς επίσης τους πλήρεις λόγους και τα αναγκαία στοιχεία που τα υποστηρίζουν. Τα πιο πάνω δε σε άμεση αντιπαραβολή και συνάρτηση με τους συγκεκριμένους και αυστηρά προσδιορισμένους λόγους που προβάλλονται στο εν λόγω Άρθρο.
Στην Έκθεση Νομικών Θεμάτων που επισυνάπτεται στην Αίτηση για άδεια καταγράφονται έξι «Λόγοι», οι οποίοι συνοδεύονται από αιτιολογία. Οι εν λόγω «Λόγοι», - χωρίς την αιτιολογία που τα συνοδεύει - έχουν ως εξής:
ΠΡΩΤΟΣ ΛΟΓΟΣ
Το Σεβαστό Εφετείο λαμβάνοντας υπόψη τη μαρτυρία που είχε ενώπιον του, προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας και/ή της σχετικής νομολογίας, καθ΄ υπέρβαση της διακριτικής του ευχέρειας, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε λανθασμένα συμπεράσματα.
ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΛΟΓΟΣ
Το Σεβαστό Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την παραβίαση του δικαιώματος σε δίκη εντός εύλογου χρόνου και/ή η απόφαση του δεν είναι σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
ΤΡΙΤΟΣ ΛΟΓΟΣ
Το Δικαστήριο υπερέβη την εκ νόμου απονεμόμενη δικαιοδοσία του, λαμβάνοντας υπόψη περιστατικά τα οποία δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ισχυρισμών των διαδίκων και/ή δεν τέθηκαν κατά τη διάρκεια της πρωτοβάθμιας δίκης και/ή δεν αποδεικνύονται από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε λανθασμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου.
ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΛΟΓΟΣ
Η ερμηνεία που υιοθετήθηκε είναι εσφαλμένη και δεν υπηρετεί τον σκοπό της Διάταξης, οδηγώντας σε αντίθετο αποτέλεσμα από εκείνο που επιδιώχθηκε νομοθετικά, κατά παράβαση της τελεολογικής ερμηνείας και πρόθεσης του νομοθέτη.
ΠΕΜΠΤΟΣ ΛΟΓΟΣ
Η κρίση του Εφετείου αντίκειται στη θεμελιώδη αρχή της ασφάλειας δικαίου και της ανάγκης για τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων, καθώς επαναφέρει μετά από την πάροδο 26 ετών σε ισχύ τη δικαστική απόφαση ημερομηνίας 18/03/1999, διαταράσσοντας την έννομη βεβαιότητα και προκαλώντας ανασφάλεια στις έννομες σχέσεις των διαδίκων.
ΕΚΤΟΣ ΛΟΓΟΣ
Η απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου είναι αδικαιολόγητη και/ή μη τεκμηριωμένη.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο στοιχειοθετούνται οι προϋποθέσεις παροχής άδειας στη βάση του Άρθρου (3)(γ) του Νόμου.
Εν πρώτοις, πέραν του ότι στην Έκθεση Νομικών Θεμάτων δεν γίνεται αναφορά σε Νομικά Θέματα αλλά σε «Λόγους», θα πρέπει να επισημανθεί ότι, και από πλευράς περιεχομένου, αυτοί δεν συνιστούν Νομικά Θέματα. Μέσω τους, διατυπώνονται διάφορα παράπονα εκ μέρους της Αιτήτριας αναφορικά με την ορθότητα της απόφασης του Εφετείου. Το πρώτο προαπαιτούμενο, ώστε να δοθεί η άδεια, είναι να διατυπώνεται νομικό θέμα (βλ. Κλεοβούλου και Χατζησωφρονίου, Αρ. Αίτησης 4/2023, ημερ. 25/4/2024). Εάν δεν διατυπώνεται νομικό θέμα η άδεια δεν μπορεί να δοθεί.
Ειδικότερη εξέταση των «Λόγων», όπως αυτοί έχουν διατυπωθεί στην Αίτηση σε συνάρτηση και με την αιτιολογία που τους συνοδεύει, χωρίς οποιαδήποτε δυσκολία, αναδεικνύει ότι μέσω αυτών εγείρονται ισχυρισμοί για σφάλματα και παραβάσεις της Απόφασης υπό μορφή λόγων έφεσης, κατά τρόπο που η Αίτηση λαμβάνει τη μορφή μιας περαιτέρω έφεσης, σε τρίτο βαθμό.
Είναι σαφές ότι μέσω των όσων πιο πάνω προβάλλονται εκείνο που διατυπώνεται από μέρους της Αιτήτριας είναι η διαφωνία της με την Απόφαση του Εφετείου και το κατ' ισχυρισμό εσφαλμένο της κρίσης του Εφετείου.
Δεν είναι, όμως, αυτή η τριτοβάθμια δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η τριτοβάθμια δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αφορά αποκλειστικά και μόνο νομικά σημεία όπως αυτά προκύπτουν ξεκάθαρα μέσα από την Απόφαση του Εφετείου και όχι κατ' ισχυρισμό λάθη του Εφετείου. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Κλεοβούλου, Αίτηση Αρ. 6/2023, ημερ. 3/6/2024, «Η δικαιοδοσία δεν αφορά σε έφεση κατά της απόφασης του Εφετείου, πόσο μάλλον επανακρόαση της έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης». Ομοίως στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Hassan Farhat, Αίτηση Αρ. 27/2024, ημερ. 19/11/2024, επαναλήφθηκε ότι: «Η τριτοβάθμια δικαιοδοσία του Ανώτατου Δικαστηρίου δεν αποσκοπεί στο να διορθώνει λάθη του Εφετείου, αλλά να εξετάζει νομικά θέματα που προκύπτουν ξεκάθαρα από την απόφαση του Εφετείου, ως καθορίζεται στο άρθρο 9(3)(γ) του Νόμου».
Δεδομένων των πιο πάνω, αυτό που εμφανέστατα αναδύεται είναι η επιδίωξη της Αιτήτριας για μία εκ νέου συζήτηση του νομικού πλαισίου και των ζητημάτων που απασχόλησαν τόσο το πρωτόδικο Δικαστήριο όσο και το Εφετείο. Κατ' ουσία, ό,τι επιχειρείται και ό,τι αξιώνεται από το Ανώτατο Δικαστήριο μέσω της παρούσας Αίτησης, είναι το επανάνοιγμα της υπόθεσης και η εκ νέου συζήτηση των ως άνω θεμάτων, ενόψει της διαφωνίας της Αιτήτριας με την απόφαση του Εφετείου, ζήτημα το οποίο σαφώς και δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του, όπως αυτή καθορίζεται από το Άρθρο 9(3)(γ) του Νόμου. Απόλυτα δε αποκαλυπτική του τι πραγματικά επιδιώκει η Αιτήτρια είναι η αναφορά της, στο πλαίσιο όπου επικαλείται τους λόγους για τους οποίους θα πρέπει να χορηγηθεί άδεια, σε «χορήγηση άδειας καταχώρησης έφεσης».
Είναι, παράλληλα, σημαντικό να σημειωθεί πως τα όσα εγείρει η Αιτήτρια και οι λόγοι που προβάλλει για σκοπούς παραχώρησης της αιτούμενης άδειας, δεν εμπίπτουν σε οποιαδήποτε από τις αυστηρές προϋποθέσεις που το Άρθρο 9(3)(γ) του Νόμου εξαντλητικά καταγράφει. Οι αναφορές που υπάρχουν αφορούν σε κατ' ισχυρισμό λάθη του Εφετείου σε συγκεκριμένα ζητήματα που καταγράφονται με τη γενικότερη τοποθέτηση της Αιτήτριας να είναι πως «η κρίση του Εφετείου είναι αντίθετη προς την υφιστάμενη νομολογία και τη νομοθεσία». Κατ' ακρίβεια, οι αναφερόμενοι «Λόγοι» ουδόλως συναρτήθηκαν με διαφοροποίηση της υφιστάμενης νομολογίας, ορθή ερμηνεία νομοθεσίας και ζητήματα γενικής δημόσιας σημασίας και συμφέροντος.
Ως εκ τούτου, δεν εντοπίζεται στην υπό συζήτηση περίπτωση, ούτε και προσδιορίστηκε από την ίδια την Αιτήτρια, οιαδήποτε διαφοροποίηση πάγιας νομολογίας, οποιαδήποτε πρωτογενής ή δευτερογενής ουσιαστική νομοθετική διάταξη η οποία χρήζει ερμηνείας, ούτε και μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος ή γενικής δημόσιας σημασίας ή ζήτημα συνοχής του δικαίου επί συγκρουόμενων ή αντιφατικών αποφάσεων του Εφετείου.
Η Αίτηση απορρίπτεται.
Επιδικάζονται έξοδα €1.500, πλέον Φ.Π.Α. αν υπάρχει, εις βάρος της Αιτήτριας.
Κ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.
Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.
Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο