ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ TOY Ι.Γ. Μ. Ν. ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ/ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, Πολιτική Έφεση Αρ.22/2025, 9/2/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ TOY Ι.Γ. Μ. Ν. ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ/ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, Πολιτική Έφεση Αρ.22/2025, 9/2/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.22/2025)

 

 

09 Φεβρουαρίου, 2026

 

 

[ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΔΑΥΙΔ, ΔΔ.]

 

 

ΕΦΕΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΟΔΙΚΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 166/2025

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΩΝ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΩΝ ΤΟΥ 1964 ΕΩΣ (ΑΡ.3) ΤΟΥ 2022

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥΣ ΤΟΥ 2018

 

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ TOY Ι.Γ. Μ. Ν. ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ/ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI

 

KAI

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΚΑΤΑΚΡΑΤΗΣΗΣ ΤΕΚΜΗΡΙΩΝ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 3 ΙΟΥΛΙΟΥ 2025, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΚΑΤΟΠΙΝ ΜΟΝΟΜΕΡΟΥΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΤΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ

…………………………………….

 

Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου, για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου ΔΕΠΕ, για τον Εφεσείοντα.

 

 

ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη

                            και θα δοθεί από τον Δαυίδ, Δ.

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΔΑΥΙΔ, Δ.: Στις 03.07.2025, Δικαστής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (εφεξής «το κατώτερο Δικαστήριο»), εξέδωσε διάταγμα κατακράτησης τεκμηρίων μέχρι την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας σε σχέση με αυτά.

 

Ο Εφεσείων, αντιδρώντας στην πιο πάνω εξέλιξη, προσέφυγε στο Ανώτατο Δικαστήριο, στην πρωτοβάθμια του δικαιοδοσία  (εφεξής «το πρωτόδικο Δικαστήριο»), προς εξασφάλιση άδειας για καταχώρηση αίτησης με κλήση για την έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari προς ακύρωση του ως άνω διατάγματος, ημερομηνίας 03.07.2025. Στις 31.07.2025, το αίτημα του απορρίφθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, με αποτέλεσμα ο Εφεσείων να καταχωρήσει την παρούσα Έφεση, μέσω της οποίας προσβάλλει την ως άνω απόφαση.

 

          Για σκοπούς πληρέστερης κατανόησης των ζητημάτων που απασχολούν στην παρούσα, ως έχουν οριοθετηθεί από τον Εφεσείοντα, κρίνεται επιβεβλημένη η παράθεση, αδρομερώς, των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση, ως αυτά τέθηκαν υπόψη του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Σύμφωνα με αυτά, στις 08.03.2024, ο [   ], Η.Κ., προέβη σε καταγγελία για διάπραξη αδικημάτων οικονομικής φύσης τόσο από τον Εφεσείοντα, [   ],  όσο και από τους υπόλοιπους μοναχούς της εν λόγω μονής.  Όπως ανέφερε, τα γεγονότα περιήλθαν εις γνώση του κατόπιν πληροφόρησης που έλαβε από μέλος της αδελφότητας της μονής, ήτοι τον Α.Β., ο οποίος είχε πρόσβαση στα δεδομένα και τις σχετικές πληροφορίες που λάμβανε από κλειστό οπτικοακουστικό σύστημα παρακολούθησης που υπήρχε εγκατεστημένο στην μονή. Το τελευταίο, ως υπέδειξε ο ως άνω Μ., τοποθετήθηκε στις αρχές του 2023 κατόπιν απαίτησης και έγκρισης του, καλύπτοντας διάφορα σημεία της μονής, τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικούς χώρους της, τα οποία ήταν γνωστά στον Εφεσείοντα και στους Α.Π. και Β., μέλη της αδελφότητας της μονής.

 

          Μετά τα όσα διαπίστωσε ο Α.Β., σε σχέση με τον τρόπο που οι μοναχοί παράνομα αποκόμισαν προσωπικό όφελος και την προσπάθεια τους να συγκαλύψουν τις παράνομες δραστηριότητες τους, για τα οποία και τον ενημέρωσε, ο Μ. αποφάσισε να προβεί σε εκκλησιαστικές ανακρίσεις, βάση του καταστατικού χάρτη της εκκλησίας της Κύπρου.  Στο πλαίσιο αυτών των ανακρίσεων και προς το σκοπό διασφάλισης της εκκλησιαστικής περιουσίας, οργάνωσε ομάδα η οποία, στις 05.03.2024,  μετέβη στο χώρο της μονής όπου και παρέλαβε κινητή περιουσία, μεταξύ της οποίας και το καταγραφικό του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης, το οποίο μεταφέρθηκε στην μητρόπολη Ταμασσού.

 

        Στην εξέλιξη των πραγμάτων, ειδικότερα στις 09.03.2024, οι μοναχοί της μονής, συμπεριλαμβανομένου και του Εφεσείοντα, προέβησαν σε καταγγελία εναντίον του Μ. και άλλων προσώπων για διάφορα ποινικά αδικήματα, μεταξύ των οποίων και αδικήματα κατά παράβαση του περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα  και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας Δεδομένων Νόμου, Ν.125(Ι)/2018, τα οποία, σύμφωνα με τους ίδιους, διαπράχθηκαν σε βάρος τους μεταξύ 5 και 6 Μαρτίου του 2024. Για τη διερεύνηση των εν λόγω καταγγελιών συγκροτήθηκε ειδική ανακριτική ομάδα και σχηματίστηκε σχετικός ποινικός φάκελος εναντίον του Μ., του ως άνω Α.Β., αλλά και άλλων προσώπων.  

 

        Στο μεταξύ, στο πλαίσιο διερεύνησης των γεγονότων που ο Μ. κατάγγειλε, ο Α.Β. παρέδωσε οικειοθελώς στην αστυνομία τρείς (3) ηλεκτρονικές συσκευές οι οποίες περιείχαν δεδομένα (βίντεο με οπτικοακουστικό υλικό), το οποίο κατέγραψε το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης της μονής. Έγινε αντιγραφή των δεδομένων από τις ηλεκτρονικές συσκευές που παρέδωσε ο Α.Β. σε εξωτερικό σκληρό δίσκο, ο οποίος παραδόθηκε στην ανακριτική ομάδα για σκοπούς εξετάσεων της υπόθεσης που βρισκόταν υπό διερεύνηση. Ομοίως, παραδόθηκε οικειοθελώς από την Μητρόπολη Ταμασσού στην Ομάδα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Υ.Δ.Ο.Ε.), το καταγραφικό του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης που παραλήφθηκε από τη μονή και ένα  DVR μάρκας DAHUA το οποίο έτυχε εξέτασης και έγινε εξαγωγή δεδομένων που υπήρχαν καταγραμμένα, αντίγραφο των οποίων παραδόθηκε σε σκληρό δίσκο στην ανακριτική ομάδα για σκοπούς της υπόθεσης που βρισκόταν υπό διερεύνηση. Στα δεδομένα που παρέδωσε ο Α.Β., διαπιστώθηκε ότι υπήρχαν καταγραφές/βίντεο με οπτικοακουστικό υλικό από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης της μονής, οι πλείστες από εσωτερικές κάμερες που ο Εφεσείων είχε στο γραφείο του, με συναντήσεις που είχε με διάφορα πρόσωπα ενώ κάποιες από αυτές αφορούσαν εξομολογήσεις. 

 

        Αφού τα βίντεο διέρρευσαν στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης (Μ.Μ.Ε.), και κατόπιν καταγγελιών των μοναχών της ως άνω μονής, η Επίτροπος Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα προχώρησε στη διενέργεια αυτεπάγγελτου ελέγχου σε σχέση με την λειτουργία του Κλειστού Κυκλώματος Παρακολούθησης, εντοπίζοντας ποινικές ευθύνες σε σχέση με την λειτουργία του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης, τόσο  εναντίον του Εφεσείοντα, ηγουμένου της μονής, όσο και εναντίον  του Μ. και του Α.Β., για την εγκατάσταση, λειτουργία και επεξεργασία των δεδομένων που κατέγραφαν. Με την συμπλήρωση των ανακρίσεων, οι δύο φάκελοι που σχηματίστηκαν διαβιβάστηκαν στην Νομική Υπηρεσία, όπου και δόθηκαν οδηγίες για την ποινική δίωξη των Μ.Τ.Ο., του Εφεσείοντα και του Α.Β., σε κοινό κατηγορητήριο, για αδικήματα κατά παράβαση του Ν.125(Ι)/2018, αναφορικά με την εγκατάσταση, τη λειτουργία και την επεξεργασία των δεδομένων που κατέγραφε το κλειστό κύκλωμα της μονής Οσίου Αβακούμ.  Καταληκτικά, ζητήθηκε από το κατώτερο Δικαστήριο η κατακράτηση συγκεκριμένων τεκμηρίων που παραλήφθηκαν κατά τον πιο πάνω τρόπο, το οποίο και διέταξε τούτο μέσω του εκκαλούμενου διατάγματος ημερομηνίας 03.07.2025, «μέχρι την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας σε σχέση με αυτά.»

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο, απορρίπτοντας την αίτηση για παραχώρηση της αιτούμενης άδειας, παρέπεμψε στις πρόνοιες του άρθρου 25 του Κεφ. 155 και στις δυνατότητες που αυτό παρέχει για έρευνα και κατάσχεση πραγμάτων, χωρίς την ύπαρξη εντάλματος προς τούτο. Έκρινε πως το γεγονός ότι η αστυνομία παρέλαβε και κατέσχε τα τεκμήρια που περιγράφονται στο εκκαλούμενο διάταγμα, κατόπιν οικειοθελούς παράδοσης τους, δεν διαφοροποιεί την κατάσταση πραγμάτων αναφορικά με το ότι αυτά περιήλθαν στην κατοχή της. Παραπέμποντας άλλωστε στον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Κύπρου, σημείωσε ότι η μονή Οσίου Αβακούμ εντάσσεται σε εκείνες που τελούν υπό την πνευματική και Κανονική δικαιοδοσία του Αρχιερέα της επαρχίας στην οποία ευρίσκονται, υποκείμενες στον έλεγχο του, καταλήγοντας ως εκ τούτου, ότι η παράδοση του υλικού που έγινε εκ μέρους της Μητρόπολης, έγινε νομότυπα και νόμιμα. Με δεδομένο δε ότι στο εν λόγω υλικό περιέχονται ευαίσθητα δεδομένα, όπως οι θρησκευτικές εξομολογήσεις, δεν παρέλειψε να σημειώσει ότι αναμένεται από την αστυνομία να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του Ν.125(Ι)/2018 και οποιαδήποτε άλλη πρόνοια αφορά την προστασία τους. Παραπέμποντας παράλληλα στο περιεχόμενο του Όρκου που τέθηκε υπόψη του κατώτερου Δικαστηρίου προς υποστύλωση του αιτήματος, απέρριψε την θέση ότι ο αιτητής δεν προέβη σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη των σχετικών γεγονότων. Υποδεικνύοντας τέλος ότι το κατώτερο Δικαστήριο εξέτασε την αίτηση στη βάση των σχετικών νομοθετικών προνοιών, ικανοποιούμενο ότι αυτές πληρούντο και δικαιολογούσαν την έκδοση του εκκαλούμενου διατάγματος, δεν παρέλειψε να καταγράψει την δυνατότητα που παρέχεται στον Εφεσείοντα, μέσω του άρθρου 32 (1) του Κεφ. 155,  για υποβολή έφεσης κατά του εκκαλούμενου διατάγματος

 

Τέσσερεις συνολικά Λόγους Έφεσης προβάλλει ο Εφεσείων, προσβάλλοντας την πρωτόδικη Απόφαση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, υποστηρίζει, εσφαλμένα κατέληξε ότι η παράδοση των τεκμηρίων και/ή του υλικού που έγινε εκ μέρους της Μητρόπολης Ταμασσού και Ορεινής έγινε νομότυπα και χωρίς να παραβιάζονται, τόσο συνταγματικά δικαιώματα και/ή ανθρώπινα δικαιώματα του Εφεσείοντα, ως αυτά κατοχυρώνονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η παρέμβαση της Μητρόπολης, υποδεικνύεται, συγκρούεται με το πλαίσιο που ρυθμίζει την κατάσχεση και κατακράτηση τεκμηρίων ως καθορίζεται από τον περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 155, άρθρα 25, 26 και 27 (1ος λόγος Έφεσης). Ομοίως, μέσω του 2ου λόγου Έφεσης, προβάλλει τη θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, έσφαλε ως προς το ζήτημα της προστασίας ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων του Εφεσείοντα, απορρίπτοντας, χωρίς να αξιολογήσει ορθά και/ή καθόλου, τη θέση περί ανυπαρξίας θεσμικών εγγυήσεων νομιμότητας και αναλογικότητας κατά την κατάσχεση, παράδοση, κατακράτηση και τυχόν επεξεργασία των τεκμηρίων, τα οποία περιείχαν ιδιαίτερα ευαίσθητα προσωπικά και θρησκευτικά δεδομένα. Τα πιο πάνω, υποστηρίζει, συνηγορούν στην παραβίαση εκ μέρους της Αστυνομίας, της Μητρόπολης και των υπαλλήλων της, της Κυπριακής και Ευρωπαϊκής νομοθεσίας που αφορά την προστασία των προσωπικών δεδομένων, ως αυτά εκπηγάζουν από την ιδιωτική και θρησκευτική ζωή του Εφεσείοντα. Περαιτέρω, μέσω του 3ου λόγου Έφεσης, υποστηρίζει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, προσέγγισε εσφαλμένα το ζήτημα της έκδοσης του εκκαλούμενου διατάγματος Κατακράτησης, μολονότι τα τεκμήρια είχαν κατασχεθεί παράνομα από μη Αστυνομικούς και δη υπαλλήλους της Μητρόπολης Ταμασσού, χωρίς δικαστικό ένταλμα, ενώ παράλληλα το αίτημα είχε προωθηθεί μονομερώς και χωρίς πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Τέλος, με τον 4ο λόγο Έφεσης προβάλλεται η θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε ότι ο Εφεσείων δεν κατάφερε να αποδείξει συζητήσιμη υπόθεση που να δικαιολογεί τη χορήγηση αιτούμενης άδειας, στερώντας από τον Εφεσείοντα το δικαίωμα σε αποτελεσματικό ένδικο μέσο, κατά παράβαση προνοιών της Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) αλλά και του άρθρου 47 του Χάρτη  Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 

 

Στρέφοντας κατά προτεραιότητα την προσοχή στην εισήγηση του Εφεσείοντα περί απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων, από την αρμόδια αρχή, καθ’ ον χρόνο απευθύνθηκε στο κατώτερο Δικαστήριο για την έκδοση του εκκαλούμενου διατάγματος,  εξαρχής θα πρέπει να αναφερθεί ότι αυτή δεν μπορεί να υιοθετηθεί.  Δεδομένο είναι το καθήκον του αιτούμενου διατάγματος του είδους, να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των ουσιωδών στοιχείων και γεγονότων. Η μη αποκάλυψη ουσιωδών πληροφοριών με αποτέλεσμα την παραπλάνηση του Δικαστηρίου, αφαιρεί ουσιαστικά το νόμιμο της έκδοσης του διατάγματος. Ωστόσο, στην υπο συζήτηση περίπτωση, στον μακροσκελή Όρκο που συνόδευε το σχετικό αίτημα, με άνεση εντοπίζεται ότι τέθηκαν με σαφήνεια όλα εκείνα για τα οποία παραπονείται ο Εφεσείων. Η σχετική θέση απορρίπτεται.

 

Με δεδομένο ότι οι προβαλλόμενοι λόγοι έφεσης, στην έκταση που προβάλλουν ζητήματα διαδικασίας, σε συνδυασμό θεωρούμενα με παραβιάσεις συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων αλλά και βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων του Εφεσείοντα (ως αυτά κατοχυρώνονται τόσο στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) όσο και στο Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης), αλληλεπικαλύπτονται και αλληλοσυμπληρώνονται, κρίνεται χρήσιμη η συνολική θεώρησή τους.

 

Στο άρθρο 32 του Κεφ.155, προβλέπεται νομοθετικά, η δυνατότητα κατακράτησης ή διάθεσης πραγμάτων που κατασχέθηκαν δυνάμει εντάλματος έρευνας. Δυνατότητα, που παρέχεται και για πράγματα που έχουν βρεθεί στο πλαίσιο έρευνας που διεξάγεται χωρίς τέτοιο ένταλμα. Ως ειδικότερα προβλέπεται  στο άρθρο 25 του Κεφ. 155:

«25.—(1) Κάθε αστυνομικός δύναται, χωρίς ένταλμα —

 

(α) να κατακρατήσει και ερευνήσει οποιοδήποτε τον οποίο αυτός εύλογα υποπτεύεται ότι φέρει, µεταφέρει ή αποκρύπτει αντικείµενο ή έγγραφο σε σχέση µε το οποίο πρόκειται να διαπραχτεί ή διαπράττεται ή έχει πρόσφατα διαπραχτεί ποινικό αδίκηµα·

 

(β) να εισέλθει και ερευνήσει οποιοδήποτε τόπο —

 

(ι) αν έχει λόγο να πιστεύει ότι σε αυτό πρόκειται να διαπραχτεί ή διαπράττεται, ή έχει πρόσφατα διαπραχτεί ποινικό αδίκημα που τιμωρείται µε θανατική ποινή ή µε φυλάκιση που υπερβαίνει τα δύο έτη ή ότι δύναται να βρεθεί σε αυτό οποιοδήποτε όργανο µε το οποίο έχει πρόσφατα διαπραχτεί οποιοδήποτε τέτοιο ποινικό αδίκημα·

 

(ιι) αν ο κάτοχος του τόπου ζητά τη βοήθεια της αστυνομίας· (ιιι) αν οποιοσδήποτε στον τόπο αυτό ζητά τη βοήθεια της αστυνομίας και υπάρχει λόγος να πιστεύεται ότι διαπράττεται αδίκημα εντός αυτού·

 

(ιν) σε οποιαδήποτε περίπτωση κατά την οποία δύναται να εισέλθει και ερευνήσει οποιοδήποτε τόπο χωρίς ένταλμα δυνάμει οποιουδήποτε νομοθετήματος που ισχύει εκάστοτε.

 

(2) Οτιδήποτε βρεθεί κατά τη διάρκεια έρευνας που διεξάγεται δυνάμει του εδαφίου (1) του άρθρου αυτού το οποίο θα μπορούσε να κατασχεθεί αν η έρευνα διεξαγόταν δυνάμει εντάλματος, δύναται να κατασχεθεί και τύχει μεταχείρισης κατά τον ίδιο τρόπο ως αν αυτό ήταν πράγμα που κατασχέθηκε κατά τη διάρκεια έρευνας δυνάμει εντάλματος, εφαρµοζοµένων των διατάξεων του άρθρου 32, µε τις αναγκαίες προσαρμογές, σε οποιοδήποτε τέτοιο πράγμα.»

 

 

Σύμφωνα με το ως άνω άρθρο, η παραλαβή οποιουδήποτε τεκμηρίου χωρίς να προηγηθεί σχετικό προς τούτο ένταλμα, είναι δυνατή. Τούτο, όμως, εφόσον γίνεται στο πλαίσιο έρευνας οποιουδήποτε προσώπου ή τόπου (εδάφιο (1) (α) και (β) αντίστοιχα).  Ως υποδεικνύεται δε στο εδάφιο (2) του ως άνω άρθρου, για την σύννομη κατάσχεση κάποιου τεκμηρίου (κατ’ εφαρμογή του άρθρου 32 του Κεφ.155 με τις αναγκαίες βεβαίως προσαρμογές), πέραν και ανεξάρτητα από την ύπαρξη σχετικού εντάλματος, θα πρέπει τούτο να βρεθεί κατά τη διάρκεια έρευνας που διεξάγεται δυνάμει του εδαφίου (1) του άρθρου 25.

 

Των ως άνω λεχθέντων, και υπό τις περιστάσεις που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, η επίκληση του άρθρου 25 για την δικαιολόγηση της κατακράτησης των τεκμηρίων, δεν φαίνεται να βρίσκει έρεισμα. Ως τέθηκε υπόψη του κατώτερου Δικαστηρίου, η εξασφάλιση των τεκμηρίων στην υπο συζήτηση περίπτωση, δεν έγινε στη εξέλιξη οποιασδήποτε έρευνας, με ή χωρίς ένταλμα προς τούτο. Ο εντοπισμός και η παραλαβή τους από την αστυνομία, δεν ήταν το αποτέλεσμα οποιασδήποτε έρευνας ως η έννοια του όρου περιλαμβάνεται στο άρθρο 25 του Κεφ.155, αλλά οικειοθελούς παράδοσης τους εκ μέρους τρίτου, της Μητρόπολης.  Η πιο πάνω εξέλιξη, αποτελεί πραγματικότητα, που φέρνει στο προσκήνιο και επιτρέπει την συζήτηση, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, των ζητημάτων παραβίασης του νομοθετικού πλαισίου που ρυθμίζει τα της κατάσχεσης και κατακράτησης τεκμηρίων, ως τίθεται τούτο από τα σχετικά άρθρα του Κεφ. 155 που η αρμόδια αρχή επικαλέστηκε για την προώθηση του αιτήματός της και, κατ’ επέκταση, πιθανής παραβίασης συνταγματικώς και άλλως πως κατοχυρωμένων ανθρώπινων δικαιωμάτων του Εφεσείοντα, ως ειδικότερα ο τελευταίος προέβαλε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου με τους λόγους 1, 3 και 4 της αίτησης του.  

 

Είναι γεγονός ότι, ως η νομολογία παγίως διακηρύσσει, στην περίπτωση που προσφέρεται άλλο ένδικο μέσο ή θεραπεία, όπως η έφεση, άδεια για καταχώρηση αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος δεν παραχωρείται. Σε μια τέτοια περίπτωση, τούτο είναι δυνατόν μόνο αν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις, ζήτημα που κρίνεται πάντοτε με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Lucan Invest Ltd κ.α. (2011) 1(Γ) Α.Α.Δ 1904, Αναφορικά με την Αίτηση της Tricor Ltd, Πολ. Έφ.117/20, ημερ. 07.04.2024 και Αναφορικά με την Αίτηση της ACP Trαding I LLC, Πολ. Έφ.8/2024, ημερ. 02.07.2024). Το Πρωτόδικο Δικαστήριο κατ’ εφαρμογή της ως άνω αρχής, παραπέμποντας στο άρθρο 32Α του Κεφ. 155, σύμφωνα με το οποίο κάθε απόφαση η οποία εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 32(1) του ως άνω νόμου, υπόκειται σε έφεση, υπέδειξε ότι ο Εφεσείων, εν πάση περιπτώσει, έχει στη διάθεση του αυτό το δικαίωμα.

 

Ωστόσο, στην υπό συζήτηση περίπτωση, η ανάδειξη των πιο πάνω ζητημάτων που άπτονται της δυνατότητας έκδοσης διατάγματος κατακράτησης τεκμηρίων κατ’ επίκληση του άρθρου 32(1) του Κεφ.155,  φαίνεται να θέτει επίσης, εν αμφιβόλω, την δυνατότητα δρομολόγησης έφεσης που προβλέπεται στο άρθρο 32Α του νόμου. Δικονομικό διάβημα άμεσα συνδεδεμένο με απόφαση κατακράτησης ή διάθεσης πραγμάτων που εκδίδεται δυνάμει του εδαφίου (1) του άρθρου 32 του Κεφ.155

 

Υπο το φως των πιο πάνω, η Έφεση επιτυγχάνει μερικώς, ως ανωτέρω.

 

Παρέχεται άδεια στον Εφεσείοντα να καταχωρήσει αίτηση δια κλήσεως για την έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari για την ακύρωση του εκκαλούμενου Διατάγματος Κατακράτησης Τεκμηρίων, ημερομηνίας 03.07.2025, ως οι λόγοι 1, 3 και 4 στην Έκθεση που συνοδεύει την αίτηση του Εφεσείοντα ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου.   

 

Η αίτηση να καταχωριστεί εντός δώδεκα (12) ημερών και να επιδοθεί στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.

 

Ο Πρωτοκολλητής να την ορίσει για οδηγίες σε συνεννόηση με την αδελφή δικαστή ενώπιον της οποίας θα τεθεί για εκδίκαση.

 

Τα έξοδα της Έφεσης επιδικάζονται υπέρ του εφεσείοντα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον Φ.Π.Α αν υπάρχει. Θα είναι δε ανακτήσιμα, μόνο σε περίπτωση επιτυχίας της αίτησης με κλήση.

 

 

 

                                             Κ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.

 

                                              Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.

 

                                              Α. ΔΑΥΊΔ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο