ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ALPHA PANARETI PUBLIC LTD ΗΕ34103 ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, Πολιτική Αίτηση Αρ. 24/26, 10/3/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ALPHA PANARETI PUBLIC LTD ΗΕ34103 ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, Πολιτική Αίτηση Αρ. 24/26, 10/3/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

                                                                   (Πολιτική Αίτηση Αρ. 24/26)

 

  

10 Μαρτίου, 2026

 

[Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Δ/στής]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ALPHA PANARETI PUBLIC LTD ΗΕ34103 ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΜΟΝΟΜΕΡΩΣ ΕΚΔΟΘΕΙΣΑ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΗΜΕΡ. 11/02/2026 ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜΟ 1036/2017

Σ. Αγγελίδης με Β. Κοντογιάννη, για Ανδρέας Σ. Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε., για την Αιτήτρια.

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

         ΕΦΡΑΙΜ, Δ.: Με την παρούσα Αίτηση η Αιτήτρια ζητά άδεια για την καταχώριση δια κλήσεως αίτησης για την έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari με το οποίο να ακυρώνεται η μονομερώς εκδοθείσα ενδιάμεση απόφαση ημερ. 11.2.2026 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, με την οποία απερρίφθη η αίτηση της Αιτήτριας ημερ. 4.2.2026 για παράταση του χρόνου για την παροχή της διαταχθείσας ασφάλειας εξόδων.

Στην Έκθεση και ένορκη δήλωση που συνοδεύουν την Αίτηση, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε ένεκα έκδηλης πραγματικής και ή νομικής πλάνης και ή καθ’ υπέρβαση εξουσίας και ή κατά παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης και του συνταγματικού δικαιώματος της Αιτήτριας για πρόσβαση στη δικαιοσύνη δυνάμει του Άρθρου 30 του Συντάγματος.

Η Αιτήτρια καταχώρισε την αγωγή υπ’ αρ. 1036/2017 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου (το κατώτερο Δικαστήριο). Με δύο ξεχωριστές αιτήσεις από τους εκεί εναγόμενους 1-3 και από τους εναγόμενους 4, 5 και 8, ζητείτο η παροχή ασφάλειας εξόδων από την Αιτήτρια. Κατόπιν εκδίκασης των αιτήσεων, στις 14.1.2026 το κατώτερο Δικαστήριο εξέδωσε δύο αποφάσεις με τις οποίες διέταξε την παροχή ασφάλειας εξόδων για το ποσό των €18.000 και €16.000 αντίστοιχα, στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου εντός 30 ημερών από την έκδοση των αποφάσεων. Ακολούθως το κατώτερο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής:

«Μέχρι την παροχή της πιο πάνω ασφάλειας ή την εκπνοή του χρόνου που έχει καθοριστεί, η διαδικασία στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή αναστέλλεται. Σε περίπτωση που η διαταχθείσα ασφάλεια εξόδων δεν κατατεθεί εντός του ορισθέντος χρόνου, τότε η Αγωγή θα θεωρείται ως αυτομάτως εγκαταλειφθείσα και απορριφθείσα και οι εναγόμενοι … θα δικαιούνται τα έξοδα της Αγωγής μέχρι σήμερα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Σε περίπτωση συμμόρφωσης με την ως άνω διαταγή ως προς την ασφάλεια εξόδων, το Πρωτοκολλητείο να θέσει την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου για τον περαιτέρω προγραμματισμό της.»

 

Στις 4.2.2026 η Αιτήτρια καταχώρισε μια δια κλήσεως αίτηση με την οποία ζητούσε άδεια του Δικαστηρίου για τη διακοπή της αγωγής, άνευ βλάβης και με δικαίωμα καταχώρισης νέας αγωγής. Την ίδια ημερομηνία καταχώρισε μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσε άδεια του Δικαστηρίου για την παράταση του χρόνου παροχής της διαταχθείσας στις αποφάσεις ημερ. 14.1.2026 ασφάλειας εξόδων, μέχρι την εκδίκαση της ως άνω δια κλήσεως αίτησης και για περαιτέρω περίοδο επτά ημερών από την ημερομηνία έκδοσης απόφασης σε αυτή «και ή σε οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία αποφασίσει το Δικαστήριο από την έκδοση και ή σύνταξη του διατάγματος». Με την προσβαλλόμενη απόφαση του ημερ. 11.2.2026 το κατώτερο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση καταλήγοντας ως εξής:

«Για όλους τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω κρίνεται ότι η Αιτήτρια απέτυχε να καταδείξει την ύπαρξη περιστάσεων που να δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, είτε στη βάση της Δ.57 Κ.3 είτε στη βάση της σχετικής συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου και ότι δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, ως αυτό προβάλλει μέσα από τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης της αίτησης.»

Οι αρχές που διέπουν τη χορήγηση άδειας για καταχώριση αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari έχουν επανειλημμένα αναφερθεί στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Χρήσιμη αναφορά γίνεται στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Πέτρου Ευδόκα (2016) 1(Γ) Α.Α.Δ. 3018, στην οποία επαναλήφθηκε ότι σε τέτοιας φύσης αιτήσεις, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αναθεώρηση της ορθότητας της απόφασης του κατώτερου Δικαστηρίου. Για να χορηγηθεί άδεια, ο αιτητής θα πρέπει να τεκμηριώσει συζητήσιμη υπόθεση. Τα προνομιακά εντάλματα χορηγούνται κατ’ εξαίρεση όταν διαπιστώνεται έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας, είτε πλάνη περί τον Νόμο, είτε παραβίαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης.

Στην ένορκη δήλωση που συνόδευε τη μονομερή αίτηση, αναφερόταν ότι μετά την έκδοση των αποφάσεων ημερ. 14.1.2026, ο ενόρκως δηλών, διευθυντής της Αιτήτριας, πληροφορήθηκε ότι το ακίνητο, αντικείμενο της αγωγής, αποξενώθηκε από τον Διαχειριστή Παραλήπτη της Αιτήτριας, χωρίς την ενημέρωση και γνώση των διευθυντών της και ότι η εν λόγω αποξένωση έγινε δόλια, εξού και η Αιτήτρια επιφυλάσσει τα δικαιώματα της για καταχώριση αγωγής για επαναφορά του ακινήτου στο όνομα της και για αποζημιώσεις. Λόγω αυτού του γεγονότος, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι η αγωγή κατέστη άνευ αντικειμένου καθότι η Αιτήτρια δεν είναι πλέον η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου και επομένως, δεν μπορεί να τη συνεχίσει. Ακολούθως αναφέρει τα εξής:

«4. Οι ενάγοντες την 04/02/2026 καταχώρησαν αίτηση διακοπής της αγωγής τους μόλις πληροφορήθηκαν την αποξένωση του ακινήτου τους. Οι ενάγοντες ζητούν παράταση του χρόνου της κατάθεσης της ασφάλειας εξόδων για τους εναγόμενους ούτως ώστε να υπάρχει χρόνος για να ακουστεί η αίτηση τους για διακοπή πριν παρέλθει ο χρόνος συμμόρφωσης για τα διατάγματα του δικαστηρίου ημερομηνίας 14/04/2026 και να απορριφθεί η αγωγή τους και να μην μπορούν να επανέλθουν με νέα αγωγή. Το αίτημα των εναγόντων είναι δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις μετά την μεταβίβαση των επίδικων ακινήτων στο όνομα άλλου νομικού προσώπου και θα πρέπει να τους δοθεί η άδεια για να διακόψουν την αγωγή τους και να τους δοθεί δικαίωμα να καταχωρήσουν νέα αγωγή όταν και εφόσον μπορεί η ενάγουσα να ανακτήσει τα ακίνητα της και να τα επαναμεταβιβάσει στο όνομα της.

5. Οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η διακοπή της αγωγής εμφαίνονται ως ανωτέρω και βασίζονται στο περιεχόμενο του φακέλου της δικογραφίας και ειδικότερα στο γεγονός ότι δεν μπορεί να προχωρήσει η ακρόαση της αγωγής από τη στιγμή που οι ενάγοντες απώλεσαν το έννομο συμφέρον τους στη προώθηση της παρούσας αγωγής άνευ ευθύνης και γνώσης τους και θα είναι άδικο να μην μπορούν στην περίπτωση που επαναφέρουν τα επίδικα ακίνητα στο όνομα τους να καταχωρήσουν νέα αγωγή χωρίς να δεσμεύονται από την ύπαρξη δεδικασμένου στην περίπτωση που προχωρήσει η ακρόαση της παρούσας αγωγής.

6. Το επίδικο ακίνητο της αγωγής έχει αριθμό …. και επισυνάπτω … πιστοποιητικό αποξένωσης του Κτηματολογίου ….. Έχουμε ήδη δώσει οδηγίες στους δικηγόρους μας να καταχωρήσουν αγωγή με σκοπό την ακύρωση της μεταβίβασης … εφόσον την γνώση για αυτή την μεταβίβαση την λάβαμε  όταν κάναμε έρευνα για τις αποξενώσεις που έκανε ο Π/Δ.

7. Θέλω να αναφέρω ότι αν γνωρίζαμε ότι έγινε η μεταβίβαση του ακινήτου όταν έγινε την 10/07/2025 θα καταχωρούσαμε την αίτηση διακοπής εκείνο τον καιρό και δεν θα προχωρούσαμε στην εκδίκαση της αίτησης για την ασφάλεια εξόδων χωρίς να ενημερώσουμε το δικαστήριο και τους αντίδικους.

8. Το δικαίωμα των εναγόντων να διακόψουν την αγωγή τους μετά από άδεια του Δικαστηρίου και με δικαίωμα καταχώρησης νέας αγωγής προβλέπεται από τους Δικονομικούς Θεσμούς και είναι δίκαιο να δοθεί στους ενάγοντες η αιτούμενη άδεια.

9. Μόλις η ενάγουσα μέσω μου έμαθε για την αποξένωση του ακινήτου της ενημέρωσε τον δικηγόρο της και αυτός μας συμβούλεψε ότι χρειαζόταν να καταχωρηθεί αίτηση διακοπής όμως δεν θα υπήρχε χρόνος για εκδίκαση της εφόσον την 12/02/2026 λήγει η προθεσμία για την καταχώρηση της ασφάλειας εξόδων. Έτσι αμέσως προβήκαμε στην καταχώρηση της παρούσας υπό εκδίκαση αίτησης ούτως ώστε να μας δοθεί παράταση χρόνου μέχρι την εκδίκαση της αίτησης διακοπής μας και για 7 ημέρες μετά την έκδοση της απόφασης επί της αίτησης διακοπής στην περίπτωση που υπάρξει ένσταση από την πλευρά των εναγόμενων στην αίτηση διακοπής.

10. Είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να παραχωρηθεί η αιτούμενη παράταση χρόνου και δεν υπήρξε καμία αδιαφορία από μέρους της ενάγουσας εταιρείας στην προώθηση της παρούσας αίτησης η οποία να σημειωθεί γίνεται πριν την πάροδο της προθεσμίας που έθεσε το Δικαστήριο για την κατάθεση της ασφάλειας εξόδων.

11. Εξαιτούμαι όπως δοθεί η παράταση χρόνου από το Δικαστήριο και δηλώνω και δεσμεύομαι ότι οποιαδήποτε έξοδα προκύψουν από την παρούσα αίτηση θα καλυφθούν από εμένα και τους άλλους διευθυντές προσωπικά.» 

 

Η Αιτήτρια βασίζεται σε δύο μέρη της προσβαλλόμενης απόφασης προς υποστήριξη της θέσης της πως το κατώτερο Δικαστήριο ενήργησε με πραγματική και ή νομική πλάνη. Το πρώτο αφορά στο ακόλουθο μέρος της απόφασης, το οποίο κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί αυτούσιο:

«Εδώ να υπομνησθεί ότι μέχρι σήμερα έχουν δημιουργηθεί αρκετά έξοδα στην Αγωγή και η εκδίκαση της αίτησης για διακοπή ενδεχομένως να δημιουργήσει περαιτέρω έξοδα. Είναι επίσης ενδεχόμενο, σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και με δεδομένο ότι η παράταση που ζητείται για παροχή της διαταχθείσας ασφάλειας εξόδων είναι ουσιαστικά μέχρι και 7 ημέρες από την ημερομηνία έκδοσης απόφασης στην αίτηση για διακοπή, σε περίπτωση επιτυχίας της τελευταίας και διακοπής της Αγωγής, τα εκδοθέντα διατάγματα να καταστούν ατελέσφορα.»

      Η Αιτήτρια εισηγείται ότι το κατώτερο Δικαστήριο παραγνώρισε εντελώς το γεγονός ότι το αιτητικό της μονομερούς αίτησης περιλάμβανε παράταση χρόνου «και ή για οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία αποφασίσει το Δικαστήριο από την έκδοση ή τη σύνταξη του διατάγματος». Επομένως, θεωρεί ότι το κατώτερο Δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει και αυτό το σκέλος του αιτητικού της αίτησης και το ενδεχόμενο να ενέκρινε το αίτημα για παράταση του χρόνου παροχής της ασφάλειας σε χρόνο πριν την ακρόαση της αίτησης για διακοπή, ούτως ώστε τα διατάγματα να μην καθίσταντο ατελέσφορα.

Η Αιτήτρια επικαλείται επίσης και το ακόλουθο μέρος της απόφασης:

«Περαιτέρω δεν μπορεί να παραγνωρισθεί ότι από την αναφορά στην αγόρευση της Αιτήτριας, ότι θα ήταν αντίθετο προς την έννοια της επιείκειας και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης να εξαναγκαστεί να καταβάλει €34.000 για να συνεχίσει μια αγωγή που πλέον στερείται αντικειμένου αλλά και ότι δεν επιδιώκει να αποφύγει την υποχρέωσή της για ασφάλεια εξόδων από αδιαφορία, αλλά επειδή η νομική βάση της Αγωγής της κατέρρευσε λόγω πράξεων τρίτων, δημιουργείται εύλογα η εντύπωση ότι ο σκοπός της Αιτήτριας είναι να απαλλαχθεί από την, βάσει των εκδοθέντων διαταγμάτων, υποχρέωση της για παροχή ασφάλειας εξόδων, με αφορμή τις προαναφερόμενες πράξεις τρίτων, κάτι που όμως θα επηρεάσει, ως προαναφέρθηκε, τα δικαιώματα των Εναγομένων.»

      Η Αιτήτρια θεωρεί πως το κατώτερο Δικαστήριο μπορούσε να παραχωρήσει παράταση χρόνου μέχρι και μια μέρα πριν από την ακρόαση της αίτησης για διακοπή, και σε τέτοια περίπτωση η Αιτήτρια θα κατέβαλλε την ασφάλεια εξόδων και αν διδόταν τελικώς η άδεια για διακοπή της αγωγής, οι εκεί εναγόμενοι θα μπορούσαν να εισπράξουν τα έξοδα τους από την παρεχόμενη ασφάλεια.

Κατ’  αρχάς θα πρέπει να λεχθεί ότι το κατώτερο Δικαστήριο δεν έκρινε την αίτηση στη βάση αποκλειστικά και μόνο των πιο πάνω διαπιστώσεων του. Αυτές δεν μπορούν να ιδωθούν απομονωμένα από τις υπόλοιπες διαπιστώσεις του κατώτερου Δικαστηρίου και το σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης. Πριν τις εν λόγω αναφορές του, το κατώτερο Δικαστήριο αναφέρθηκε στις νομικές αρχές που διέπουν τέτοιας φύσης αιτήσεις, εξέτασε τον καθένα των ισχυρισμών της Αιτήτριας και για τους λόγους τους οποίους παραθέτει αναλυτικά, κατέληξε ότι δεν δικαιολογείται η έγκριση της αίτησης. Σε αυτό το πλαίσιο το κατώτερο Δικαστήριο είχε καταγράψει στην αρχή, κιόλας, της προσβαλλόμενης απόφασης του, ολόκληρο το αιτητικό της αίτησης, επομένως φαίνεται να είχε υπόψη του το τι επακριβώς και εναλλακτικά ζητούσε η Αιτήτρια. Παρά ταύτα, από το σύνολο του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης που υποστήριζε την αίτηση, προέκυπτε ότι εκείνο το οποίο η Αιτήτρια επεδίωκε ήταν την παράταση του χρόνου παροχής της ασφάλειας εξόδων μετά την ολοκλήρωση της ακρόασης της αίτησης για διακοπή της αγωγής. Εξού και, σε προγενέστερο στάδιο των εν λόγω αναφορών, το κατώτερο Δικαστήριο εστιάστηκε σε αυτόν τον κυρίαρχο σκοπό της Αιτήτριας και επεσήμανε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, μεταξύ άλλων, ότι, στο πλαίσιο της υπό εξέταση αίτησης δεν τίθετο ζήτημα μη δυνατότητας παροχής της ασφάλειας εξόδων ή οποιοσδήποτε άλλος παράγοντας που εμποδίζει την παροχή της εν λόγω ασφάλειας, εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Και συνεχίζει:

«Εκείνο που φαίνεται να επιδιώκει η Αιτήτρια είναι να μην παράσχει τη διαταχθείσα ασφάλεια εξόδων εντός της προθεσμίας, επ’ αφορμή της, σύμφωνα με αυτή, μεταγενέστερα προκύψασας αναγκαιότητας διακοπής της Αγωγής, λόγω των πράξεων τρίτου προσώπου … Χαρακτηρίζει σε αυτό στην αγόρευση της, ως «δικονομικό αδιέξοδο που προκλήθηκε από τις δόλιες πράξεις τρίτων».»

Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, διαφαίνεται ότι στο πλαίσιο εξέτασης της αίτησης, το κατώτερο Δικαστήριο έλαβε υπόψη το αιτητικό αυτής, το σύνολο της τεθείσας ενώπιον του μαρτυρίας προς υποστήριξη αυτής και, αφού εξέτασε κάθε παράμετρο, προέβη στις διαπιστώσεις του, οι οποίες μεταξύ άλλων, περιλαμβάνουν και τις συγκεκριμένες αναφορές. Υπό το φως αυτών των δεδομένων, δε έχει διαφανεί ότι το κατώτερο Δικαστήριο, καταλήγοντας στις εν λόγω αναφορές του, τελούσε υπό οποιαδήποτε πραγματική και ή νομική πλάνη.

Αποτελεί περαιτέρω εισήγηση της Αιτήτριας ότι το κατώτερο Δικαστήριο έλαβε εξωγενείς και ή άσχετους παράγοντες, υπερβαίνοντας έτσι τη δικαιοδοσία του. Αυτοί δεν εξειδικεύονται ούτε στην Έκθεση, ούτε και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύουν την παρούσα Αίτηση. Μόνο κατά την αγόρευση του ο δικηγόρος της Αιτήτριας αναφέρθηκε και πάλι στο μέρος της απόφασης στο οποίο το κατώτερο Δικαστήριο αναφέρεται στον σκοπό της Αιτήτριας να αποφύγει την παροχή ασφάλειας.

Έχει ήδη λεχθεί ότι το κατώτερο Δικαστήριο προέβη στην πιο πάνω διαπίστωση του αφού συνεκτίμησε το σύνολο της ενώπιον του μαρτυρίας και θεώρησε ότι αυτό προέκυπτε ως ένα εύλογο συμπέρασμα. Δεν διαφαίνεται ότι το κατώτερο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του οποιουσδήποτε εξωγενείς ή άσχετους παράγοντες, αλλά περιορίστηκε στα όσα βρίσκονταν ενώπιον του. Ως εκ τούτου δεν διαφαίνεται ότι το κατώτερο Δικαστήριο ενήργησε καθ’  υπέρβαση δικαιοδοσίας.

Ούτε και η εισήγηση της Αιτήτριας για τυχόν παραβίαση της φυσικής δικαιοσύνης και του συνταγματικού δικαιώματος της για πρόσβαση στη δικαιοσύνη κρίνεται βάσιμη. Παρόλο που αυτή παρέμεινε εντελώς γενική και αόριστη, από τη στιγμή που στην προσβαλλόμενη απόφαση το κατώτερο Δικαστήριο διαπίστωσε πως δεν υπήρχε οποιοδήποτε κώλυμα στην παροχή της ασφάλειας εντός της ταχθείσας προθεσμίας, ανεξαρτήτως της έκβασης της μονομερούς αίτησης, τότε δεν εγείρετο καν ζήτημα παραβίασης των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης και στέρησης του δικαιώματος της Αιτήτριας στην εκδίκαση της αίτησης για διακοπή της αγωγής. Το κατώτερο Δικαστήριο εξέτασε την αίτηση και άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της απόρριψης αυτής.

Σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η Αιτήτρια κατάφερε να καταδείξει συζητήσιμη υπόθεση που να δικαιολογεί τη χορήγηση της αιτούμενης άδειας.

Η Αίτηση απορρίπτεται.

 

 

                                                                             Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Δ.

 

 

 

/κβπ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο