ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 9(3)(γ) ΤΟΥ Ν. 33/1964
ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ
(Αίτηση Αρ. 41/2025)
18 Μαρτίου, 2026
[ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, ΕΦΡΑΙΜ, Δ/στές]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ TΗΣ SVETLANA IVAKHIV ΕΞ ΟΥΚΡΑΝΙΑΣ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΝΟΜΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΡΟΚΥΠΤΟΥΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΑΡ. ΥΠΟΘΕΣΗΣ Ε62/2023 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ: 15/09/2025
Μεταξύ:
SVETLANA IVAKHIV
Εφεσείουσας στο Εφετείο,
ΚΑΙ
1. ΧΡΙΣΤΙΑΣ ΜΙΧΑΗΛ, ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ
ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΟΣ IGOR MYRONOVICH IEREMEIEV
2. TETIANA IEREMEIEVA
3. ROMAN IEREMEIEV
4. SOFIA IEREMEIEVA, ΑΝΗΛΙΚΗΣ ΔΙΑ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ,
ΚΗΔΕΜΟΝΑΣ ΚΑΙ ΠΛΗΣΙΕΣΤΕΡΗΣ ΦΙΛΗΣ ΤΗΣ
(NEXT FRIEND) ΤΕΤΙΑΝΑ IEREMEIEVA
Εφεσίβλητων στο Εφετείο.
Θ. Τ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, για την Αιτήτρια/Εφεσείουσα.
ΒΕΛΑΡΗΣ & ΒΕΛΑΡΗΣ ΔΕΠΕ, για τους Καθ’ων η Αίτηση/Εφεσίβλητους.
______________________________________________________________
Η ομόφωνη Απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί
από τη Δημητριάδου-Ανδρέου, Δ.
________________________________________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.: Η Αιτήτρια/Εφεσείουσα στην Πολιτική Έφεση αρ. Ε62/2023, στην οποία εκδόθηκε Απόφαση από το Εφετείο στις 15/9/2025, καταχώρισε την υπό κρίση Αίτηση στο Ανώτατο Δικαστήριο επιζητώντας άδεια για να υποβάλει αίτηση δυνάμει του Άρθρου 9(3)(γ) των περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμων 1964 έως 2024 (εφεξής «ο Νόμος»).
Η πιο πάνω Απόφαση εκδόθηκε σε έφεση κατά της ενδιάμεσης απόφασης, ημερ. 9/8/2023, δια της οποίας το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας απέρριψε την αίτηση παραμερισμού που η Εναγόμενη 9/Εφεσείουσα προωθούσε μαζί με άλλους.
Για σκοπούς ευχερέστερης κατανόησης των ζητημάτων που εγείρονται από την Αιτήτρια και των όσων έπονται, κρίνεται αναγκαία η παράθεση, εν συνόψει, των ουσιαστικών γεγονότων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, όπως αυτή συνοψίζεται και στην Απόφαση του Εφετείου.
Η αιτία της Αγωγής και της επίδικης διαφοράς είχε ως έρεισμα τη μεταβίβαση 1.750 μετοχών της Εναγόμενης 2 (κυπριακής εταιρείας) που ανήκαν στην Εναγόμενη 1 (εταιρεία από τις Βρετανικές Παρθένους Νήσους) προς τους Εναγόμενους 3 και 4, η οποία έλαβε χώρα στις 30/12/2021, καθώς και η συνακόλουθη μεταβίβαση τους σε άλλα πρόσωπα. Σύμφωνα με τους Ενάγοντες (Καθ’ων η Αίτηση στις Αιτήσεις Παραμερισμού) η μεταβίβαση ήταν προϊόν απάτης και/ή συνωμοσίας και ήταν άκυρη στερούμενη εκ του Νόμου αποτελέσματος. Με την Αγωγή αξιώνονταν, μεταξύ άλλων, διατάγματα αποκατάστασης στην Εναγόμενη 2 των κερδών που δυνατόν να είχαν αποκομίσει από οποιαδήποτε συναλλαγή, δικαιοπραξία ή οποιουδήποτε άλλου είδους δραστηριότητα από τις 15/8/2015 και εντεύθεν, σε σχέση με το μετοχικό κεφάλαιο και/ή τα έσοδα της Εναγόμενης 2 και της Εναγόμενης 10, ολλανδικής εταιρείας στην οποία η Εναγόμενη 2 ήταν κατά 100% δικαιούχος των μετοχών της, και αξιώνετο επίσης όπως διανεμηθεί στην Εναγόμενη 1 το μερίδιο στο οποίο δικαιούτο. Επιπλέον, αξιώνονταν αποζημιώσεις για συνωμοσία και/ή απάτη και/ή παράνομη κατακράτηση και τα λοιπά.
Κάποιοι από τους Εναγόμενους και συγκεκριμένα οι Εναγόμενοι 2, 5, 6 και 7 είναι ημεδαποί, ενώ οι υπόλοιποι είναι αλλοδαποί (Εναγόμενοι 3, 4, 8, 9 και 10). Με την επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος οι Εναγόμενοι 2, 3, 4 και 10, καθώς και η Εναγόμενη 9, Αιτήτρια στην παρούσα, ως και οι Εναγόμενοι 7 και 9, καταχώρισαν σημειώματα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και ακολούθως Αιτήσεις Παραμερισμού της αγωγής, όπως και των ενδιάμεσων διαταγμάτων του Δικαστηρίου με τα οποία επιτράπηκε η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας του κλητηρίου εντάλματος και της ειδοποίησης του κλητηρίου και υποκατάστατης επίδοσής τους. Σε όλες τις Αιτήσεις Παραμερισμού που καταχωρήθηκαν οι Ενάγοντες/Εφεσίβλητοι καταχώρισαν κοινή ένσταση.
Ανάμεσα στους λόγους για τους οποίους η Αιτήτρια ζητούσε την απόρριψη της Αγωγής μέσω των πιο πάνω αναφερόμενων αιτήσεων παραμερισμού, ήταν και οι ακόλουθοι:
· Το Κυπριακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της αγωγής.
· Δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Εναγομένων.
· Η αγωγή είναι καταχρηστική επειδή τα επίδικα θέματα που την αφορούν συμπίπτουν με αυτά αγωγής που εκκρεμεί στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους.
· Απαραίτητη προϋπόθεση για έγερση της αγωγής ήταν όπως ληφθεί άδεια από το Δικαστήριο των Βρετανικών Παρθένων Νήσων.
· Το Κυπριακό Δικαστήριο δεν είναι το κατάλληλο βήμα για να εκδικαστεί η επίδικη διαφορά.
· Δεν υπήρξε από τους Ενάγοντες πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψη στη μονομερή αίτηση τους για εξασφάλιση άδειας επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας.
· Η επίδοση στους Εναγόμενους δεν ήταν ορθή.
Οι Λόγοι Έφεσης 1 μέχρι 4 ουσιαστικά αφορούσαν τη θέση της Αιτήτριας/Εφεσείουσας ότι έπρεπε να είχε ληφθεί προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου των Βρετανικών Παρθένων Νήσων από τους Ενάγοντες/Εφεσίβλητους, για να εγερθεί και να προωθηθεί στην Κύπρο αγωγή κατά του Εναγόμενου 8, Ενδιάμεσου Παραλήπτη, που είχε διοριστεί από το Δικαστήριο των Βρετανικών Παρθένων Νήσων. Με τους Λόγους Έφεσης 5, 6 και 7 προβάλλεται ότι οι Εφεσίβλητοι θα έπρεπε να είχαν λάβει την προηγούμενη άδεια του αρμόδιου Δικαστηρίου των Βρετανικών Παρθένων Νήσων για να εγείρουν και να προωθήσουν παράγωγη αγωγή (derivative action) εκ μέρους της Εναγομένης 1, που είναι εταιρεία που εδρεύει στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους και ότι τέτοια άδεια απαιτείτο επιτακτικά από το Δίκαιο των Βρετανικών Παρθένων Νήσων.
Το Εφετείο έκρινε ότι συνεπεία της μη αμφισβήτησης του ευρήματος του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι είχε δικαιοδοσία επί της υπόθεσης, στη βάση του ΕΚ1215/2012, η παρούσα Έφεση καθίστατο αλυσιτελής και συνεπώς απορριπτέα. Παρά την πιο πάνω κατάληξη του, το Εφετείο ασχολήθηκε και με την ουσία των Λόγων Έφεσης.
Μετά την έκδοση της Απόφασης του Εφετείου ακολούθησε η καταχώριση από την Αιτήτρια της παρούσας Αίτησης, με την οποία ζητά άδεια για την εκδίκαση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δυνάμει του Άρθρου 9(3)(γ) του Νόμου νομικών θεμάτων που, όπως αναφέρεται, προκύπτουν από την Απόφαση του Εφετείου.
Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση από μέρους της Ενάγουσας 1/Εφεσίβλητης 1, στη βάση του ότι τα εγειρόμενα ζητήματα συνιστούν «συγκεκαλυμένη περαιτέρω» έφεση σε τρίτο βαθμό και μια περαιτέρω ευκαιρία επί των γεγονότων της υπόθεσης, η οποία δεν εμπίπτει στο πλαίσιο της σχετικής νομοθεσίας.
Το Άρθρο 9(3)(γ) του Νόμου προνοεί ότι, από την 1η Ιουλίου 2023, το Ανώτατο Δικαστήριο:
«αποφασίζει σε τρίτο και τελευταίο βαθμό βάσει αιτήσεως, η οποία υποβάλλεται από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή οιονδήποτε των διαδίκων κατόπιν αδείας παραχωρουμένης υπό του ιδίου και κατόπιν προηγηθείσας διαδικασίας πολιτικής ή ποινικής εφέσεως επί νομικών θεμάτων τα οποία προκύπτουν από την απόφαση του Εφετείου και συναρτώνται με τη διαφοροποίηση πάγιας νομολογίας ή με την ανάγκη ορθής ερμηνείας, είτε πρωτογενούς είτε δευτερογενούς ουσιαστικής νομοθετικής διατάξεως, ή με μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος ή γενικής δημόσιας σημασίας ή συνοχής του δικαίου επί συγκρουομένων ή αντιφατικών αποφάσεων του Εφετείου, κατά την υπ' αυτού ενασκουμένη πολιτική ή ποινική δικαιοδοσία:
Νοείται ότι, η συμφώνως των πιο πάνω, υποβαλλομένη αίτηση δέον να προσδιορίζει σαφώς τα προκύπτοντα από την οικεία απόφαση νομικά θέματα, ως και τους πλήρεις λόγους και τα αναγκαία στοιχεία τα υποστηρίζοντα το αίτημα, προκειμένου το Ανώτατο Δικαστήριο να αποφανθεί κατά πόσο θα παραχωρήσει την απαιτούμενη άδεια:
Νοείται περαιτέρω ότι, σε τέτοια περίπτωση η απόφαση του Εφετείου αντικαθίσταται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου.»
Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Zutphen κ.ά., Αρ. Αίτησης 2/2023, ημερ. 30/1/2024:
«Προκύπτει από το λεκτικό του άρθρου ότι η δικαιοδοσία αφορά στην επίλυση νομικών θεμάτων. Τα νομικά αυτά θέματα πρέπει να προκύπτουν από την απόφαση του Εφετείου. Περαιτέρω, τα νομικά αυτά θέματα πρέπει να συναρτώνται:
- με τη διαφοροποίηση πάγιας νομολογίας, ή
- με την ανάγκη ορθής ερμηνείας, είτε πρωτογενούς είτε δευτερογενούς ουσιαστικής νομοθετικής διατάξεως, ή
- με μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος, ή
- ζήτημα γενικής δημόσιας σημασίας, ή
- ζήτημα συνοχής του δικαίου επί συγκρουομένων ή αντιφατικών αποφάσεων του Εφετείου.
Και η αίτηση για άδεια πρέπει να προσδιορίζει σαφώς τα νομικά αυτά θέματα και επίσης να προσδιορίζει τους πλήρεις λόγους και τα αναγκαία στοιχεία που υποστηρίζουν το αίτημα.»
Η πρώτη επιφύλαξη του Άρθρου 9(3)(γ) του Νόμου απαιτεί όπως η αίτηση προσδιορίζει σαφώς τα Νομικά Θέματα που προκύπτουν από την Απόφαση του Εφετείου, καθώς επίσης τους πλήρεις λόγους και τα αναγκαία στοιχεία που τα υποστηρίζουν. Τα πιο πάνω δε σε άμεση αντιπαραβολή και συνάρτηση με τους συγκεκριμένους και αυστηρά προσδιορισμένους λόγους που προβάλλονται στο εν λόγω Άρθρο.
Στην Έκθεση Νομικών Θεμάτων που επισυνάπτεται στην Αίτηση για άδεια καταγράφονται τέσσερα «Νομικά Ζητήματα», τα οποία συνοδεύονται από αιτιολογία. Κρίνεται σκόπιμη η μεταφορά των εν λόγω Νομικών Ζητημάτων αυτούσια, χωρίς την αιτιολογία που τα συνοδεύει, την οποία βεβαίως έχουμε μελετήσει.
«1ο ΝΟΜΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ:
Κατά πόσον η ύπαρξη δικαιοδοσίας για εκδίκαση αγωγής στη βάση του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/12 και/ή της Δ.6, Θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αποκλείει τη δυνατότητα έγερσης από τους Εναγόμενους και εξέτασης από το Δικαστήριο, στα πλαίσια αίτησης για παραμερισμό της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος, των διαταγμάτων με τα οποία επιτράπηκε η επίδοση του εκτός δικαιοδοσίας καθώς και της αγωγής, οποιουδήποτε άλλου ζητήματος το οποίο άπτεται της θεμελίωσης εκ πρώτης όψεως καλής αιτίας αγωγής εναντίον των Εναγόμενων.»
«2ο ΝΟΜΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ:
Κατά πόσο όταν εγείρεται ενώπιον Κυπριακού Δικαστηρίου, παράγωγη αγωγή (derivative action) εκ μέρους αλλοδαπής εταιρείας, η ύπαρξη νομιμοποιητικής ικανότητας (locus standi) για την προώθηση της παράγωγης αγωγής, πρέπει να εξετάζεται από το Κυπριακό δικαστήριο ενώπιον του οποίου εγείρεται η παράγωγη αγωγή, αποκλειστικά στη βάση του αλλοδαπού δικαίου της δικαιοδοσίας όπου κατοικοεδρεύει η εν λόγω αλλοδαπή εταιρεία στην βάση της αρχής του “lex incorporationis” (το δίκαιο της χώρας σύστασης).»
«3ο ΝΟΜΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ:
Κατά πόσο όταν εγείρεται ενώπιον Κυπριακού Δικαστηρίου, απαίτηση εναντίον ενδιάμεσου παραλήπτη (interim receiver) που διορίσθηκε από αλλοδαπό δικαστήριο με διάταγμα δικαστηρίου, για ενέργειες και/ή πράξεις που έλαβε στα πλαίσια ενάσκησης των καθηκόντων του ως ενδιάμεσος παραλήπτης και/ή για ενέργειες και/ή πράξεις που εκτέλεσε στα πλαίσια εξουσιοδότησης και/ή απόφασης του εν λόγω αλλοδαπού δικαστηρίου, η δυνατότητα έγερσης και/ή προώθησης τέτοιας απαίτησης, πρέπει να εξετάζεται από το Κυπριακό δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η απαίτηση, στη βάση του αλλοδαπού δικαίου της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου το οποίο διόρισε τον ενδιάμεσο παραλήπτη.»
«4ο ΝΟΜΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ:
Κατά πόσον, στα πλαίσια απαίτησης η οποία καταχωρίζεται στην Κύπρο εναντίον ενδιάμεσου παραλήπτη ο οποίος διορίζεται από αλλοδαπό Δικαστήριο για ενέργειες και/ή πράξεις που έλαβε στα πλαίσια ενάσκησης των καθηκόντων του ως ενδιάμεσος παραλήπτης και/ή για ενέργειες και/ή πράξεις που εκτέλεσε στα πλαίσια εξουσιοδότησης και/ή απόφασης του εν λόγω αλλοδαπού δικαστηρίου, είναι σχετικό ως προς την θεμελίωση εκ πρώτης όψεως καλής αιτίας αγωγής, το κατά πόσον είχε ληφθεί από τον Ενάγοντα άδεια, από το διορίζον Δικαστήριο, για έγερση απαίτησης εναντίον του ενδιάμεσου παραλήπτη στην Κύπρο, όταν τέτοια άδεια απαιτείται με βάση το δίκαιο της χώρας του διορίζοντος Δικαστηρίου.»
Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο στοιχειοθετούνται οι προϋποθέσεις παροχής άδειας στη βάση του Άρθρου 9(3)(γ) του Νόμου. Έχουμε προς τούτο μελετήσει με προσοχή τόσο το περιεχόμενο της πρωτόδικης Απόφασης, όσο και της εφετειακής απόφασης, υπό το φως των όσων εκτίθενται στην Έκθεση Νομικών Θεμάτων και στους λόγους για τους οποίους, κατά την Αιτήτρια, θα πρέπει να χορηγηθεί η αιτούμενη άδεια. Λάβαμε επίσης υπόψη τις θέσεις, αναφορές και εισηγήσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των δύο πλευρών, όπως αυτές προωθήθηκαν μέσω των Γραπτών τους Αγορεύσεων.
Εν πρώτοις σε ό,τι αφορά το «1ο Νομικό Ζήτημα» θα πρέπει να επισημανθεί πως τούτο δεν προκύπτει από την Εφετειακή Απόφαση. Το Εφετείο στην Απόφαση του, αφού σημείωσε το γεγονός της μη προσβολής ουσιώδους συμπεράσματος του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι είχε δικαιοδοσία επί της υπόθεσης στη βάση του Ευρωπαϊκού Κανονισμού ΕΚ1215/2012, κατέληξε ότι, υπό αυτά τα δεδομένα, η Έφεση καθίστατο αλυσιτελής και, συνεπώς, απορριπτέα. Τούτο φαίνεται, εμμέσως πλην σαφώς, να αναγνωρίζεται και από την ίδια την Αιτήτρια η οποία, στο πλαίσιο αιτιολογίας του πιο πάνω «Νομικού Ζητήματος», αναφέρεται στο τι πραγματικά αποφασίστηκε από το Εφετείο προεκτείνοντας, ωστόσο, στη συνέχεια, το τι «ουσιαστικά» κρίθηκε από το Εφετείο σε ό,τι αφορά το εν λόγω «Νομικό Ζήτημα». Επαναλαμβάνουμε πως το Εφετείο πουθενά στην Απόφαση του δεν αποφάσισε πως η ύπαρξη δικαιοδοσίας στη βάση του ΕΚ1215/2012 και της Δ.6, θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ως ίσχυαν τότε, απέκλειε τη δυνατότητα, στο πλαίσιο αίτησης παραμερισμού, έγερσης από τους Εναγόμενους και εξέτασης από το Δικαστήριο οποιουδήποτε άλλου ζητήματος το οποίο άπτετο της θεμελίωσης εκ πρώτης όψεως καλής αιτίας αγωγής εναντίον των Εναγομένων.
Οι πρόνοιες του Άρθρου 9(3)(γ) του Νόμου είναι σαφείς. Προαπαιτούμενο για σκοπούς ενεργοποίησης τους είναι τα νομικά θέματα να προκύπτουν από την Απόφαση του Εφετείου.
Στη υπόθεση PSJC National Bank Trust, Αρ. Αίτησης 20/2024, ημερ. 28/1/2025, εξηγήθηκε ότι:
«Για να διαπιστωθεί ότι ένα νομικό θέμα προκύπτει από την απόφαση του Εφετείου, δεν είναι απαραίτητο να απετέλεσε λόγο έφεσης. Η σχετική προϋπόθεση αναφέρεται στην απόφαση του Εφετείου και όχι στην απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Εκείνο που δεν μπορεί να επιτραπεί είναι να εγείρεται, ως νομικό θέμα που προκύπτει από την απόφαση του Εφετείου, ζήτημα που θα μπορούσε να αποτελέσει λόγο έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης, δεν ηγέρθηκε με την ειδοποίηση έφεσης και δεν απασχόλησε το Εφετείο κατά τρόπο ώστε να συνιστά πτυχή του λόγου της εφετειακής απόφασης. Κάτι τέτοιο, εφόσον επιτρεπόταν, θα συνιστούσε δεύτερη ευκαιρία προσβολής της πρωτόδικης απόφασης, δυνατότητα που δεν καλύπτεται από τη σχετική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου.»
Είναι, συνεπώς, η κατάληξη μας πως ζήτημα όπως το «1ο Νομικό Ζήτημα» δεν προκύπτει από την Απόφαση του Εφετείου.
Σε ό,τι αφορά το «3ο Νομικό Ζήτημα», καθώς και το «4ο Νομικό Ζήτημα», είναι σημαντικό εξαρχής να διευκρινισθεί ότι, ως είχε διαπιστωθεί με βάση το Κλητήριο Ένταλμα, ο Εναγόμενος 8, ο οποίος, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, είναι ενδιάμεσος παραλήπτης, ενάγετο από τους Ενάγοντες υπό την προσωπική του ιδιότητα και του καταλογίζετο η συμμετοχή σε αστικά αδικήματα, κυρίως αυτά της απάτης και της συνωμοσίας, που διαπράχθηκαν εν όλω ή εν μέρει στην Κύπρο και με Κύπριους εναγόμενους. Ενάγετο, δηλαδή, για αδικοπραξίες που συντελέστηκαν στο έδαφος της Κύπρου και τις οποίες φέρεται να είχε διαπράξει ο ίδιος. Δεν ενάγετο, επομένως, υπό οποιαδήποτε επίσημη ή αντιπροσωπευτική ιδιότητα ώστε να τίθεται στο προσκήνιο η ιδιότητα αξιωματούχου στη χώρα του. Όπως δε επισημάνθηκε από το Εφετείο στην Απόφαση του:
«Ο Eναγόμενος 8 ξεκάθαρα ενάγεται για αδικοπραξίες που του καταλογίζεται ότι διέπραξε ο ίδιος και συντελέστηκαν στο έδαφος της Κύπρου. Δεν απολαμβάνει οποιοδήποτε προνόμιο σε σχέση με τα αστικά αδικήματα που του προσάπτονται, τα οποία δεν έχουν σχέση με την εκ μέρους του άσκηση οποιασδήποτε κρατικής εξουσίας. Έτσι, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τις σχετικές αιτήσεις εκ μέρους των αιτητών ως ανεδαφικές και μη συνάδουσες με τα γεγονότα της υπόθεσης, ως αυτά παρουσιάζονται από πλευράς των Καθ' ων η Αίτηση.»
Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό πως η εξέταση των ζητημάτων είχε γίνει πριν την ολοκλήρωση της δικογραφίας, εφόσον μόνο το Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα είχε καταχωριστεί.
Δεδομένων των πιο πάνω, η διατύπωση του 3ου Νομικού Ζητήματος δεν συνάδει με ό,τι είχε τεθεί προς εξέταση ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου και στη συνέχεια ενώπιον του Εφετείου. Στο πιο πάνω αναφερόμενο «Νομικό Ζήτημα» γίνεται αναφορά σε ενδιάμεσο παραλήπτη που διορίστηκε από αλλοδαπό Δικαστήριο «για ενέργειες και/ή πράξεις που έλαβε στα πλαίσια ενάσκησης των καθηκόντων του ως ενδιάμεσος παραλήπτης και/ή για ενέργειες και/ή πράξεις που εκτέλεσε στα πλαίσια εξουσιοδότησης και/ή απόφασης του εν λόγω αλλοδαπού δικαστηρίου». Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με το 4ο Νομικό Ζήτημα εφόσον αυτό διατυπώνεται κατά τρόπο που και αυτό να αναφέρεται σε απαίτηση εναντίον ενδιάμεσου παραλήπτη, ο οποίος διορίζεται από αλλοδαπό Δικαστήριο, «για ενέργειες και/ή πράξεις που έλαβε στα πλαίσια ενάσκησης των καθηκόντων του ως ενδιάμεσος παραλήπτης και/ή για ενέργειες και/ή πράξεις που εκτέλεσε στα πλαίσια εξουσιοδότησης και/ή απόφασης του εν λόγω αλλοδαπού δικαστηρίου».
Στη βάση των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω, καταλήγουμε ότι ζήτημα όπως το «3ο Νομικό Ζήτημα» και το «4ο Νομικό Ζήτημα» δεν προκύπτει από την Απόφαση του Εφετείου.
Σε ό,τι αφορά το «2ο Νομικό Ζήτημα» όπως τούτο έχει διατυπωθεί, ούτε και αυτό συνάδει με ό,τι είχε τεθεί προς εξέταση ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου και στη συνέχεια ενώπιον του Εφετείου. Όπως προέκυψε, δεδομένου ότι δεν είχαν ακόμη ανταλλαγεί δικόγραφα, οι ισχυρισμοί των Εναγόντων στην υπόθεση περιστρέφονταν γύρω από μια απάτη και συνωμοσία που είχε ως αποτέλεσμα την υπεξαίρεση της περιουσίας των Εναγομένων 2, μιας κυπριακής εταιρείας, με αποτέλεσμα η χώρα στην οποία είχε επέλθει η ζημιά να είναι η Κύπρος. Αυτό ήταν το ζήτημα που απασχόλησε στην υπόθεση στο πλαίσιο εξέτασης των αιτήσεων παραμερισμού πρωτόδικα και κατ’ έφεση. Δεδομένης δε της ιδιότητας της χώρας μας ως κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για το ζήτημα του εφαρμοστέου δικαίου αναφορικά με τις εξωσυμβατικές ενοχές αναφορά έγινε τόσο πρωτοδίκως όσο και κατ’ έφεση στο Άρθρο 4 του Κανονισμού ΕΚ864/2007 (Ρώμη ΙΙ)[1].
Κατά συνέπεια, το Εφετείο δεν είχε να εξετάσει το ζήτημα όπως αυτό τέθηκε μέσω του «2ου Νομικού Ζητήματος», αλλά το κατά πόσο για να απευθυνθεί ένας διάδικος στο Κυπριακό Δικαστήριο και να παραπονεθεί για αδικοπραξίες που συνέβησαν στην Κύπρο θα έπρεπε να πάρει την άδεια του Δικαστηρίου μιας χώρας με την οποία δεν είχε οποιαδήποτε σχέση.
Επομένως ούτε αυτό το ζήτημα προκύπτει από την Απόφαση του Εφετείου.
Ως αποτέλεσμα των όσων πιο πάνω αναφέρθηκαν, είναι η κατάληξη μας ότι δεν τεκμηριώθηκαν οι προϋποθέσεις παροχής άδειας για σκοπούς ενεργοποίησης της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη βάση του Άρθρου 9(3)(γ) του Νόμου.
Η Αίτηση απορρίπτεται.
Επιδικάζονται έξοδα €1.000, πλέον Φ.Π.Α. αν υπάρχει, εις βάρος της Αιτήτριας.
Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.
Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.
Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Δ.
[1] Το εφαρμοστέο δίκαιο επί εξωσυμβατικής ενοχής η οποία απορρέει από αδικοπραξία είναι το δίκαιο της χώρας στην οποία επέρχεται η ζημία, ανεξαρτήτως της χώρας στην οποία έλαβε χώρα το ζημιογόνο γεγονός καθώς και της χώρας ή των χωρών στις οποίες το εν λόγω γεγονός παράγει έμμεσα αποτελέσματα, εκτός αν ορίζεται άλλως στον παρόντα κανονισμό.
2. Ωστόσο, αν ο φερόμενος ως υπαίτιος και ο ζημιωθείς έχουν, κατά τον χρόνο επέλευσης της ζημίας, τη συνήθη διαμονή τους στην ίδια χώρα, εφαρμόζεται το δίκαιο της χώρας αυτής.
3. Εάν, από το σύνολο των περιστάσεων, συνάγεται ότι η αδικοπραξία εμφανίζει προδήλως στενότερο δεσμό με χώρα άλλη από εκείνη που ορίζεται στις παραγράφους 1 ή 2, εφαρμόζεται το δίκαιο της χώρας αυτής. Ο προδήλως στενότερος δεσμός με άλλη χώρα μπορεί να βασίζεται ιδίως σε προϋπάρχουσα σχέση μεταξύ των μερών, όπως σύμβαση, η οποία συνδέεται στενά με την εν λόγω αδικοπραξία.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο