ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 400/2017)
16 Μαρτίου, 2026
[ΜΑΛΑΧΤΟΣ, ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, ΕΦΡΑΙΜ, Δ/στές]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ, ΚΕΦ. 113
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ
ΜΙΧΑΗΛ Α. ΜΙΧΑΗΛ ΧΩΜΑΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΛΙΜΙΤΕΔ
Εφεσείουσα
ν.
ΑΡΓΥΛΕΩΝ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ
Εφεσίβλητης
__________________
Κ. Ευσταθίου για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσείουσα.
Ι. Κολιανδρής για Ρ. Ερωτοκρίτου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσίβλητη.
_________________________
ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Ιωαννίδη, Δ.
____________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.: Eνώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, δρομολογήθηκε από την εφεσείουσα εταιρεία (στο εξής «εφεσείουσα»), διαδικασία για την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης εναντίον της εφεσίβλητης εταιρείας (στο εξής «εφεσίβλητη»). Η Αίτηση βασιζόταν κυρίως στα άρθρα 211(ε) και 212(α) του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113. Η θέση της εφεσείουσας ήταν ότι η εφεσίβλητη ήταν ανίκανη και αδυνατούσε να πληρώσει χρέος της ύψους €48.455,91, για το οποίο γινόταν αναφορά σε επιστολή της εφεσείουσας προς την εφεσίβλητη, ημερ. 28.5.2015. Στην εν λόγω επιστολή είχαν καταγραφεί, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
«Με την παρούσα επιστολή, διά της παραδόσεως της στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας σας, όπως αυτό περιγράφεται ανωτέρω, επιδίδουμε σχετική γραπτή απαίτηση πληρωμής, με την οποία καλείστε όπως μας καταβάλετε άμεσα, οφειλόμενο ποσό ληξιπρόθεσμου χρέους, για οφειλή υπαρκτή, βάσιμη και εκκαθαρισμένη, συνολικού ύψους €48.455,91.- την οποία εσείς αποδεχθήκατε – ως προκύπτει από την επιστολή σας ημερομηνίας 7.11.2014- και την οποία εξακολουθείτε μέχρι σήμερα να οφείλετε.»
Η εφεσίβλητη αντέδρασε με την καταχώριση ένστασης. Με δέκα λόγους ένστασης ζητούσε απόρριψη της Αίτησης. Ανάμεσα στους λόγους περιλαμβανόταν και λόγος ότι η εφεσείουσα «δεν είχε εκκαθαρισμένη απαίτηση εναντίον της» και ότι η καταχώριση και προώθηση της Αίτησης Εκκαθάρισης ήταν «ενοχλητική, καταχρηστική και καταπιεστική». Στην Ένορκη Δήλωση ενός εκ των Διευθυντών της εφεσίβλητης, που υποστήριζε την ένσταση, γινόταν αναφορά πως ουδέποτε αυτή απεδέχθη οιανδήποτε οφειλή. Ειδικότερα για την κατ΄ ισχυρισμόν οφειλή, είχαν προβληθεί οι ακόλουθοι ισχυρισμοί:
«20. Σε καμία περίπτωση η Καθ΄ ης η Αίτηση δεν αποδέχτηκε την εν λόγω οφειλή και πέραν τούτου σε καμία περίπτωση η Καθ΄ ης η Αίτηση δεν οφείλει το εν λόγω ποσό στην Αιτήτρια.
21. Ως με συμβουλεύει η δικηγόρος της Καθ΄ ης η Αίτηση η εν λόγω οφειλή δεν αποτελεί εκκαθαρισμένη απαίτηση, για να νομιμοποιείται η Αιτήτρια Εταιρεία να προωθεί την παρούσα.
22. Η Καθ΄ ης η Αίτηση δεν εξόφλησε αυτό το ποσό γιατί πολύ απλά αμφισβητεί ότι οφείλει αυτό το ποσό στην Αιτήτρια.
23. Είναι η θέση της Καθ΄ ης η Αίτηση Εταιρείας ότι το ποσό των €48.455,91 δεν αποτελεί εκκαθαρισμένη απαίτηση αλλά έναν αυθαίρετο υπολογισμό από την Αιτήτρια χωρίς να λαμβάνει υπόψη ότι:
Α. Ήταν ρητός ή και εξυπακουόμενος όρος του συμβολαίου ως φαίνεται στην παράγραφο 1.9 του Συμφωνητικού εγγράφου, ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α, πως για την κάλυψη των εξόδων που θα δημιουργηθούν από τυχόν αποζημιώσεις που θα κληθεί να καταβάλει ο Εργολάβος ή τυχόν ζημιές ή ελαττωματική εργασία, που θα κληθεί να πληρώσει ο Εργολάβος εξ υπαιτιότητας του Υπεργολάβου, ο Εργολάβος δικαιούται να αποκόπτει χρήματα από τις πληρωμές του Υπεργολάβου ή ότι άλλο ποσό οφειλόμενο στον Υπεργολάβο.
Β. Η ίδια εγκατέλειψε το έργο αφήνοντας την Καθ΄ ης η Αίτηση έρμαιο της απόφασης της να «πληρώνει» τις ζημιές.
Γ. Η Καθ΄ ης αίτηση μέχρι σήμερα προβαίνει σε την επιδιόρθωση καθιζήσεων ασφάλτων και βλαβών για τις οποίες αποκλειστικά υπεύθυνη είναι η Αιτήτρια».
Και οι δύο πλευρές ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αρκέστηκαν σε καταχώριση γραπτών αγορεύσεων. To Δικαστήριο, αφού άντλησε καθοδήγηση από τη νομολογία που διέπει το θέμα, κατέληξε ως εξής:
«Από τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς, προκύπτει, ότι, υπάρχει αμφισβήτηση της απαίτησης της Αιτήτριας από πλευράς Καθ' ης η Αίτηση, που δεν διαφαίνεται να είναι, είτε κατασκευασμένη, είτε κακόπιστη, είτε παράλογη. Έχει, ως προκύπτει, το υπόβαθρο της, σε γεγονότα που αφορούν την συμβατική τους σχέση, αν δηλαδή η μεταξύ τους σύμβαση παραβιάστηκε και πότε, εάν τερματίστηκε και πότε, και κατά πόσο η Καθ' ης η Αίτηση υπέστη συνεπεία τούτου την οποιαδήποτε ζημιά που δικαιούται να ανταξιώσει. Αυτή η διαφορά, εμπλέκει, σε μεγάλο και ουσιαστικό βαθμό, αμφισβητούμενα γεγονότα που απαιτούν την εξέταση προφορικής μαρτυρίας, διεργασία στην οποία δεν υπεισέρχεται το εταιρικό Δικαστήριο. Ως εκ των όσων έχουν προαναφερθεί, καταλήγω ότι η Αιτήτρια δεν είναι πιστωτής της Καθ' ης η Αίτηση, ως ορίζεται από το Άρθρο 212(α) του Κεφ. 113 και συνεπώς η Αίτηση της για εκκαθάριση της Καθ' ης η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει.»
Κατ΄ επέκταση, απέρριψε την Αίτηση, κατάληξη η οποία δεν βρήκε σύμφωνη την εφεσείουσα, η οποία με ένα λόγο έφεσης, τον οποίο παραθέτουμε αυτολεξεί, προσβάλλει ως εσφαλμένη την πρωτόδικη απόφαση:
«Η απόφαση του Πρωτοδίκου Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση των εφεσειόντων είναι εσφαλμένη για τον λόγο ότι εξέλαβε πεπλανημένως, κατά παράβαση νόμου, αυτοκαθοδηγούμενο εσφαλμένως τόσο πραγματικώς όσο και νομικώς ότι δεν υφίστατο απαίτηση ικανή να θεμελιώσει την απαίτηση των άρθρων 211 και 212 του Κεφ. 113 υπό των εφεσειόντων. Τούτο πράττοντας το Δικαστήριο κατάληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα και δη στο λανθασμένο εύρημα ότι στην παρούσα υπόθεση οι εφεσείοντες δεν ήταν «πιστωτές» εν τη εννοία του Νόμου και/ή ότι οι εφεσίβλητοι είχαν αμφισβητήσει ουσιωδώς και/ή καλοπίστως και/ή σοβαρώς την απαίτηση των εφεσειόντων.»
Νοείται ότι έχουμε θέσει ενώπιον μας τόσο την αιτιολογία του πιο πάνω λόγου έφεσης, η οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνει το περιεχόμενο του, όσο και τα όσα υποστήριξαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι. Θα κάνουμε ειδική αναφορά σε αυτά όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο.
Η νομολογία μας σε σχέση με τις προϋποθέσεις έκδοσης διατάγματος εκκαθάρισης εταιρείας, δυνάμει των άρθρων του περί Εταιρειών Νόμου, που η εφεσείουσα επικαλέστηκε, είναι γνωστή, και δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε τις αρχές που προκύπτουν μέσα από την εν λόγω νομολογία. Το πιο κάτω απόσπασμα από την G. Paraskevaides (1966) Ltd, Πολ. Έφ. Αρ. 2/2014, ημερ. 9.3.2021, ECLI:CY:AD:2021:A82, είναι σχετικό:
«Eίναι φανερό κατά την κρίση μας, ότι το τελικό συμπέρασμα για το γνήσιο και εύλογο του χρέους ή για το γνήσιο της αμφισβήτησης της απαίτησης προϋποθέτει μια αξιολόγηση συναρτώμενη με την αξιοπιστία μαρτύρων και εν γένει μαρτυρικού υλικού που δεν μπορεί να παραμείνει στα στεγανά μιας αίτησης εκκαθάρισης. Γι΄αυτό είναι ορθό ο έχων τη βούληση να ενεργήσει ως πιστωτής να καταχωρήσει πρώτα αγωγή και μετά από την υπέρ του εκδοθείσα απόφαση, να προχωρήσει με αίτηση διάλυσης (βλ. New Traveller's Chambers Ltd v. Cheese and Green (1894) 70 LT 271 και Re a Company (1992) 2 All E.R. 797) και Pennington's Company Law, 4th ed.679).»
Σχετική είναι και η πρόσφατη απόφαση, στην Rostex Enterprises Limited, Πολ. Έφ. Αρ. 116/2015, ημερ. 31.1.2024, εκεί βεβαίως σε σχέση με μη εγγραφείσα και αναγνωρισθείσα διαιτητική απόφαση.
Δεν διαπιστώνουμε πεδίο παρέμβασης στην πρωτόδικη απόφαση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο καθοδηγήθηκε ορθά από τη νομολογία, στην οποία και παραπέμπει. Η δε κατάληξη του ότι από τους αντικρουόμενους ισχυρισμούς που είχαν προβληθεί, προέκυπτε καλόπιστη αμφισβήτηση της απαίτησης της εφεσείουσας, κρίνεται δικαιολογημένη, τόσο από το περιεχόμενο της γραπτής σύμβασης που οι δύο πλευρές είχαν συνάψει, όσο και από το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό που είχε τεθεί ενώπιον του.
Η Έφεση κρίνεται αβάσιμη και απορρίπτεται.
Επιδικάζονται προς όφελος της εφεσίβλητης και εναντίον της εφεσείουσας €2.000 έξοδα έφεσης, πλέον Φ.Π.Α., εάν υπάρχει.
Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.
Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.
Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Δ.
/ΣΓεωργίου
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο