ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Αίτηση Αρ. 288/2025)
(i-Justice)
[Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.]
4 Φεβρουαρίου, 2026
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ TOY 1964, ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ TOY Γ.Σ. ΜΕ Δ.Ε.Α. [ ] ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI
KAI
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΕΝΤΑΛΜΑ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΗΜΕΡ. 4/11/2025 ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΞΕΔΟΘΗ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΣΤΗ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΕΝΟΡΚΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ ΤΟΥ ΑΣΤ. 1300 Σ. ΛΕΩΝΙΔΟΥ ΓΙΑ ΣΥΛΛΗΨΗ ΤΟΥ ΑΙΤΗΤΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΝΟΜΟΥ, ΚΕΦ. 155, ΑΡΘΡΑ 18 ΚΑΙ 19
__________________
Αλ. Κληρίδης, για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε, για τον Αιτητή.
__________________
A Π Ο Φ Α Σ Η
ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.: Για τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες δολοφονήθηκε στη Λεμεσό, με γκανγκστερικό τρόπο, λίγο μετά τις 9:00 το πρωί της 17ης Οκτωβρίου 2025, ο Σταύρος Δημοσθένους, 49 ετών, τέως από τη Λεμεσό, παραπέμπω στα όσα καταγράφονται στην απόφαση που εξέδωσα σήμερα στην Πολ. Αίτηση Αρ. 289/2025, η οποία αφορά σε Αίτηση του Α.Ζ. για Άδεια για Καταχώριση Αίτησης διά Κλήσεως για την Έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Certiorari, με το οποίο να ακυρώνεται ένταλμα σύλληψης που εξεδόθη εναντίον του στις 26.10.2025, στο πλαίσιο διερεύνησης της πιο πάνω στυγερής δολοφονίας.
Στην πιο πάνω απόφαση παρατίθενται οι προϋποθέσεις έκδοσης εντάλματος σύλληψης, και η σχετική με αυτές νομολογία. Υιοθετούνται και εν προκειμένω. Θα αρκεστώ να παραθέσω αυτολεξεί τα αδικήματα σε σχέση με τα οποία η Αστυνομία Κύπρου αξίωσε και εξασφάλισε ένταλμα σύλληψης εναντίον του αιτητή στις 4.11.2025, από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού (στο εξής «το κατώτερο Δικαστήριο»), τα οποία είναι τα ίδια για τα οποία εξασφάλισε εντάλματα σύλληψης εναντίον και άλλων προσώπων.
«(1) Φόνος εκ προμελέτης, Άρθρα 203, 204, Κεφ. 154,
(2) Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, Άρθρο 371, Κεφ. 154,
(3) Συνωμοσία για φόνο, Άρθρο 217, Κεφ. 154,
(4) Εμπρησμός μηχανοκίνητου οχήματος, Άρθρο 315(Α), Κεφ. 154,
(5) Παράνομη κατοχή, μεταφορά και χρήση πυροβόλου όπλου, Άρθρα 2, 4(1), 5(1)(α), Νόμος 113(Ι)/2004,
(6) Παράνομη κατοχή, μεταφορά και χρήση εκρηκτικών υλών, Άρθρα 4(4), (δ), Κεφ. 54, τα οποία διαπράχθηκαν την 17/10/2025 στη Λεμεσό, καθώς και σε δύο υπόθεση που αφορά το αδίκημα,
(7) Κλοπής του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής [ ], μάρκας RENAULT VAN αξίας €5.000, Άρθρα 255-262, Κεφ. 154, τα οποία διαπράχθηκαν την 4.9.2025 με 17.10.2025 στη Λευκωσία και Λεμεσό».
Το αίτημα της Αστυνομίας υποστηριζόταν από Ένορκη Δήλωση του Αστ. 1300, Σ. Λεωνίδου, του Τ.Α.Ε. Λεμεσού, η οποία εκάλυπτε πέντε και πλέον δακτυλογραφημένες σελίδες. Το κατώτερο Δικαστήριο εκδίδοντας το ένταλμα σύλληψης σημείωσε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
«Με βάση το περιεχόμενο του όρκου του Αστ. 1300 Σ. Λεωνίδου, του ΤΑΕ Λεμεσού, έχω ικανοποιηθεί ότι λογικά ότι ο ύποπτος συνδέεται με εύλογες υποψίες με τα υπό διερεύνηση αδικήματα και συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης του εντάλματος με βάση το Νόμο, τη νομολογία και το Σύνταγμα.
Έχω ικανοποιηθεί λογικά από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Αστ. 1300 Σ. Λεωνίδου του ΤΑΕ Λεμεσού για το λογικό και την αναγκαιότητα έκδοσης του εντάλματος.»
Με την υπό εκδίκαση μονομερή Αίτηση, ο αιτητής αξιώνει την άδεια του Δικαστηρίου για να καταχωρίσει Αίτηση διά Κλήσεως για την έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Certiorari, με το οποίο να ακυρώνεται το εκδοθέν ένταλμα σύλληψης, ημερ. 4.11.2025 «ως δικαστική πράξη παράνομη ή/και αντίθετη με το Σύνταγμα». Στην Έκθεση που επισυνάπτεται παρατίθενται τέσσερις νομικοί λόγοι «επί των οποίων στηρίζεται το αίτημα για θεραπεία». Τους παραθέτω αυτολεξεί:
«ΠΡΩΤΟΣ ΛΟΓΟΣ - Απουσία Σύνδεσης με τα υπό διερεύνηση αδικήματα.
ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΛΟΓΟΣ - Μηχανική Δράση του Δικαστηρίου.
ΤΡΙΤΟΣ ΛΟΓΟΣ - Επάρκεια του όρκου και της πληροφορίας.
ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΛΟΓΟΣ - Ψευδορκίες και Παραλήψεις Αναφορών»
Προχωρώ να εξετάσω τον Πρώτο και τον Τρίτο Λόγο, οι οποίοι είναι συναφείς μεταξύ τους. Εν πρώτοις, να επαναλάβω ότι οι Ένορκες Δηλώσεις προς υποστήριξη αιτημάτων που αφορούν σε έκδοση εντάλματος έρευνας και σύλληψης, θα πρέπει να προσεγγίζονται πρακτικά και με γνώμονα την κοινή λογική. Προς τούτο παραπέμπω στην Αναφορικά με την Αίτηση των 1. Θ.Γ., 2. Κ.Π. και 3. Γ.Γ. για Άδεια για την Καταχώριση Αίτησης για την Έκδοση Εντάλματος Φύσεως Certiorari, Πολ. Έφεση Αρ. 11/2025, ημερ. 21.7.2025, όπου σημειώθηκαν τα ακόλουθα:
«Ολοκληρώνοντας επιθυμούμε να επαναλάβουμε τα πιο κάτω, τα οποία έχουν επισημανθεί στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Κ.Ν., Πολιτική Έφεση Αρ. 366/2021, ημερ. 5/4/2023, ECLI:CY:AD:2023:A184, ως προς τον τρόπο που θα πρέπει να προσεγγίζονται οι ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν αιτήματα για εντάλματα έρευνας και σύλληψης:
«δεν αναμένεται στον όρκο που παρουσιάζει η Αστυνομία λεπτομερέστατη καταγραφή και ανάλυση όλων των στοιχείων. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι οι ένορκες αυτές δηλώσεις ετοιμάζονται από αστυνομικά όργανα σε χρόνο που δεν έχουν, βεβαίως, στην κατοχή τους όλα τα γεγονότα και δεν μπορεί να απαιτείται επίπεδο σύνταξης που χαρακτηρίζει συγγραφή του όρκου από δικηγόρο, ή επίπεδο ποιότητας ενός δικογράφου. Η ουσία είναι ότι αυτές οι ένορκες δηλώσεις πρέπει να προσεγγίζονται πρακτικά, με γνώμονα την κοινή λογική. Επί του θέματος αυτού μας βρίσκουν απόλυτα σύμφωνους τα όσα, ταυτόσημα, έχουν αναφερθεί στην Πολιτική Έφεση Αρ. 119/2017, Αναφορικά με την αίτηση του Κωνσταντίνου, ημερ. 26/9/2017 με παραπομπή στις αποφάσεις R. v. Sanchez, 1994 CanLII ημερ. 26/9/2017 με παραπομπή στις αποφάσεις R. v. Sanchez, 1994 CanLII 5271, Re Lubell and the Queen (1973) 11 CCC (2d) 188 (Ont. H.C.).»
Όσον αφορά στις γνήσιες και εύλογες υπόνοιες, για τις οποίες το κατώτερο Δικαστήριο οφείλει να ικανοποιείται πριν από την έκδοση εντάλματος σύλληψης, θα παραπέμψω στο πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση στην Πολ. Αίτηση Αρ. 289/2025 (ανωτέρω):
«Όσον αφορά στις γνήσιες και εύλογες υπόνοιες οι οποίες πρέπει να προκύπτουν από το μαρτυρικό υλικό και τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου όταν αυτό επιλαμβάνεται αιτήματος που αφορά σε έκδοση ενταλμάτων σύλληψης, το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Συμιλλίδης ν. Αστυνομίας (Αρ. 1) (1997) 2 Α.Α.Δ. 160, εκεί βεβαίως σε σχέση με έκδοση διατάγματος προσωποκράτησης, είναι σχετικό:
«Τα στοιχεία στα οποία θεμελιώνονται οι υπόνοιες των αστυνομικών αρχών συσχετίζονται αναμφιβόλως με το αδίκημα το οποίο διερευνάται, στην προκείμενη περίπτωση με το τολμηρό έγκλημα το οποίο διαπράχθηκε. Δεν αλλοιώνονται όμως τα κριτήρια για την κράτηση του ατόμου, τα οποία παραμένουν αμετάβλητα. Οι υπόνοιες της Αστυνομίας πρέπει σε κάθε περίπτωση να είναι εύλογες υπό το φως των στοιχείων στα οποία βασίζονται. Το ευρύτερο πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου, να διατάξει την κράτηση ατόμου για σκοπούς ανακρίσεων, στοιχειοθετείται από την εξισορρόπηση της ανάγκης για προστασία της ελευθερίας του ατόμου αφενός, και την παροχή λογικής ευκαιρίας στις ανακριτικές αρχές για τη διερεύνηση του εγκλήματος, αφετέρου.
Όπως εξηγείται στην Stamataris, πρώτο, οι υποψίες της Αστυνομίας πρέπει να είναι γνήσιες. Δε γίνεται ποτέ ανεκτή η χρήση της εξουσίας για αλλότριους σκοπούς. Δεύτερο, οι υπόνοιες πρέπει να είναι εύλογες. Είναι εύλογες εφόσον πηγάζουν από τα στοιχεία στη διάθεση της Αστυνομίας και δικαιολογούνται από αυτά.
Περί υπονοιών ο λόγος. Ό,τι αποτιμάται, στο στάδιο της αίτησης για προσωποκράτηση, δεν είναι η αποδεικτική αξία των στοιχείων ή η δραστικότητά τους και αν αυτά συνθέτουν εκ πρώτης όψεως υπόθεση ενοχής. Όπως καθορίζει η νομολογία, κριτήριο είναι το εύλογο της υπόνοιας για ανάμειξη του υπόπτου στο έγκλημα.
Διαφωνούμε με την εισήγηση ότι στοιχεία, μη συμπερασματικά αφεαυτών, για τη δημιουργία εύλογης υπόνοιας ενέχουν μηδενική αξία. Εφόσον τα στοιχεία σχετίζονται με την έρευνα μπορεί να συνυπολογισθούν και να συνεκτιμηθούν με άλλα, σχετικά προς το ίδιο αντικείμενο στοιχεία, και αθροιστικά αποτιμούμενα να οδηγήσουν σε συμπεράσματα στα οποία δε θα μπορούσαν να οδηγήσουν απομονωμένα.
Τα στοιχεία τα οποία παρέθεσε η Αστυνομία και στα οποία βάσισε τις υπόνοιές της ήταν σχετικά προς το αντικείμενο της έρευνας και μπορούσαν να δημιουργήσουν εύλογες υπόνοιες για ανάμειξη του εφεσείοντα στο έγκλημα. Κριτής του εύλογου των υπονοιών της Αστυνομίας, για ανάμειξη του υπόπτου στο έγκλημα, είναι το Δικαστήριο το οποίο επιλαμβάνεται της αίτησης για την κράτησή του. Δεν είναι έργο του Εφετείου η αποτίμηση των στοιχείων αυτών. Η διακριτική ευχέρεια για τη διαπίστωση του εύλογου ανήκει στο πρωτόδικο Δικαστήριο. Εφόσον τα στοιχεία είναι σχετικά και θα μπορούσαν να θεμελιώσουν εύλογες υπόνοιες το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο διέταξε την κράτηση. Όπως δε θα επέμβουμε στην παρούσα υπόθεση.»
Εν προκειμένω, ο αιτητής, σύμφωνα με το μαρτυρικό υλικό που είχε τεθεί ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου:
«… την επόμενη μέρα της δολοφονίας στις 18/10/2025 και ώρα 14:03 το αυτοκίνητο με αρ. εγγρ. [ ] μάρκας Mercedes, ιδιοκτησίας του πιο πάνω υπόπτου, εισέρχεται στις κατεχόμενες περιοχές της Δημοκρατίας μέσω του οδοφράγματος Αγίου Δομετίου στην Λευκωσία.
Από περαιτέρω εξετάσεις που έγιναν μέσω του Γραφείου Δικοινοτικής Επαφής, δόθηκε ενημέρωση από τα Τουρκοκυπριακά μέλη του Δικοινοτικού Γραφείου, ότι βάσει των αρχείων τους ο ύποπτος μαζί με τον καταζητούμενο Α.Ζ. εισήλθαν στις κατεχόμενες περιοχές μέσω του οδοφράγματος Αγίου Δομετίου στις 18/10/2025, επιβαίνοντες και οι δύο στο ίδιο αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής [ ], και στις 19/10/2025 αναχώρησαν από το παράνομο λιμάνι της Κερύνειας.»
Να σημειωθεί εδώ ότι ο Α.Ζ. φέρεται να είναι αναμεμειγμένος στη δολοφονία του Σταύρου Δημοσθένους και εναντίον του είχε ήδη εκδοθεί, στις 26.10.2025, ένταλμα σύλληψης (Πολ. Αίτηση Αρ. 289/2025 (ανωτέρω)). Είναι γνωστό ότι η έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον ενός ή περισσοτέρων προσώπων, δεν δίδει τέρμα στις έρευνες της Αστυνομίας για εξιχνίαση του εγκλήματος. Η τελευταία όχι μόνο νομιμοποιείται, αλλά και οφείλει να συνεχίζει τις έρευνες προς πάσα κατεύθυνση μέχρι πλήρους διαλεύκανσης της υπόθεσης για εντοπισμό όλων όσων συμμετείχαν με οιονδήποτε τρόπο στο έγκλημα. Έχει ήδη λεχθεί, σύμφωνα πάντα με το μαρτυρικό υλικό, ότι την επόμενη ημέρα της δολοφονίας, ο αιτητής μαζί με τον Α.Ζ., εισήλθαν στις κατεχόμενες περιοχές, με αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του αιτητή, και ακολούθως, χρησιμοποιώντας το παράνομο λιμάνι της Κερύνειας, εγκατέλειψαν την Κύπρο.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το μαρτυρικό υλικό, οι δράστες πριν από τη δολοφονία φέρονται να είχαν καταστρώσει συγκεκριμένο σχέδιο για τη δολοφονία του Σταύρου Δημοσθένους, αφού κάποιες ημέρες πριν από τη δολοφονία, φέρονται να πραγματοποιούν και να επαναλαμβάνουν τη διαδρομή, ως αυτή ακολουθήθηκε από τους αυτουργούς την ημέρα της δολοφονίας. Καταγράφονται τα ακόλουθα στο μαρτυρικό υλικό, τα οποία προέκυψαν μετά από μελέτη κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης:
«Συγκεκριμένα, από ΚΚΠ φαίνεται ότι πρόσωπα τα οποία καταφθάνουν σε συγκεκριμένο σημείο με μοτοποδήλατο κοντά στην οικία του θύματος στις 09/10, 10/10/ 12/10/, 13/10 και 14/10/ να επιβιβάζονται στο MITSUBISHI COLT και στο βαν ταυτόχρονα και ακολουθούν μαζί συγκεκριμένη διαδρομή με κατεύθυνση προς το σπίτι του θύματος αλλά και προς τη σκηνή τόσο της δολοφονίας του Δημοσθένους, προκαλώντας εύλογη υπόνοια είχε τεθεί ήδη σε εφαρμογή το σχέδιο δολοφονίας κατά το δεδομένο χρόνο και οι εν λόγω ενέργειες αποτελούσαν μέρος του όλου σχεδίου, το οποίο καταγράφεται να εκτελείται με πανομοιότυπο τρόπο στις 17/10/25. Επίσης υπάρχει εύλογη υπόνοια ότι τα μπιτόνια με την εύφλεκτη ύλη που εντοπίστηκαν στο κλοπιμαίο MITSUBISHI COLT θα χρησιμοποιούνταν για τον εμπρησμό του αυτοκινήτου βαν και κατ΄ επέκταση την καταστροφή τεκμηρίων λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι μετά τη δολοφονία ακολουθήθηκε ακριβώς η ίδια πρακτική από τους δράστες.»
Tο αυτοκίνητο Mitsubishi Colt, για το οποίο γίνεται αναφορά πιο πάνω, έφερε πλαστές πινακίδες κυκλοφορίας, τις οποίες φέρεται να εξασφάλισε ο εδώ αιτητής από συγκεκριμένο κατάστημα που γειτνιάζει με την οικία του στη Λεμεσό, και μάλιστα λίγες ημέρες πριν από τη δολοφονία του Σταύρου Δημοσθένους. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το μαρτυρικό υλικό που είχε τεθεί ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου:
«… στις 26/09/2025 ο πιο πάνω ύποπτος μετέβηκε στο αναφερόμενο κατάστημα όπου και ζήτησε από την ιδιοκτήτρια του να του κατασκευάσει δύο πινακίδες εγγραφής υπ΄ αριθμό [ ]. Κατά τον δεδομένο χρόνο ο ίδιος δεν κατείχε το πιστοποιητικό εγγραφής του αυτοκινήτου και ανάφερε στην ιδιοκτήτρια του γραφείου ότι θα το έφερνε την επόμενη μέρα. Η ίδια του έδειξε εμπιστοσύνη και προχώρησε στην κατασκευή δύο πινακίδων με τον πιο πάνω αριθμό τις οποίες και έδωσε στον ύποπτο αργότερα την ίδια μέρα. Λόγω του φόρτου εργασίας η ιδιοκτήτρια ξέχασε να ζητήσει από τον ύποπτο τον τίτλο ιδιοκτησίας του οχήματος για τις πινακίδες που του έκανε και δεν καταχώρησε την εν λόγω πράξη στο σύστημα του ΤΟΜ. Όπως προαναφέρθηκε οι εν λόγω πινακίδες εντοπίστηκαν στο κλοπιμαίο αυτοκίνητο MITSUBISHI COLT, το οποίο φαίνεται να εμπλέκεται στην παρακολούθηση του θύματος πριν την διάπραξη του φόνου.»
Ο ευπαίδευτος συνήγορος αγορεύοντας, σημείωσε τα ακόλουθα σε σχέση με τις πιο πάνω πινακίδες:
«Το τέταρτο και τελευταίο σημείο είναι ότι ο εν λόγω ύποπτος στη βάση μαρτυρίας ήταν το άτομο που κατασκεύασε δύο πινακίδες εγγραφής οι οποίες εντοπίσθηκαν πάνω σε ένα κλεμμένο αυτοκίνητο το οποίο η αστυνομία εντόπισε πριν τη διάπραξη των αδικημάτων και θεωρεί ότι εμπλέκεται με την παρακολούθηση. Συνεπώς ο ύποπτος παρουσιάζεται ως το άτομο που κατασκεύασε τις πινακίδες όμως δεν παρουσιάζεται ως άτομο το οποίο εμπλέκετο με την παρακολούθηση.»
Εις απάντηση των πιο πάνω, να επαναλάβω πως στο συγκεκριμένο στάδιο δεν εξετάζεται η αποδεικτική αξία των στοιχείων ή η δραστικότητα αυτών. Περαιτέρω, ως ελέχθη, ενώ συγκεκριμένο στοιχείο από μόνο του δεν δημιουργεί εύλογη υπόνοια, εντούτοις συνεκτιμώμενο με άλλο ή άλλα στοιχεία, μπορεί να οδηγήσει στην ύπαρξη εύλογων υπονοιών. Εν προκειμένω, ο αιτητής φέρεται να συνδέεται με αυτουργό της δολοφονίας, τον οποίο βοηθά να εγκαταλείψει την Κύπρο αμέσως μετά τη δολοφονία. Φέρεται ακόμη να παραγγέλνει και να αγοράζει πλαστές πινακίδες κυκλοφορίας αυτοκινήτου, οι οποίες στη συνέχεια τοποθετήθηκαν σε αυτοκίνητο που παρακολουθούσε τις κινήσεις του θύματος λίγες ημέρες πριν από τη δολοφονία του.
Να προσθέσω ότι στο στάδιο όπου η Αστυνομία αξιώνει την έκδοση εντάλματος σύλληψης, δεν αποφασίζεται ποιος ήταν ο συγκεκριμένος ρόλος εκάστου προσώπου που φέρεται αναμεμειγμένο στο έγκλημα. Αυτά είναι θέματα που θα απασχολήσουν το Δικαστήριο σε μεταγενέστερο στάδιο, εάν και εφόσον υπάρξει ποινική δίωξη. Άλλωστε, το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, προβλέπει ότι είναι δυνατόν να κατηγορηθεί ο συνεργός ως αυτουργός (Ajini v. Aστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 319).
Δεν δικαιολογείται η χορήγηση της αιτούμενης άδειας για τον Πρώτο και Τρίτο Λόγο.
Προχωρώ με τον Δεύτερο Λόγο, ο οποίος αφορά σε «μηχανική δράστη του Δικαστηρίου». Προς υποστήριξη του πιο πάνω λόγου, ο αιτητής διατείνεται ότι:
«Αν δεν φαίνεται από το πρακτικό του Δικαστηρίου ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο εξέτασε ξεχωριστά το κάθε ποινικό αδίκημα στη βάση της εν λόγω μαρτυρίας που είχε ενώπιον του και απόρριψε το ένταλμα σύλληψης για κάποια ποινικά αδικήματα αλλά έκδωσε για άλλα ποινικά αδικήματα, τότε φαίνεται ότι ο Δικαστής ενήργησε μηχανικά και ότι, όλο το ένταλμα πάσχει αφού πλέον δεν μπορεί να υπάρξει η ακέραιη δικαστική κρίση η οποία θα πρέπει να μπορεί να εξεταστεί από το Ανώτατο.»
Με τον προσήκοντα σεβασμό, διαφωνώ και με την πιο πάνω θέση. Η διαδικασία έκδοσης εντάλματος σύλληψης, επαναλαμβάνω, δεν αφορά σε κατηγορητήριο και κατ΄ επέκταση δεν εξετάζεται κατά πόσο η μαρτυρία που χρησιμοποιείται για την έκδοση εντάλματος σύλληψης, αποδεικνύει τα συστατικά στοιχεία του ή των αδικημάτων που η Αστυνομία διερευνά. Ούτε συνιστά δίκη για να εξετάζει το Δικαστήριο κατά πόσο έχει αποδειχθεί η διάπραξη εκάστου συγκεκριμένου αδικήματος, ως αυτό εκτίθεται σε κατηγορητήριο. Ως ελέχθη, περί εύλογων υπονοιών ο λόγος. Τέλος, όπως εύστοχα τέθηκε στη Ζανέττου κ.ά. ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 652, «Το ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν έκαμε ειδική αναφορά και δεν κατονόμασε το κάθε αδίκημα χωριστά δεν αλλοιώνει την εικόνα και ούτε επηρεάζει το γνήσιο και το εύλογο των υποψιών που δημιουργούνται».
Δεν δικαιολογείται η χορήγηση της αιτούμενης άδειας ούτε κατ΄ επίκληση του Δεύτερου Λόγου.
Προχωρώ με τον Τέταρτο Λόγο, ο οποίος αφορά σε «ψευδορκίες και παραλείψεις αναφορών». Η νομολογία σε σχέση με αυτό το θέμα εκτίθεται στην απόφαση που εξέδωσα σήμερα στην Πολ. Αίτηση 289/2025 (ανωτέρω), στην οποία και παραπέμπω. Δεν χρειάζεται να την παραθέσω και στην παρούσα. Εν προκειμένω, το παράπονο εστιάζεται στα ακόλουθα, τα οποία παραθέτω αυτολεξεί:
«41. Στην συγκεκριμένη περίπτωση η Αστυνομία αναφέρει στην σελίδα 4, παράγραφο 5 του όρκου, αναφέρεται ότι «εξασφαλίστηκε μαρτυρία» εναντίον του Α.Ζ. ότι «ενέχεται στον φόνο» και ότι «είναι ένας εκ των δραστών» και ότι είναι «ο οδηγός της μοτοσικλέτας με την οποία διέφυγαν οι δράστες, μετά την διάπραξη του φόνου».
42. Αυτό όμως δεν ήταν αλήθεια και η Αστυνομία το γνώριζε εκείνη την στιγμή που το δήλωνε ως αλήθεια, δηλαδή στις 04/11/25 ενώπιον Δικαστηρίου.
43. Η πραγματικότητα εντοπίζεται στους όρκους ενταλμάτων του Α.Ζ. όπου αναφέρεται ότι οι πιο πάνω αναφορές προέρχονται από «πληροφορία» που «αρνήθηκε να προβεί σε κατάθεση φοβούμενος για την ζωή του».
44. Η πιο πάνω αναφορά εντοπίζεται όπως αναφέραμε στον όρκο εντάλματος σύλληψης του Α.Ζ. ο οποίος δόθηκε στις 26/10/25.
45. Συνεπώς, η Αστυνομία γνώριζε ότι η αναφορά αυτή δεν βασιζόταν σε «μαρτυρία» που εξασφαλίστηκε αλλά σε «πληροφορία» που δεν έδωσε καν κατάθεση και συνεπώς, δεν αποτελεί μαρτυρία.»
Με τον προσήκοντα σεβασμό, δεν διαπιστώνω οτιδήποτε επιλήψιμο, και μάλιστα προβολή ψεύδους εκ μέρους της Αστυνομίας για το συγκεκριμένο θέμα. Το γεγονός ότι ένα πρόσωπο δίδει μία πληροφορία στην Αστυνομία, αλλά αρνείται να προβεί σε γραπτή κατάθεση φοβούμενος για τη ζωή του, δεν σημαίνει ότι η Αστυνομία δεν έχει στα χέρια της μαρτυρία στη βάση της πληροφορίας που έλαβε.
Εν κατακλείδι, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι υπάρχει οτιδήποτε που θα δικαιολογούσε εκ πρώτης όψεως ψευδορκία ή παράλειψη ουσιωδών γεγονότων.
Στην αιτιολογία του Τέταρτου Λόγου γίνεται αναφορά ότι «στη διαδικασία έκδοσης εντάλματος σύλληψης πρέπει να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα γεγονότα τα οποία είναι ευθέως σχετικά προς την αναγκαιότητα έκδοσης εντάλματος σύλληψης και η παράλειψη αναφοράς σε αυτά, ως το Επαρχιακό Δικαστήριο να κρίνει με γνώμονα το σύνολο, μόλυνε την κρίση ως προς τη δικαιοδοτικής φύσης προϋπόθεση για την αναγκαιότητα έκδοσης του εντάλματος σύλληψης». Τα όσα ανέφερα σε σχέση με την αναγκαιότητα στην Πολ. Αίτηση 289/2025 (ανωτέρω), στις σελίδες 21-23 της απόφασης, ισχύουν και εν προκειμένω. Θα επαναλάβω απλώς πως κατά τον χρόνο έκδοσης του εντάλματος σύλληψης εναντίον του αιτητή, υπήρχε αρκετό και σοβαρό ανακριτικό έργο, και μάλιστα προς αρκετές κατευθύνσεις, που έπρεπε να διεκπεραιωθεί για την πλήρη διαλεύκανση της συγκεκριμένης δολοφονίας. Ορθά ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη του αιτήματος της Αστυνομίας, είχε αναφέρει πως η έκδοση εντάλματος σύλληψης «είναι αναγκαία και ανάλογη για την αποτελεσματική διερεύνηση της υπόθεσης».
Τελειώνοντας, θα πρέπει να επαναλάβω πως κριτής των προϋποθέσεων για την έκδοση εντάλματος σύλληψης, είναι πάντα το κατώτερο Δικαστήριο. Εάν αυτό θα μπορούσε εύλογα και δικαιολογημένα να καταλήξει στην ύπαρξη των προϋποθέσεων, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν επεμβαίνει στην άσκηση της εν λόγω διακριτικής του ευχέρειας. Tο πιο κάτω απόσπασμα από την Aeroporos & Αnother v. Police (1987) 2 C.L.R. 232, ισχύει και εδώ:
«Having taken into consideration the material on the record, which the Judge had before him, we are of the view that he could reasonably and justifiably, in the exercise of his discretion, reach the conclusion that there existed reasonable suspicion and his discretion was over wise wulicially.»
Παρόμοια προσέγγιση υπήρξε και πρόσφατα στην Αναφορικά με την Αίτηση του Ανδρέα Γεωργίου, Πολ. Έφεση Αρ. 15/2024, ημερ. 17.10.2024, από την οποία παραθέτω το σχετικό απόσπασμα:
«Με δεδομένο ότι το κατώτερο Δικαστήριο λειτούργησε εντός των πλαισίων της δικαιοδοσίας του, δεν βλέπουμε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο, στο πλαίσιο πάντα του ελέγχου νομιμότητας που προβαίνει σε διαδικασίες του είδους, θα μπορούσε ουσιαστικά να αντικαταστήσει την κρίση του κατώτερου Δικαστηρίου για την τεθείσα υπόψη του μαρτυρία και την προσέγγιση του τελευταίου για το ζήτημα. ….»
Εν προκειμένω, το κατώτερο Δικαστήριο προσεγγίζοντας την προσαχθείσα ενώπιον του μαρτυρία, άσκησε τη δικαστική του κρίση υπέρ της έκδοσης του προσβαλλόμενου εντάλματος σύλληψης. Ουδέν παρεισέφρησε που να καθιστά τρωτή την έκδοση του εντάλματος σύλληψης για να δικαιολογείται η χορήγηση της αιτούμενης άδειας (In re Georgiou (1986) 1 A.A.Δ. 167).
Η Αίτηση απορρίπτεται.
Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.
/ΣΓεωργίου
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο