ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΊΤΗΣΗ ΑΡ. 153/2023
23 Μαρτίου, 2026
[Γ.Ν. ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Δ/ΣΤΗΣ]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964 ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ J. F. S., ΜΕ ΑΡ. [ ] ΚΑΙ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ ΤΗΝ [ ] ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ, ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ ΚΑΙ ΛΗΨΗΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΟΥ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ ΣΤΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ, ΩΣ ΑΥΤΑ ΟΡΙΖΟΝΤΑΙ ΣΤΑ ΑΡΘΡΑ 6, 7, 8, 9, 10 ΚΑΙ 11 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΜΕ ΣΚΟΠΟ ΤΗ ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗ ΣΟΒΑΡΩΝ ΠΟΙΝΙΚΩΝ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 2007 (Ν.183(Ι)/2007) ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΤΗΝ 28.7.2023, ΣΤΗ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣΗ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜΟ 283/2023 ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΝΟΡΚΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ ΤΟΥ ΑΝΩΤΕΡΟΥ ΥΠΑΣΤΥΝΟΜΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΑΝΔΡΕΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΒΑΣΗ, ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΚΑΙ ΛΗΨΗ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΟΥ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ ΣΤΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ, ΩΣ ΑΥΤΑ ΟΡΙΖΟΝΤΑΙ ΣΤΑ ΑΡΘΡΑ 6, 7, 8, 9, 10 ΚΑΙ 11 TOY N. 183(I)/2007, ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΡΡΗΤΟΥ ΤΗΣ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ (ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΣΥΝΔΙΑΛΕΞΕΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΕ ΚΑΤΑΓΕΓΡΑΜΜΕΝΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1996 (92(Ι)/96)
--------------------------
Αίτηση διά κλήσεως ημερομηνίας 15.11.2023
Χ. Γεωργίου για Πελεκάνος & Πελεκάνου ΔΕΠΕ, για τον Αιτητή
Α. Αριστείδης, για Καθ’ ου η Αίτηση Γενικό Εισαγγελέα
---------------------------
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Δ.: Στις 28.7.2023, υποβλήθηκε αίτηση από Εισαγγελέα της Δημοκρατίας με την οποία ζητείτο η έκδοση εντάλματος δυνάμει των άρθρων 21, 22 και 23(1) και (2) του περί Προστασίας του Απορρήτου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας (Παρακολούθηση Συνδιαλέξεων και Πρόσβαση σε Καταγεγραμμένο Περιεχόμενο Ιδιωτικής Επικοινωνίας) Νόμου του 1996 (N.92(Ι)/1996), όπως τροποποιήθηκε από τον ομώνυμο τροποποιητικό Νόμο 216(Ι)/2015, με την προσθήκη του Μέρους IVA. Συγκεκριμένα, ζητείτο η έκδοση εντάλματος με το οποίο να εξουσιοδοτούντο κατονομαζόμενα πρόσωπα, μέλη της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου, να έχουν πρόσβαση, να επιθεωρήσουν και να λάβουν το περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας που πιστεύεται ότι ήταν καταγεγραμμένο ή αποθηκευμένο σε ηλεκτρονικές συσκευές που αναφέρονταν στα Παραρτήματα Α, Β και Γ της αίτησης. Ο σκοπός για τον οποίο ζητείτο το ένταλμα ήταν η διερεύνηση συγκεκριμένων αδικημάτων διαφθοράς τα οποία ενέπιπταν στην παράγραφο 2 του Άρθρου 17 του Συντάγματος, και υπήρχε εύλογη υποψία ότι διαπράχθηκαν από συγκεκριμένα πρόσωπα, τα ονόματα των οποίων αναφέρονταν στο Μέρος ΙΙ της αίτησης. Σε αυτά περιλαμβανόταν και το όνομα του αιτητή στην παρούσα αίτηση.
Σημειώνεται πως η εφαρμογή των πιο πάνω προνοιών του εν λόγω νόμου, έχουν εξεταστεί στις υποθέσεις Αναφορικά με την Αίτηση του Αντώνη Αντωνίου κ.α. Πολιτική Έφεση αρ. 272/2021, 13.10.2022, ECLI:CY:AD:2022:D383 και Αναφορικά με την Αίτηση του Δρ Ηλία Πετάη Πολιτική Έφεση 256/2021, 28.2.2023, ECLI:CY:AD:2023:A69. Στην πρώτη γίνεται, επίσης, αναφορά στον τρόπο που σχετίζεται ο Νόμος 92(Ι)/1996 με τον περί Διατήρησης Τηλεπικοινωνιακών Δεδομένων με σκοπό τη Διερεύνηση Σοβαρών Ποινικών Αδικημάτων Νόμος του 2007, (Ν.183(Ι)/2007). Όπως συνάγεται από τον τίτλο του, βασικά, αυτός εξυπηρετεί την εφαρμογή του πρώτου νόμου, ανωτέρω, που άλλως πως θα ήταν αδύνατη.
Η πιο πάνω αίτηση, υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση 103 σελίδων, εξετάστηκε αυθημερόν από Ανώτερο Επαρχιακό Δικαστή ο οποίος, αφού ικανοποιήθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις ανωτέρω του εν λόγω νόμου, εξέδωσε το αιτούμενο ένταλμα, αιτιολογώντας σε συντομία, με την απόφαση του, κάθε πτυχή της αίτησης. Τέλος, σημειώνεται ότι η παρούσα αίτηση για έκδοση εντάλματος certiorari, υποβλήθηκε μόνο από τον αιτητή, J. F. S.. Επομένως, η εξέταση της περιορίζεται μόνο σε ό,τι αφορά τον ίδιο, λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου της ειδοποίησης ένστασης, η οποία καταχωρίστηκε από δικηγόρο της Δημοκρατίας, υποστηριζόμενη από σχετική ένορκη δήλωση.
Οι λόγοι ακύρωσης του εντάλματος περιέχονται συνοπτικά σε έγγραφο το οποίο οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του αιτητή ετοίμασαν, ειδικά, για σκοπούς υποβοήθησης του Δικαστηρίου, στην εξέταση της αίτησης. Σε αυτό προβάλλονται οκτώ λόγοι, με τον πρώτο να τίθεται θέμα αναδρομικότητας της πράξης εκτέλεσης του εντάλματος που είχε ως αποτέλεσμα να δοθεί πρόσβαση σε καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας, και αφορούσε την περίοδο από το έτος 2011 μέχρι το έτος 2021. Συγκεκριμένα, προβάλλεται ότι το Δικαστήριο επέτρεψε την πρόσβαση σε ιδιωτική επικοινωνία, η οποία αφορούσε και περίοδο που προηγήθηκε της θέσπισης του Νόμου 216(Ι)/2015, ο οποίος τροποποίησε το Νόμο 92(Ι)/1996, με την προσθήκη του Μέρους IVA. Η θέση εκ μέρους του αιτητή, είναι ορθή ως προς τη χρονική περίοδο που αφορούσε η πρόσβαση στην ιδιωτική επικοινωνία του. Ωστόσο, δεν τίθεται θέμα αναδρομικότητας της συγκεκριμένης πράξης και δη, υπό την έννοια που ο όρος αυτός χρησιμοποιείται σε σχέση με νόμους. Η συγκεκριμένη πράξη τελέστηκε με την εκτέλεση του εντάλματος και αφορούσε σε υφιστάμενη μαρτυρία, ανεξαρτήτως του χρόνου που αυτή είχε προκύψει. Ούτε, βέβαια, μπορεί να θεωρηθεί, όπως η σχετική εισήγηση στο δεύτερο λόγο, ότι το Δικαστήριο ενήργησε μηχανιστικά κατά την έκδοση του εντάλματος. Η θέση αυτή, αναμφίβολα, είναι υποθετική, πόσον μάλλον δεδομένου ότι ο Δικαστής, ο οποίος επελήφθη, αφιέρωσε 1 ώρα και 45 λεπτά στη μελέτη της αίτησης η οποία, πράγματι, υποστηριζόταν από ένορκη δήλωση 103 σελίδων.
Περαιτέρω, ως προς την αμφισβήτηση της αναγκαιότητας έκδοσης του εντάλματος, με τον τρίτο λόγο τίθεται γενικώς η πιο πάνω θέση, υπό το φως μιας ανάλογης αίτησης με αρ. 134/2021, ημερομηνίας 24.4.2021. Δεν γίνεται, όμως, οποιαδήποτε ειδική αναφορά στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας στο περιεχόμενο της προηγηθείσας αίτησης, ώστε να μπορεί να εξεταστεί σε τι αυτή αφορούσε, προκειμένου να μπορεί να γίνει σύγκριση με την υπό εξέταση αίτηση. Εν πάση περιπτώσει, ο ενόρκως δηλών στην ένστασή του, αναφέρει ότι η υπό εξέταση αίτηση αφορούσε διαφορετικές συσκευές και η μαρτυρία του αυτή δεν αμφισβητήθηκε. Κατά την εξέταση της αίτησης, σχετικές ήταν, οπωσδήποτε, και οι πρόνοιες του άρθρο 23(1)(β) του Νόμου 92(Ι)/1996. Το Δικαστήριο, όμως, δεν θεώρησε ότι ήταν αναγκαίο να θέσει όρους στη βάση ότι, η συγκεκριμένη ιδιωτική επικοινωνία πιθανόν να συνδεόταν με αδίκημα που τυχόν να έθεταν σε κίνδυνο την ασφάλεια της Δημοκρατίας. Στην παρούσα αίτηση για ακύρωση του εντάλματος, δεν γίνεται αναφορά σε μαρτυρία, με βάση την οποία να ετίθετο τέτοιο ζήτημα, όπως προβάλλεται με τον πιο πάνω τέταρτο λόγο ακύρωσης.
Ως προς τον πέμπτο λόγο, η εισήγηση ότι το υπό εξέταση ένταλμα πρόσβασης σε ιδιωτική επικοινωνία συμπίπτει με προηγούμενο, δεν είναι ορθή. Τούτο καθότι με το ένταλμα στην άιτηση αρ. 134/2021 δίδετο πρόσβαση σε καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας, προερχόμενο από άλλα πρόσωπα. Με το παρόν ένταλμα ζητείτο η επικοινωνία του αιτητή με τα πρόσωπα εκείνα, ενδεχόμενα και με άλλα πρόσωπα. Σε σχέση δε με τα όσα αναφέρονται στο λόγο έξι, παρατηρείται πως ο Νόμος 183(Ι)/2007, όχι μόνο δεν εμποδίζει την εφαρμογή του Νόμου 92(Ι)/1996, αλλά τη συνδράμει ώστε να μην τίθεται θέμα σύγκρουσης μεταξύ των δύο αυτών νόμων, όπως υποδεικνύεται στην Πολιτική Έφεση αρ. 272/2021, ανωτέρω.
Τέλος, σε σχέση με τους λόγους 7 και 8, προβάλλεται κατά πρώτον ισχυρισμός για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, χωρίς όμως να αναφέρεται σε τι αυτή συνίσταται. Κατά δεύτερο, προβάλλεται ότι το ένταλμα δεν φέρει την υπογραφή του Δικαστή. Δεν αναφέρεται, όμως, κατά πόσο είναι το πρωτότυπο ή το αντίγραφο του εντάλματος που είχε τεθεί στη διάθεση των συνηγόρων του αιτητή. Μια τέτοια θέση πρέπει να τίθεται εφόσον έχει εξεταστεί το πρωτότυπο του πρακτικού του Δικαστηρίου και του σχετικού εντάλματος. Τότε και μόνο μπορεί να τεθεί ισχυρισμός ότι το ένταλμα δεν φέρει υπογραφή. Διαφορετικά, αυτή τίθεται στο κενό, μάλιστα, κατά τρόπο όχι υπεύθυνο. Καταλήγοντας, και οι οκτώ λόγοι που εξετάζονται πιο πάνω, κρίνονται ανεδαφικοί.
Για τους πιο πάνω λόγους, λοιπόν, η αίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Δημοκρατίας και εναντίον του αιτητή, τα οποία καθορίζονται στο ποσό των €2.500.- πλέον Φ.Π.Α., αν υπάρχει
Γ.Ν. ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Δ.
/γκ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο