ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ. 452/2017)
12 Μαρτίου, 2026
[ΜΑΛΑΧΤΟΣ, ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, ΕΦΡΑΙΜ, Δ/στές]
ΧΑΡΗΣ ΚΥΝΗΓΟΣ
Εφεσείων,
v.
1. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗ
2. ΛΟΥΚΙΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΟΥ
3. ΕΥΕΛΘΟΝΤΟΣ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ
Εφεσίβλητων.
...................
Θ. Ανδρέου, για Θεοφάνης Ανδρέου & Συνεργάτες, για τον Εφεσείοντα.
Ρ. Ιάσoνος (κα) και Μ. Μενελάου, για Λ. Παπαφιλίππου & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσίβλητους 1 και 2.
Σ. Κόκκινος`, για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσίβλητο 3.
ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Εφραίμ, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΕΦΡΑΙΜ, Δ.: Η παρούσα Έφεση στρέφεται κατά της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με την οποία ο Εφεσίβλητος 3 και ο Εφεσείων (εναγόμενοι 1 και 2 στην αγωγή) κρίθηκαν υπεύθυνοι κατά 50% έκαστος για το τροχαίο δυστύχημα το οποίο επεσυνέβη με εμπλεκόμενα τα οχήματα που οδηγούσαν ο Εφεσίβλητος 3, o Εφεσείων και ο Εφεσίβλητος 1. Έτσι το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε ανάλογη απόφαση εναντίον τους για γενικές και ειδικές αποζημιώσεις υπέρ του Εφεσίβλητου 1 και της συνοδηγού συζύγου του, Εφεσίβλητης 2 (εναγόντων στην αγωγή).
Ο Εφεσίβλητος 1 οδηγούσε το όχημα του με συνοδηγό την Εφεσίβλητη 2, στον παρακαμπτήριο δρόμο Τσερίου. Ο Εφεσίβλητος 3 οδηγούσε το όχημα του στον ίδιο δρόμο με αντίθετη κατεύθυνση και προσέκρουσε στο προπορευόμενο του όχημα το οποίο οδηγείτο από τον Εφεσείοντα. Μετά τη σύγκρουση, το όχημα του Εφεσείοντα κινήθηκε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και προσέκρουσε στο όχημα που οδηγείτο κανονικά στην πορεία του από τον Εφεσίβλητο 1, τραυματίζοντας αυτόν και την Εφεσίβλητη 2.
Αυτή ήταν και η δικογραφημένη εκδοχή των Εφεσίβλητων 1 και 2, καθώς επίσης και του Εφεσείοντα. Οι Εφεσίβλητοι 1 και 2 επέρριπταν την ευθύνη στον Εφεσίβλητο 3 και στον Εφεσείοντα, ενώ ο Εφεσείων μόνο στον Εφεσίβλητο 3. Η δικογραφημένη θέση του Εφεσίβλητου 3 ήταν πως ενώ οδηγούσε κανονικά στην πορεία του και ο Εφεσείων προπορευόταν του οχήματος του, ο τελευταίος ανέπτυξε ταχύτητα επιχειρώντας να προσπεράσει άγνωστο προπορευόμενο όχημα και μπήκε στην αντίθετη λωρίδα χωρίς να δει το όχημα του Εφεσίβλητου 1, και στην προσπάθεια του να εισέλθει ξανά στην αριστερή λωρίδα μπροστά από το όχημα του Εφεσίβλητου 3, έστριψε απότομα με αποτέλεσμα να φράξει την πορεία του τελευταίου και να προκαλέσει δυστύχημα.
Κατά την ακρόαση της αγωγής, για τους Εφεσίβλητους 1 και 2 κατέθεσαν η Γ./Αστ. 3689, Μ.Ε.1, η οποία κλήθηκε στη σκηνή και ετοίμασε σχεδιάγραμμα. Ακολούθως έδωσαν μαρτυρία οι Εφεσίβλητοι 1 και 2, ο Εφεσίβλητος 3 και για την πλευρά του, υπάλληλος στο Τμήμα Νομικών Υπηρεσιών και Απαιτήσεων στις Γενικές Ασφάλειες της Τράπεζας Κύπρου, Μ.Υ.2, και τέλος ο Εφεσείων.
Όταν η Γ./Αστ. έφθασε στη σκηνή, βρήκε τα οχήματα στην τελική τους θέση, όμως οι εμπλεκόμενοι οδηγοί ήταν απόντες. Σύμφωνα με το σχεδιάγραμμα το οποίο ετοίμασε, το σημείο της πρώτης σύγκρουσης «Χ» απέχει 5.10 μέτρα από τη δεξιά πλευρά του δρόμου σε σχέση με την πορεία των δύο εμπλεκόμενων οχημάτων, το πλάτος του οποίου ήταν 7.40 μέτρα και βρίσκεται στη λωρίδα όπου κινούντο τα δύο, πιο κοντά στην αντίθετη λωρίδα. Το σημείο της δεύτερης σύγκρουσης «Χ1» βρίσκεται στη λωρίδα όπου κινείτο το όχημα του Εφεσίβλητου 1 και απέχει 1.90 μέτρα από την αριστερή πλευρά του δρόμου σε σχέση με την πορεία του. Σύμφωνα με τη Μ.Ε.1, οι ζημιές στο όχημα του Εφεσίβλητου 3 βρίσκονταν στο μπροστινό δεξιό μέρος του προφυλακτήρα και στο φτερό του, στο όχημα του Εφεσείοντα στο μπροστινό ολόκληρο μέρος και στο πίσω αριστερό μέρος του προφυλακτήρα, και στο όχημα του Εφεσίβλητου 1 στο μπροστινό δεξιό μέρος.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε αξιόπιστους τους Εφεσίβλητους 1 και 2 και τον Εφεσίβλητο 3 και απέρριψε τη μαρτυρία του Εφεσείοντα. Έτσι κατέληξε πως οι συνθήκες της πρώτης σύγκρουσης είχαν ως η περιγραφή του Εφεσίβλητου 3, ήτοι πως ο Εφεσείων όντως προσπάθησε να προσπεράσει προπορευόμενο του όχημα και στην προσπάθεια του να εισέλθει πίσω στη λωρίδα του ο Εφεσίβλητος 3 συγκρούστηκε με το όχημα του Εφεσείοντα. Μετά την πρώτη σύγκρουση, το όχημα του Εφεσείοντα κινήθηκε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και συγκρούστηκε με το όχημα που οδηγούσε ο Εφεσίβλητος 1 κανονικά στη λωρίδα του.
Με πέντε λόγους έφεσης (ο έκτος απεσύρθη κατά την ακρόαση της Έφεσης) ο Εφεσείων βασικά αμφισβητεί την ορθότητα της αξιολόγησης της μαρτυρίας από το πρωτόδικο Δικαστήριο και συνακόλουθα των ευρημάτων του επί των γεγονότων ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος και της κατάληξης του αναφορικά με τον καταμερισμό της ευθύνης.
Λόγω της συνάφειας όλων των λόγων έφεσης, αυτοί θα εξεταστούν μαζί.
Είναι πάγια νομολογημένο ότι το Εφετείο επεμβαίνει μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις στον τρόπο αξιολόγησης της μαρτυρίας από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Όπως έχει τονιστεί, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις S.K. Masters Developments Ltd v. Κυρατζής κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. 49/2015, ημερ. 22.6.2023, ECLI:CY:AD:2023:A215, και Baloise Ins. Co. Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά. (2008) 1(Β) Α.Α.Δ. 1275, η αξιολόγηση της μαρτυρίας ανήκει στο πρωτόδικο Δικαστήριο το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Εφετείο επεμβαίνει μόνο όταν τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι εξ αντικειμένου ανυπόστατα, παράλογα ή αυθαίρετα. Περαιτέρω, το Εφετείο επεμβαίνει εκεί όπου τα ευρήματα γεγονότων δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία που το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει αποδεχθεί ως αξιόπιστη.
Είναι επίσης νομολογιακά αναγνωρισμένο ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας διενεργείται σφαιρικά και όχι μικροσκοπικά και αποσπασματικά και ότι αντιφάσεις σε επουσιώδη ζητήματα δεν καθιστούν δίχως άλλο τη μαρτυρία αναξιόπιστη (βλ. Χατζηγιάννη v. Pitsillides Τrading Co Ltd κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. 341/2014, ημερ. 22.5.2023, ECLI:CY:AD:2023:A177, Αδάμου, ως Διαχειρίστριας της Περιουσίας του Αποβιώσαντος Αδάμου Κυριάκου v. Γεωργίου, Πολ. Έφ. Αρ. 68/2014, ημερ. 30.9.2021, ECLI:CY:AD:2021:A435, O’Dwyer κ.ά. v. Χριστόφορος Καραγιαννάς & Υιός Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. 435/2012, ημερ. 21.2.2020, ECLI:CY:AD:2020:A70 και Παπακόκκινου κ.ά. v. Σμυρλή κ.ά. (2001) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1653).
Το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε τη μαρτυρία των Εφεσίβλητων 1 και 2 καθότι δεν εντόπισε «ουσιώδεις αντιφάσεις στη μαρτυρία» τους «σε σχέση με την αρχική τους εκδοχή», δεν παρατήρησε αντιφάσεις μεταξύ της μαρτυρίας τους και «η εκδοχή τους για την αιτία του ατυχήματος συγκλίνει με την πραγματική μαρτυρία». Η αρχική τους εκδοχή καταγράφεται στις καταθέσεις που έδωσαν στην Αστυνομία. Τόσο στην κατάθεση του όσο και κατά την προφορική του μαρτυρία ο Εφεσίβλητος 1 ανέφερε ότι ενώ οδηγούσε το όχημα κανονικά στη λωρίδα του, είδε στη δεξιά αντίθετη λωρίδα ένα όχημα να κτυπά στο πίσω μέρος του προπορευόμενου αυτοκινήτου και στη συνέχεια το τελευταίο αυτοκίνητο να εισέρχεται στη δική του λωρίδα και να κτυπά στο μπροστινό δεξιό μέρος του δικού του οχήματος. Είδε την πρώτη σύγκρουση σε απόσταση 10 μέτρων από το σημείο που βρισκόταν. Στη δική της κατάθεση και κατά την προφορική της μαρτυρία η Εφεσίβλητη 2 ανέφερε πως το μόνο που είδε ήταν ξαφνικά ένα αυτοκίνητο να βρίσκεται μπροστά τους και να κτυπά το δικό τους αυτοκίνητο. Και οι δύο αυτοί μάρτυρες, κατά την προφορική τους μαρτυρία, ήταν κατηγορηματικοί ότι ο δρόμος μπροστά τους ήταν καθαρός και είχαν αρκετή ορατότητα και δεν είδαν το όχημα του Εφεσείοντα να προσπερνά άλλο όχημα, παρά μόνο την πρώτη σύγκρουση και ακολούθως τη δεύτερη.
Ο Εφεσίβλητος 1 συμφώνησε με το σχεδιάγραμμα και συγκεκριμένα με τα δύο σημεία σύγκρουσης και τις τελικές θέσεις των εμπλεκόμενων οχημάτων ενώ η Εφεσίβλητη 2 συμφώνησε μόνο με την τελική θέση του δικού τους οχήματος, όμως δεν μπορούσε να εκφέρει άποψη για τις τελικές θέσεις των άλλων δύο οχημάτων.
Η Γ./Αστ. δεν εντόπισε ίχνη τροχοπέδησης και δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει γιατί κατέληξε ότι τα σημεία σύγκρουσης ήταν εκεί που τα σημείωσε, αδυνατώντας να προσδιορίσει τα ίχνη που βρήκε στη σκηνή, στα οποία αναφέρεται στην έκθεση της, και την οδήγησαν σε αυτό το συμπέρασμα. Δέχθηκε πως το σημείο της πρώτης σύγκρουσης θα μπορούσε να ήταν πιο αριστερά, μη αποκλείοντας το όχημα του Εφεσίβλητου 3 κατά τον χρόνο της σύγκρουσης να ήταν δεξιότερα της λωρίδας κυκλοφορίας. Η ίδια δεν απέκλεισε την εκδοχή του Εφεσίβλητου 3 ότι ο Εφεσείων προσπάθησε να προσπεράσει προπορευόμενο του όχημα και ακολούθως να επανέλθει στη λωρίδα του.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε ως ορθό το σημείο της πρώτης σύγκρουσης όπως το σημείωσε η μάρτυρας επειδή οι τρεις εμπλεκόμενοι οδηγοί συμφώνησαν με αυτό. Παράλληλα, όμως, δεν ικανοποιήθηκε ότι η Γ./Αστ. προέβη σε ενδελεχή και ολοκληρωμένη έρευνα αναφορικά με τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος και την αιτία των δύο συγκρούσεων, εξού και δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης τα οποία η μάρτυρας δεν σημείωσε. Περαιτέρω, πριν από την αποδοχή των δύο σημείων σύγκρουσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν απασχόλησε καθόλου το γεγονός ότι η ίδια η Γ./Αστ. δεν ήταν βέβαιη για το σημείο της πρώτης σύγκρουσης και δεν μπορούσε να αποκλείσει αυτό να βρισκόταν λίγο πιο αριστερά σε σχέση με την πορεία των δύο εμπλεκόμενων οχημάτων. Ούτε και το γεγονός ότι ο Εφεσίβλητος 3 δεν συμφώνησε με το σημείο της δεύτερης σύγκρουσης, θεωρώντας ότι αυτό πρέπει να ήταν στο μέσο του δρόμου. Εξέλαβε ως ορθά τα δύο σημεία σύγκρουσης, τα οποία όμως ενδεχομένως να διαφοροποιούνταν αν πράγματι υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης, την ύπαρξη των οποίων το ίδιο το Δικαστήριο δεν απέκλεισε.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέπεμψε στην πραγματική μαρτυρία ως οδηγό για την αξιοπιστία των μαρτύρων. Τέτοια θεώρησε τις ζημιές και την τελική θέση των οχημάτων, το σημείο της πρώτης σύγκρουσης και το γεγονός ότι η δεύτερη σύγκρουση ήταν πιο σφοδρή από την πρώτη.
Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Φιντανάκης v. Αστυνομίας (2014) 2(Β) Α.Α.Δ. 695, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Χατζηελευθερίου v. Κανάρη, Πολ. Έφεση Αρ. 233/2021, ημερ. 27.6.2022, η πραγματική μαρτυρία, συνιστάμενη από αναμφισβήτητα στοιχεία απόδειξης, μεταφέρει κατά τρόπο αντικειμενικό, επιδεχόμενη, έτσι, και την ελάχιστη ερμηνεία, την εικόνα στη σκηνή, αποκαλυπτική της φάσης η οποία έχει εξελιχτεί και η οποία έχει καταλήξει στη σύγκρουση των ενεχομένων οχημάτων σε τροχαίο δυστύχημα. Η πραγματική μαρτυρία συνιστά αμετάκλητο οδηγό του οδικού ατυχήματος που ιχνηλατεί τα περιστατικά του και μπορεί να αποτελέσει οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας και της ακρίβειας της μαρτυρίας που διαφωτίζει ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος. Η σημασία της πραγματικής μαρτυρίας για τη διαπίστωση των συνθηκών του οδικού δυστυχήματος εξηγείται σε μεγάλο αριθμό αποφάσεων (βλ. μεταξύ άλλων, Κονναρή v. Κυριάκου (1996) 1(Α) Α.Α.Δ. 267, Derek Knell v. Αστυνομίας (1994) 2 Α.Α.Δ. 51 και Ioannides κ.ά. v. Kyriacou (1988) 1 C.L.R. 639). Είναι δε αυτονόητο ότι η σημασία της ποικίλλει ανάλογα με τον βαθμό στον οποίο διαφωτίζει ως προς τα ουσιώδη γεγονότα Αν η πραγματική μαρτυρία είναι ουδέτερη ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος, δεν μπορεί, όπως αναφέρθηκε στην Ευαγγέλου v. Γιαννακού (1992) 1(Β) Α.Α.Δ. 1243, να βοηθήσει ουσιωδώς στην αξιολόγηση της μαρτυρίας για τα γεγονότα που περιστοιχίζουν το δυστύχημα.
Οι ζημιές, η σφοδρότητα των συγκρούσεων και η τελική θέση των οχημάτων παρέμεινε αδιαμφισβήτητη και πράγματι αποτελεί πραγματική μαρτυρία. Εντούτοις το σημείο της πρώτης σύγκρουσης δεν αποτελούσε πραγματική μαρτυρία. Αυτό αφορούσε συμπέρασμα και διαπίστωση η οποία προέκυπτε από ένα συνδυασμό των ευρημάτων, των γνώσεων και της αντίληψης του κάθε μάρτυρα, επομένως δεν μπορούσε να αποτελεί μέρος της πραγματικής μαρτυρίας η οποία λήφθηκε υπόψη από το πρωτόδικο Δικαστήριο ως οδηγό για την αξιοπιστία των μαρτύρων. Άλλωστε, υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας και των διαπιστώσεων του ίδιου του πρωτόδικου Δικαστηρίου, όπως εξηγείται ανωτέρω, η αποδοχή του σημείου της πρώτης σύγκρουσης, όπως σημειώθηκε από τη Γ./Αστ., ήταν ακροσφαλής.
Η υπάλληλος της Ασφαλιστικής κατέθεσε έκθεση λειτουργού παροχής βοήθειας Rescueline η οποία ετοιμάστηκε και καταχωρίστηκε στο ηλεκτρονικό σύστημα των Γενικών Ασφαλειών της Τράπεζας Κύπρου κατά τον χρόνο του δυστυχήματος. Ο λειτουργός που ετοίμασε την έκθεση απεβίωσε, εξού και κατατέθηκε από την εν λόγω μάρτυρα.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε το κατά πόσο θα έδιδε οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτή την έκθεση ως εξ ακοής μαρτυρία, με βάση το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε πως δεν θα βασιζόταν στην έκθεση για να καταλήξει «σε θετικές διαπιστώσεις επί των γεγονότων», εντούτοις έκρινε ότι «η παρουσίαση της προσθέτει και διευκολύνει την αξιολόγηση της μαρτυρίας» από το Δικαστήριο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αναφορές στην έκθεση πως υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης εννέα μέτρων πριν από το σημείο της πρώτης σύγκρουσης και πως υπήρχε δήλωση αυτόπτη μάρτυρα στη σκηνή ότι είδε από το καθρεφτάκι του το όχημα του Εφεσείοντα που επιχείρησε να προσπεράσει. Παρόλο που το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τη μαρτυρία της Γ./Αστ. καθότι αυτή είχε προβεί σε ελλιπή διερεύνηση των συνθηκών του δυστυχήματος και δεν προσπάθησε να εξασφαλίσει άλλη μαρτυρία ως προς αυτές, εντούτοις από τη μια καταλήγει πως δεν μπορεί να αποκλείσει να υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης για να συνεχίσει πως δεν μπορεί να προβεί σε θετικό συμπέρασμα επί τούτου, αλλά αναφέρει ταυτόχρονα πως «η έκθεση του λειτουργού της ασφάλειας με έχει βοηθήσει να καταλήξω στη δική μου διαπίστωση ότι τα πραγματικά ευρήματα του δυστυχήματος δεν ταιριάζουν με την εκδοχή των γεγονότων» που προέβαλε ο Εφεσείων.
Βασικά το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τη μαρτυρία του Εφεσείοντα με βάση το περιεχόμενο της έκθεσης (η οποία δεν έγινε δεκτή ως προς το περιεχόμενο της) και την πραγματική μαρτυρία (επικαλούμενο μαρτυρία που δεν ήταν αδιαμφισβήτητη), καθιστώντας έτσι αυτή την κατάληξη ακροσφαλή. Επίσης, ενώ κατέληξε ότι η έκθεση δεν αποτελούσε μαρτυρία την οποία μπορούσε να λάβει υπόψη για να καταλήξει σε όποια ευρήματα του, εντούτοις φαίνεται ότι τελικώς κατέληξε σε ευρήματα με βάση το περιεχόμενο αυτής. Ενώ δεν απέκλεισε να υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης τα οποία η Γ./Αστ. δεν εντόπισε και δήλωσε αδυναμία να προβεί σε τέτοιο εύρημα, ταυτόχρονα έλαβε υπόψη το περιεχόμενο της έκθεσης η οποία ομιλεί για ίχνη τροχοπέδησης. Με άλλα λόγια, κατά την αξιολόγηση, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν κατέληξε στο κατά πόσο τελικώς υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης και επιπλέον έλαβε υπόψη μαρτυρία την οποία το ίδιο έκρινε πως δεν είχε οποιαδήποτε βαρύτητα, οδηγώντας το έτσι σε ακροσφαλή συμπεράσματα ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων.
Κατά την αξιολόγηση του Εφεσίβλητου 3, το πρωτόδικο Δικαστήριο επεσήμανε ότι αφενός αυτός έδωσε «λίγο διαφορετική» εκδοχή των γεγονότων στην αστυνομική του κατάθεση σε σχέση με την προφορική του μαρτυρία και αφετέρου είχε παραλείψει να αναφέρει για το προπορευόμενο του όχημα, τα ίχνη τροχοπέδησης και τον αυτόπτη μάρτυρα, θεωρώντας ότι πρόκειται για «επί μέρους αντιφάσεις» και «μόνο παραλείψεις», οι οποίες δεν επηρέαζαν την ουσία της εκδοχής του ότι ο Εφεσείων προσπάθησε να προσπεράσει το όχημα του Εφεσίβλητου 3 πριν την πρώτη σύγκρουση.
Προφανώς και είναι διαφορετικό κάποιος να προβαίνει σε αντίθετους ισχυρισμούς με την κατάθεση του και κάποιος απλώς να παραλείπει ισχυρισμούς, όμως οι ισχυρισμοί οι οποίοι δεν αναφέρθηκαν από τον Εφεσίβλητο 3 φαίνεται να αφορούσαν σε ουσιώδη σημεία για τις συνθήκες του δυστυχήματος που όφειλαν να απασχολούσαν και προβλημάτιζαν το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφορικά με την αξιοπιστία του. Στην κατάθεση του ανέφερε ότι εμπόδιο στην ορατότητα του ήταν ο ήλιος, ενώ στη μαρτυρία του ανέφερε ότι δεν είχε ορατότητα απέναντι λόγω του προπορευόμενου οχήματος του που ήταν ψηλό. Στην κατάθεση του ανέφερε ότι όταν ο Εφεσείων προσπάθησε να επανέλθει στη λωρίδα του, η απόσταση του Εφεσίβλητου 3 από το προπορευόμενο του όχημα ήταν 15 μέτρα ενώ κατά τη μαρτυρία του ανέφερε ότι είχε καλύψει αυτή την απόσταση.
Η δε διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως ο Εφεσίβλητος 3 παρέλειψε να αναφέρει στην κατάθεση του ότι χρησιμοποίησε τα φρένα για να αποφύγει τη σύγκρουση με το όχημα του Εφεσείοντα είναι εσφαλμένη. Στην κατάθεση του ο Εφεσίβλητος 3 ανέφερε ότι μόλις αντιλήφθηκε το όχημα του Εφεσείοντα να επανέρχεται στη λωρίδα του, προσπάθησε να σταματήσει το αυτοκίνητο του χωρίς όμως να το καταφέρει πλήρως και έτσι δεν απέφυγε τη σύγκρουση.
Μια άλλη παράμετρος που φαίνεται να μην απασχόλησε το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν η αποδοχή της μαρτυρίας των Εφεσίβλητων 1 και 3, οι οποίοι έδωσαν διαφορετική εκδοχή για το καίριο ζήτημα του τι προηγήθηκε της πρώτης σύγκρουσης, ήτοι κατά πόσο ο Εφεσείων προσπάθησε να προσπεράσει προπορευόμενο του όχημα. Ειδικότερα, ενώ το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε την εκδοχή του Εφεσίβλητου 3 ότι ο Εφεσείων προσπάθησε να προσπεράσει, δεν ασχολήθηκε με την σαφή τοποθέτηση του Εφεσίβλητου 1 πως δεν είδε ή αντιλήφθηκε κάτι τέτοιο. Η αποδοχή της μαρτυρίας των δύο αυτών μαρτύρων στο σύνολο της, χωρίς το Δικαστήριο να ασχοληθεί με αυτή τη διαφορά μεταξύ της μαρτυρίας τους, καθιστά και πάλι την αξιολόγηση και τα ευρήματα του ακροσφαλή.
Τέλος, τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν είναι σαφή και σε κάποιον βαθμό είναι αντιφατικά, ενώ δεν συνάδουν με τη μαρτυρία την οποία έκρινε αξιόπιστη. Συγκεκριμένα, ενώ δεν απέκλεισε να υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης, τελικώς προέβη σε εύρημα ότι δεν διαπιστώθηκαν ίχνη και μάλιστα ότι η Γ./Αστ., τη μαρτυρία της οποίας δεν δέχθηκε, ήταν «βέβαιη ότι δεν υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης στην σκηνή».
Επίσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε την εκδοχή του Εφεσίβλητου 3, ότι το δυστύχημα προκλήθηκε «από την λανθασμένη του εκτίμηση ότι η λωρίδα ήταν ελεύθερη εξαιτίας του γεγονότος ότι το προπορευόμενο όχημα, που το οδηγούσε ο εναγόμενος 2, είχε εισέλθει στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας για να προσπεράσει και στη συνέχεια επανήλθε στη λωρίδα απότομα…». Αυτή η εκδοχή δεικνύει ότι ο Εφεσείων εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα για να προσπεράσει και τελικώς επανήλθε στη λωρίδα του, καθ’ ον χρόνο ο Εφεσίβλητος 3 ανέπτυξε ταχύτητα με αποτέλεσμα όταν ο Εφεσείων επανήλθε στη λωρίδα του ο Εφεσίβλητος 3 να συγκρουστεί με το όχημα του πρώτου. Αυτό συνάδει και με το εύρημα ότι ο Εφεσείων «επιχείρησε να προσπεράσει από τα δεξιά χωρίς επιτυχία και γι’ αυτό αναγκάσθηκε να επανέλθει γρήγορα και κάτω από όχι ευνοϊκές συνθήκες στην λωρίδα του».
Παρά ταύτα, κατά την εξέταση της ευθύνης για το δυστύχημα, το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει κάτι διαφορετικό, ήτοι πως «δεν είχε ολοκληρωθεί η πρόθεση του εναγόμενου 2 να προσπεράσει από τα δεξιά. Από τα λεγόμενα του εναγόμενου 1 προκύπτει ότι η προσπάθεια του εναγόμενου 2 να προσπεράσει ήταν στα αρχικά του στάδια και ούτε και φαίνεται να είχε κενώσει την λωρίδα».
Όλα τα πιο πάνω οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εκτίμησε ορθά το σύνολο της ενώπιον του μαρτυρίας και προέβη σε διαπιστώσεις οι οποίες δεν έβρισκαν έρεισμα σε αυτή και δεν προβληματίστηκε ούτε και εξέτασε κάποιες παραμέτρους οι οποίες ήταν σημαντικές για να καταλήξει στην αξιολόγηση των μαρτύρων και σε σαφή ευρήματα.
Με αυτές τις διαπιστώσεις, η αγωγή θα πρέπει να παραπεμφθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο για επανεκδίκαση.
Η Έφεση επιτυγχάνει. Η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται στον βαθμό που αφορά στην ευθύνη για το επίδικο δυστύχημα. Διατάσσεται η επανεκδίκαση της υπόθεσης από άλλο Δικαστή μόνο αναφορικά με το ζήτημα της ευθύνης. Αναμένεται όπως δοθεί προτεραιότητα στην εκδίκαση αυτής.
Η πρωτόδικη κρίση αναφορικά με τις αποζημιώσεις παραμένει ως έχει για να επιδικαστούν αναλόγως της απόφασης επί της ευθύνης. Η πρωτόδικη απόφαση για τα έξοδα επίσης παραμερίζεται.
Τα έξοδα της πρωτόδικης διαδικασίας θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της επανεκδίκασης.
Η Έφεση αφορούσε στον καταμερισμό της ευθύνης μεταξύ του Εφεσείοντα και του Εφεσίβλητου 3. Οι Εφεσίβλητοι 1 και 2, υπέρ των οποίων εκδόθηκε η απόφαση για αποζημιώσεις, ήταν αναγκαίοι διάδικοι στην Έφεση. Σε αυτή τη βάση, κρίνουμε ορθό και δίκαιο όπως μην εκδοθεί οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα Έφεσης αναφορικά με αυτούς.
Ενόψει της επιτυχίας της Έφεσης, €3.000 έξοδα Έφεσης, πλέον ΦΠΑ αν υπάρχει, επιδικάζονται υπέρ του Εφεσείοντα και εναντίον του Εφεσίβλητου 3.
Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.
Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.
Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Δ.
/κβπ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο