ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 177/2016
26 Φεβρουαρίου, 2026
[Γ.N. ΓΙΑΣΕΜΗΣ, I. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Α. ΔΑΥΙΔ, Δ/ΣΤΕΣ]
1. CHR. KARAOLIS CONTRACTORS DEVELOPERS LIMITED
2. KARΑOLIS OVERSEAS MEΠΕ
3. ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΟΛΗΣ
5. ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΚΑΡΑΟΛΗΣ
6. CHR. KARAOLIS DEVELOPMENTS LTD
Εφεσειόντων/ Εναγόντων
v.
1. ANGEL BAHTCHEVANOV
2. KRASIMIRA ASENOVA BAHTCHEVANOVA
3. MARIA BAHTCHEVANOVA
4. ZERMALMEN LIMITED
5. ARBITRAGE & CO EOOD
6. CORONA TOURS EOOD
7. ZID COMMERCE EOOD
8. ARAPIA RESORT AD
9. VM CONSULT INTERNATIONAL EOOD
10. VICTORIA HRISTOVA BALTALIYSKA
11. PLAMEV IVANOV
12. EVGENIA GAGASHEVA
13. PANEMEX INVEST LTD
14. KRASIMIR APOSTOLOV
15. KONSTANTIN BORISLAVOV
16. NICOLAEV PALAZOF
Εφεσιβλήτων/ Εναγομένων
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 192/2016
KRASIMIRA ASENOVA BAHTCEVANOVA
Εφεσείουσα/Εναγομένη 2
v.
1. CHR.KARAOLIS CONTRACTORS DEVELOPMENT LIMITED
2. KARAOLIS OVERSEAS MEΠΕ
3. ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΡΑΟΛΗ
4. ΜΙΛΤΙΑΔΗ ΚΑΡΑΟΛΗ
5. CHR.KARAOLIS DEVELOPMENTS LTD
Εφεσιβλήτων/Εναγόντων
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 195/2016
1. ANGEL BAHTCEVANOV
2. ZERMALMEN LIMITED
3. PANEMEX INVEST LTD
4. NIKOLAEV PALAZOV
Εφεσειόντων/Εναγομένων 1,4,13,16
v.
1. CHR.KARAOLIS CONTRACTORS DEVELOPMENT LIMITED
2. KARAOLIS OVERSEAS MEΠΕ
3. ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΡΑΟΛΗ
4. ΜΙΛΤΙΑΔΗ ΚΑΡΑΟΛΗ
5. CHR.KARAOLIS DEVELOPMENTS LTD
Εφεσιβλήτων/Εναγόντων
------------------------------------------
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ 177/2016
Κ. Θεοδωρίδης για Θεοδωρίδης, Γεωργίου, Ιακώβου & Σία ΔΕΠΕ, για Εφεσείοντες 1
Ρ. Κωνσταντίνου, (κα), για κ. Θ. Κατσικίδη, για Εφεσείοντες 2-5
Π. Παυλίδης για Καραπατάκης, Παυλίδης LLC, για Εφεσίβλητους/Εναγόμενους 4 και 13
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ 192/2016
Π. Παυλίδης για Ν. Καλλή, για Εφεσείουσα/Εναγομένη 2
Κ. Θεοδωρίδης για Θεοδωρίδης, Γεωργίου, Ιακώβου & Σία ΔΕΠΕ, για Εφεσίβλητους αρ. 1
Ρ. Κωνσταντίνου, (κα) για κ. Θ. Κατσικίδη, για Εφεσίβλητους 2-5
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ 195/2016
Π. Παυλίδης για Καραπατάκης, Παυλίδης LLC, για Εφεσείοντες/Εναγόμενους αρ. 1, 4, 13 και 16
Κ. Θεοδωρίδης για Θεοδωρίδης, Γεωργίου, Ιακώβου & Σία ΔΕΠΕ Για Εφεσίβλητους αρ. 1
Ρ. Κωνσταντίνου, (κα) για κ. Θ. Κατσικίδη, για Εφεσίβλητους 2-5
--------------------------
Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον
Δικαστή Γ.Ν. Γιασεμή.
----------------------------
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Δ. Οι υπό εξέταση τρεις εφέσεις, οι οποίες παρεμπιπτόντως συνεκδικάστηκαν, προέκυψαν ως αποτέλεσμα της απόφασης κυπρίων επιχειρηματιών στον τομέα της ανάπτυξης γης, εναγόντων στην αγωγή αρ. 2305/2010 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, να δραστηριοποιηθούν στον συγκεκριμένο τομέα στη Βουλγαρία. Ανάλογη απόφαση είχαν λάβει και οι εναγόμενοι 1, 2 και 3, για την αγορά ακινήτων στην Κύπρο. Σημειώνεται ότι, οι πρώτοι δύο που είναι αδελφός και αδελφή, είχαν τη συνήθη διαμονή τους στη χώρα αυτή. Η εναγόμενη 3, πρώην σύζυγος του εναγόμενου 1, προφανώς διέμενε στη Βουλγαρία. Προς τον σκοπό πραγματοποίησης των προθέσεων τους, οι δύο πλευρές ενέπλεξαν και άλλα πρόσωπα στις εν λόγω δραστηριότητες τους. όπως εταιρείες πλήρως ελεγχόμενες από αυτούς. Η πιο πάνω αγωγή, λόγω της μεγάλης κλίμακας της εκδικάστηκε από Πρόεδρο του εν λόγω Δικαστηρίου.
Η πρώτη συνάντηση μεταξύ των ιθυνόντων των δύο πλευρών, πραγματοποιήθηκε το 2007 ενώ στην πορεία πραγματοποιήθηκαν και άλλες συναντήσεις. Μετά από συζητήσεις που διεξήγαγαν στην Κύπρο και στην Βουλγαρία, κατέληξαν σε ό,τι το Δικαστήριο περιέγραψε στην απόφαση του, ως «ενιαία συναλλαγή». Στο πλαίσιο αυτής, το 2008 μεταξύ των μηνών Ιουλίου και Οκτωβρίου, οι ενάγοντες προέβηκαν στην αγορά ενός συμπλέγματος ακινήτων που περιλάμβανε και μονάδα ξενοδοχείου στην πόλη Obzor καθώς και μία κατοικία στην πόλη Kavarna, της Βουλγαρίας, για το συνολικό ποσό των €8.788.000.-. Ιδιοκτήτριες των πιο πάνω ακινήτων φέρετο να ήταν οι εναγόμενες 5 και 6 εταιρείες, οι οποίες ελέγχοντο πλήρως από τους εναγομένους 1 και 2. Οι ενάγοντες, αγόρασαν τα συγκεκριμένα ακίνητα μέσω της ενάγουσας 2 εταιρείας, την οποία είχαν συστήσει στην προαναφερθείσα χώρα, ειδικά για το σκοπό αυτό. Κατά την ίδια περίοδο οι εναγόμενοι 1, 2 και 4, η τελευταία συνιστώσα εταιρεία περιορισμένης ευθύνης συσταθείσα στην Κύπρο, αγόρασαν από την ενάγουσα 1 εταιρεία ακίνητα συνολικής αξίας €10.370.000.-. Αφορούσαν αριθμό διαμερισμάτων και μία κατοικία.
Το ενιαίο της συναλλαγής όπως εξηγείται από το Δικαστήριο, προέκυπτε από το γεγονός ότι η ενάγουσα 1 θα κατέβαλλε στον εναγόμενο 1 ποσό €1.100.000.- σε μετρητά και το υπόλοιπο θα λογιζόταν ότι πληρώθηκε με την καταβολή της συμφωνηθείσας αξίας των ακινήτων που οι εναγόμενοι 1, 2 και 4 θα αγόραζαν στην Κύπρο. Οι τελευταίοι θα πλήρωναν τη διαφορά με δάνεια που θα εξασφάλιζαν από κυπριακές τράπεζες, με τη βοήθεια και τις εγγυήσεις των εναγόντων. Επομένως, επρόκειτο για μια έγκυρη συμφωνία η οποία προέβλεπε τα βασικά στα οποία τα μερη είχαν συμφωνήσει. Οι αγορές δε που, τελικώς, έκανε η κάθε πλευρά και ο συμφωνηθείς τρόπος πληρωμής τους, αναφέρονται με λεπτομέρεια στην απόφαση του Δικαστηρίου.
Επισημαίνεται ότι, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο η ενάγουσα 1 εταιρεία ενεργούσε διά των διευθυντών της, εναγόντων 3 και 4 και άλλων προσώπων όπως το διευθύνοντα σύμβουλου της, ο οποίος δεν ήταν διάδικος στην αγωγή. Οι εναγόμενοι ενεργούσαν διά των εναγομένων 1, 2 και 3. Παρεμπιπτόντως, να αναφερθεί πως και οι εναγόμενοι 3, 7, 10, 11, 14 και 15 δεν συμμετείχαν, τελικώς, στη διαδικασία, καθότι το κλητήριο ένταλμα, ουδέποτε τους είχε επιδοθεί.
Στην πορεία υλοποίησης του μέρους της συμφωνίας αναφορικά με την αγορά των ακινήτων στη Βουλγαρία, οι ενάγοντες διαπίστωσαν ότι ο εναγόμενος 1 με συνεργούς τους εναγόμενους 2, 4, 5, 6 και 16, τους είχαν εξαπατήσει. Σύμφωνα με εύρημα του Δικαστηρίου, τα ακίνητα στο Obzor ήταν υποθηκευμένα, παρά τις περί αντιθέτου διαβεβαιώσεις των τελευταίων, και είχαν αποξενωθεί προς όφελος τρίτων προσώπων, ενώ η κατοικία στην Kavarna δεν ανήκε στην εναγομένη 5. Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων του, το Δικαστήριο κατέληξε ότι η εν λόγω συμφωνία των μερών τερματίστηκε με υπαιτιότητα των εναγομένων. Όπως το έθεσε, υπήρξε πλήρης αποτυχία του ανταλλάγματος συνεπεία της συμπεριφοράς των εναγομένων σε σχέση με τα ακίνητα στη Βουλγαρία, ενώ συγχρόνως, οι ενάγοντες απηλλάγησαν και από την υποχρέωση υλοποίησης των επιμέρους συμφωνιών που αφορούσαν στην πώληση προς τους εναγόμενους των ακινήτων στην Κύπρο.
Ως αποτέλεσμα, οι ενάγοντες κίνησαν εναντίον των εναγομένων, περιλαμβανομένων και προσώπων που είχαν εμπλακεί σε διάφορες φάσεις της συνεργασίας τους, την προαναφερθείσα αγωγή, απαιτώντας από αυτούς την καταβολή, μεταξύ άλλων, ποσού €1.100.000.-, το οποίο θεωρούσαν ότι τους είχαν καταβάλει αχρεωστήτως. Επίσης, αξίωσαν εναντίον τους αποζημιώσεις για απάτη που είχαν ασκήσει σε βάρος τους οι εναγόμενοι 1 και 2. Τέλος, αξίωσαν την έκδοση διαφόρων διαταγμάτων σχετικών με τα ακίνητα στην Κύπρο, οι επιμέρους συμφωνίες για τα οποία είχαν κατατεθεί από τους εναγόμενους στο Κτηματολόγιο ενώ είχαν λάβει και την κατοχή κάποιων από αυτά.
Κάποιοι από τους εναγόμενους, περιλαμβανομένης της εναγόμενης 4, πέραν της υπεράσπισης τους, καταχώρισαν εναντίον των εναγόντων και ανταπαίτηση μέσω της οποίας αξιώνουν την επιδίκαση προς όφελος τους δύο μεγάλων ποσών. Συγκεκριμένα για €9.460.000.- στη βάση της αρχής του άδικου πλουτισμού και για €9.000.000.- σε σχέση με ισχυριζόμενη απώλεια κερδών, αφού με την υπεράσπιση τους απέδιδαν τον τερματισμό των συμφωνιών σε αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγόντων.
Οι ενάγοντες καθώς και κάποιοι από τους εναγόμενους, διαφωνώντας με επιμέρους πτυχές της απόφασης του Δικαστηρίου, καταχώρισαν οι πρώτοι την Πολιτική Έφεση Αρ. 177/2016, ενώ οι δεύτεροι συνασπισθέντες σε δύο ομάδες, καταχώρισαν, αντίστοιχα, την Πολιτική Έφεση Αρ. 192/2016 και την Πολιτική Έφεση Αρ. 195/2016. Σημειώνεται ότι οι λόγοι έφεσης στις δύο εφέσεις εκ μέρους των εναγομένων, ουσιαστικά είναι πανομοιότυποι, με τη δεύτερη να περιέχει και λόγους σε σχέση με τα έξοδα. Προς συμπλήρωση της εικόνας όσον αφορά τις διαφορές που ενέκυψαν στις συμβατικές σχέσεις μεταξύ των διαδίκων, να αναφερθεί ότι οι ενάγοντες κίνησαν αγωγές εναντίον των εναγομένων και στη Βουλγαρία.
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 177/2016
Όσον αφορά την Πολιτική Έφεση Αρ. 177/2016, οι ενάγοντες, εφεσείοντες, με δύο λόγους αμφισβητούν, κατά πρώτο, την απόρριψη της αγωγής σε σχέση με την εναγομένη 13 εταιρεία, εφεσίβλητη. Κατά δεύτερο, αμφισβητούν την επιδίκαση σε βάρος τους και υπέρ της εναγομένης 4 εταιρείας, εφεσίβλητης, του ποσού των €1.550.000.-. Επομένως, η Πολιτική Έφεση αρ. 177/2016, ουσιαστικά, στρέφεται εναντίον των προαναφερθέντων δύο εταιρειών. Όπως θα εξηγηθεί στη συνέχεια, η κρίση του Δικαστηρίου σε σχέση με τα δύο πιο πάνω θέματα, ήταν μερικώς ορθή.
Από τις αναφορές στη μαρτυρία που προσφέρθηκε στη δίκη, η εμπλοκή της εναγομένης 13 εταιρείας στις συναλλαγές μεταξύ των διαδίκων ήταν πράγματι γενική και αόριστη, ως η σχετική διαπίστωση του Δικαστηρίου. Δεν αναφέρεται στη μαρτυρία, ειδικά των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2, στην οποία γίνεται παραπομπή στην αιτιολογία, σε οποιαδήποτε συμπεριφορά που αυτή επέδειξε στο πλαίσιο των συμβατικών σχέσεων των μερών, η οποία να είχε αποβεί σε βάρος των εναγόντων κατά οποιοδήποτε τρόπο. Εν πάση περιπτώσει, δεν εξειδικεύεται στην έκθεση απαίτησης, συγκεκριμένη αιτία και αναλόγως κάποια θεραπεία η οποία να εστρέφετο εναντίον της εναγομένης 13. Τέλος, δεν εξηγείται και σε τι συνίστατο η απώλεια των εναγόντων από την απόρριψη της αγωγής, σε σχέση με την εν λόγω εταιρεία. Επομένως, ο πρώτος λόγος έφεσης ανωτέρω, δεν μπορεί να επιτύχει.
Με το δεύτερο λόγο έφεσης, αμφισβητείται η ορθότητα της απόφασης του Δικαστηρίου να επιδικάσει προς όφελος της εναγομένης 4 ποσό €1.550.000.-. Σύμφωνα με την κοινή υπεράσπιση αριθμού εναγομένων, περιλαμβανομένης της εναγομένης 4 εταιρείας, στην παράγραφο 13, οι εν λόγω εναγόμενοι ισχυρίζονταν ότι είχαν πάρει δάνειο από συγκεκριμένη τράπεζα ύψους €2.450.000.- από το οποίο πλήρωσαν στους ενάγοντες ποσό €1.550.000.-, για την αγορά των ακινήτων που είχαν αγοράσει στην Κύπρο. Η επόμενη αναφορά σε σχέση με το ίδιο θέμα είναι στην παράγραφο 19 του εν λόγω δικογράφου, όπου προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι οι εναγόμενοι 1, 2 και 4 είχαν καταβάλει στους ενάγοντες, για τον ίδιο σκοπό, ποσό €6.200.000.-, πλέον €1.550.000.- από δάνειο, δηλαδή συνολικά κατέβαλαν ποσό €7.750.000.-. Αναφορά για καταβολή από τους εναγόμενους στους ενάγοντες ποσού €1.550.000.-, έναντι αγοράς συγκεκριμένων διαμερισμάτων, υπάρχει και στην παράγραφο 20 της υπεράσπισης. Καμία αναφορά, όμως, δεν υπάρχει στο εν λόγω δικόγραφο για καταβολή από την ίδια την εναγομένη 4 εταιρεία ποσού €1.550.000.-, σε σχέση με την αγορά ακινήτου από τους ενάγοντες.
Πλέον σημαντικό, όμως, είναι το γεγονός ότι, ουδεμία απαίτηση προβάλλεται από την ίδια την εναγομένη 4 στην ανταπαίτηση για επιστροφή προς αυτή ποσού €1.550.000.- και δη στη βάση ότι αυτό είχε καταβληθεί σε σχέση με συμφωνία η οποία, τελικώς, δεν είχε ευοδωθεί, ώστε να δικαιούται στην επιστροφή του. Η μόνη απαίτηση που προβάλλεται στην ανταπαίτηση των συγκεκριμένων εναγομένων, είναι στις παραγράφους 58(δ) και (ε) όπου οι εναγόμενοι 1, 2 και 4 ανταπαιτούν μαζί και ξεχωριστά, ποσό €9.460.000.- για αδικαιολόγητο πλουτισμό και περαιτέρω, διαζευκτικά, ποσό €9.000.000.- για απώλεια κερδών. Η απόφαση του Δικαστηρίου να επιδικάσει ποσό €1.550.000.- προς όφελος της εναγομένης 4, ουδόλως υποστηρίζεται από την πιο πάνω δικογραφία και την ανταπαίτηση της συγκεκριμένης εναγομένης εταιρείας. Επομένως, υπό τις περιστάσεις αυτές, ο δεύτερος λόγος έφεσης δεν μπορεί παρά να επιτύχει. Τοιουτοτρόπως, ακυρώνεται και η διαταγή, σχετικά, του εκδικάσαντος Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα.
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ 192/2016
Οι άλλες δύο εφέσεις προβάλλουν, κατά βάση, τους ίδιους λόγους, ενώ η Πολιτική Έφεση Αρ. 195/2016 με πρόσθετους λόγους προσβάλλει και τη διαταγή του Δικαστηρίου για τα έξοδα. Η αναφορά στη συνέχεια θα είναι στον κάθε λόγο της Πολιτικής Έφεσης Αρ. 192/2016 ξεχωριστά, καλύπτοντας συγχρόνως και τον αντίστοιχο λόγο της Πολιτικής Έφεσης 195/2016. Δεδομένης της φύσης της διαφοράς των μερών, η οποία παραπέμπει στην ύπαρξη κάποιων συμφωνιών τις οποίες τα μέρη είχαν συνάψει μεταξύ τους, υπενθυμίζεται, κατ’ αρχάς ότι είχαν συμφωνήσει, οι μεν ενάγοντες να αγοράσουν ακίνητη περιουσία στη Βουλγαρία από τους εναγόμενους, οι δε εναγόμενοι να αγοράσουν ακίνητη περιουσία στην Κύπρο από τους ενάγοντες. Το Δικαστήριο χαρακτήρισε τις συμφωνίες αυτές ως «ενιαία συναλλαγή», επισημαίνοντας ότι «η συμφωνία των διαδίκων ήταν όπως οι Ενάγοντες αγοράσουν από τους Εναγόμενους τα επίδικα ακίνητα στη Βουλγαρία με ανταλλαγή των επίδικων ακινήτων στην Κύπρο. Η διαφορά θα διευθετείτο από τους εναγόμενους μέσω δανείου που θα εξασφάλιζαν από Κυπριακές Τράπεζες με τη βοήθεια των εναγόντων.». Η προσέγγιση, ανωτέρω, του Δικαστηρίου, ουδόλως έχει αμφισβητηθεί.
Είναι με αυτή την έννοια, λοιπόν, που το Δικαστήριο χρησιμοποίησε την πιο πάνω ορολογία αποδίδοντας στις συναλλαγές των μερών στη Βουλγαρία και στην Κύπρο την έννοια της δεσμευτικής συμφωνίας. Στο πλαίσιο δε αυτής, τα μέρη είχαν συνάψει επιμέρους συμφωνίες για κάθε ακίνητο που οι ενάγοντες είχαν αγοράσει από τους εναγόμενους στη Βουλγαρία και ξεχωριστές επιμέρους συμφωνίες για κάθε ακίνητο που οι εναγόμενοι αγόρασαν από τους ενάγοντες στην Κύπρο. Επομένως, η περιγραφή από το Δικαστήριο της βασικής συμφωνίας των μερών ως «ενιαία συναλλαγή» δικαιολογείτο υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης. Επομένως, ο δεύτερος λόγος έφεσης δεν μπορεί να επιτύχει.
Οι λόγοι έφεσης 4, 5, 6, 8 και 9, ουσιαστικά αμφισβητούν την αξιολόγηση και το χειρισμό από το Δικαστήριο πτυχών της μαρτυρίας η οποία κατατέθηκε από τα μέρη και τα συνακόλουθα ευρήματα του. Είναι η πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είναι σε μοναδική θέση να αξιολογήσει και να εκτιμήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του. Κατά συνέπεια, «ευχέρεια για τον παραμερισμό ή ανατροπή ευρημάτων αξιοπιστίας παρέχεται μόνο όταν κρίνονται εξ αντικειμένου ανυπόστατα» (βλ. Καννάουρου κ.α. ν. Σταδιώτη κ.α. (1990) 1 Α.Α.Δ. 35 στη σελίδα 39. Στην υπόθεση Νικολάου κ.α. ν. Γεωργίου (1993) 1 Α.Α.Δ. 938, η πιο πάνω αρχή διατυπώνεται με ακόμα περισσότερη ευρύτητα στη σελίδα 942, ως εξής:
«Το Ανώτατο Δικαστήριο δεν επεμβαίνει στα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, εκτός εάν ο εφεσείων ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η αιτιολογία είναι ανεπαρκής ή ότι τα ευρήματα δε δικαιολογούνται από τη μαρτυρία, θεωρουμένης στο σύνολό της. Με απροθυμία επεμβαίνει στα ευρήματα γεγονότων, εκτός στις περιπτώσεις όπου η δικαιοσύνη το απαιτεί, όταν τα ευρήματα αυτά δεν είναι εύλογα επιτρεπτά με βάση τα πρωτογενή γεγονότα. Ο εφεσείων έχει την ευθύνη να πείσει το Δικαστήριο ότι τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι λανθασμένα».
Η αμφισβήτηση των ευρημάτων του Δικαστηρίου, δεν διαπιστώνεται να γίνεται στη βάση οποιουδήποτε από τα πιο πάνω κριτήρια που καθόρισε η σχετική νομολογία. Για την ακρίβεια, δεν γίνεται οποιαδήποτε παραπομπή στη μαρτυρία για σκοπούς αντιπαραβολής της προκειμένου να καταδειχθεί ότι συντρέχει οποιοδήποτε από τα πιο πάνω κριτήρια. Σε όλες τις περιπτώσεις η αμφισβήτηση εκ μέρους των εναγομένων της αξιολόγησης της μαρτυρίας και των ευρημάτων του Δικαστηρίου είναι γενική και αόριστη ώστε οι προβαλλόμενες θέσεις τους, σχετικά, να μην επαληθεύονται. Επομένως, οι λόγοι έφεσης 4, 5, 6, 8 και 9 δεν μπορούν, επίσης, να επιτύχουν.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι ενάγοντες με σχετικά διαβήματα που έλαβαν, τερμάτισαν όλες τις επιμέρους συμφωνίες που είχαν συνάψει με τους εναγόμενους, στη βάση ότι οι τελευταίοι τους είχαν εξαπατήσει σε σχέση με τις συμφωνίες της Βουλγαρίας. Συγκεκριμένα, προέβη σε εύρημα, το οποίο δεν διαπιστώνεται να αμφισβητείται, ειδικά, από κάποιο λόγο έφεσης, ότι ενώ οι εναγόμενοι παρέστησαν στους ενάγοντες ότι τα ακίνητα στη Βουλγαρία ήταν ελεύθερα εμπράγματων βαρών, από έρευνα που διενήργησαν μέσω αντιπροσώπου τους, στη χώρα εκείνη, διαπιστώθηκε ότι ήταν υποθηκευμένα. Το πιο πάνω γεγονός δικογραφείται στην παράγραφο 44 της έκθεσης απαίτησης, όπου αναφέρεται ρητώς ότι κατά το Μάρτιο του 2010, οι ενάγοντες προέβησαν σε έρευνα μέσω δικηγόρου και διαπίστωσαν ότι, ειδικά ο εναγόμενος 1, είχε δανειστεί εκατομμύρια ευρώ από διάφορες τράπεζες στη Βουλγαρία και ότι, προς εξασφάλιση των δανείων, είχε υποθηκεύσει το ακίνητο το οποίο ήταν εγγεγραμμένο επ’ ονόματι των εναγομένων 5 και 6 εταιρειών, που είχε πωλήσει στους ενάγοντες.
Το θέμα αυτό συζητείται για σκοπούς του τρίτου και του εντέκατου λόγου έφεσης, όπου αναφέρεται ότι δεν παρατίθενται στην έκθεση απαιτήσεως λεπτομέρειες δόλου και απάτης. Η θέση αυτή όμως δεν είναι ορθή. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν ήταν αναγκαίο να αναφερθεί στην έκθεση απαίτησης οτιδήποτε πέραν των όσων αναφέρονται στην παράγραφο 44 της έκθεσης απαιτήσεως, προς ικανοποίηση της δικονομικής απαίτησης, για παράθεση λεπτομερειών όπου υπάρχει ισχυρισμός για δόλο και απάτη. Η πιο πάνω απάντηση καλύπτει και τον εντέκατο λόγο έφεσης στον οποίο προβάλλεται παρόμοια θέση σε σχέση με την εναγόμενη 2. Όσον αφορά τη θέση πως δεν υπάρχει μαρτυρία εμπειρογνώμονα ότι η εναγόμενη 2 διαβεβαίωσε τους εκπροσώπους των εναγουσών 1 και 2 ότι δεν υπήρχαν υποθήκες, τούτο αποτέλεσε εύρημα του Δικαστηρίου μέσα από τη μαρτυρία, το οποίο δεν αντικρούεται όπως προνοείται από τη νομολογία που αναφέρεται πιο πάνω, στο πλαίσιο εξέτασης των προηγηθέντων λόγων έφεσης. Επομένως, ο τρίτος και ο εντέκατος λόγος έφεσης δεν μπορούν να επιτύχουν.
Με δεδομένη την ορθότητα της διαπίστωσης του Δικαστηρίου ότι τα μέρη είχαν συμφωνήσει σε ό,τι αυτό χαρακτήρισε ως «ενιαία συναλλαγή», στη βάση αυτής, τα μέρη είχαν, επίσης, προέλθει σε επιμέρους συμφωνίες για την πώληση από τους ενάγοντες στους εναγόμενους αριθμού διαμερισμάτων στην Κύπρο. Ένα από αυτά, προφανώς, ήταν και το διαμέρισμα [ ] στο [ ]. Ο τερματισμός της πιο πάνω συμφωνίας, όπως ήταν η διαπίστωση του Δικαστηρίου, δικαιολογημένα οδήγησε τους ενάγοντες στον τερματισμό, υπαιτιότητι των εναγομένων, όλων των επιμέρους συμφωνιών που είχαν συνάψει μεταξύ τους, περιλαμβανομένης και της συμφωνίας για το πιο πάνω διαμέρισμα. Αυτό το πλαίσιο δεν έχει αμφισβητηθεί από την πλευρά των εναγομένων, ο δε τερματισμός όλων των εν λόγω επιμέρους συμφωνιών από την πλευρά των εναγόντων, ήταν αναπόφευκτο, υπό τις περιστάσεις. Επομένως ούτε και ο πρώτος λόγος έφεσης μπορεί να επιτύχει.
Είναι χαρακτηριστικό της παρούσας έφεσης, οι λόγοι σε αυτή να διατυπώνονται με ιδιαίτερα γενικό τρόπο. Στην περίπτωση του λόγου επτά, τούτη η γενικότητα συνοδεύεται και από ασάφεια ώστε να μην γίνεται στην πραγματικότητα αντιληπτό σε τι αναφέρεται. Δεδομένου και του γεγονότος ότι προσβάλλει επιμέρους θέματα σε μια μακροσκελή απόφαση 82 σελίδων, ο τρόπος διατύπωσης και το περιεχόμενο του έβδομου λόγου έφεσης, δεν είναι δυνατό να γίνει αντιληπτό σε ποιο πλαίσιο είναι που προβάλλεται, χωρίς να γίνεται συγκεκριμένη αναφορά επί τούτου. Σύμφωνα με τον τρόπο δικογράφησης λόγων έφεσης, που προβλέπεται στη Δ.30 κ.4, των παλαιών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, «Κάθε λόγος έφεσης θα καταγράφεται σε ξεχωριστή παράγραφο. Μετά από κάθε λόγο έφεσης θα καταγράφεται ξεχωριστά η αιτιολογία του.». Όπως έχει πιο πάνω σημειωθεί, τούτο δεν συμβαίνει στην περίπτωση του λόγου επτά.
Ανεξάρτητα από την πιο πάνω παρατήρηση, εν πάση περιπτώσει, παίρνοντας τα γεγονότα ως έχουν στην όψη τους, δεν γίνεται αντιληπτό ποια είναι η συνέπεια της επικαλούμενης παράλειψης του Δικαστηρίου να μην διατάξει την επιστροφή στις εναγόμενες 5 και 6 εταιρείες των μετοχών που είχαν μεταβιβάσει επ΄ονόματι της ενάγουσας 2. Μάλιστα, αν εννοεί τις μετοχές των δύο αυτών εταιρειών, δεν διευκρινίζεται σε ποιους θα έπρεπε να τις μεταβιβάσει. Ως εκ τούτου, διαπιστώνεται ότι ο λόγος έφεσης επτά, στην πραγματικότητα, είναι ατελής και ως τέτοιος απορρίπτεται.
Με θέμα μαρτυρίας ασχολείται και ο δέκατος λόγος έφεσης. Βασικά, με αυτόν προβάλλεται ότι το Δικαστήριο λανθασμένα αποδέκτηκε εξωγενή μαρτυρία για τη μη πληρωμή του ανταλλάγματος για την αγορά, από τους εναγόμενους, των ακινήτων στην Κύπρο. Όπως αναφέρεται, το Δικαστήριο, στο πλαίσιο αυτό, έκαμε δεκτά συγκεκριμένα έγγραφα, ήτοι τα τεκμήρια 41 μέχρι 48, που αφορούσαν αποδείξεις εισπράξεως που είχαν εκδοθεί από τους ενάγοντες, το περιεχόμενο των οποίων αποτελούσε μαρτυρία εναντίον της θέσης των εναγομένων. Θα πρέπει να τονιστεί ότι η προσαγωγή εξ ακοής μαρτυρίας κατέστη αποδεκτή από το 2004 δια του περί Αποδείξεως (Τροποποιητικός) Νόμος του 2004, Νόμος 32/(Ι)/2004, με τον οποίο τροποποιήθηκε ανάλογα ο περί Αποδείξεως Νόμος, Κεφ. 9, με την εισαγωγή σε αυτόν του Γενικού Μέρους. Στο άρθρο 24(1) του εν λόγω νόμου, προβλέπεται ότι «…η εξ ακοής μαρτυρία δε αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον οιουδήποτε Δικαστηρίου, απλώς και μόνο διότι αυτή είναι εξ ακοής:». Δεδομένης της πιο πάνω πρόνοιας δεν αναφέρεται στον υπό εξέταση λόγο έφεσης γιατί στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο δεν θα έπρεπε να κάμει δεκτή τη συγκεκριμένη εξ ακοής μαρτυρία. Συνακόλουθα, ο δέκατος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 195/2016
Η εξέταση του συνόλου των λόγων της Πολιτικής Έφεσης Αρ. 192/2016 καλύπτει πλήρως τους αντίστοιχους όμοιους λόγους στην Πολιτική Έφεση Αρ. 195/2016, που είναι οι λόγοι 1 έως 6 και, επίσης, οι λόγοι 8, 9, 14 και 15. Από την πιο πάνω πολιτική έφεση, παραμένουν προς εξέταση οι λόγοι 7, 10, 11, 12 και 13.
Όσον αφορά τον έβδομο λόγο έφεσης, εμφανώς, η έκδοση απόφασης εναντίον του εναγομένου 15 έγινε εκ παραδρομής, δεδομένης της προηγηθείσας διαπίστωσης του Δικαστηρίου ότι, η αγωγή δεν είχε επιδοθεί σε αυτόν. Επομένως, ο έβδομος λόγος έφεσης επιτυγχάνει για τον λόγο αυτόν και μόνο με το θέμα που εγείρει να είναι εντελώς τυπικό.
Ακολουθεί η εξέταση του δέκατου λόγου έφεσης με την οποία επικρίνεται ως λανθασμένο το συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος 1 είχε καταρτίσει πλαστό έγγραφο που επιβεβαίωνε τη διαγραφή υποθήκης προς όφελος της American Bulgarian Bank. Συμπληρώνεται δε στη σχετική αιτιολογία ότι, το Δικαστήριο δεν είχε ενώπιον του μαρτυρία σε σχέση με την αυθεντικότητα του εν λόγω εγγράφου. Η απάντηση σε σχέση με το πιο πάνω θέμα είναι απλή. Το Δικαστήριο είχε ενώπιον του μαρτυρία την οποία έκαμε δεκτή, η οποία επιβεβαίωνε την ύπαρξη της εν λόγω υποθήκης, ανεξάρτητα με το έγγραφο το οποίο είχε καταρτίσει, σχετικά, ο εναγόμενος 2. Επομένως, δεν ήταν αναγκαία η προσκόμιση μαρτυρίας εμπειρογνώμονα για την απόδειξη της πλαστότητας του εν λόγω εγγράφου. Ως εκ τούτου ο δέκατος λόγος έφεσης δεν μπορεί να επιτύχει.
Εξετάζοντας κατά προτεραιότητα το δέκατο τρίτο λόγο έφεσης, υποβάλλεται με αυτόν ότι, το Δικαστήριο λανθασμένα θεώρησε ότι ο εναγόμενος 1 δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας και ότι είχε ενεργήσει με δόλιο τρόπο σε σχέση με τις συναλλαγές που είχε με τους ενάγοντες. Προς υποστήριξη της πιο πάνω θέσης, γίνεται παραπομπή στα σχετικά ευρήματα του Δικαστηρίου στις σελίδες 54 έως 58 της απόφασης του, όπου διαπιστώνεται ότι ο εναγόμενος 1 δεν είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια, ενώ γίνεται και εισήγηση ότι η μαρτυρία του δεν είχε αντικρουστεί από άλλη μαρτυρία. Δεν χρειάζεται να ειπωθούν πολλά και εδώ ως προς το θέμα αυτό, ο χειρισμός του οποίου καλύπτεται από την συζήτηση που γίνεται σε σχέση με παρόμοιο θέμα, δηλαδή την αξιολόγηση από το Δικαστήριο της μαρτυρίας και τα συνακόλουθα ευρήματα του. Ό,τι έχει ειπωθεί σε σχέση με τους λόγους έφεσης 4, 5, 6, 8 και 9 στην Πολιτική Έφεση Αρ. 192/2016, ισχύουν και εδώ, εφόσον δεν έχει καταδειχθεί μέσω του υπό συζήτηση λόγου έφεσης, η κατίσχυση οποιουδήποτε από τα προαναφερθέντα κριτήρια, προκειμένου να δικαιολογείται η επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου για ανατροπή των ευρημάτων του εκδικάσαντος Δικαστηρίου.
Οι εναπομείναντες δύο λόγοι έφεσης, δηλαδή ο εντέκατος και ο δωδέκατος, ασχολούνται με το θέμα των εξόδων δεδομένου του αποτελέσματος της πρωτόδικης απόφασης σε σχέση με τις εναγόμενες εταιρείες 4 και 13. Όσον αφορά τον εντέκατο λόγο, ανωτέρω, υπό το φως της επιτυχίας του δεύτερου λόγου έφεσης στην Πολιτική Έφεση Αρ. 177/2016, σε σχέση με την εναγόμενη 4, εμφανώς, εξέλειπε κάθε αιτία εξέτασης του λόγου αυτού. Ίδιο πρέπει να είναι το αποτέλεσμα σε σχέση και με το δωδέκατο λόγο, με τον οποίο επικρίνεται η μη επιδίκαση εξόδων προς όφελος της εναγομένης 13 εταιρείας, δεδομένου ότι η αγωγή απορρίφθηκε σε σχέση με αυτή. Προφανώς, στην προκειμένη περίπτωση το εκδικάσαν Δικαστήριο δεν ακολούθησε τον κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, δεδομένου του γεγονότος ότι η κατάληξη του ως προς την εμπλοκή της συγκεκριμένης εταιρείας, όπως επιβεβαιώνεται στην Πολιτική Έφεση Αρ. 177/2016 ήταν επουσιώδης. Για τους πιο πάνω λόγους απορρίπτονται ο εντέκατος και ο δωδέκατος λόγος έφεσης.
Για τους πιο πάνω λόγους η Πολιτική Έφεση Αρ. 177/2016 αποτυγχάνει ως προς τον πρώτο λόγο έφεσης ενώ επιτυγχάνει ως προς το δεύτερο λόγο έφεσης. Δεδομένης της διαφορετικής κατάληξης των προαναφερθέντων δύο λόγων, δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα.
Όσον αφορά τις Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 192/2016 και 195/2016 αυτές αποτυγχάνουν και απορρίπτονται. Ως εκ τούτου, σε σχέση με αυτές, επιδικάζονται έξοδα υπέρ των εφεσιβλήτων και εναντίον των εφεσειόντων τα οποία καθορίζονται στο ποσό των €4.500.- πλέον Φ.Π.Α.
Γ.Ν. ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Δ.
Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.
Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.
/γκ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο