ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Aρ. 35/2025)
(i-Justice)
16 Μαρτίου, 2026
[ΜΑΛΑΧΤΟΣ, ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, ΕΦΡΑΙΜ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΕΦΕΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 211/2025
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 98 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΑΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018, ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ MIRADORE ENTERPRISES LTD (HE 152319) KAI FORUM MUIDER LTD (HE 452654) ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI
KAI
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΡΩΣ ΕΚΔΟΘΕΝ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΣΤΙΣ 01/07/2025 ΚΑΙ/Ή ΤΟ ΠΡΑΚΤΙΚΟ ΚΑΙ/Ή ΤΙΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΚΑΙ/Ή ΤΗΝ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΗΜΕΡ. 01/07/2025 ΠΟΥ ΣΥΝΤΑΧΘΗΚΕ ΚΑΙ/Ή ΔΟΘΗΚΕ ΚΑΙ/Ή ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΗ ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 15/2024
__________________
Π. Καύκαρος για Μιχάλης Βορκάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. και για D. Katsis L.L.C. για τις Εφεσείουσες.
Σ. Γιορδαμλής, για Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσίβλητη.
__________________
ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Ιωαννίδη, Δ.
__________________
A Π Ο Φ Α Σ Η
ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.: Η Ολομέλεια του Ανώτατου Δικαστηρίου στην Boris Minths κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. 25/2023, ημερ. 13.7.2023, υπέδειξε τα ακόλουθα:
«Η διαφύλαξη της κατ΄ εξαίρεση και κατά προνόμιο απόδοσης της θεραπείας που απομένει στο κατάλοιπο και την εφεδρεία των εξουσιών του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι καίριας σημασίας για την ορθή και προς το δημόσιο συμφέρον δικαιοδοτική λειτουργία του. Επιβάλλεται συνεπώς ιδιαίτερη φειδώ.»
Πρόσφατα, το Ανώτατο Δικαστήριο (πρωτοβάθμια δικαιοδοσία), στην Forum Muider Ltd, Αίτ. Αρ. 287/2025, ημερ. 27.1.2026, επανέλαβε ότι:
«Η προνομιακή εξουσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ασκείται κατά διακριτική ευχέρεια και με φειδώ. Ακόμη και στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει δικαίωμα έφεσης, δεν υποκαθιστά την έφεση που, όπου προβλέπεται, μπορεί να προωθηθεί δικαιωματικά. Λόγοι που θα οδηγούσαν στην επιτυχία σχετικής έφεσης, δεν οδηγούν απαρέγκλιτα και στην άσκηση της προνομιακής εξουσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου προς όφελος του αιτητή, αφού η έφεση έχει ως αντικείμενο την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης, ενώ στην προνομιακή δικαιοδοσία ό,τι ελέγχεται είναι η νομιμότητα της απόφασης του κατώτερου Δικαστηρίου. Εφόσον ήταν νόμιμο για το κατώτερο Δικαστήριο να ενεργήσει με τον τρόπο που το έχει πράξει, δεν χωρεί επέμβαση με προνομιακό ένταλμα, έστω και αν η απόφαση του είναι εσφαλμένη, λόγω εσφαλμένων προσεγγίσεων ή παραλείψεων.»
Εν προκειμένω, οι δύο εφεσείουσες εταιρείες (στο εξής «οι εφεσείουσες»), επεδίωξαν την έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Certiorari, με το οποίο να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται «το μονομερώς εκδοθέν προσωρινό διάταγμα και/ή οδηγίες, και/ή πρακτικό, και/ή ενδιάμεση απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (το κατώτερο Δικαστήριο), ημερομηνίας 01.07.2025.» Το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα, ορίστηκε επιστρεπτέο σε συγκεκριμένη ημερομηνία δίδοντας έτσι τη δυνατότητα στις εφεσείουσες να εμφανιστούν και ενστούν. Αυτό δε εξεδόθη στο πλαίσιο δικαστικής διαδικασίας, η οποία συνεχίζει να είναι ακόμη ζωντανή.
Αδελφός Δικαστής χορήγησε, στο πλαίσιο Μονομερούς Αίτησης που οι εφεσείουσες καταχώρισαν, άδεια για καταχώριση Αίτησης διά Κλήσεως, αφού βρήκε ότι «(α) Το δικαιοδοτικό ζήτημα του κατεπείγοντος δεν απασχόλησε το κατώτερο Δικαστήριο, και (β) με δεδομένο το ιστορικό της υπόθεσης και της εμπλοκής των Αιτητριών σε αυτήν, η έκδοση του εκκαλούμενου, δεύτερου προσωρινού διατάγματος που εκδόθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας που βρισκόταν σε εξέλιξη ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου, αποκάλυπτε, εκ πρώτης όψεως, συζητήσιμο θέμα αναφορικά με την τήρηση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης ως προς την ακρόαση των επηρεαζόμενων και τυχόν καταστρατήγηση τους.»
Η Αίτηση διά Κλήσεως καταχωρίστηκε, ως οι οδηγίες του Δικαστηρίου, με την άλλη πλευρά να εμφανίζεται και να καταχωρεί ένσταση. Ουσιαστικά η θέση της τελευταίας ήταν ότι το κατώτερο Δικαστήριο σταθμίζοντας τα γεγονότα που είχαν τεθεί ενώπιον του, και ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια που του παρέχεται εκ του νόμου, έκρινε ότι εδικαιολογείτο η χορήγηση της θεραπείας μονομερώς. Εν πάση περιπτώσει, ήταν η θέση της πως δεν συνέτρεχαν εξαιρετικές περιστάσεις που να δικαιολογούσαν την έκδοση του αιτούμενου Προνομιακού Εντάλματος, σε μίαν υπόθεση όπου υπάρχει «αποτελεσματική, εναλλακτική θεραπεία».
Όσον αφορά στα γεγονότα, αυτά εκτίθενται με ιδιαίτερη λεπτομέρεια στην προσβαλλόμενη πρωτόδικη απόφαση. Θα αρκεστούμε να αναφέρουμε πως στο πλαίσιο Γενικής Αίτησης της εφεσίβλητης, που, ως ελέχθη, συνεχίζει να εκκρεμεί ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου, επιδιώκεται η αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης ημερ. 25.9.2024, που εξασφαλίστηκε προς όφελος της εφεσίβλητης και εναντίον των εκεί καθ΄ ων η αίτηση εταιρειών. Η εφεσίβλητη, κατόπιν Μονομερούς Αίτησης που καταχώρισε ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου, εξασφάλισε, στο πλαίσιο της πιο πάνω Γενικής Αίτησης, διατάγματα τύπου «Chabra» εναντίον των εφεσειουσών, οι οποίες συνδέονται, ως λεπτομερώς καταγράφεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τις εκεί καθ΄ ων η αίτηση εταιρείες.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού αναφέρθηκε στις προϋποθέσεις έκδοσης Προνομιακών Ενταλμάτων και αφού επανέλαβε ότι η εν λόγω δικαιοδοσία του Ανώτατου Δικαστηρίου δεν συνιστά «υποκατάστατο της δευτεροβάθμιας διαδικασίας και μέσο για τον έλεγχο των αποφάσεων των κατώτερων Δικαστηρίων», εξέτασε κατά πόσο το κατώτερο Δικαστήριο εκδίδοντας, με Μονομερή Αίτηση, τα διατάγματα τύπου «Chabra», ικανοποιήθηκε για την προϋπόθεση του κατεπείγοντος, για να απαντήσει καταφατικά. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του:
«Παρά την παράλειψη ρητής καταγραφής του γεγονότος ότι το κατώτερο Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι συντρέχει το στοιχείο του κατεπείγοντος, είναι προφανές, από το σύνολο όσων καταγράφονται στα πρακτικά της διαδικασίας, ημερομηνίας 01.07.2025, ότι το ζήτημα του κατεπείγοντος απασχόλησε το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο και έκρινε ότι συντρέχει, πριν επικεντρωθεί στο κατά πόσο πληρούντο οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/1960. Ως με ευκολία διακρίνεται, ο άμεσος ως έκρινε κίνδυνος διασποράς και διάθεσης περιουσιακών στοιχείων, δικαιολογούσε την επείγουσα παρέμβαση του, με την παραχώρηση, μονομερώς, μέρους μόνο των αιτούμενων διαταγμάτων, ενώ για τα υπόλοιπα αιτούμενα διατάγματα και θεραπείες διέταξε την επίδοση της αίτησης.»
Για το γεγονός ότι όντως απασχόλησε το κατώτερο Δικαστήριο το θέμα του κατεπείγοντος, καταγράφονται τα ακόλουθα στην πρωτόδικη απόφαση:
« Ως προκύπτει από τα πρακτικά της διαδικασίας, ημερομηνίας 01.07.2025, το κατώτερο Δικαστήριο, πριν διακόψει την ex-tempore απόφαση του επί του αιτήματος (ενόψει της εμφάνισης στη διαδικασία δικηγόρου που εκπροσωπούσε την πλευρά των Αιτήτριων, η οποία και υπέβαλε αίτημα όπως της επιτραπεί να εμφανιστεί στη διαδικασία, το οποίο τελικά απορρίφθηκε), αναφέρεται και παραπέμπει σε διάφορα γεγονός και στην εξέλιξή τους, τα οποία τέθηκαν υπόψη του ……………………………………………………………………………..
για να αποφασίσει τελικά να προχωρήσει στην εξέταση της αίτησης, «χωρίς να ακούσω την άλλη πλευρά με κάποια διαφοροποίηση……».
Όσον αφορά στο γεγονός ότι στο πλαίσιο της πιο πάνω Γενικής Αίτησης είχε εκδοθεί άλλο προσωρινό διάταγμα, το πρωτόδικο Δικαστήριο, με αναφορά στην Ivanov κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. 25/2024, ημερ. 4.12.2024, έκρινε πως εν προκειμένω είχαν τεθεί ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου τέτοια στοιχεία και γεγονότα, τα οποία επέτρεπαν σε αυτό να εκδώσει το προσβαλλόμενο Προσωρινό Διάταγμα μονομερώς «προς υποστήριξη του πρώτου Προσωρινού Διατάγματος, με σκοπό την παρεμπόδιση της αποξένωσης διασποράς και διάθεσης περιουσιακών στοιχείων, κατά τρόπο που θα καθιστούσε τόσο το 1ο Διάταγμα όσο και τη Γενική Αίτηση Αρ. 15/2024, άνευ αντικειμένου.»
Παρόλο που με τις πιο πάνω διαπιστώσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου, είχε σφραγιστεί η τύχη της Αίτησης διά Κλήσεως των εφεσειουσών, εντούτοις το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε να εξετάσει, και εξέτασε, κατά πόσο υπήρχαν εξαιρετικές περιστάσεις που δικαιολογούσαν την έκδοση του αιτούμενου Προνομιακού Εντάλματος, σε μίαν εκκρεμούσα υπόθεση όπου είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι εφεσείουσες έχουν τη δυνατότητα να καταχωρίσουν ένσταση ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου, και σε περίπτωση που αυτό εκδώσει απόφαση που δεν τις ικανοποιεί, να προσβάλουν αυτήν ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου. Αφού άντλησε καθοδήγηση από την πλούσια νομολογία μας, κατέληξε πως δεν υπήρχαν τέτοιες εξαιρετικές περιστάσεις. Εν κατακλείδι, απέρριψε την Αίτηση.
Με την υπό εκδίκαση έφεση, με ένα λόγο έφεσης, τον οποίο παραθέτουμε αυτολεξεί, αμφισβητείται η ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης:
«Το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα και/ή πεπλανημένα και/ή βασιζόμενο σε λανθασμένη νομική αρχή και/ή αδικαιολόγητα και/ή λαμβάνοντας υπόψιν άσχετα στοιχεία και/ή δίχως να λάβει υπόψιν σχετικά στοιχεία και/ή ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια κατά τρόπον που οδηγεί σε πασιφανή αδικία, απέρριψε την Αίτηση των Εφεσειουσών για Έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Certiorari.»
Νοείται ότι έχουμε θέσει ενώπιον μας τόσο την αιτιολογία του λόγου έφεσης, όσο και τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες γραπτές και προφορικές αγορεύσεις τους. Θα κάνουμε ειδική αναφορά σε αυτά όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο.
Eν προκειμένω, το κατώτερο Δικαστήριο γνωρίζοντας ότι είχε ενώπιον του μία μονομερή Αίτηση, εξέτασε κατά πόσο εδικαιολογείτο η χορήγηση θεραπείας στην απουσία της άλλης πλευράς. Αφού έθεσε ενώπιον του το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, το οποίο αδιαμφισβήτητα υποστήριζε ότι υπήρχε ο άμεσος κίνδυνος διασποράς και διάθεσης περιουσιακών στοιχείων, έκρινε ότι εδικαιολογείτο η έκδοση διατάγματος μονομερώς σε σχέση με κάποιες από τις αιτούμενες θεραπείες, ενώ για τις υπόλοιπες διέταξε επίδοση της Μονομερούς Αιτήσως. Με άλλα λόγια, όπως και στην Forum Μuider Ltd (ανωτέρω), είχε τεθεί ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου εκείνο το υπόβαθρο γεγονότων το οποίο εδικαιολογούσε τη χορήγηση θεραπείας στην απουσία της άλλης πλευράς. Αυτό είναι το ουσιώδες.
Ως εκ τούτου, συμφωνούμε πλήρως με την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Συμφωνούμε όμως και με την άλλη προσέγγιση του, ότι οι εφεσείουσες σε κάθε περίπτωση έχουν τη δυνατότητα να ακουστούν ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου καταχωρώντας σχετική ένσταση. Περαιτέρω, σε περίπτωση που η ενδιάμεση απόφαση του κατώτερου Δικαστηρίου δεν τους ικανοποιεί, έχουν δικαίωμα έφεσης. Στην Ανδρέας Βγενόπουλος κ.ά. ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, Πολ. Έφεση Αρ Ε141/2014, ημερ. 13.9.2023, σημειώνεται ότι:
«Στην υπόθεση Aspis Liberty Insurance Co Ltd v. Ε. Σιακατίδου, (2014) 1 Α.Α.Δ. 637 υπογραμμίσθηκε ότι:
«Ένα διάταγμα υπόκειται σε ακύρωση όταν το στοιχείο του κατεπείγοντος απουσιάζει, εφόσον κατά πάγια νομολογία απουσιάζει κατ' αναλογίαν το δικαιοδοτικό βάθρο και η εξουσία του Δικαστηρίου για την έκδοση του στην απουσία του αντιδίκου (Stavros Hotel Apartments Ltd (Νο. 2) (1994) 1. Α.Α.Δ. 836, 841, Babel Boutique Ltd (1995) 1 Α.Α.Δ. 947, 954, Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd (2011) 1 Α.Α.Δ. 1377 και Αμβροσιάδου κ.ά. v. Coward κ.ά. (2013) 1 Α.Α.Δ. 78)».
Η νομολογία καταδεικνύει ότι το κατεπείγον, ως δικαιοδοτικός όρος, μπορεί να κρίνεται στο πλαίσιο έφεσης με την οποία προσβάλλεται η απόφαση οριστικοποίησης ενός διατάγματος, εφόσον είχε εγερθεί ως θέμα πρωτοδίκως και εγείρεται κατ΄ έφεση (βλ. Αμβροσιάδου ν. Coward (2013) 1 A.A.Δ. 78 και Aspis Liberty Insurance Co Ltd v. Ε. Σιακατίδου (ανωτέρω)).»
H δε απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου της Ινδίας, Shiv Kumar Chadha. Etc vs Municipal Corporation Of Delhi And Ors, on 4 May, 1993 SCR (3) 522, στην οποία παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος των εφεσειουσών, και η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, δεν φαίνεται να εξεδόθη στο πλαίσιο Προνομιακού Εντάλματος, δεν βοηθά, αφού εκεί, ως ο ευπαίδευτος συνήγορος των εφεσειουσών παραδέχθηκε, υπάρχει διαδικαστικός κανονισμός που επιβάλλει την καταγραφή των συγκεκριμένων λόγων για τους οποίους χορηγείται μονομερώς η αιτούμενη ενδιάμεση θεραπεία.
Δεν χρειάζεται να λεχθεί οτιδήποτε για την καλά εμπεδωμένη αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης στο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης στην Κύπρο. Αυτά είναι γνωστά και χιλιοειπωμένα. Να αναφέρουμε απλώς πως τα Δικαστήρια μας, κατά κανόνα, αποφασίζουν επί των διαφορών αφού ακούσουν όλα τα ενδιαφερόμενα/επηρεαζόμενα μέρη. Εκεί όμως που διαπιστώνουν την ύπαρξη κατεπειγουσών ή άλλων ιδιαζουσών περιστάσεων, είναι δυνατόν να εκδίδουν διατάγματα, στην απουσία της άλλης πλευράς, για να είναι αποτελεσματική η θεραπεία.
Οι δε δικαστικές αποφάσεις προσεγγίζονται ως ενιαίο σύνολο και όχι αποσπασματικά. Εν προκειμένω, στη βάση του μαρτυρικού υλικού που είχε τεθεί ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου, αυτό ικανοποιήθηκε για «το στοιχείο του κατεπείγοντος» έστω και αν δεν υπάρχει τέτοια ρητή καταγραφή στην απόφαση του. Στην Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου (1998) 1(Β) Α.Α.Δ. 598, αποφασίστηκε ότι ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου «δεν υπήρχε τίποτε το οποίο να προσδίδει επείγοντα χαρακτήρα στο αίτημα για την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος». Εν προκειμένω, όπως ορθά σημείωσε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, «τέθηκαν υπόψη του κατώτερου Δικαστηρίου στοιχεία και γεγονότα, τα οποία, ως το ίδιο έκρινε, κινούμενο πάντα εντός της δικαιοδοσίας και αρμοδιότητας του, επέτρεπαν και δικαιολογούσαν την έκδοση 2ου προσωρινού διατάγματος.»
Εν πάση περιπτώσει, ως ελέχθη, στο πλαίσιο έφεσης, σε περίπτωση που τα εκδοθέντα προσωρινά διατάγματα οριστικοποιηθούν, μπορεί να εγερθεί, μεταξύ άλλων, οτιδήποτε αφορά σε εσφαλμένη προσέγγιση του κατώτερου Δικαστηρίου είτε αναφορικά με το μαρτυρικό υλικό είτε αναφορικά με τη νομολογία.
Το κατώτερο Δικαστήριο, εκδίδοντας τα συγκεκριμένα προσωρινά διατάγματα στη βάση του μαρτυρικού υλικού που είχε τεθεί ενώπιον του, ενήργησε εντός της δικαιοδοσίας του, και δεν μπορεί να τίθεται θέμα ακύρωσης τους με το Προνομιακό Ένταλμα Certiorari. Κατ΄ επέκταση, δεν χρειάζεται να εξεταστούν οι εξαιρετικές περιστάσεις, θέμα που επίσης απασχόλησε και αποφάσισε το πρωτόδικο Δικαστήριο.
Τέλος, όσον αφορά στο γεγονός ότι το κατώτερο Δικαστήριο δεν επέτρεψε στις εφεσείουσες να εμφανιστούν στη Μονομερή Αίτηση της εφεσίβλητης (an opposed ex parte motion - Pickwick International Inc. (G.B.) Ltd v. Multiple Sound Distributors Ltd and Another [1972] 3 All E.R. 384 και Compania Maritime v. Sponsalia Shipping (1987) 1 C.L.R. 11), να σημειώσουμε απλώς πως το πρωτόδικο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της Αίτησης για άδεια, με την απόφαση του (Miradore Enterprises Ltd, κ.ά. Πολ. Αιτ. Αρ. 183/2025, ημερ. 19.8.2025), δεν έδωσε άδεια για κάτι τέτοιο. Ανεπίτρεπτα οι εφεσείουσες επανέφεραν το θέμα με την Αίτηση διά Κλήσεως που καταχώρισαν στη συνέχεια.
Δεν παρεισέφρησε σφάλμα στην πρωτόδικη απόφαση. Τα όσα το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη για να απορρίψει την Αίτηση διά Κλήσεως, ήταν παράγοντες που επέτρεπαν στο πρωτόδικο Δικαστήριο να καταλήξει εκεί που κατέληξε (Μαρκιτανής ν. Μουτζούρη (2000) 1(Β) Α.Α.Δ. 923).
Η έφεση απορρίπτεται.
Επιδικάζονται υπέρ της εφεσίβλητης και εναντίον των εφεσειουσών €3.500 έξοδα έφεσης, πλέον Φ.Π.Α. εάν υπάρχει.
Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.
Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.
Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Δ.
/ΣΓεωργίου
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο