ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Αίτηση Αρ. 289/2025)
(i-Justice)
[Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.]
4 Φεβρουαρίου, 2026
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ TOY 1964, ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ TOY Α.Ζ. ΜΕ Δ.Ε.Α. [ ] ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI
KAI
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΕΝΤΑΛΜΑ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΗΜΕΡ. 26/10/2025 ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΞΕΔΟΘΗ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΣΤΗ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΕΝΟΡΚΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ ΤΟΥ ΛΟΧ. 407 Α. ΚΑΝΑΡΗ ΓΙΑ ΣΥΛΛΗΨΗ ΤΟΥ ΑΙΤΗΤΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΝΟΜΟΥ, ΚΕΦ. 155, ΑΡΘΡΑ 18 ΚΑΙ 19
__________________
Αλ. Κληρίδης, για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε, για τον Αιτητή.
__________________
A Π Ο Φ Α Σ Η
ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.: Με γκανγκστερικό τρόπο δολοφονήθηκε, λίγο μετά τις 9:00 το πρωί της 17ης Οκτωβρίου 2025, στη Λεμεσό, ο Σταύρος Δημοσθένους, 49 ετών, τέως από τη Λεμεσό. Ο δολοφονηθείς είχε αναχωρήσει λίγα λεπτά προηγουμένως από την κατοικία του στον Άγιο Αθανάσιο Λεμεσού, με αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε ο δεκαοκτάχρονος υιός του. Σε απόσταση 400-500 μέτρων από την κατοικία του, αυτοκίνητο τύπου «VAN», ανέκοψε την πορεία του αυτοκινήτου στο οποίο ο Σταύρος Δημοσθένους καθόταν στη θέση του συνοδηγού, με τον τελευταίο να δέχεται αριθμό πυροβολισμών, προερχομένων από το αυτοκίνητο τύπου «VAN». Νεκροτομή που διενεργήθηκε επί της σορού, κατέδειξε ως αιτία θανάτου, «βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση προκληθείσα από σφαίρες πυροβόλου όπλου».
Η Αστυνομία Κύπρου, επιφορτισμένη και με τη διερεύνηση και εξιχνίαση εγκλημάτων, προέβη αμέσως σε εξετάσεις και έρευνες για τη διαλεύκανση του στυγερού αυτού εγκλήματος, το οποίο αφορά σε φόνο εκ προμελέτης, έγκλημα για το οποίο ο Νόμος προβλέπει, όχι αδικαιολόγητα, ποινή φυλάκισης διά βίου (άρθρα 203 και 29 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154), αφού «Η ανθρώπινη ζωή αποτελεί το ύψιστο αγαθό και η αφαίρεση της μέγιστο έγκλημα» (Ονησίλλου ν. Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 556, 584).
Τα στοιχεία και το μαρτυρικό υλικό που η Αστυνομία είχε συγκεντρώσει, απεκάλυψαν πως ο δράστης της στυγερής δολοφονίας δεν ήταν μόνο ένας, και ότι το αυτοκίνητο επί του οποίου επέβαιναν οι δράστες ήταν κλοπιμαίο, και μάλιστα αυτό έφερε πλαστές πινακίδες κυκλοφορίας. Αμέσως μετά τη δολοφονία, οι δράστες πυρπόλησαν και εγκατέλειψαν το χρησιμοποιηθέν κλοπιμαίο αυτοκίνητο, σε μια προσπάθεια τους να εξαφανίσουν κάθε ίχνος της εγκληματικής δραστηριότητας τους. Ακολούθως φέρονται να διέφυγαν από το μέρος χρησιμοποιώντας μοτοσικλέτα, την οποία η Αστυνομία εντόπισε την επόμενη ημέρα, εγκαταλελειμμένη και κρυμμένη κάτω από δέντρα, σε χωματόδρομο στην περιοχή Αγίου Τύχωνα στη Λεμεσό.
Η Αστυνομία Κύπρου, λίγες ημέρες μετά τη δολοφονία, και συγκεκριμένα στις 26.10.2025, απετάθη ενώπιον Επαρχιακού Δικαστή που υπηρετεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού (στο εξής «το κατώτερο Δικαστήριο»), αξιώνοντας την έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον του αιτητή και εναντίον άλλου προσώπου, για τα ακόλουθα υπό διερεύνηση αδικήματα, τα οποία παρατίθενται αυτολεξεί:
«(1) Φόνος εκ προμελέτης, Άρθρα 203, 204, Κεφ. 154,
(2) Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, Άρθρο 371, Κεφ. 154,
(3) Συνωμοσία για φόνο, Άρθρο 217, Κεφ. 154,
(4) Εμπρησμός μηχανοκίνητου οχήματος, Άρθρο 315(Α), Κεφ. 154,
(5) Παράνομη κατοχή, μεταφορά και χρήση πυροβόλου όπλου, Άρθρα 2, 4(1), 5(1)(α), Νόμος 113(Ι)/2004,
(6) Παράνομη κατοχή, μεταφορά και χρήση εκρηκτικών υλών, Άρθρα 4(4), (δ), Κεφ. 54, τα οποία διαπράχθηκαν την 17/10/2025 στη Λεμεσό, καθώς και σε δύο υπόθεση που αφορά το αδίκημα:
(7) Κλοπής του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής [ ], μάρκας RENAULT VAN αξίας €5.000, Άρθρα 255-262, Κεφ. 154, το οποίο που διαπράχθηκε στις 04/09/2025 στην Κοκκινοτρεμιθιά της επαρχίας Λευκωσίας.»
Το αίτημα υποστηριζόταν από Ένορκη Δήλωση του Λοχία 407, Α. Κανάρη, η οποία εκάλυπτε πέντε δακτυλογραφημένες σελίδες. Η Ένορκη Δήλωση έλαβε χώρα ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου την ίδια ημέρα και ώρα 12:42. Το κατώτερο Δικαστήριο εκδίδοντας το ένταλμα σύλληψης την ίδια ημέρα και ώρα 12:47, σημείωσε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
«Με βάση το περιεχόμενο του όρκου, του Λοχ. 407 Α. Κανάρη, του ΤΑΕ Λεμεσού, έχω ικανοποιηθεί ότι λογικά ότι ο ύποπτος συνδέεται με εύλογες υποψίες με τα υπό διερεύνηση αδικήματα και συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης του εντάλματος με βάση το Νόμο, τη Νομολογία και το Σύνταγμα.
Έχω ικανοποιηθεί λογικά από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Λοχ. Α. Κανάρη του ΤΑΕ Λεμεσού, για το λογικό και την αναγκαιότητα έκδοσης του εντάλματος.»
Ο αιτητής, ο οποίος φέρεται να εγκατέλειψε την Κύπρο μετά τη δολοφονία, συνελήφθη στη Θεσσαλονίκη, δυνάμει Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, το οποίο εξεδόθη και εξετελέσθη στη βάση του πιο πάνω εκδοθέντος εντάλματος σύλληψης. Με την υπό εκδίκαση μονομερή Αίτηση, αξιώνει τώρα την άδεια του Δικαστηρίου για να καταχωρίσει Αίτηση διά Κλήσεως για την έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Certiorari, με το οποίο να ακυρώνεται το εκδοθέν εναντίον του ένταλμα σύλληψης, ημερ. 26.10.2025, «ως δικαστική πράξη παράνομη ή/και αντίθετη με το Σύνταγμα». Στην Έκθεση που επισυνάπτεται παρατίθενται τέσσερις νομικοί λόγοι «επί των οποίων στηρίζεται το αίτημα για θεραπεία». Τους παραθέτω αυτολεξεί:
«ΠΡΩΤΟΣ ΛΟΓΟΣ – Απουσία Σύνδεσης με τα υπό διερεύνηση αδικήματα.
ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΛΟΓΟΣ – Εύλογη Υπόνοια και Επάρκεια του όρκου και της πληροφορίας.
ΤΡΙΤΟΣ ΛΟΓΟΣ – Μηχανική Δράση του Δικαστηρίου.
ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΛΟΓΟΣ – Ψευδορκίες και Παραλήψεις Αναφορών»
Σε έκαστο λόγο υπάρχει αναλυτική αιτιολογία και νομολογία, την οποία έχω θέσει ενώπιον μου. Θα κάνω ειδική αναφορά τόσο στην αιτιολογία όσο και στη νομολογία, όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Το ίδιο ισχύει και για τα όσα έχει παραθέσει ο ευπαίδευτος συνήγορος με την εμπεριστατωμένη γραπτή και προφορική αγόρευση του.
Στο σημείο αυτό θεωρώ σκόπιμο να παραπέμψω στην Αναφορικά με την Αίτηση του Ε.Ε. για Άδεια για Καταχώριση Αίτησης για Έκδοση Εντάλματος Certiorari, Πολιτική Αίτηση Αρ. 146/2022, ημερ. 30.9.2022, ECLI:CY:AD:2022:D368, όπου καταγράφονται τα ακόλουθα για την έκδοση εντάλματος σύλληψης:
«Το Άρθρο 11.2 (γ) του Συντάγματος επιτρέπει τη σύλληψη ατόμου, ότε και όπως ο Νόμος ορίζει, εφόσον υπάρχει εύλογη υπόνοια ότι αυτό ενέχεται στη διάπραξη αδικήματος ή αδικημάτων. Τα Δικαστήρια έχοντας ενώπιον τους το μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει το αίτημα για έκδοση εντάλματος σύλληψης, θα πρέπει αρχικά να αποφασίσουν κατά πόσο αποκαλύπτεται ή όχι, από το μαρτυρικό υλικό (η αποδεικτική αξία του οποίου δεν αποτιμάται στο στάδιο αυτό), εύλογη υπόνοια ότι το πρόσωπο, εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση εντάλματος σύλληψης, διέπραξε αδίκημα ή αδικήματα. Εάν η απάντηση είναι αρνητική, τότε το θέμα τελειώνει. Εάν η απάντηση είναι καταφατική τότε τα Δικαστήρια θα προχωρήσουν να εξετάσουν κατά πόσο τα ιδιαίτερα γεγονότα της υπόθεσης καθιστούν ή όχι την έκδοση του εντάλματος σύλληψης αναγκαία ή επιθυμητή. Αν ικανοποιηθούν ότι συντρέχει και αυτή η προϋπόθεση, τότε θα προχωρήσουν στην έκδοση του εντάλματος σύλληψης (Πολυκάρπου (1991) 1 ΑΑΔ 207, 216, απόφαση του αείμνηστου Ι. Πογιατζή). Η τροποποίηση του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, που επήλθε στις 16.2.1996, με τον τροποποιητικό Νόμο 10(Ι)/96, επιβάλλει όπως κάθε ένταλμα σύλληψης «Φέρει βεβαίωση του Δικαστή ότι έχει ικανοποιηθεί λογικά για την ύπαρξη της ανάγκης έκδοσης του εντάλματος». Αυτή η βεβαίωση υπάρχει στο εκδοθέν ένταλμα σύλληψης και υπογράφεται από το Κατώτερο Δικαστήριο.
[…]
Η διευκόλυνση των αστυνομικών ανακρίσεων είναι μια από τις παραμέτρους η οποία είναι δυνατόν να καθιστά, στη βάση των ιδιαίτερων γεγονότων της κάθε υπόθεσης, αναγκαία ή επιθυμητή την έκδοση εντάλματος σύλληψης.
[…]
Η διευκόλυνση των ανακρίσεων δεν είναι λόγος άγνωστος για την έκδοση εντάλματος σύλληψης (Cook (Αρ. 2) (2004) 1(Β) ΑΑΔ 1268, 1272). Άλλωστε, η διαδικασία προσωποκράτησης, που είναι δυνατόν να ακολουθήσει μετά την έκδοση εντάλματος σύλληψης, σκοπό έχει τη διευκόλυνση των αστυνομικών ανακρίσεων. Όπως λέχθηκε από τον Πική, Δ., όπως ήταν τότε, στην Χούρη ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 56, 60, «Σκοπός της κράτησης του υπόπτου, πρέπει να υπενθυμίσουμε, είναι η διευκόλυνση των αστυνομικών ανακρίσεων. Επομένως ο χρόνος της κράτησης συναρτάται άμεσα με το ανακριτικό έργο». Πάνω στην ίδια βάση κινήθηκε και η υπόθεση Μεζερίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 116, 120, και πολλές άλλες. Το Άρθρο 11.6 του Συντάγματος επιτρέπει την περαιτέρω κράτηση του συλληφθέντος «. οσάκις η περί της διαπράξεως του αδικήματος ανάκρισις, δι΄ ο συνελήφθη, δεν συνεπληρώθη.». Το ίδιο αναφέρεται και στο άρθρο 24 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Προκύπτει Προκύπτει από τις πιο πάνω πρόνοιες και από την πιο πάνω Νομολογία, πως είναι δυνατόν να συλληφθεί κάποιος για διευκόλυνση των ανακρίσεων, και μάλιστα να συνεχίσει να τελεί υπό κράτηση σε περίπτωση που οι ανακρίσεις δεν έχουν συμπληρωθεί για το ή τα αδικήματα για τα οποία έχει συλληφθεί, νοουμένου βεβαίως ότι υπάρχει σχετική απόφαση του Δικαστηρίου για την περαιτέρω κράτηση του.»
Όσον αφορά στις γνήσιες και εύλογες υπόνοιες, οι οποίες πρέπει να προκύπτουν από το μαρτυρικό υλικό και τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου, όταν αυτό επιλαμβάνεται αιτήματος που αφορά σε έκδοση εντάλματος σύλληψης, το πιο κάτω απόσπασμα από την Συμιλλίδης ν. Αστυνομίας (Αρ. 1) (1997) 2 Α.Α.Δ. 160, απόφαση του αείμνηστου Γ. Μ. Πική, Προέδρου του Ανώτατου Δικαστηρίου, εκεί βεβαίως σε σχέση με έκδοση διατάγματος προσωποκράτησης, είναι σχετικό:
«Τα στοιχεία στα οποία θεμελιώνονται οι υπόνοιες των αστυνομικών αρχών συσχετίζονται αναμφιβόλως με το αδίκημα το οποίο διερευνάται, στην προκείμενη περίπτωση με το τολμηρό έγκλημα το οποίο διαπράχθηκε. Δεν αλλοιώνονται όμως τα κριτήρια για την κράτηση του ατόμου, τα οποία παραμένουν αμετάβλητα. Οι υπόνοιες της Αστυνομίας πρέπει σε κάθε περίπτωση να είναι εύλογες υπό το φως των στοιχείων στα οποία βασίζονται. Το ευρύτερο πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου, να διατάξει την κράτηση ατόμου για σκοπούς ανακρίσεων, στοιχειοθετείται από την εξισορρόπηση της ανάγκης για προστασία της ελευθερίας του ατόμου αφενός, και την παροχή λογικής ευκαιρίας στις ανακριτικές αρχές για τη διερεύνηση του εγκλήματος, αφετέρου.
Όπως εξηγείται στην Stamataris, πρώτο, οι υποψίες της Αστυνομίας πρέπει να είναι γνήσιες. Δε γίνεται ποτέ ανεκτή η χρήση της εξουσίας για αλλότριους σκοπούς. Δεύτερο, οι υπόνοιες πρέπει να είναι εύλογες. Είναι εύλογες εφόσον πηγάζουν από τα στοιχεία στη διάθεση της Αστυνομίας και δικαιολογούνται από αυτά.
Περί υπονοιών ο λόγος. Ό,τι αποτιμάται, στο στάδιο της αίτησης για προσωποκράτηση, δεν είναι η αποδεικτική αξία των στοιχείων ή η δραστικότητά τους και αν αυτά συνθέτουν εκ πρώτης όψεως υπόθεση ενοχής. Όπως καθορίζει η νομολογία, κριτήριο είναι το εύλογο της υπόνοιας για ανάμειξη του υπόπτου στο έγκλημα.
Διαφωνούμε με την εισήγηση ότι στοιχεία, μη συμπερασματικά αφεαυτών, για τη δημιουργία εύλογης υπόνοιας ενέχουν μηδενική αξία. Εφόσον τα στοιχεία σχετίζονται με την έρευνα μπορεί να συνυπολογισθούν και να συνεκτιμηθούν με άλλα, σχετικά προς το ίδιο αντικείμενο στοιχεία, και αθροιστικά αποτιμούμενα να οδηγήσουν σε συμπεράσματα στα οποία δε θα μπορούσαν να οδηγήσουν απομονωμένα.
Τα στοιχεία τα οποία παρέθεσε η Αστυνομία και στα οποία βάσισε τις υπόνοιές της ήταν σχετικά προς το αντικείμενο της έρευνας και μπορούσαν να δημιουργήσουν εύλογες υπόνοιες για ανάμειξη του εφεσείοντα στο έγκλημα. Κριτής του εύλογου των υπονοιών της Αστυνομίας, για ανάμειξη του υπόπτου στο έγκλημα, είναι το Δικαστήριο το οποίο επιλαμβάνεται της αίτησης για την κράτησή του. Δεν είναι έργο του Εφετείου η αποτίμηση των στοιχείων αυτών. Η διακριτική ευχέρεια για τη διαπίστωση του εύλογου ανήκει στο πρωτόδικο Δικαστήριο. Εφόσον τα στοιχεία είναι σχετικά και θα μπορούσαν να θεμελιώσουν εύλογες υπόνοιες το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο διέταξε την κράτηση. Όπως δε θα επέμβουμε στην παρούσα υπόθεση.»
[Η υπογράμμιση γίνεται από το παρόν Δικαστήριο]
Όσον αφορά στην ύπαρξη ανάγκης έκδοσης εντάλματος σύλληψης, για την οποία το κατώτερο Δικαστήριο οφείλει λογικά να ικανοποιείται, θεωρώ σκόπιμο να παραπέμψω στην Παναγιώτου (2004) 1(Β) Α.Α.Δ. 1094, όπου η Ολομέλεια του Ανώτατου Δικαστηρίου σημείωσε πως «οδηγός για τον προσδιορισμό της αναγκαιότητα είναι η φύση και σοβαρότητα των αδικημάτων. Θεωρούμε ότι η σοβαρότητα και η φύση των αδικημάτων καθιστούσαν αναγκαία την έκδοση του επίδικου εντάλματος». Στην Αναφορικά με την Αίτηση του ΧΧΧ Κυριάκου για την Έκδοση Εντάλματος Certiorari, Πολ. Αίτηση Αρ. 131/2021, ημερ. 27.10.2021, με αναφορά στην Παναγιώτου (ανωτέρω), σημειώθηκαν τα ακόλουθα για την εν λόγω προϋπόθεση:
«Καταληκτικά, η συμπλήρωση των αστυνομικών εξετάσεων, το πρώιμο στάδιο και η ανάγκη για πλήρη εξιχνίαση, δεδομένων των νέων πληροφοριών που είχε στα χέρια της η Αστυνομία, οι οποίες και οδήγησαν στον εντοπισμό του Αιτητή, επισφράγιζαν και την αναγκαιότητα έκδοσης του επίδικου εντάλματος σύλληψης, το οποίο ήταν δεόντως αιτιολογημένο και κάλυπτε το σύνολο των προνοιών και προϋποθέσεων του Νόμου.»
Όσον αφορά στις Ένορκες Δηλώσεις προς υποστήριξη αιτημάτων που αφορούν σε έκδοση εντάλματος έρευνας και σύλληψης, η νομολογία μας υποστηρίζει πως αυτές θα πρέπει να προσεγγίζονται πρακτικά και με γνώμονα την κοινή λογική. Προς τούτο παραπέμπω στην Αναφορικά με την Αίτηση των 1. Θ.Γ., 2. Κ.Π. και 3. Γ.Γ. για Άδεια για την Καταχώριση Αίτησης για την Έκδοση Εντάλματος Φύσεως Certiorari, Πολ. Έφεση Αρ. 11/2025, ημερ. 21.7.2025, όπου σημειώθηκαν τα ακόλουθα:
«Ολοκληρώνοντας επιθυμούμε να επαναλάβουμε τα πιο κάτω, τα οποία έχουν επισημανθεί στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Κ.Ν., Πολιτική Έφεση Αρ. 366/2021, ημερ. 5/4/2023, ECLI:CY:AD:2023:A184, ως προς τον τρόπο που θα πρέπει να προσεγγίζονται οι ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν αιτήματα για εντάλματα έρευνας και σύλληψης:
«.δεν αναμένεται στον όρκο που παρουσιάζει η Αστυνομία λεπτομερέστατη καταγραφή και ανάλυση όλων των στοιχείων. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι οι ένορκες αυτές δηλώσεις ετοιμάζονται από αστυνομικά όργανα σε χρόνο που δεν έχουν, βεβαίως, στην κατοχή τους όλα τα γεγονότα και δεν μπορεί να απαιτείται επίπεδο σύνταξης που χαρακτηρίζει συγγραφή του όρκου από δικηγόρο, ή επίπεδο ποιότητας ενός δικογράφου. Η ουσία είναι ότι αυτές οι ένορκες δηλώσεις πρέπει να προσεγγίζονται πρακτικά, με γνώμονα την κοινή λογική. Επί του θέματος αυτού μας βρίσκουν απόλυτα σύμφωνους τα όσα, ταυτόσημα, έχουν αναφερθεί στην Πολιτική Έφεση Αρ. 119/2017, Αναφορικά με την αίτηση του Κωνσταντίνου Κωνσταντίνου, ημερ. 26/9/2017 με παραπομπή στις αποφάσεις R. v. Sanchez, 1994 CanLII 5271, Re Lubell and the Queen (1973) 11 CCC (2d) 188 (Ont. H.C.).»
Μετά την παράθεση των προϋποθέσεων και της νομολογίας, προχωρώ να εξετάσω τον Πρώτο και Δεύτερο Λόγο για τους οποίους επιδιώκεται η άδεια, αφού αυτοί φαίνεται να συνδέονται. Στην αιτιολογία του Πρώτου Λόγου καταγράφεται, μεταξύ άλλων, πως:
«όλες οι αναφορές που θέλουν να παρουσιαστούν από την Αστυνομία για να εμπλέξουν το εν λόγω άτομο με την υπόθεση είναι από «πληροφορίες» και «πηγές» χωρίς όμως:
(α) οι αναφορές αυτές να τον εμπλέκουν με συγκεκριμένο τρόπο στα (7) ποινικά αδικήματα όπως αυτά αναφέρονται συγκεκριμένα στο εν λόγω ένταλμα και
(β) οι πληροφορίες αυτές και οι πηγές να μπορούν να επιτρέψουν ενός Δικαστηρίου να καταλήξει από μόνο του ως προς το εύλογο των υπονοιών για την εμπλοκή του υπόπτου.»
Αντιλαμβάνομαι πως ο αιτητής δεν δέχεται ότι το μαρτυρικό υλικό, ως αυτό είχε τεθεί ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου, τον εμπλέκει σε κάποια από τα υπό διερεύνηση εγκλήματα. Εν πάση περιπτώσει, εκεί όπου δεν δικαιολογείται η έκδοση εντάλματος σύλληψης για όλα τα υπό διερεύνηση εγκλήματα, το εκδοθέν ένταλμα σύλληψης δεν πάσχει για όλα τα εγκλήματα αλλά μόνο για τα συγκεκριμένα.
Έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης που χρησιμοποιήθηκε για την έκδοση του προσβαλλόμενου εντάλματος σύλληψης. Στην παρούσα απόφαση θα παραθέσω μέρος από την εν λόγω Ένορκη Δήλωση, το οποίο έχει ως εξής:
«Στις 24/10/2025 δόθηκε πληροφορία στην Αστυνομία, από πρόσωπο του στενού περιβάλλοντος του 2ου υπόπτου, ο οποίος αρνήθηκε να προβεί σε κατάθεση φοβούμενος για την ζωή του, σύμφωνα με την οποία ο 2ος ύποπτος, Α.Ζ., ενέχεται στον φόνο εκ προμελέτης του Σταύρου Δημοσθένους (θύματος). Σύμφωνα με αξιόπιστη πληροφορία ο 2ος ύποπτος είναι ένας εκ των δραστών της δολοφονίας του Δημοσθένους και ο οδηγός της μοτοσικλέτας με την οποία διέφυγαν οι δράστες, μετά την διάπραξη του φόνου. Η πληροφορία αναφέρει ακόμη ότι οι δράστες αφού εγκατέλειψαν την μοτοσικλέτα, ο 2ος ύποπτος παραλήφθηκε από συγγενικό του πρόσωπο και φυγαδεύτηκε μαζί με τον δεύτερο δράστη. Το πρόσωπο αυτό τους φυγάδευσε με όχημα τύπου SUV, χρώματος μαύρου.
Σε νέα συνάντηση με την πηγή το βράδυ της 24/11/2025, εξασφαλίστηκε επιπρόσθετη πληροφορία σύμφωνα με την οποία ο 2ος ύποπτος, 4-5 μέρες μετά την διάπραξη της δολοφονίας του Δημοσθένους, της εκμυστηρεύτηκε ότι έλαβε μέρος στην δολοφονία έναντι αμοιβής, εκτελώντας χρέη οδηγού και ότι από την περιοχή Αγίου Τύχωνα τον είχε φυγαδεύσει ο Ι.Ζ., με το όχημα του, χρώματος μαύρου, μοντέλου SUV. Επίσης του εξέφρασε τις ανησυχίες του για την τροπή των ανακρίσεων όταν διαπίστωσε ότι εντοπίστηκε η μοτοσικλέτα και το καπέλο που φορούσε.»
[Ο τονισμός γίνεται από το παρόν Δικαστήριο]
Διευκρινίζεται πως ο δεύτερος ύποπτος είναι ο εδώ αιτητής. Ο ευπαίδευτος συνήγορος, προς υποστήριξη του Δεύτερου Λόγου, σημειώνει πως:
«τα πιο κάτω θα έπρεπε να απασχολήσουν το Δικαστήριο προτού εξετάσει την ύπαρξη της απαιτούμενης εύλογης υπόνοιας για την έκδοση του εντάλματος σύλληψης:
- Πού έγινε αυτή η συνάντηση της Αστυνομίας;
- Πότε έγινε η πρώτη συνάντηση της Αστυνομίας για να μπορεί να γίνει «νέα συνάντηση» και γιατί δεν αναφέρει η Αστυνομία την πρώτη συνάντηση;
- Πόση ώρα διήρκησε η συνάντηση;
- Ποιοι ήταν παρόντες κατά την εν λόγω συνάντηση για να μπορεί ένα δικαστήριο να πεισθεί ότι αυτή η συνάντηση έγινε;
- Αν πράγματι έγινε αυτή η συνάντηση, γιατί δεν υπάρχουν περισσότερες λεπτομέρειες ως προς τον τρόπο, τόπο, και άλλα σε σχέση με το ότι του/της «εκμυστηρεύτηκε»;
- Με ποιο τρόπο εκμυστηρεύτηκε ο ύποπτος αυτά τα πράγματα στην «πηγή»;
- Ποια η σχέση αυτής της πηγής με τον ύποπτο; Για να μπορεί το δικαστήριο να καταλήξει ότι ίσως να μπορούσε να προκύψει αυτό το πράμα;
- Η «πηγή» και η πληροφορία που αναφέρεται σε προηγούμενο σημείο του όρκου είναι το ίδιο άτομο; Είναι δύο άτομα; Ή τρία άτομα ξεχωριστά;»
Να επαναλάβω πως στο στάδιο έκδοσης εντάλματος σύλληψης, δεν αποτιμάται η αποδεικτική αξία των στοιχείων ή η δραστικότητα τους ούτε αποφασίζεται κατά πόσο αυτά συνθέτουν εκ πρώτης όψεως υπόθεση ενοχής. Άλλωστε στο στάδιο αυτό, δεν υπάρχει καν κατηγορητήριο με συγκεκριμένες κατηγορίες. Περί εύλογων υπονοιών ο λόγος, και όπως τέθηκε στη Ζανέττου κ.ά. ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 652, 662:
«Κριτής του ευλόγου των υπονοιών είναι το πρωτόδικο δικαστήριο το οποίο εξετάζει την αίτηση της αστυνομίας για κράτηση του υπόπτου και όχι το Εφετείο. Εφόσον η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία είναι ευρύτατη, ασκείται μέσα σε εύλογα πλαίσια, το Εφετείο δεν επεμβαίνει. Παρέμβαση χωρεί μόνο όταν κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, έλαβε υπόψη λανθασμένες αρχές δικαίου ή γεγονότα άσχετα προς το επίδικο θέμα (βλ. Μεζερίδη, ανωτέρω και Χούρη, ανωτέρω) ή όπου διαπιστώνεται έκδηλη εκτροπή από την ορθή διαδικασία (βλ. Αντωνίου ν. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 240). Εκτός των πιο πάνω περιπτώσεων, δεν υπάρχουν περιθώρια για να επέμβει ώστε να υποκαταστήσει τη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου δικαστηρίου με τη δική του.»
Με τον προσήκοντα σεβασμό, διαφωνώ πως τα πιο πάνω ερωτήματα θα έπρεπε να είχαν απασχολήσει το κατώτερο Δικαστήριο. Τουναντίον, εάν το τελευταίο επεδίωκε τη λήψη απαντήσεων στα πιο πάνω, πριν αποφασίσει κατά πόσο θα ασκούσε τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ ή κατά του αιτήματος της Αστυνομίας, θα διέπραττε μέγα σφάλμα. Μελετώντας το μαρτυρικό υλικό στο σύνολο του, ως αυτό είχε τεθεί ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου, καταλήγω πως αυτό δεν ήταν ούτε γενικό ούτε αόριστο. Ήταν μαρτυρικό υλικό από το οποίο, αντικειμενικά κρινόμενο, προέκυπταν εύλογες υπόνοιες για ανάμειξη του αιτητή, όχι μόνο στο έγκλημα του φόνου εκ προμελέτης, αλλά και στα υπόλοιπα υπό διερεύνηση εγκλήματα.
Δεν δικαιολογείται η χορήγηση της αιτούμενης άδειας για τον Πρώτο και Δεύτερο Λόγο.
Προχωρώ με τον Τρίτο Λόγο, ο οποίος, ως ελέχθη, αφορά σε κατ΄ ισχυρισμόν «Μηχανική Δράση του Δικαστηρίου». Κατ΄ αρχάς, διαφωνώ, με τον προσήκοντα σεβασμό, με την αιτιολογία του πιο πάνω Λόγου, ότι το γεγονός ότι το ένταλμα σύλληψης εξεδόθη «πέντε λεπτά από την ώρα που διαβάστηκε ο όρκος, ο οποίος αποτελείται από πέντε σελίδες», ενισχύει «τη μηχανικότητα ως προς τη δράση του Δικαστή». Δεν έχω ακούσει κάτι συγκεκριμένο σε σχέση με τον ακριβή χρόνο που θα έπρεπε, κατά τον αιτητή, να είχε αναλώσει το κατώτερο Δικαστήριο για τη μελέτη της συγκεκριμένης Ένορκης Δήλωσης.
Ο αιτητής επιχειρεί να οικοδομήσει και επί της λανθασμένης αναφοράς στην Ένορκη Δήλωση σε ημερομηνία 24.11.2025, όταν το ένταλμα σύλληψης αδιαμφισβήτητα εξεδόθη στις 26.10.2025. Εάν κάποιος μελετήσει και προσεγγίσει την Ένορκη Δήλωση ως ενιαίο σύνολο, ως οφείλει, εύκολα διαπιστώνει πως επρόκειτο περί λάθους που οφείλεται σε ολίσθημα γραφίδος (lapsus calami). Έχει ήδη παρατεθεί το σχετικό απόσπασμα στο οποίο εντοπίζεται το ολίσθημα γραφίδος. Από το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης, προκύπτει πως η «νέα συνάντηση με την πηγή το βράδυ», κατά την οποία ο αιτητής «της εκμυστηρεύτηκε ότι έλαβε μέρος στη δολοφονία έναντι αμοιβής», έλαβε χώρα στις 24.10.2025 και όχι στις 24.11.2025, ως καταγράφεται σε αυτή.
Ο αιτητής διατείνεται ακόμη ότι:
«Αν δεν φαίνεται από το πρακτικό του Δικαστηρίου ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο εξέτασε ξεχωριστά το κάθε ποινικό αδίκημα στη βάση της εν λόγω μαρτυρίας που είχε ενώπιον του και να απορρίψει το ένταλμα σύλληψης για κάποια ποινικά αδικήματα αλλά έκδωσε για όλα τα ποινικά αδικήματα, τότε φαίνεται ότι ο Δικαστής ενήργησε μηχανικά και ότι όλο το ένταλμα πάσχει.»
Με τον προσήκοντα σεβασμό, διαφωνώ και με την πιο πάνω θέση. Η διαδικασία έκδοσης εντάλματος σύλληψης, επαναλαμβάνω, δεν αφορά σε κατηγορητήριο και κατ΄ επέκταση δεν συνιστά δίκη για να εξετάζει το Δικαστήριο κατά πόσο έχει αποδειχθεί η διάπραξη εκάστου συγκεκριμένου αδικήματος, ως αυτό εκτίθεται σε κατηγορητήριο. Όπως εύστοχα τέθηκε στη Ζανέττου (ανωτέρω), «Το ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν έκαμε ειδική αναφορά και δεν κατονόμασε το κάθε αδίκημα χωριστά δεν αλλοιώνει την εικόνα και ούτε επηρεάζει το γνήσιο και το εύλογο των υποψιών που δημιουργούνται».
Δεν δικαιολογείται η χορήγηση της αιτούμενης άδειας ούτε κατ΄ επίκληση του Τρίτου Λόγου.
Προχωρώ με τον Τέταρτο Λόγο, ο οποίος αφορά σε «Ψευδορκίες και Παραλήψεις Αναφορών».
Ως γνωστό, ο δόλος ή η ψευδορκία θα πρέπει να προκύπτει σαφώς και ολοφάνερα από το πρακτικό της διαδικασίας. Όπως τέθηκε στη Μονομερή Αίτηση για Εξασφάλιση Άδειας Προνομιακού Εντάλματος Certiorari, Πολ. Αίτηση 139/2019, ημερ. 5.11.2019, ECLI:CY:AD:2019:D461:
«Ο δόλος και η ψευδορκία αναγνωρίζονται ως λόγοι ακύρωσης μιας πράξης κατώτερου δικαστηρίου, πλην όμως όταν πρόκειται για σαφή και ολοφάνερη περίπτωση. Το ζήτημα εξηγείται στο σύγγραμμα Προνομιακά Εντάλματα, Π. Αρτέμης, σελ. 130-136. Δεν τίθεται θέμα προσαγωγής εκατέρωθεν μαρτυρίας και εκτίμησης της, ή έστω εκτίμησης εκατέρωθεν θέσεων επί γεγονότων. Ο δόλος και η ψευδορκία πρέπει να προκύπτουν σαφώς και ολοφάνερα από το ίδιο το πρακτικό της διαδικασίας. Όπως ελέχθη στην υπόθεση R. v. Ashford (Kent) Justices, ex-parte, Richley [1955] 3 All ER 604:
«an order of Certiorari to quash proceedings on the ground that they were procured by fraud or perjury should seldom if ever be made unless the facts regarding the alleged fraud or perjury have either been the subject of a conviction in regular criminal proceedings against the person to whom the fraud or perjury is imputed, or else have been admitted by something amount to a confession by such person.»
(βλ. επίσης In Re Charalambous (1985) 1 CLR 746).»
Στην Αναφορικά με την Αίτηση του Σ. Σ. για Άδεια για την Καταχώριση Αίτησης για Έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Certiorari, Πολ. Αίτηση Αρ. 145/2022, ημερ. 23.9.2022, ECLI:CY:AD:2022:D364, το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας τη θέση του αιτητή περί ύπαρξης ψευδορκίας, σημείωσε τα ακόλουθα:
«Στην προκείμενη περίπτωση δεν ευρισκόμεθα ενώπιον τέτοιας περίπτωσης όπου, δηλαδή, έχει καταδειχθεί ζήτημα ψευδορκίας ως αδιαμφισβήτητο γεγονός. Τα όσα κατέθεσε ο μάρτυρας στη διαδικασία που έγινε ενώπιον του Δικαστηρίου των Βάσεων και τα οποία επικαλέστηκε ο Αιτητής, δεν μπορούν να στηρίξουν τέτοιο ζήτημα. Ακόμη και να θεωρούντο ως μια αντίθετη εκδοχή δεν θα ήταν, σε καμία περίπτωση, επιτρεπτή η αξιολόγηση αντίθετων εκδοχών και η κατάληξη στα ανάλογα ευρήματα.»
Όσον αφορά στην υποχρέωση της Αστυνομίας, όταν αυτή αξιώνει θεραπείες με μονομερή Αίτηση, τα όσα καταγράφονται από τον ευπαίδευτο συνήγορο στην αγόρευση του, ως γενική αρχή είναι ορθά. Το πιο κάτω απόσπασμα από την Αναφορικά με την Αίτηση του Λ. Λ. για την Καταχώριση Αίτησης για την Έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Certiorari, Πολ. Έφεση Αρ. 33/2024, ημερ. 20.12.2024, είναι σχετικό:
«Δεν χρειάζεται να προσθέσουμε οτιδήποτε για το εξυπακουόμενο καθήκον της Αστυνομίας, όταν αυτή αξιώνει θεραπείες με μονομερείς Αιτήσεις, να προβαίνει σε αποκάλυψη «δεδομένων και στοιχείων τα οποία είναι ευθέως σχετικά ή έστω δεδομένων που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ουσιώδη αναφορικά με τις δικαιοδοτικής φύσεως προϋποθέσεις έκδοσης του υπό συζήτηση Εντάλματος Σύλληψης» (Αναφορικά με την Αίτηση του Ν.Κ. για την Έκδοση Εντάλματος Certiorari και/ή Prohibition, Πολ. Έφ. Αρ. 19/22, ημερ. 13.1.2023, ECLI:CY:AD:2023:B79, ΕCLI:CY:AD:2023:B79). Τα όσα καταγράφονται στην πρωτόδικη απόφαση σε σχέση με το πιο πάνω θέμα, με παραπομπή στη Ζερβού (2009) 1(B) A.A.Δ. 1316, μας βρίσκουν σύμφωνους.»
Στην πιο πάνω έφεση αποφασίστηκε πως δεν υπήρξε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων και μάλιστα τέτοιων γεγονότων τα οποία επηρέασαν το νόμιμο της έκδοσης του εντάλματος σύλληψης. Τα ίδια ισχύουν και εν προκειμένω. Δεν έχω ικανοποιηθεί ότι υπάρχει οτιδήποτε που θα δικαιολογούσε εκ πρώτης όψεως ψευδορκία ή παράλειψη ουσιωδών γεγονότων.
Με την αιτιολογία του Τέταρτου Λόγου, ο αιτητής φαίνεται να επικεντρώνεται στην αναγκαιότητα έκδοσης του εντάλματος σύλληψης. Όπως χαρακτηριστικά καταγράφεται:
«Εάν διαπιστωθεί παράλειψη αναφοράς στοιχείων τα οποία είναι ευθέως σχετικά με την αναγκαιότητα έκδοσης του εντάλματος σύλληψης, τότε τίθεται ζήτημα επηρεασμού της κρίσης του Δικαστηρίου ως προς διαδικαστική προϋπόθεση για την αναγκαιότητα έκδοσης του εντάλματος …»
Ως ελέχθη, το κατώτερο Δικαστήριο ικανοποιήθηκε και για αυτήν την προϋπόθεση. Και άκρως δικαιολογημένα. Το μαρτυρικό υλικό απεκάλυπτε πολλά όσον αφορά στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες δολοφονήθηκε ο Σταύρος Δημοσθένους. Ο αιτητής, φέρεται μαζί με άλλο ή άλλα πρόσωπα να συνωμότησε να δολοφονήσει τον Σταύρο Δημοσθένους. Φέρεται ακόμη να δολοφόνησε μαζί με άλλο ή άλλα πρόσωπα τον Σταύρο Δημοσθένους, κατόπιν καλά οργανωμένης, συντονισμένης και προμελετημένης επιχείρησης. Οι δράστες, οι οποίοι φέρονται να χρησιμοποίησαν κλοπιμαίο αυτοκίνητο για τη διάπραξη της στυγερής δολοφονίας, αμέσως μετά τη διάπραξη του εγκλήματος διέφυγαν με το κλοπιμαίο αυτοκίνητο, το οποίο στη συνέχεια πυρπόλησαν, για ευνόητους λόγους. Μετά τον εμπρησμό του κλοπιμαίου αυτοκινήτου, διέφυγαν χρησιμοποιώντας άλλο μηχανοκίνητο όχημα, και συγκεκριμένα μοτοσικλέτα. Στη συνέχεια, αφού έκρυψαν και εγκατέλειψαν τη μοτοσικλέτα, άλλο ή άλλα πρόσωπα φέρονται να τους βοήθησαν να διαφύγουν από την περιοχή, με αυτοκίνητο που ανήκει στον πατέρα άλλου υπόπτου. Οι έρευνες της Αστυνομίας κατά τον χρόνο έκδοσης του εντάλματος σύλληψης ήταν ακόμη στην αρχή, ενώ υπήρχε σοβαρό και αρκετό ανακριτικό έργο, και μάλιστα προς αρκετές κατευθύνσεις, που έπρεπε να διεκπεραιωθεί. Ορθά ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη του αιτήματος της Αστυνομίας, ανέφερε πως η έκδοση εντάλματος σύλληψης ήταν «αναγκαία και ανάλογη για την αποτελεσματική διερεύνηση της υπόθεσης».
Όπως εύστοχα τέθηκε στην Aναφορικά με την Αίτηση του ΧΧΧ για την Καταχώριση Αίτησης για την Έκδοση Εντάλματος Certiorari, Πολιτική Αίτηση αρ. 14/2021, απόφαση ημερ. 5.2.2021, όπου επίσης η έκδοση του εντάλματος σύλληψης κρίθηκε λογικά αναγκαία, «… Η δε αναγκαιότητα περαιτέρω διερεύνησης προέκυπτε ανάγλυφη από τα δοθέντα στον όρκο δεδομένα». Πάνω στην ίδια βάση κινήθηκε και η υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του ΧΧΧ Κυριάκου για την έκδοση εντάλματος Certiorari, Πολιτική Αίτηση Αρ. 131/21, ημερ. 27.10.2021 (ανωτέρω).
Ούτε και για τον Τέταρτο Λόγο δικαιολογείται η χορήγηση της αιτούμενης άδειας.
Τελειώνοντας, θα πρέπει να επαναλάβω πως κριτής των προϋποθέσεων για την έκδοση εντάλματος σύλληψης, είναι πάντα το κατώτερο Δικαστήριο. Εάν αυτό θα μπορούσε εύλογα και δικαιολογημένα να καταλήξει στην ύπαρξη των προϋποθέσεων, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν επεμβαίνει στην άσκηση της εν λόγω διακριτικής του ευχέρειας. Tο πιο κάτω απόσπασμα από την Aeroporos & Another v. Police (1987) 2 C.L.R. 232, ισχύει και εδώ:
«Having taken into consideration the material on the record, which the Judge had before him, we are of the view that he could reasonably and justifiably, in the exercise of his discretion, reach the conclusion that there existed reasonable suspicion and his discretion was over wise wulicially».
Παρόμοια προσέγγιση υπήρξε και πρόσφατα, στην Αναφορικά με την Αίτηση του Ανδρέα Γεωργίου, Πολ. Έφεση Αρ. 15/2024, ημερ. 17.10.2024, από την οποία παραθέτω το σχετικό απόσπασμα:
«Με δεδομένο ότι το κατώτερο Δικαστήριο λειτούργησε εντός των πλαισίων της δικαιοδοσίας του, δεν βλέπουμε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο, στο πλαίσιο πάντα του ελέγχου νομιμότητας που προβαίνει σε διαδικασίες του είδους, θα μπορούσε ουσιαστικά να αντικαταστήσει την κρίση του κατώτερου Δικαστηρίου για την τεθείσα υπόψη του μαρτυρία και την προσέγγιση του τελευταίου για το ζήτημα. ….»
Εν προκειμένω, το κατώτερο Δικαστήριο προσεγγίζοντας την προσαχθείσα ενώπιον του μαρτυρία, άσκησε τη δικαστική του κρίση υπέρ της έκδοσης του προσβαλλόμενου εντάλματος σύλληψης. Ουδέν παρεισέφρησε που να καθιστά τρωτή την έκδοση του εντάλματος σύλληψης για να δικαιολογείται η χορήγηση της αιτούμενης άδειας (In re Georgiou (1986) 1 A.A.Δ. 167).
Η Αίτηση απορρίπτεται.
Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.
/ΣΓεωργίου
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο