ST. AFXENTIOS MEDICAL CENTRE LTD v. ΛΟΥΚΑ ΤΖΙΕΛΛΑ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ.310/2016, 311/2016, 26/2/2026
print
Τίτλος:
ST. AFXENTIOS MEDICAL CENTRE LTD v. ΛΟΥΚΑ ΤΖΙΕΛΛΑ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ.310/2016, 311/2016, 26/2/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

Πολιτική Έφεση Αρ.310/2016

(Σχ. με 311/2016)

 

26 Φεβρουαρίου, 2026

 

[Γ.Ν. ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Α. ΔΑΥΙΔ, Δ/στές]

 

ST. AFXENTIOS MEDICAL CENTRE LTD

Εφεσείουσα

ν.

1. ΛΟΥΚΑ ΤΖΙΕΛΛΑ

2. ΒΑΓΓΕΛΗ ΚΚΕΛΗ

Εφεσίβλητων

 

Πολιτική Έφεση Αρ.311/2016

(Σχ. με 310/2016)

  

ST. AFXENTIOS MEDICAL CENTRE LTD

Εφεσείουσα

ν.

1. ΛΟΥΚΑ ΤΖΙΕΛΛΑ

2. ΒΑΓΓΕΛΗ ΚΚΕΛΗ

Εφεσίβλητων

 

………………………………………………………..

 

Μ. Χατζήκωνσταντη (κα) με Ι. Ανδρέου (κα) για Γιώργος Φ. Πιττάτζης Δ.Ε.Π.Ε., για τους Αιτητές

Κ. Παπαντωνίου για Γεώργιος Παπαντωνίου & Σία Δ.Ε.Π.Ε, για την Καθ’ ης η Αίτηση

 

ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Δ.:  Η Απόφαση είναι ομόφωνη, θα απαγγελθεί από τον

                          Δικαστή Δαυΐδ.

 

Αίτηση ημερ. 26/01/26

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΔΑΥΙΔ, Δ.: Οι υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο εφέσεις ολοκληρώθηκαν με την έκδοση τελικής απόφασης στις 08/12/25 δια της οποίας αυτές πέτυχαν και οι προσβαλλόμενες, πρωτόδικες αποφάσεις στις αντίστοιχες Αιτήσεις Ε18/2009 και Κ10/2010 του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λάρνακας-Αμμοχώστου, ακυρώθηκαν. (βλ. ST AFXENTIOS MEDICAL CENTRE LTD v. ΛΟΥΚΑ ΤΖΙΕΛΛΑ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 310/2016, 311/2016, 8/12/2025).

 

Με την υπό κρίση αίτηση, ημερ. 26/01/26, οι εφεσίβλητοι επανήλθαν ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου, ζητώντας κατ’ ουσία το επανάνοιγμα ή/και επανεκδίκαση τους, υπό διαφορετική σύνθεση ή την Ολομέλεια του, ένεκα νομικού λάθους και αδικίας στην τελική απόφαση που εξεδόθη. Ειδικότερα, αιτούνται τις ακόλουθες θεραπείες:

«Α. Άδεια ή και Διάταγμα παραπέμπον σε Δικαστήριο με άλλη σύνθεση ή και στην Ολομέλεια για να δικάσει τα επίδικα και συναφή θέματα των υπό άνω αριθμό και τίτλο Εφέσεων

Β. Δήλωση ή και Απόφαση ότι το Ανώτατο Δικαστήριο Κύπρου ή και Εφετείο στις υπό ως άνω αριθμό και τίτλον Εφέσεις προέβη σε ουσιώδη παράλειψη και λάθος ήτοι αγνοήθηκε ή και δεν εφάρμοσε το Δεδικασμένο για την αποζημίωση των €70000 που όφειλαν οι Εφεσείοντες να καταβάλλουν στους Εφεσίβλητους με την παράδοση της κατοχής με αποτέλεσμα να ακυρωθεί η απόφαση ημερομηνίας 28/5/09 του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λάρνακας Αμμοχώστου για το ποσό των €70000 ή και να υποχρεωθούν οι Αιτητές να επιστρέψουν ότι εισέπραξαν από την εν λόγω απόφαση ή και

Γ. Δήλωση ή και διάταγμα ή και απόφαση ότι το Ανώτατο Δικαστήριο σαν Εφετείο έκαμε σοβαρά νομικά λάθη και μεγάλη αδικία στην απόφαση του ημερ. 8/12/2025 στους Εφεσίβλητους στες υπό ως άνω αριθμό και τίτλο Εφέσεις ή και Άδεια ή και διάταγμα για επανάνοιγμα ή και επανεκδίκαση των υπό ως άνω αριθμό και τίτλους Εφέσεων από Δικαστήριο με διαφορετική σύνθεση ή και

Δ. Δήλωση ή και απόφαση ότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος ή θεραπείες του γενόμενου λάθους ή και αδικίας που έγινε με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 8/12/2025 στις υπό άνω αριθμό και τίτλο Εφέσεις.

Ε. Οποιαδήποτε άλλη άδεια ή και διάταγμα ή και απόφαση κριθούν δίκαια.

Ζ. Έξοδα»

 

Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του αιτητή 1 καθώς και σειρά τεκμηρίων, όπου εξειδικεύονται τα «έκδηλα σοβαρά λάθη και μεγάλη αδικία» που κατά τους ίδιους δικαιολογούν την παραχώρηση της αιτούμενης θεραπείας. Αφορούν, όπως υποστηρίζεται, στην λανθασμένη από πλευράς του Εφετείου, ερμηνεία της «Συμφωνίας επί Δικαστηρίω» ημερ. 28/05/09 που αποτέλεσε αντικείμενο της μεταξύ τους αντιδικίας, σε παραβίαση και λανθασμένη εφαρμογή της αρχής του δεδικασμένου καθώς και στην εσφαλμένη επιδίκαση των εξόδων της έφεσης.

 

Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της εφεσείουσας-καθ’ ης η αίτηση, ημερ. 20.02.2026.  Αποτελεί θέση της ότι στους Αιτητές, δεν παρέχεται δυνάμει νόμου, δικαίωμα προώθησης της υπό συζήτησης αίτησης.  Χαρακτηρίζει την τελευταία απαράδεχτη και καταχρηστική, που επιχειρεί αναθεώρηση τελεσίδικης απόφασης του Ανώτατου Δικαστηρίου χρησιμοποιώντας διαδικαστικό μηχανισμό για σκοπό που δεν προβλέπεται.  Σημειώνοντας ότι η «παραπομπή σε άλλη σύνθεση» δεν εφαρμόζεται σε ήδη κριθίσες υποθέσεις, υποδεικνύει ότι η τελεσίδικη απόφαση λήφθηκε στα πλαίσια ορθής και νόμιμης άσκησης των εξουσιών του Δικαστηρίου, ενώ συνάδει και/ή είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα και τις καθιερωμένες αρχές της νομολογίας. Τυχόν άλλη ερμηνεία, καταλήγει, θα καθιστούσε απόφαση δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου μη τελεσίδικη, χωρίς αντίκρισμα και χωρίς τέλος στην ολοκλήρωση της δίκης.        

 

Αρχικά, αξίζει να υπομνησθεί ότι με βάση τις καλά εδραιωμένες αρχές της νομολογίας, το επανάνοιγμα έφεσης στην οποία προηγουμένως εκδόθηκε τελική απόφαση, συνιστά εξαιρετική θεραπεία που δύναται να χορηγηθεί στη βάση της σύμφυτης εξουσίας του Ανώτατου Δικαστηρίου, αναγνωρισθείσας στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Πουλλή (2001) 3 Α.Α.Δ. 1060, όπου αποφασίστηκε ότι το επανάνοιγμα έφεσης στην περίπτωση παραβίασης των κανόνων της δίκαιης δίκης αποτελεί οφειλόμενο «χρέος προς αποκατάσταση της δικαιοσύνης».

 

Το πρώτο ζήτημα προς εξέταση, όπως προκύπτει από το αιτητικό της υπό κρίση αίτησης, είναι εάν αίτηση του είδους χρήζει να τεθεί και εκδικασθεί από σύνθεση άλλη από αυτή που εξέδωσε την τελική απόφαση. Τούτο, παρά το γεγονός ότι το ζήτημα, δεν προωθήθηκε τελικά από πλευράς αιτητών, οι οποίοι, μέσω της γραπτής αγόρευσης της πλευρά τους, παρουσιάζονται να το εγκαταλείπουν, σημειώνοντας ότι δεν έχουν ένσταση «να επιληφθείτε εσείς της Αίτησης». 

 

Σύμφωνα με τον Κανονισμό 31 του Μέρους 8 των περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023, κατά την εκδίκαση υποθέσεων δευτεροβάθμιας πολιτικής δικαιοδοσίας, ως αναφέρονται στο άρθρο 23(1)(β)(i) και (ii) του περί Απoνoμής της Δικαιοσύνης (Πoικίλες Διατάξεις) Νόμoυ τoυ 1964 (Ν. 33/1964), εφαρμόζονται οι πρόνοιες του Περί Εφέσεων (Προδικασία, Περιγράμματα Αγορεύσεων, Περιορισμός του Χρόνου των Προφορικών Αγορεύσεων και Συνοπτική Διαδικασία για την Απόρριψη Προδήλως Αβάσιμων Εφέσεων) Διαδικαστικού Κανονισμού του 1996 (4/1996). Στον εν λόγω Κανονισμό, δεν γίνεται οποιαδήποτε πρόνοια για τη διαδικασία επαναφοράς έφεσης μετά την έκδοση τελικής απόφασης. Ούτε οι παλαιοί Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, και δη η Διαταγή 35, προνοούν για την περίπτωση αυτή. Η εξουσία αυτή ασκείται, ως εξηγείται ανωτέρω, στη βάση της σύμφυτης εξουσίας του Ανώτατου Δικαστηρίου.

 

Στο μεταξύ, στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας που τέθηκαν σε ισχύ την 1.9.2023, υπάρχει πλέον ειδική πρόνοια στο Μέρος 41, και συγκεκριμένα στον Κανονισμό 15 για το επανάνοιγμα έφεσης, παρά την έκδοση σε αυτή τελικής απόφασης, ο οποίος συνάδει με το πνεύμα της απόφασης στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Πουλλή, ανωτέρω. Σύμφωνα με τις παραγράφους (1) και (2) του εν λόγω Κανονισμού:

«(1) Το Εφετείο δεν επανανοίγει έφεση μετά από τη έκδοση της τελικής απόφασης εκτός αν:

(α) είναι αναγκαίο να το πράξει προκειμένου να αποφευχθεί πραγματική αδικία·

(β) οι περιστάσεις είναι εξαιρετικές και καθιστούν κατάλληλο το επανάνοιγμα της έφεσης· και

(γ) δεν υπάρχει εναλλακτική αποτελεσματική θεραπεία.»

(2) Για την υποβολή αίτησης, δυνάμει του παρόντος κανονισμού για επανάνοιγμα έφεσης μετά την έκδοση τελικής απόφασης είναι αναγκαία η εξασφάλιση άδειας από το Εφετείο.»

 

Αντίστοιχη, σχεδόν πανομοιότυπη, με το Μέρος 41 των ημεδαπών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 είναι η πρόνοια του Κανονισμού 30 του Μέρους 52 των αγγλικών Civil Procedure Rules 1998, κατά τον οποίο:

«(1) The Court of Appeal or the High Court will not reopen a final determination of any appeal unless—

(a) it is necessary to do so in order to avoid real injustice;

(b) the circumstances are exceptional and make it appropriate to reopen the appeal; and

(c) there is no alternative effective remedy.

...

(4) Permission is needed to make an application under this rule to reopen a final determination of an appeal even in cases where under rule 52.3(1) permission was not needed for the original appeal».

 

Το Μέρος 52 των αγγλικών Civil Procedure Rules 1998, όπως ίσχυε αρχικά πριν τις τροποποιήσεις που ακολούθησαν και λάβει τη σημερινή του μορφή, ως ανωτέρω, δεν προέβλεπε τη δυνατότητα επανανοίγματος έφεσης μετά την ολοκλήρωσή της. Εντούτοις, στην υπόθεση Taylor v. Lawrence [2002] EWCA Civ 90, το Court of Appeal υπό πενταμελή σύνθεση, απεφάνθη ότι τέτοια εξουσία ενυπάρχει, υπό προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται στο The Civil Court Practice 2025 (The Green Book), σελ. 755:

«The jurisdiction to reopen a final decision was established in Taylor v. Lawrence where it was decided that the Court of Appeal possesses a residual jurisdiction inherent in its function as a court of justice, ‘to avoid real injustice in exceptional circumstances’: Taylor v Lawrence [2002] EWCA Civ 90, [2002] 3 WLR 640, [2002] 2 All ER 353, LORD WOOLF CJ. The High Court, as an appeal court, possesses a similar jurisdiction: Seray-Wurie v Hackney London Borough Council [2002] EWCA Civ 909, [2002] 3 All ER 448».

 

Ακολούθως, οι προϋποθέσεις που τέθηκαν στην Taylor v. Lawrence ενσωματώθηκαν στους Κανονισμούς, ως ισχύουν σήμερα.

 

Στο Practice Direction 52A, στο οποίο παραπέμπει ο αντίστοιχος Κανονισμός 52.30 (8) των αγγλικών Civil Procedure Rules 1998 αναφορικά με τη διαδικασία που ακολουθείται σε περιπτώσεις αιτημάτων για επανάνοιγμα εφέσεων, προκύπτει ότι η σχετική αίτηση εξετάζεται από το Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση για την οποία το διάδικο μέρος αιτείται το επανάνοιγμα (βλ. White Book 2022, Vol. I, σελ. 1943, παραγρ. 52APD.18).

«SECTION VII: REOPENING APPEALS (RULE 52.30)

«7.1 A party applying for permission to reopen an appeal or an application for permission to appeal must apply for such permission from the court whose decision the party wishes to reopen».

7.2 The application for permission must be made by application notice and be supported by written evidence, verified by a statement of truth. A copy of the application for permission must not be served on any other par ty to the original appeal unless the court so directs.

7.3 Where the court directs that the application for permission is to be served on another par ty, that par ty may, within 14 days of the service on him of the copy of the application, file and serve a written statement either supporting or opposing the application.

7.4 The application for permission will be considered on paper by a single judge».

 

Στην απουσία οποιασδήποτε πρόνοιας στην Κυπριακή νομοθεσία που να εξειδικεύει το ζήτημα, προκύπτει ότι αιτήσεις του είδους, κατά κανόνα, τίθενται και εκδικάζονται ενώπιον της σύνθεσης του Ανώτατου Δικαστηρίου που εξέδωσε την τελική απόφαση. Διαφορετική αντιμετώπιση, ουσιαστικά θα οδηγούσε στη δυνατότητα επιλογής από πλευράς των διαδίκων του Δικαστηρίου που θα εκδικάσει την υπόθεση τους ή, εν προκειμένω, σε εκ νέου εξέταση των ίδιων θεμάτων που εξέτασε ήδη άλλη σύνθεση του ίδιου Δικαστηρίου, ανάγοντας την δικαιοδοσία του σε τριτοβάθμια, εξέλιξη ανεπίτρεπτη και ανεπιθύμητη.

 

Διεύρυνση δε, της σύνθεσης του Εφετείου δύναται να διαταχθεί σε περιπτώσεις που αυτό απαιτείται από το συμφέρον της δικαιοσύνης, όπως όταν εγείρονται πολύπλοκα νομικά θέματα μείζονος σημασίας ή και θέματα, για την κατάληξη επί των οποίων έχει άμεσο ενδιαφέρον ολόκληρη η κοινωνία των πολιτών (βλ. Μαρκίδης Ελεύθεριος ν. Ellinas Finance Public Company Ltd (2014) 1 ΑΑΔ 1934).

 

Εξάλλου, όπως διατυπώθηκε στην υπόθεση Βενιζέλου Χρύσανθος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2016) 3 ΑΑΔ 46:

«Το Ανώτατο Δικαστήριο (είτε εν ολομέλεια είτε ως εφετείο) όταν ασκεί τη δευτεροβάθμια του δικαιοδοσία, δεν έχει εξουσία αναθεώρησης οποιασδήποτε απόφασης του. Ανάληψη τέτοιας δικαιοδοσίας θα ισοδυναμούσε ουσιαστικά με άσκηση τριτοβάθμιας δικαιοδοσίας.

         

Συνάγεται από όλα τα ανωτέρω ότι το αίτημα, ακόμα και αν δεν είχε εγκαταλειφθεί, δεν θα μπορούσε να έχει  επιτυχή κατάληξη. 

 

Ως προς την ουσία της αιτούμενης θεραπείας, παρόμοιας φύσης ζητήματα απασχόλησαν το Ανώτατο Δικαστήριο σε πληθώρα υποθέσεων (βλ. π.χ. Ανδρέα Κονναρή κ.ά. ν. Λίζας Λουκαΐδου Θεοφάνους κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 35/2014, 15/2/2023, ECLI:CY:AD:2023:A53, Αλέκα Π. Παπακόκκινου, ως Διαχειρίστριας της περιουσίας του Παναγιώτη Γ. Παπακόκκινου εις αντικατάσταση της Συνδιαχειρίστριας της περιουσίας του Παναγιώτη Γ. Παπακόκκινου, Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου, αποβιωσάσης την 15/12/14 κ.ά., ν Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Γενικού Εισαγγελέως, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε87/13, 10/12/25 και Αλέκα Παπακόκκινου ν. Εταιρεία Γεω. Παυλίδης και Αραούζος Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 57/2014, 11/9/2023)

 

Στις υποθέσεις ΝΤ.Ν. ν. Ν.Ν., Εφέσεις Αρ. 3/2005 και 9/2005, 14/4/2020, το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο επανέλαβε ουσιαστικά τις σχετικές αρχές που αντανακλούν ξεκάθαρα τον τρόπο με τον οποίο το νομικό μας σύστημα αντιμετωπίζει το υπό συζήτηση θέμα, παραπέμποντας στα όσα λέχθηκαν εκτενώς στην υπόθεση Ιερόθεος Χριστοδούλου άλλως Ρόπας ν. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 226:

«Συμφυείς εξουσίες

Οι συμφυείς και/ή εγγενείς και/ή σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου έχουν περιγραφεί ως το απόθεμα εκείνο των εξουσιών (reserve powers) του Δικαστηρίου τις οποίες μπορεί να ασκεί εκεί που αν απέφευγε να το πράξει θα οδηγούμεθα σε αδικία. Μπορούν δε να ασκηθούν είτε σε συνδυασμό με την ύπαρξη σχετικών διαδικαστικών κανονισμών και/ή ανεξάρτητα από τους διαδικαστικούς κανονισμούς. Στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Μελωδία (Χαραλαμπίδου) (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 724, ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πικής αναφερόμενος στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου περιέγραψε αυτές ως «εκείνες που εξυπακούονται από τη φύση της λειτουργίας του - Δικαστήριο της δικαιοσύνης - χάριν της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του και της αποτροπής της κατάχρησης των ενώπιόν του διαδικασιών».

...

Στην υπόθεση Αγαθοκλέους ν. ΕΔΑΞΥΛ Λτδ κ.ά. (1997) 1(Α) Α.Α.Δ. 302,  μετά την έκδοση της απόφασης του Εφετείου ο εφεσίβλητος καταχώρησε αίτηση για παραμερισμό της απόφασης, ως εσφαλμένης, και για επανασυζήτηση της υπόθεσης. Απορρίπτοντας την αίτηση το Εφετείο στη σελ. 304 ανάφερε τα εξής:

«Η άποψη μας είναι πως η αίτηση είναι αβάσιμη. Το Ανώτατο Δικαστήριο ως Εφετείο, με διευρυμένη μάλιστα σύνθεση από 5 δικαστές, ερεύνησε το ζήτημα που μας απασχολεί στην υπόθεση Ορφανίδης ν. Μιχαηλίδης (1968) 1 Α.Α.Δ. 295, στην οποία ηγέρθηκαν πανομοιότυπα νομικά σημεία.  Δεν θα αναφερθούμε σε έκταση στην απόφαση. Θα αρκεστούμε να πούμε μόνο πως σ' αυτή γίνεται εξαντλητική συζήτηση του ζητήματος, με ειδική μάλιστα συγκριτική αναφορά στα ισχύοντα στην Αγγλία και στον τόπο μας.

Το μόνο που θα μπορούσαμε να προσθέσουμε, ως δικό μας σχόλιο, είναι πως η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Ορφανίδης υιοθέτησε ουσιαστικά τη θεμελιακή αρχή, που ενυπάρχει στο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης που ακολουθούμε, της διασφάλισης δηλαδή της τελεσιδικίας. Δεν έχει το Δικαστήριο σύμφυτη εξουσία να παραμερίζει εκδοθείσα απόφασή του, με σκοπό την επανασυζήτησή της.»

...

Στην προαναφερθείσα υπόθεση Αντωνίου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 339, μετά την αποπεράτωση της Αναθεωρητικής έφεσης ο αποτυχών εφεσείων καταχώρησε αίτηση με την οποία όπως ανάφερε «εξαιτείται την επανακρόαση της Αναθεωρητικής Έφεσης Αρ. 1449 υπό της Ολομέλειας του Δικαστηρίου». Η Ολομέλεια (7 δικαστές) αποφάσισε ότι δεν υπήρχε εξουσία για τέτοιο διάβημα. Στη σελ. 340 λέχθηκαν τα ακόλουθα:

«Αποδοχή του αιτήματος του αιτητή, θα συνεπαγόταν την αναγνώριση, έξω από τα πλαίσια του νόμου, τριτοβάθμιας δικαιοδοσίας, θεσμού άγνωστου στο νόμο. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφασή μας στην Ορφανίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας, (ανωτέρω): σελ. 56)

«Για την ολοκλήρωση της εικόνας η οποία διαγράφεται από τη νομολογία ως προς το δικαιοδοτικό πλαίσιο των εξουσιών και αρμοδιοτήτων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, πρέπει να αναφερθούμε και στις Attorney - General v. Georghiou (1984) 2 C.L.R. 251, και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λαζαρίδη και άλλου (1992) 2 Α.Α.Δ. 8, όπου αναγνωρίστηκε ότι το Σύνταγμα δεν καθιερώνει δικαίωμα έφεσης και ότι η θεσμοθέτησή του ανάγεται στη νομοθετική λειτουργία. Εξάλλου, έχει αναγνωρισθεί ότι η δικαιοδοσία η οποία παρέχεται από την επιφύλαξη του Άρθρου 11(2) (πρόβλεψη για έφεση), είναι δευτεροβάθμια και ασκείται βάσει και σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις που προβλέπουν και καθορίζουν οι σχετικοί διαδικαστικοί θεσμοί (βλ., μεταξύ άλλων, Republic ν. Vassilliades (1967) 3 C.L.R. 82, Branco Salvage Ltd v. Republic (1967) 3 C.L.R. 213 και Δημοκρατία ν. Βιολάρη & άλλης (1991) 3 Α.Α.Δ. 456).»

Δε θα επεκταθούμε στη συζήτηση του θέματος, εκτός από του να διαπιστώσουμε ότι το αίτημα, το οποίο έχει υποβληθεί, είναι άγνωστο στο νόμο και, εκ προοιμίου, καταδικασμένο σε αποτυχία. Ο νόμος προβλέπει ένα στάδιο έφεσης, το οποίο, στην προκείμενη υπόθεση, έχει διανυθεί με την ακρόαση της έφεσης και εξαντληθεί με την έκδοση της απόφασης.»

Στην ίδια υπόθεση με αναφορά στην προαναφερθείσα υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Μελωδία (Χαραλαμπίδου) λέχθηκε ότι ούτε με βάση τις εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου θα μπορούσε να γίνει δεκτή η αίτηση.

Στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Αντωνίου κ.ά (Αρ. 3) (2004) 3 Α.Α.Δ. 542, μετά από την ολοκλήρωση της δίκης και έκδοσης απόφασης από την Ολομέλεια στην Α.Ε. 3413 (βλ. Δημοκρατία ν. Αντωνίου κ.ά. (Αρ. 2) (2004) 3 Α.Α.Δ. 456), υποβλήθηκε αίτημα για επανάνοιγμα γιατί, κατά τους ισχυρισμούς ενός των αιτητών «η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν εξέτασε ζήτημα που ήγειρε στην προσφυγή του σχετικά με τα προσόντα των υποψηφίων». Επαναλήφθηκε ότι αυτό δεν μπορούσε να γίνει αφού τέτοια ενέργεια θα ισοδυναμούσε με ανάληψη τριτοβάθμιας δικαιοδοσίας, κάτι που δεν ήταν νομικά δυνατό.

Στην ίδια γραμμή, ότι δηλαδή δεν υπάρχει εξουσία για επανάνοιγμα υπόθεσης εφετείου και για διεξαγωγή νέας δίκης, είναι και τα όσα αναφέρθηκαν από το Εφετείο στην άμεσα σχετική με την παρούσα προαναφερθείσα υπόθεση Ιερόθεος Χριστοδούλου άλλως Ρόπας (2009) 2 Α.Α.Δ. 235 που καταχώρησε ο αιτητής για τροποποίηση αίτησης για παράταση χρόνου καταχώρησης έφεσης όπου αποφασίστηκαν τα ακόλουθα αναφορικά τόσο με το Πρωτόκολλο 7 όσο και τη σύμφυτη εξουσία του δικαστηρίου:

«..Πρόσθετα, το Πρωτόκολλο 7 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που κυρώθηκε στην Κύπρο με το Νόμο αρ. 18(ΙΙΙ)/2000, προνοεί στο Άρθρο 4 την επανάληψη της διαδικασίας όταν υπάρχουν αποδείξεις νέων ή μεταγενέστερων της απόφασης γεγονότων ή όπου υπήρξε θεμελιώδες σφάλμα στην προηγηθείσα διαδικασία, επηρεάζον το αποτέλεσμα της, αλλά στη βάση του νόμου και της ποινικής δικονομίας της χώρας κράτους-μέλους της Σύμβασης. Δεν χρειάζεται εδώ να εξεταστεί διεξοδικά το πιο πάνω Άρθρο για σκοπούς της παρούσας αίτησης. Να λεχθεί όμως ότι κατά κύριο λόγο εμπεδώνει την αρχή του «ne bis in idem» και πολύ λίγες υποθέσεις παρουσιάστηκαν στο Ε.Δ.Α.Δ. πάνω σ' αυτό. (Gilles Duterte: Key case-law extracts European Court of Human Rights (2003) και Donna Gomien: Short Guide to the European Convention of Human Rights 3η έκδ. (2005)].»

Αναφορικά με τη σύμφυτη εξουσία το Εφετείο στην ίδια υπόθεση ανάφερε τα ακόλουθα:

«Το δε κατάλοιπο εξουσίας, το οποίο επικαλέστηκε ο συνήγορος, δεν διασώζει την κατάσταση, γιατί δεν μπορεί να δημιουργήσει εκ του μηδενός νέες ατραπούς στο δίκαιο και μάλιστα τόσο θεμελιακές. Η σύμφυτη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου έρχεται αρωγός εκεί όπου η χρήση της είναι αναγκαία για αυτή ταύτη τη λειτουργία του ίδιου του συστήματος και της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του, εντός των υφισταμένων και γνωστών δικαιϊκών αρχών, απορρέουσες και πλαισιούμενες, ως στυλοβάτες, από το Σύνταγμα και τους Νόμους της πολιτείας. (σχετικές είναι οι υποθέσεις Α. Αντωνίου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 339 και Σε ό,τι Αφορά Αίτημα (Petition) του εφεσείοντα Αχιλλέα Κορέλλη (1999) 1 Α.Α.Δ. 1122).»

Δεν παραγνωρίζουμε ότι υπάρχει νομολογία σύμφωνα με την οποία το Ανώτατο Δικαστήριο επανάνοιξε υπόθεση μετά την ολοκλήρωση των αγορεύσεων και επιφύλαξη της απόφασης, ενόψει γεγονότων που προέκυψαν μετά την επιφύλαξη της. (βλ. μεταξύ άλλων, ΡΙΚ ν. Καραγιώργη κ.ά. (1991) 3 Α.ΑΔ. 159 και Παπαϊωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (Αρ. 1) (1991) 3 Α.Α.Δ. 659). Όμως οι περιπτώσεις εκείνες διαφοροποιούνται διότι εκεί δεν είχε ολοκληρωθεί η δίκη με την έκδοση απόφασης έτσι ώστε να ζητείτο το επανάνοιγμα σε μεταγενέστερο στάδιο για σκοπούς νέας δίκης, όπως είναι το αίτημα στην παρούσα υπόθεση.

Μετά την ολοκλήρωση της δίκης και την έκδοση απόφασης, επανάνοιγμα της υπόθεσης είναι δυνατό μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που για κάποιο λόγο, όπως για παράδειγμα τη μη ειδοποίηση διαδίκου περί της διαδικασίας, η διεξαχθείσα δίκη είναι άκυρη. Σχετική είναι η απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Πουλλή (2001) 3(Β) Α.Α.Δ. 1060, όπου η Αναθεωρητική Έφεση είχε ολοκληρωθεί χωρίς όμως να είχε επιδοθεί η έφεση και αντέφεση στα ενδιαφερόμενα μέρη ενός μάλιστα από τα οποία η προαγωγή είχε ακυρωθεί από την Ολομέλεια αφού δέχθηκε την αντέφεση. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις κρίθηκε ότι η διαδικασία ήταν άκυρη και έτσι η Πλήρης Ολομέλεια παραμέρισε την απόφαση και διέταξε όπως διεξαχθεί ξανά η δίκη. Στη σελ. 1067 λέχθηκαν τα ακόλουθα:

«Διαπιστώνουμε ότι παρέχεται στο δικαστήριο σύμφυτη δικαιοδοσία ακύρωσης διαταγής ή απόφασης, που εκδίδεται σε διαδικασία η οποία δεν επιδίδεται σε ενδιαφερόμενο πρόσωπο.  Αυτό ισχύει τόσο στην περίπτωση της έφεσης όσο και της αντέφεσης, που ακούονται χωρίς γνωστοποίηση της διαδικασίας σε κάθε διάδικο ή ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Η ακύρωση αποτελεί χρέος προς αποκατάσταση της δικαιοσύνης και το χρέος αυτό μπορεί να πληρωθεί είτε μετά από διάβημα ενδιαφερομένου προσώπου ή με πρωτοβουλία του ιδίου του δικαστηρίου.»

Ενόψει των πιο πάνω καταλήγουμε ότι δεν υπάρχει σύμφυτη και/ή εγγενής εξουσία η οποία να παρέχει το δικαίωμα στο Ανώτατο Δικαστήριο να επανανοίξει μια αποπερατωθείσα μετά από πλήρη ακρόαση έγκυρη έφεση και να διατάξει νέα δίκη από το Εφετείο αφού μια τέτοια περίπτωση θα ισοδυναμούσε με άσκηση τριτοβάθμιας δικαιοδοσίας, εξουσία που σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν υπάρχει. Η εξουσία αυτή, εκεί όπου ασκήθηκε, περιορίστηκε στην περίπτωση όπου η προηγούμενη δίκη ήταν άκυρη, που δεν είναι η περίπτωση μας. Η ουσία των ισχυρισμών του αιτητή στην παρούσα υπόθεση είναι ότι η προηγούμενη δίκη ήταν άδικη και/ή επισφαλής, και όχι άκυρη».

 

Στη βάση δε της ως άνω, εκτενούς ανάλυσης, το Δικαστήριο στην ΝΤ.Ν. ν. Ν.Ν. (ανωτέρω), η οποία αφορούσε μεταξύ άλλων σε αίτηση για διόρθωση της αρχικής απόφασης στις υπό εκδίκαση εφέσεις προκειμένου «...να αναφέρει ρητά πως τα έξοδα της πρωτόδικης απόφασης επιστρέφονται στον Εφεσείοντα-Αιτητή», κατέληξε ότι:

«Από την Ένορκη Δήλωση του Αιτητή που συνοδεύει την Αίτηση, εκτός των άσχετων θεμάτων που αναφέρει, η προσπάθεια του όλη είναι ο παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης ημερ. 11.2.2010 και επανασυζήτηση των εφέσεων με αρ. 6/2008 και 8/2008.   Αυτό όμως είναι αδύνατο στο νομικό μας σύστημα στις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης.  Ο Αιτητής δεν προβαίνει σε επίκληση οιουδήποτε λόγου βάσει του οποίου θα παρέχετο η δυνατότητα επίκλησης της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου προς το σκοπό αυτό.

Το ίδιο ισχύει και αναφορικά με την απόφαση ημερ. 23.3.2007 που δόθηκε στις Εφέσεις αρ. 3/2005 και 9/2005.  Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αναφορικά με την επιδίκαση ή όχι εξόδων ασκείται Δικαστικά.  Συνεπώς, η Δικαστική απόφαση του Δικαστηρίου που ασκούσε Δευτεροβάθμια Δικαιοδοσία, δεν μπορεί να διαφοροποιηθεί για τους ίδιους λόγους που έχουμε αναφέρει πιο πάνω.  Ούτε τέθηκε από τον Αιτητή οιονδήποτε υπόβαθρο που να δικαιολογεί κάτι τέτοιο»

 

Η ενώπιον μας περίπτωση δεν μπορεί να έχει διαφορετική κατάληξη. Αυτό που καταφανώς επιχειρείται από πλευράς των αιτητών είναι η επανασυζήτηση και επαναδιαπραγμάτευση των επίδικων θεμάτων που εξετάστηκαν ήδη από το Ανώτατο Δικαστήριο και αποφασίστηκαν τελεσίδικα. Η ουσία των ισχυρισμών τους είναι ότι η εκδοθείσα απόφαση είναι άδικη, ενώ δεν προβάλλεται επιχείρημα που να υποστηρίζει ότι η διαδικασία ήταν άκυρη, προκειμένου να ενεργοποιηθεί η σύμφυτη εξουσία του παρόντος Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις καθιερωμένες αρχές που παρατίθενται εκτενώς ανωτέρω. Ιδίως όσον αφορά στον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως προς την επιδίκαση των εξόδων της διαδικασίας.

 

Υπο το φως όλων των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται στην ολότητα  της.

 

Κατ’ εφαρμογή του βασικού κανόνα που αφορά στην επιδίκαση εξόδων, τα έξοδα της αίτησης, πλην τα έξοδα της εμφάνισης ενώπιον του Δικαστηρίου στις 16.02.2026, θα επιβαρυνθεί η πλευρά των Αιτητών, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. 

 

Τα έξοδα της εμφάνισης ενώπιον του Δικαστηρίου στις 16.02.2026, θα επιβαρυνθεί η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση, ως θα υπολογιστούν επίσης, από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

 Γ.Ν. ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Δ.

 

                                                         Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.

 

         Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.       


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο