ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
Πολιτική Έφεση Αρ. 340/2016
26 Φεβρουαρίου, 2026
[Γ.N. ΓΙΑΣΕΜΗΣ, I. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Α. ΔΑΥΙΔ, Δ/ΣΤΕΣ]
1. ΚΕΟ PLC (Εναγόμενη στην αγ. αρ. 1330/09)
2. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΟΝΣΕΡΒΟΠΟΙΙΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ
(Εναγόμενη στην αγ. αρ. 4183/09)
Εφεσείουσες
ν.
ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ
(Ενάγουσα και στις δύο αγωγές)
Εφεσίβλητη
...............
Κ. Κακουλλή (κα), για Chrysses Demetriades & Co LLC, για τις Εφεσείουσες
Α. Ιωάννου (κα), για Δημόκριτος Αριστείδου & Σία ΔΕΠΕ και Σ. Ιωάννου Κίτσιος, για Α. Ι. Κίτσιος ΔΕΠΕ, για την Εφεσίβλητη
----------------------
Η απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από το Δικαστή Γ.Ν. Γιασεμή.
----------------------------
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Δ.: Η παρούσα έφεση, αφορά σε δύο συνεκδικασθείσες αγωγές, την υπ’ αρ. 1330/2009 και την υπ΄αρ. 4183/2009, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Με αυτές η ενάγουσα, Διευθύντρια του Τμήματος Τελωνείων, εφεσίβλητη, απαίτησε από την εναγόμενη εταιρεία στην κάθε αγωγή με σημείωμα απαίτησης ημερομηνίας 31.3.2004, την πληρωμή συγκεκριμένων χρηματικών ποσών, ως φόρων, σε σχέση με τον εκτελωνισμό, σε διάφορες χρονικές περιόδους εμπορευμάτων που οι τελευταίες είχαν εισαγάγει στην Κύπρο, μέσω του λιμανιού της Λεμεσού. Από την εναγόμενη εταιρεία στην πρώτη αγωγή απαίτησαν την πληρωμή ποσού €50.085,94.- και από την εναγόμενη εταιρεία στη δεύτερη αγωγή ποσού €49.971,47.-.
Οι εν λόγω εναγόμενες εταιρείες, εφεσείουσες στην παρούσα έφεση, αρνήθηκαν ότι είχαν τέτοια υποχρέωση, ως ανωτέρω. Ήταν η θέση τους ότι οι ίδιες είχαν ανταποκριθεί θετικά στις πιο πάνω αντίστοιχες απαιτήσεις και παρέδωσαν σε όλες τις περιπτώσεις στον εκτελωνιστή με τον οποίον συνεργάζονταν, τα απαιτούμενα ποσά σε επιταγή, για να προβεί στην πληρωμή των αναλογούντων φόρων. Ωστόσο, ο εκτελωνιστής παρέλειπε να πληρώσει, ως είχε υποχρέωση να πράξει. Παρακάμπτοντας, όπως διαπιστώθηκε εκ των υστέρων, τη σχετική διαδικασία του Τελωνείου, κατακρατούσε τα ποσά που οι εφεσείουσες του είχαν εμπιστευτεί για την πληρωμή των φόρων, για τον εαυτό του. Όπως έγινε δεκτό από το Δικαστήριο, αυτός προσερχόμενος κάθε φορά στο αρμόδιο γραφείο του Τελωνείου, πλαστογραφούσε την υπογραφή συγκεκριμένου τελωνειακού λειτουργού και σφράγιζε τα διατακτικά παραλαβής των εμπορευμάτων με την σφραγίδα, στην οποία αναγραφόταν στα αγγλικά η φράση “out of charge”, δηλαδή ότι είχε πληρωθεί ο φόρος, ενώ τούτο δεν ήταν αλήθεια. Με τα πλαστά διατακτικά παραλαβής, ο εκτελωνιστής πήγαινε στην Αρχή Λιμένων και παραλάμβανε τα εμπορεύματα για τις εφεσείουσες.
Οι εφεσείουσες, υποψιάστηκαν ότι ο εκτελωνιστής ενεργούσε παράνομα και τον κατήγγειλαν στην εφεσίβλητη. Το αποτέλεσμα ήταν, αυτός να καταδικαστεί από Κακουργιοδικείο για αδικήματα απάτης και να τιμωρηθεί με ποινή φυλάκισης. Η εφεσίβλητη, όμως, θεωρώντας ότι οι εφεσείουσες έπρεπε να της καταβάλουν το σύνολο των φόρων που οικειοποιήθηκε ο εκτελωνιστής, με τον τρόπο που έχει προαναφερθεί, καταχώρισε τις πιο πάνω αγωγές. Η απαίτηση της έγινε δεκτή από το Δικαστήριο, το οποίο μετά από ακρόαση εξέδωσε απόφαση εναντίον των εφεσειουσών, αναλόγως.
Η απαίτηση της εφεσίβλητης, σε κάθε περίπτωση, εδραζόταν σε δύο νομοθεσίες του Τελωνείου και στις όμοιες αυτών πρόνοιες. Ειδικά, το άρθρο 53 του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου του 2004, Νόμος 94(Ι)/2004 προβλέπει ότι:
«Η τελωνειακή οφειλή ή και άλλη τελωνειακή οφειλή εισπράττεται ως αστικό χρέος οφειλόμενο στη Δημοκρατία και οποιαδήποτε διαδικασία για είσπραξη του χρέους ασκείται στο όνομα του Διευθυντή.».
Η πιο πάνω πρόνοια παραπέμπει σε οφειλές τις οποίες, όμως, οι εφεσείουσες αμφισβήτησαν πρωτόδικα, ενώ τις αμφισβητούν εντόνως και με την έφεση. Θεωρούν την απόφαση του εκδικάσαντος Δικαστηρίου άδικη για τις ίδιες, δεδομένων των περιστάσεων που περιγράφονται πιο πάνω.
Οι εφεσείουσες, με 11 λόγους έφεσης, οι οποίοι συνδέονται μεταξύ τους, εισηγούνται ότι το Δικαστήριο έσφαλε ως προς την κρίση του σε σχέση με την πραγματική σημασία κατά το νόμο, των αναφερθέντων προηγουμένως γεγονότων. Συγκεκριμένα ότι, βασιζόμενο στην πιο πάνω πρόνοια του Νόμου 94(Ι)/2004, εξέλαβε, λανθασμένα, την απαιτηθείσα οφειλή φόρων από την εφεσίβλητη ως δεδομένη, παραγνωρίζοντας το δόλιο τρόπο με τον οποίο ο εκτελωνιστής ενεργούσε κάθε φορά παρακάμπτοντας τη σχετική διαδικασία του Τελωνείου. Εν ολίγοις, ότι ο εκτελωνιστής εκμεταλλευόμενος τον πλημμελή τρόπο με τον οποίο η εν λόγω διαδικασία τύγχανε εφαρμογής, οικειοποιήθηκε τα χρηματικά ποσά που του είχαν εμπιστευθεί οι εφεσείουσες, για την πληρωμή των φόρων.
Κατ’ αρχάς, όπως προκύπτει από τα αδιαμφησβήτητα γεγονότα, αποτελεί κοινό τόπο ότι ο εκτελωνιστής κατείχε άδεια να ασκεί το συγκεκριμένο επάγγελμα από το Τμήμα Τελωνείου, η οποία του παραχωρήθηκε μετά από βεβαίωση ότι ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Δεν ήταν όμως λειτουργός ούτε αντιπρόσωπος του Τελωνείου. Στην πραγματικότητα, ενεργούσε ως αντιπρόσωπος των εφεσειουσών. Οι τελευταίες, όμως, εισηγούνται ότι για τις πιο πάνω παράνομες πράξεις του εκτελωνιστή, υπαίτια ήταν η εφεσίβλητη. Αυτό είναι και το μείζον θέμα που προβάλλουν οι εφεσείουσες, μέσω της έφεσης, αποποιούμενες οποιασδήποτε ευθύνης για την μη καταβολή από τον εκτελωνιστή των υπεξαιρεθέντων χρημάτων, που οι ίδιες του είχαν εμπιστευθεί για την πληρωμή των φόρων. Υπό το πρίσμα της τοποθέτησης, ανωτέρω, το όλο ζήτημα εστιάζει, κατά την άποψη τους, στη διαδικασία η οποία ακολουθείτο για τον εκτελωνισμό των εισαχθέντων εμπορευμάτων, περιλαμβανομένης της καταβολής των σχετικών φόρων από τον εκτελωνιστή, στον οποίο είχε ανατεθεί ιδιωτικώς από τις ίδιες η συγκεκριμένη εργασία. Για την ακρίβεια, τόσο πρωτόδικα όσο και κατ’ έφεση, εισηγήθηκαν ότι η εφεσίβλητη, ενεργώντας διά των υπαλλήλων της, υπήρξε αμελής.
Η πιο πάνω εισήγηση δεν είναι ορθή. Όπως κρίθηκε στην αναθεωρητική έφεση Διευθύντρια Τμήματος Τελωνείων ν. ΚΕΟ Λτδ, (2008), 3 Α.Α.Δ. 350, το σημείωμα απαίτησης ημερομηνίας 31.3.2003, με το οποίο η εφεσίβλητη απαιτούσε πληρωμή των οφειλομένων φόρων, ενέπιπτε στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου. Ως εκ τούτου η εφεσίβλητη καταχώρισε τις προαναφερθείσες δύο αγωγές κατά των εφεσειουσών, αξιώνοντας από την κάθε μια ξεχωριστά των οφειλόμενων από αυτήν φόρων, σχετικών με την εκτελώνιση των εμπορευμάτων της, όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω. Το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας την πιο πάνω αναθεωρητική έφεση, εξήγησε ότι η νομιμότητα της πράξης επιβολής στην κάθε εφεσείουσα των φόρων, θα μπορούσε να είχε καταστεί αντικείμενο εξέτασης στο πλαίσιο διοικητικής προσφυγής. Βασίστηκε προς τούτο στις πρωτόδικες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου Αγιομαμίτης ν. Δημοκρατίας, υπόθεση αρ. 429/2004, ημερομηνίας 12.10.2005 και Ανδρέας Ι. Ιωαννίδης & Σία Λτδ κ.α. ν. Δημοκρατίας, υπόθεση αρ. 905/2005, ημερομηνίας 4.7.2006, το σκεπτικό των οποίων και υιοθέτησε. Προκύπτει, λοιπόν, ότι οι εφεσείουσες θα είχαν έτσι τη δυνατότητα να προβάλουν την παραβίαση από την εφεσίβλητη συγκεκριμένων κανόνων του Διοικητικού Δικαίου για ανατροπή της πιο πάνω διοικητικής πράξης. Οι εφεσείουσες δεν προώθησαν τέτοια διαδικασία, οπότε εκ των πραγμάτων δεν ετίθετο και θέμα αμφισβήτησης της νομιμότητας των πράξεων επιβολής των φόρων. Στο πλαίσιο της αστικής απαίτησης τους, η μόνη υπεράσπιση που θα μπορούσαν να είχαν προβάλει, ήταν ότι πλήρωσαν τους, ως άνω, οφειλόμενους φόρους.
Στην πραγματικότητα, όμως, κάτι τέτοιο ουδέποτε είχε συμβεί, η δε εφεσίβλητη ουδέποτε είσπραξε από τις εφεσείουσες τα οφειλόμενα ποσά του φόρου, ακριβώς, για το λόγο ότι στην πορεία του εκτελωνισμού των προϊόντων τους, τα είχε οικειοποιηθεί ο αντιπρόσωπος τους, δηλαδή ο εκτελωνιστής ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό τους. Όπως ορθώς διαπίστωσε το Δικαστήριο, τόσο η εφεσίβλητη όσο και οι εφεσείουσες υπήρξαν θύματα της δόλιας συμπεριφοράς του εκτελωνιστή, αντιπροσώπου των τελευταίων, ο οποίος στην πραγματικότητα ιδιοποιήθηκε τα χρηματικά ποσά που αυτές του είχαν εμπιστευτεί για την πληρωμή των οφειλομένων φόρων προς την εφεσίβλητη, για ίδιον όφελος. Η οποιαδήποτε θεραπεία για αποκατάσταση των εφεσειουσών πρέπει να επιδιωχθεί εναντίον του εν λόγω αντιπροσώπου τους. Στο μεταξύ, αυτές πρέπει να καταβάλουν τα οφειλόμενα προς την εφεσίβλητη ποσά, ως η απαίτηση της στις αντίστοιχες αγωγές της. .
Για τους πιο πάνω λόγους η έφεση αποτυγχάνει. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της εφεσίβλητης και εναντίον των εφεσειουσών τα οποία καθορίζονται στο ποσό των €3.600.- πλέον Φ.Π.Α. εάν υπάρχει.
Γ.N. ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Δ.
I. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.
Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.
/γκ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο