WILD WOOD ESTATES LIMITED κ.α. v. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΙΜΙΤΕΔ, Πολιτική Έφεση Αρ.408/2017, 24/3/2026
print
Τίτλος:
WILD WOOD ESTATES LIMITED κ.α. v. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΙΜΙΤΕΔ, Πολιτική Έφεση Αρ.408/2017, 24/3/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.408/2017)

 

 

 24 Μαρτίου 2026

 

 

[ΜΑΛΑΧΤΟΣ, ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, ΕΦΡΑΙΜ, Δ/στές]

 

 

1.   WILD WOOD ESTATES LIMITED (HE 43399)

2.   ΧΡΥΣΩΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

3.   ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ – ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΣ - ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΝΟΡΜΑΝ

ΜΑΘΕΣΟΝ

Εφεσείοντες

ν.

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΙΜΙΤΕΔ

Εφεσίβλητη

________________________

 

 

Χρ. Πουτζιουρής για Χρίστος Πουτζιουρής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσείοντες.

Σ. Ιωάννου-Κίτσιος για Α.Ι. Κίτσιος Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσίβλητη.

____________________

 

 

   Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Μαλαχτό, Δ.

_____________________

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

    ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.:  Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού είχε διατάξει την εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ημερ.11.11.2013, υπέρ του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ και εναντίον των Εφεσείοντων.  Εσφαλμένα, κατά τους Εφεσείοντες, γιατί δεν υπήρχαν κανονισμοί σε ισχύ για την διεξαγωγή της διαιτησίας, συμφώνως του άρθρου 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, Ν.22/1985, όπως τροποποιήθηκε, και η διαδικασία της διαιτησίας ήταν επομένως παράνομη και άκυρη.

 

    Το ζήτημα είχε εγερθεί από τους Εφεσείοντες με την ένσταση που είχαν καταχωρίσει στην πρωτόδικη διαδικασία.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο, με αναφορά στο άρθρο 52, σημείωσε ότι: «Το εδάφιο 2 του ιδίου άρθρου προνοεί ότι ο Έφορος μπορεί να επιχειρήσει συνδιαλλαγή της διαφοράς ή να παραπέμψει τη διαφορά προς επίλυση σε διαιτησία η οποία διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις των θεσμών που εκδίδονται δυνάμει του εδαφίου 6 ή μέχρι την έκδοσή τους σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Διαιτησίας Νόμου και τις διατάξεις των Θεσμών 78 και 79 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών του 1987-2012».  Ουσιαστικά μνημόνευσε το εδάφιο (2) του άρθρου 52, όπως είχε τροποποιηθεί με τον τροποποιητικό Ν.122(Ι)/2014,[1] που ήταν σε ισχύ κατά το χρόνο έκδοσης της πρωτόδικης απόφασης το 2017, όχι όμως κατά τους χρόνους έναρξης, διεξαγωγής και αποπεράτωσης της επίδικης διαιτησίας το 2013.  Τότε, το άρθρο 52(2) προέβλεπε ότι ο Έφορος μπορούσε: «να παραπέμπει τη διαφορά προς επίλυση σε διαιτησία η οποία διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις των θεσμών που εκδίδονται δυνάμει του εδαφίου (6)».[2]  Θεσμοί δυνάμει του άρθρου 52(6), όπως είχε εισαχθεί με τον Ν.107(Ι)/2003, και που προνοούσε για την έκδοση θεσμών από το Υπουργικό Συµβούλιο, εντός έξι (6) µηνών από την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του, δεν εκδόθηκαν.

 

    Η ουσία είναι κατά πόσο, ακόμη και έτσι, οι Θεσμοί 78 και 79 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών του 1987-2012, εξακολουθούσαν να βρίσκονται σε ισχύ και εφαρμόζονταν στην προκειμένη υπόθεση.

 

    Προέχει, όμως, να αποφασιστεί κατά πόσο το εγειρόμενο ζήτημα μπορούσε να απασχολήσει το πρωτόδικο Δικαστήριο στο πλαίσιο της αίτησης για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης και, επομένως, μπορεί να μας απασχολήσει και κατ’ έφεση ή ήταν ζήτημα που μόνο σε έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 52(4), θα μπορούσε να είχε εγερθεί. 

 

    Για το τελευταίο, δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι δηλαδή θα μπορούσε να αποτελέσει επίδικο ζήτημα σε έφεση κατά της διαιτητικής απόφασης στο Επαρχιακό Δικαστήριο.  Το εδάφιο (4) του άρθρου 52 διαλαμβάνει ότι: «Οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση οποιουδήποτε διαιτητή ή διαιτητών δύναται να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο εντός είκοσι και μιας ημερών (21) από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της απόφασης», ενώ το εδάφιο (5) ότι: «Αν οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή ή των διαιτητών, με βάση το εδάφιο (2), δεν έχει εφεσιβληθεί στο δικαστήριο, σύμφωνα με το εδάφιο (4), ή αν η έφεση κατ’ αυτής εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως εάν αυτή να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου».

 

    Οι Εφεσείοντες παρέπεμψαν στη Sevegep Ltd ν. United Sea Transport (1989) 1(E) A.A.Δ. 729, 732, επί το ότι το Δικαστήριο μπορεί και αυτεπάγγελτα να εξετάσει θέμα δικαιοδοσίας σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας, για να εισηγηθούν ότι το ζήτημα μπορεί να εξεταστεί στο πλαίσιο της παρούσας έφεσης εναντίον της απόφασης εγγραφής.

 

    Είναι ορθό ότι κάθε Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει ζήτημα δικαιοδοσίας σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας.  Αναφερόμαστε όμως στη δικαιοδοσία που το ίδιο το Δικαστήριο καλείται να αναλάβει για να εκδικάσει την ενώπιον του υπόθεση.  Και μπορεί να το πράξει οποτεδήποτε, μέχρι και την έκδοση της τελικής του απόφασης.  Εφόσον ανέλαβε δικαιοδοσία και εξέδωσε τελική ετυμηγορία, εναπόκειται πλέον σε ιεραρχικά ανώτερο Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσο εσφαλμένα ενήργησε, σε τυχόν έφεση ή, στην κατάλληλη περίπτωση, στο πλαίσιο της προνομιακής εξουσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου.  Εν προκειμένω, το κατά πόσο ο Διαιτητής που εξέδωσε την απόφαση ημερ.11.11.2013, είχε και επομένως ορθά ανέλαβε δικαιοδοσία να την εκδικάσει, μπορούσε να κριθεί, κατά πρώτο λόγο, από τον ίδιο, κατά δεύτερο λόγο, από το Επαρχιακό Δικαστήριο στο πλαίσιο έφεσης δυνάμει του άρθρου 52(4) και, στη συνέχεια από το Εφετείο, σε έφεση εναντίον της απόφασης στην έφεση δυνάμει του άρθρου 52(4).

 

    Η μη υποβολή έφεσης εναντίον της απόφασης του διαιτητή, κατέστησε τη διαιτητική απόφαση τελεσίδικη, με το ερώτημα να είναι κατά πόσο μπορεί, εκ των υστέρων, να αμφισβητηθεί  η εγκυρότητα της ή θεωρείται, κατά το στάδιο της αίτησης για την εγγραφή της, δεδομένη. 

 

    Στη Σ.Π.Ε. Αγίας Νάπας ν. Κυριακίδη κ.ά. (2008) 1(Α) Α.Α.Δ. 716, 719, αναφέρθηκε ότι:

 

«Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου είναι, κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται η εμπλοκή του ιδίου, που αφενός την διατάσσει και ταυτόχρονα την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να «εγγραφεί» δηλαδή στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της. Γι΄αυτό το σκοπό υπεβλήθη η υπό συζήτηση αίτηση, και μάλιστα επιδόθηκε στους εφεσίβλητους για να προβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου ο,τιδήποτε ήθελαν, με αναφορά ασφαλώς μόνο στο επίδικο θέμα, της προώθησης δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης».

 

 

    Στη Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς (2012) 1(Α) Α.Α.Δ. 707, 714-5, αναφέρθηκε ότι:

 

«Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι' αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται».

 

 

    Στη Σ.Π.Ε. Αγίας Νάπας σημειώθηκε ότι η διαδικασία είναι «ζήτημα τύπου», ενώ στη Νικολάου αναφέρθηκε ότι «η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική», υπάρχει ωστόσο συμπόρευση ως προς τα ζητήματα που θα μπορούσαν να εγερθούν στο πλαίσιο της διαδικασίας για την εγγραφή, δηλαδή αυτά που έχουν σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης, χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα.

 

    Στη Χριστοφή ν. Σ.Π.Ε. Λατσιών (2014) 1(Β) Α.Α.Δ. 1183, 1192, αναφέρθηκε ότι:

 

«Το πρωτόδικο δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης …, γι' εγγραφή της διαιτητικής απόφασης, όφειλε μόνο να διαπιστώσει κατά πόσο αυτή επιδόθηκε, ότι η απόφαση έφερε τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στον εφεσείοντα».

 

 

    Πρόσφατα στην Κυριάκου ν. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Ιδιωτικών Εργατοϋπαλλήλων Κύπρου (ΣΥ.Τ.Ι.Ε.Κ.), Πολ. Έφ. Αρ.129/2014, ημερ.21.5.2021, απορρίφθηκε η εισήγηση του Εφεσείοντα ότι, στην αίτηση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης, το πρωτόδικο Δικαστήριο όφειλε να είχε εξετάσει ζήτημα ότι η διαιτητική απόφαση ήταν άκυρη και δεν μπορούσε να εγγραφεί στη βάση της θέσης του ότι ο διορισμός του διαιτητή ήταν παράνομος.  Αναφέρθηκε ότι:

 

«Η διαδικασία της εγγραφής της διαιτητικής απόφασης η οποία έχει γίνει τελεσίδικη δεν υποκαθιστά την έφεση.  Κάτι τέτοιο θα ήταν παράλογο αφού ακριβώς στην περίοδο των 21 ημερών δίδεται η δυνατότητα ενδίκου μέσου κατά της διαιτητικής απόφασης.  Ανοικτή επίσης είναι η δυνατότητα που έχει κάποιος, αν συντρέχουν οι αυστηρές προϋποθέσεις της νομοθεσίας και νομολογίας - να αναζητήσει ακύρωση της διαιτητικής απόφασης ή του πορίσματος (βλ. xxx Χριστοδούλου ν. ΣΠΕ Πολεμιού (2009) 1Α ΑΑΔ 242 και Ψιλογένης κ.ά. ν. Νέα Συνεργατική Πάνω Πλατρών (2004) 1 ΑΑΔ 243)».

 

Αναφέρθηκε ακόμη ότι:

 

«Θα συμφωνήσουμε πλήρως με τον ευπαίδευτο πρωτόδικο δικαστή πως ο εφεσείων δεν είχε δικονομική δυνατότητα διά της ενστάσεως να εισάξει θέματα που αφορούσαν την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ή διαδικαστικά θέματα που ανάγονται σε ζητήματα που θα έπρεπε ο οφειλέτης να επιδιώξει να λυθούν έγκαιρα είτε δι΄ αιτήσεως απομακρύνσεως του διαιτητή, είτε ακύρωσης του πορίσματός του είτε βεβαίως δι΄ εφέσεως».

 

 

 

Με αναφορά στη Νικολάου, επαναλήφθηκε ότι η διαδικασία εγγραφής προσφέρεται για την εξέταση κατά πόσο η εν λόγω απόφαση φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης, όπως και για τη διαπίστωση θεμελιακών ζητημάτων φυσικής δικαιοσύνης, ως η προηγούμενη ενημέρωση του χρεώστη για την έκδοση διαιτητικής απόφασης εναντίον του. 

 

    Η νομολογία δεν παραπέμπει σε διαδικαστικά θέματα, αλλά θεμελιώδη ζητήματα στη διαδικασία, όπως της τήρησης των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης, οι οποίες εν προκειμένω τηρήθηκαν.  Καταλήγουμε ότι το ζήτημα που εγείρεται με το λόγο έφεσης δεν μπορούσε να εξεταστεί κατά το στάδιο της εγγραφής της διαιτητικής απόφασης και, επομένως, δεν μπορεί να συνιστά αντικείμενο της ενώπιον μας έφεσης.

 

    Η έφεση απορρίπτεται.

   

    €3.500 έξοδα της έφεσης, πλέον Φ.Π.Α. αν υπάρχει, επιδικάζονται υπέρ της Εφεσίβλητης και εναντίον των Εφεσείοντων.

 

 

                                                      Χ. Μαλαχτός, Δ.

                                                      Ι. Ιωαννίδης, Δ. 

                                                          Ε. Εφραίμ, Δ.



[1]   Ο περί Συνεργατικών Εταιρειών (τροποποιητικός)(Αρ.2) Νόμος του 2014, Ν.122(Ι)/2014, που τέθηκε σε ισχύ την 25.7.2014.

[2]   Ο περί Συνεργατικών Εταιρειών (τροποποιητικός)(Αρ.4) Νόμος του 2013, Ν.107(Ι)/2003, που τέθηκε σε ισχύ την 9.9.2013.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο