ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ. 398/2017)
2 Μαρτίου, 2026
[ΜΑΛΑΧΤΟΣ, ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, ΕΦΡΑΙΜ, Δ/στές]
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΕΡΙΚΛΗ ΖΑΒΡΙΔΗΣ
Εφεσείων,
v.
ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ
Εφεσίβλητου.
...................
Σ. Ζαννούπας, για τον Εφεσείοντα.
Ελ. Κορακίδης για Επαμεινώνδας Κορακίδης Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσίβλητο.
ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Εφραίμ, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΕΦΡΑΙΜ, Δ.: Στο πλαίσιο διαδικασίας συνεναγόμενου, ο Εφεσίβλητος (εναγόμενος 2) εξασφάλισε δικαστική απόφαση υπέρ του και εναντίον του Εφεσείοντα (εναγόμενου 3) για το ποσό των €10.647,43 πλέον τόκους και έξοδα. Για την είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους, ο Εφεσίβλητος καταχώρισε αίτηση για τη διεξαγωγή έρευνας αναφορικά με την οικονομική κατάσταση του Εφεσείοντα και την έκδοση διατάγματος αποπληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις. Ο Εφεσείων καταχώρισε ένσταση. Κατά την ακρόαση της αίτησης, ο Εφεσείων εξετάστηκε τόσο από τον Εφεσίβλητο όσο και από το πρωτόδικο Δικαστήριο το οποίο έκρινε ότι δεν είπε την αλήθεια αναφορικά με την οικονομική του κατάσταση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι ο Εφεσίβλητος είχε τη δυνατότητα αποπληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις και εξέδωσε εναντίον του διάταγμα για την καταβολή του ποσού των €150 μηνιαίως μέχρι εξοφλήσεως πλέον τα έξοδα της αίτησης.
Με 13 λόγους έφεσης ο Εφεσείων αμφισβητεί την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης. Ανεξαρτήτως των λόγων έφεσης, ο δικηγόρος του Εφεσείοντα κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει δίχως άλλο την Έφεση καθότι, ως εισηγείται, αυτή έχει καταστεί άνευ αντικειμένου. Η θέση του Εφεσείοντα είναι πως η αδράνεια του Εφεσίβλητου να ασκήσει το δικαίωμα του να προωθήσει την είσπραξη των δόσεων για πέραν των έξι ετών καταδεικνύει πως «δεν έχει ασκήσει τα δικαιώματα που απορρέουν από το διάταγμα» και επομένως «δεν υπάρχει λόγος συνέχισης της ύπαρξης του». Ο δικηγόρος του Εφεσίβλητου, με τη σειρά του ανέφερε πως ο μοναδικός λόγος για τη μη λήψη μέτρων εκτέλεσης του διατάγματος ήταν η εκκρεμότητα της υπό κρίση Έφεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το προσβαλλόμενο διάταγμα εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ και ο προβαλλόμενος λόγος για τη μη εκτέλεση του είναι η εκκρεμότητα της παρούσας Έφεσης, το αποτέλεσμα της οποίας θα καθορίσει την ορθότητα αυτού ή όχι. Ο χρόνος που διέρρευσε μέχρι την εκδίκαση της Έφεσης, ο οποίος δεν μπορεί να αποδοθεί στον Εφεσίβλητο, ούτε και έγινε εισήγηση για κάτι τέτοιο, δεν καθιστά το διάταγμα ανενεργό και μη εκτελεστέο. Η Έφεση αφορά στην ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης κατά τον χρόνο έκδοσης αυτής. Επομένως δεν διαπιστώνουμε να συντρέχει λόγος για τη μη προώθηση και εξέταση της Έφεσης.
Ως εκ τούτου η σχετική εισήγηση του Εφεσείοντα κρίνεται αβάσιμη.
Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει διάταγμα αποπληρωμής εξ αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις και η σχετική διαδικασία που ακολουθείται περιλαμβάνονται στο άρθρο 84 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6.
Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. v. Κωνσταντίνου (2000) 1(Β) Α.Α.Δ. 1034, σκοπός της εν λόγω διαδικασίας είναι η εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων, στοιχείο το οποίο συναρτάται άμεσα με την αποτελεσματικότητα της απονομής της δικαιοσύνης. Σε τέτοιας φύσης διαδικασία, πρέπει να εξισορροπείται η ανάγκη εκτέλεσης με την προοπτική αξιοπρεπούς διαβίωσης του ανθρώπου στο πλαίσιο του κράτους δικαίου.
Το άρθρο 84 του Κεφ. 6 εναποθέτει την υποχρέωση στον καθ’ ου, εξ αποφάσεως χρεώστη, να παρουσιάσει μαρτυρία για την οικονομική του κατάσταση. Έτσι, το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του καθ’ ου να αποδείξει πως δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να εξοφλήσει το χρέος του. Αυτά λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Βασιλειάδης v. Τσουρή (2007) 1(Α) Α.Α.Δ. 43, στην οποία αναφέρθηκε και το πρωτόδικο Δικαστήριο.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε ορθά τις νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα, παραπέμποντας σε σωρεία αποφάσεων οι οποίες καταδεικνύουν την ανακριτική φύση της διαδικασίας και τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για το κατά πόσο υπάρχει η δυνατότητα αποπληρωμής του χρέους και το ύψος του ποσού (βλ. Φλαγκοφάς v. Αταλέζα Λτδ (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 686, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Χαραλαμπίδη (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 556 και Μιχαήλ v. Κυπριακή Λαϊκή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ (1993) 1 Α.Α.Δ. 812). Σχετική είναι και η πιο πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου, Πολ. Έφεση Αρ. 29/2019, ημερ. 15.2.2022, ECLI:CY:DOD:2022:5.
Όπως καταγράφεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, για σκοπούς αξιολόγησης, το πρωτόδικο Δικαστήριο παρακολούθησε τον Εφεσείοντα, τον τρόπο με τον οποίο κατέθετε και τις απαντήσεις του. Κατέληξε ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο αναφορικά με την πραγματική οικονομική του κατάσταση, επιδιώκοντας να ξεφύγει της υποχρέωσης του για αποπληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους. Ανέφερε επίσης τα εξής:
«Συμπεραίνω, έχοντας υπόψη τον τρόπο του, το ύφος του και τα λεγόμενα του, ότι υπάρχει εκ μέρους του απροθυμία για την αποπληρωμή του εξ’ αποφάσεως χρέους του και όχι πραγματική αδυναμία πληρωμής όπως ο ίδιος προσπάθησε να πείσει το δικαστήριο».
Προφανώς και ο τρόπος και το ύφος του Εφεσείοντα δεν αποτυπώνεται στα πρακτικά, παρά μόνο το σύνολο της μαρτυρίας του. Παρά ταύτα είναι καθιερωμένη η νομική αρχή ότι η αξιολόγηση ενός μάρτυρα γίνεται σφαιρικά και περιλαμβάνει το ύφος, τον τρόπο με τον οποίο απαντά και γενικά συμπεριφέρεται, καθώς επίσης και το περιεχόμενο των απαντήσεων του. Στην υπόθεση Χριστοφή v. Χριστοφή (2005) 1(Α) Α.Α.Δ. 73, στην οποία επικυρώθηκε η αξιολόγηση, oι λόγοι για τους οποίους η μάρτυρας κρίθηκε αναξιόπιστη ανάγονταν στο ύφος, στη στάση και γενικά στη συμπεριφορά της που κατά την κρίση της πρωτόδικης Δικαστού εμφανώς αποκάλυπταν πρόθεση προώθησης της εκδοχής του εφεσείοντα, πράγμα που ταυτόχρονα θα εξυπηρετούσε και τις ανάγκες της υπόθεσης του. Στην υπόθεση Λουγκρίδης v. Eurolife Ltd (2004) 1(Β) Α.Α.Δ. 886, η οποία αφορούσε αίτηση έρευνας και στην οποία και πάλι επικυρώθηκε η αξιολόγηση, το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη το περιεχόμενο των απαντήσεων του μάρτυρα, τον τρόπο με τον οποίο εξέφραζε αυτές, το ύφος του και τη μεγάλη διστακτικότητα στις απαντήσεις του, για να καταλήξει πως δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας.
Οι αρχές με βάση τις οποίες το Εφετείο επεμβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας από το πρωτόδικο Δικαστήριο και τα συνακόλουθα ευρήματα του αναφορικά με την αξιοπιστία των μαρτύρων είναι γνωστές. Το ζήτημα της αξιολόγησης της μαρτυρίας και, συνακόλουθα, της αξιοπιστίας των μαρτύρων ανήκει στο πρωτόδικο Δικαστήριο το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Εφετείο επεμβαίνει μόνο αν η αξιολόγηση της μαρτυρίας ή τα ευρήματα ή τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή δεν δικαιολογούνται από τη μαρτυρία ή από τα ίδια τα ευρήματα του. Όσον δε αφορά τις αντιφάσεις στη μαρτυρία, το Εφετείο επεμβαίνει μόνον όπου αυτές είναι τέτοιες που να δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση. Πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής, δηλαδή να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή να φανερώνουν διάθεση του να ψευσθεί (βλ. S.K. Masters Developments Ltd v. Κυρατζής κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. 49/2015, ημερ. 22.6.2023 και Baloise Ins. Co. Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά. (2008) 1(Β) Α.Α.Δ. 1275).
Μετά από τις πιο πάνω διαπιστώσεις του, το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε να παραθέσει συγκεκριμένα σημεία της μαρτυρίας του Εφεσείοντα για τα οποία οι απαντήσεις του κατεδείκνυαν αφενός την προσπάθεια του να αποστασιοποιηθεί από την επιχείρηση στην οποία εξακολουθεί να είναι διευθυντής και η οποία διεξάγει εργασίες και αφετέρου τον στόχο του να παραπλανήσει το Δικαστήριο ως προς τα πραγματικά του εισοδήματα.
Θεωρούμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε ορθά και ολοκληρωμένα τη μαρτυρία του Εφεσείοντα και έδωσε πλήρως αιτιολογημένες θέσεις γιατί δεν απεδέχθη τη μαρτυρία του και κυρίως γιατί δεν πείστηκε για τα εισοδήματα του.
Οι λόγοι έφεσης 1-3 που αφορούσαν στην αξιολόγηση του Εφεσείοντα και απόρριψης της μαρτυρίας του ως αναξιόπιστης, απορρίπτονται.
Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του ο Εφεσείων ισχυρίζεται ότι η επιχείρηση που διατηρούσε από το 2007 αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και τελικά έκλεισε οριστικά το 2010 και ότι από το 2007 μέχρι και τον Ιανουάριο του 2011 απασχολείτο σε μια καφετέρια, ενώ από τις 30.6.2016 συνταξιοδοτήθηκε και έκτοτε λαμβάνει μηνιαία σύνταξη εκ €532. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αντιπαρέβαλε αυτές τις θέσεις με την προφορική του μαρτυρία κατά την οποία παραδέχθηκε ότι εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ γραπτή συμφωνία ενοικίασης υποστατικού στο όνομα του έναντι μηνιαίου ενοικίου εκ €1.200 για διάρκεια έξι ετών το οποίο εκμεταλλεύεται η εταιρεία στην οποία είναι διευθυντής. Μάλιστα, το πρωτόδικο Δικαστήριο επεσήμανε ότι ενώ ο Εφεσείων προσπάθησε να παρουσιαστεί πως δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με την εταιρεία και πως ο λόγος μη τερματισμού της συμφωνίας ενοικίασης είναι ότι την επιχείρηση ασκούν η σύζυγος και τα παιδιά του, τελικώς διεφάνη ότι εξακολουθεί να είναι διευθυντής της εταιρείας η οποία ασκεί την επιχείρηση και μάλιστα καταβάλλεται μηνιαίο ενοίκιο εκ €1.200, δυνάμει συμφωνίας ενοικίασης στο όνομα του. Ήταν καθόλα εύλογο για το πρωτόδικο Δικαστήριο να καταλήξει στα συμπεράσματα του περί προσπάθειας απόκρυψης και παραπλάνησης από τον Εφεσείοντα ως προς τα πραγματικά εισοδήματα του. Παρόλο που αυτά δεν καθορίστηκαν με ακρίβεια από το πρωτόδικο Δικαστήριο, εντούτοις ήταν καθόλα εύλογο να προβεί σε ένα υπολογισμό, με βάση τη λειτουργία της εταιρείας, την ιδιότητα του ως διευθυντή αυτής και τη δυνατότητα καταβολής του μηνιαίου ενοικίου των €1.200.
Αναφορικά με τα έξοδα του Εφεσείοντα, το πρωτόδικο Δικαστήριο τα αποδέχθηκε όπως καθορίστηκαν από τον ίδιο στην ένορκη του δήλωση και επιπλέον έλαβε υπόψη δύο δικαστικά διατάγματα τα οποία προηγούνται της έκδοσης απόφασης στην υπό κρίση αγωγή. Ορθά δεν έλαβε υπόψη την αναφορά του Εφεσείοντα για άλλα χρέη, εφόσον δεν παρουσιάστηκε οποιοδήποτε στοιχείο προς τεκμηρίωση τους. Έχει ήδη λεχθεί ότι ο Εφεσείων έχει την υποχρέωση να προσκομίσει την απαραίτητη μαρτυρία για την οικονομική του κατάσταση και το βάρος απόδειξης της αδυναμίας του να αποπληρώσει οποιοδήποτε ποσό. Τέλος, το πρωτόδικο Δικαστήριο συνεκτίμησε και τα προβλήματα υγείας και την ηλικία του Εφεσείοντα.
Με βάση τα πιο πάνω, το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε μια ολοκληρωμένη και πλήρως αιτιολογημένη αξιολόγηση και κατάληξη ως προς την οικονομική κατάσταση του Εφεσείοντα, λαμβάνοντας τέλος υπόψη και κάποια λογικά έξοδα για την κοινωνική διακίνηση τόσο του ιδίου όσο και της οικογένειας του. Από τη στιγμή που ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν δέχθηκε πως το εισόδημα του Εφεσείοντα ήταν μόνο η μηνιαία σύνταξη του, ως ο ίδιος ισχυρίστηκε, και είχε την οικονομική δυνατότητα να πληρώνει το εξ αποφάσεως χρέος, τότε ορθά δεν ασχολήθηκε με το ζήτημα της σύνταξης και κατά πόσο αυτή δεν υπόκειται σε κατάσχεση σύμφωνα με το άρθρο 6 του περί Συντάξεως Νόμο του 1997, Ν.97(Ι)/1997, ως η θέση του Εφεσείοντα.
Η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου στο ποσό της μηνιαίας δόσης ήταν το απότοκο της συνολικής εικόνας και εκτίμησης των εισοδημάτων και εξόδων και γενικότερα της κατάστασης του Εφεσείοντα, επομένως ο καθορισμός του έγινε στο ορθό πλαίσιο.
Οι λόγοι έφεσης 4-12 που αφορούσαν την αξιολόγηση του Εφεσείοντα ως προς τα εισοδήματα του και μηνιαία του έξοδα, καθώς επίσης τη δυνατότητα αποπληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους, κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται.
Αναφορικά με τα έξοδα της αίτησης, αποτελεί καθιερωμένη νομολογιακή αρχή ότι το ζήτημα των εξόδων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάζοντος Δικαστηρίου και ότι η γενική αρχή είναι πως τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και απόκλιση από τον κανόνα δικαιολογείται μόνο εφόσον συντρέχουν ικανοί λόγοι που ανάγονται στη γενεσιουργό αιτία της πρόκλησης του συνόλου ή μέρους των εξόδων της δίκης. Σχετικά παραπέμπουμε στην υπόθεση Ιωάννου v. Κουννίδη (1998) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1215. Το Εφετείο επεμβαίνει μόνο εκεί όπου διαπιστώνει ότι η διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν ασκήθηκε δικαστικά (βλ. Kyriacou v. Leontiou (1987) 1 C.L.R. 420).
Η επιτυχία της αίτησης δικαιολογούσε την επιδίκαση των εξόδων αυτής εναντίον του αποτυχόντος διαδίκου, που ήταν ο Εφεσείων. Ο Εφεσείων παρέλειψε να καταβάλει το εξ αποφάσεως χρέος του και πληρώσει οποιοδήποτε ποσό έναντι αυτού, με αποτέλεσμα την άσκηση του δικαιώματος καταχώρισης της αίτησης εκ μέρους του Εφεσίβλητου προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους. Το γεγονός ότι στο αιτητικό της αίτησης περιλαμβάνονταν και άλλα αιτητικά, όπως η διεξαγωγή έρευνας για τυχόν δωρεές, μεταβιβάσεις ή επιβαρύνσεις και για τυχόν συμφέρον σε άλλη περιουσία, απασχόλησαν στο πλαίσιο της αίτησης καθότι ο Εφεσείων ρωτήθηκε κατά πόσο κατέχει οποιαδήποτε ακίνητη και κινητή περιουσία και απάντησε πως κατείχε ακίνητη περιουσία η οποία όμως ήταν δεσμευμένη λόγω υποχρεώσεων του. Ως εκ τούτου, η διαταγή για έξοδα ήταν ορθή.
Και ο 13ος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Η Έφεση απορρίπτεται. €2.500 έξοδα Έφεσης, πλέον ΦΠΑ αν υπάρχει, επιδικάζονται υπέρ του Εφεσίβλητου και εναντίον του Εφεσείοντα.
Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.
Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.
Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Δ.
/κβπ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο