D. STAVRINOS ESTATES LTD v. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση Αρ. 83/2017, 3/3/2026
print
Τίτλος:
D. STAVRINOS ESTATES LTD v. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση Αρ. 83/2017, 3/3/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

 

(Πολιτική Έφεση Αρ. 83/2017)

 

 

 

 3 Μαρτίου, 2026

 

 

[ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π., ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΔΑΥΙΔ, Δ/στές]

 

 

 

 

 

D. STAVRINOS ESTATES LTD,

 

 

 

 

Εφεσείουσα/Αιτήτρια,

 

ν.

 

 

 

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ

ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ,

 

 

 

 

 

Εφεσίβλητης/Καθ’ης η Αίτηση.

 

 

________________________________________________

   

 

 

 

 

 Ελ. Λέντζιου (κα) για Χρίστος Γεωργιάδης & Σία ΔΕΠΕ, για την

      Εφεσείουσα.

 

Μ. Καλλής για Kallis & Kallis LLC, για την Εφεσίβλητη.

 

________________________________________________

 

ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.:  Η Απόφαση είναι ομόφωνη, θα απαγγελθεί από τη Δικαστή Δημητριάδου-Ανδρέου.

_______________________________________________

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

 

ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.: Η Εφεσείουσα συμφώνησε με τον Ιωσήφ Σολωμού Πεκρή όπως του πωλήσει ακίνητη ιδιοκτησία και προς το σκοπό αυτό υπεγράφη στις 2/4/2007 σχετική Συμφωνία πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας. Ο Ιωσήφ Σολωμού Πεκρή εξασφάλισε δάνειο από την Εφεσίβλητη για το συνολικό ποσό των €51.258,04, με την Εφεσείουσα να τον εγγυάται και να υποθηκεύει προς όφελος της Εφεσίβλητης την πιο πάνω αναφερόμενη ακίνητη ιδιοκτησία. Αποτέλεσε θέση της Εφεσείουσας ότι με Ακυρωτικό Έγγραφο ημερ. 3/5/2010 ακυρώθηκε η Συμφωνία Πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας μεταξύ Εφεσείουσας και Πεκρή και την ίδια μέρα η εν λόγω ακίνητη ιδιοκτησία πωλήθηκε σε τρίτους. Στη συνέχεια, σύμφωνα πάντοτε με τη θέση της Εφεσείουσας, η υποθήκη αποσύρθηκε από την Εφεσίβλητη.

Η Εφεσείουσα έλαβε ειδοποίηση με την οποία καλείτο να παρουσιαστεί σε επικείμενη διαιτησία στις 7/2/2011 στα γραφεία της Εφεσίβλητης.

 

Η Εφεσείουσα δεν εμφανίστηκε στη διαιτητική διαδικασία στις 7/2/2011 που διεξήχθη μεταξύ της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Γεροσκήπου και Ανατολικής Πάφου, την οποία διαδέχθηκε η Εφεσίβλητη, από τη μια πλευρά, και της Εφεσείουσας, από την άλλη πλευρά, αποτέλεσμα της οποίας ήταν να εκδοθεί Διαιτητική Απόφαση υπέρ της ΣΠΕ για το ποσό των €58.049,19, πλέον τόκο προς 11% ετησίως από 7/2/2011, πλέον €100,00 έξοδα.

 

Ακολούθησε με βάση το Άρθρο 52(4) του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, Ν. 22/1985 η καταχώριση αίτησης υπό τη μορφή έφεσης εκ μέρους  της Εφεσείουσας στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου (Αίτηση/’Εφεση αρ. 353/2011), με την οποία ζητούσε ακύρωση της Διαιτητικής Απόφασης. Προβλήθηκαν διάφοροι λόγοι στήριξης της εν λόγω έφεσης, μεταξύ των οποίων ότι δεν υπήρχε συνυποσχετικό διαιτησίας και συνεπώς δεν εφαρμόζετο το Άρθρο 52 του Ν. 22/1985, ότι η απόφαση είχε εκδοθεί με έλλειψη και/ή υπέρβαση της δικαιοδοσίας καθότι δεν είχε επιδοθεί στην Εφεσείουσα ειδοποίηση παραπομπής σε διαιτησία δυνάμει του Άρθρου 24(3) του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4 και δεν είχε ακολουθηθεί η διαδικασία παραπομπής σε διαιτησία δυνάμει του Άρθρου 52 του Ν. 22/1985, ότι υπήρχε εμφανές λάθος και/ή ελάττωμα στην απόφαση καθότι αυτή δεν ήταν αιτιολογημένη και είχε εκδοθεί χωρίς να προσκομισθεί επαρκής μαρτυρία. Προβλήθηκε επίσης ζήτημα κακής συμπεριφοράς από μέρους του Διαιτητή λόγω έκδοσης της απόφασης του, χωρίς να δώσει στην Εφεσείουσα τη δέουσα προειδοποίηση και/ή επαρκή χρόνο για να παρουσιαστεί στη διαιτησία.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού εξέτασε την εν λόγω Αίτηση, την απέρριψε. Ήταν η κρίση του ότι, με δεδομένο ότι η Εφεσείουσα είχε δεόντως ειδοποιηθεί αλλά παρέλειψε να εμφανιστεί στη διαιτητική διαδικασία, κωλύετο να εγείρει ενώπιον του Δικαστηρίου ζητήματα που θα μπορούσε να εγείρει στη διαιτητική διαδικασία. Παραπέμποντας δε στα γεγονότα που είχαν τεθεί ενώπιον του και στα σχετικά Τεκμήρια, απέρριψε, επίσης, τη θέση της Εφεσείουσας ότι δεν είχε παρουσιαστεί μαρτυρία ενώπιον του Διαιτητή και ότι η απόφαση του στερείτο αιτιολογίας. Αναφορικά με τη δυνατότητα έκδοσης απόφασης για το οφειλόμενο ποσό το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε πως, ως προέκυπτε από το έγγραφο υποθήκης εκ μέρους τρίτου, η Εφεσείουσα είχε αναλάβει και την υποχρέωση πληρωμής οποιουδήποτε ποσού καθίστατο πληρωτέο δυνάμει της Συμφωνίας Δανείου μέχρι του ποσού των Λ.Κ.30.000 παραπέμποντας προς τούτο στους όρους 4,11 και 15 του εγγράφου υποθήκης.

 

Η πρωτόδικη Απόφαση προσβάλλεται ως εσφαλμένη μέσω εννέα, συνολικά, Λόγων Έφεσης.

 

Με τον 1ο Λόγο προσβάλλεται ως λανθασμένη η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι αποδείχθηκε οφειλόμενο ποσό και προσωπική εγγυητική υποχρέωση της Εφεσείουσας, που δικαιολογούσε την έκδοση της Διαιτητικής Απόφασης. Με το 2ο Λόγο Έφεσης προσβάλλεται ως εσφαλμένη η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η απόφαση του Διαιτητή ήταν δεόντως αιτιολογημένη, ενώ με τον 3ο Λόγο προβάλλεται ως νομικό σφάλμα η κατάληξη ότι η Εφεσείουσα κωλύετο να εγείρει ζητήματα ενώπιον του Δικαστηρίου που θα μπορούσε να εγείρει στη διαιτητική διαδικασία. Μέσω του 4ου Λόγου Έφεσης προβάλλεται ως νομικό σφάλμα η κρίση του Δικαστηρίου ότι «… από τη στιγμή που η εφεσείουσα έλαβε τη σχετική ειδοποίηση και προειδοποιήθηκε για τις συνέπειες σε περίπτωση που παρέλειπε να εμφανιστεί, δεν είχε πλέον οποιαδήποτε υποχρέωση είτε ο διαιτητής, είτε η εφεσίβλητη να την αναζητήσουν ή να της δώσουν νέα ειδοποίηση», ενώ μέσω του 5ου Λόγου Έφεσης η κρίση του Δικαστηρίου ότι «… ούτε νομολογιακά προκύπτει ότι ο διαιτητής υποχρεούται όπως δώσει προειδοποίηση στο μέρος που δεν εμφανίσθηκε στη διαδικασία, προτού προχωρήσει στην απουσία του». Με τον 6ο Λόγο Έφεσης η Εφεσείουσα θεωρεί εσφαλμένο το συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι «οι πρόνοιες του άρθρου 53 του Κεφ. 114 ήταν παρόμοιες με αυτές του άρθρου 52 του Νόμου και το Δικαστήριο εξετάζοντας τες αποφάνθηκε ότι δεν παραβίαζαν τις διατάξεις των άρθρων 28, 30 και 152 του Συντάγματος». Μέσω του 7ου Λόγου Έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να σχολιάσει το ζήτημα που είχε εγερθεί αναφορικά με την ανεξαρτησία και αμεροληψία του Διαιτητή. Δια του  8ου Λόγου Έφεσης  η Εφεσείουσα διατείνεται ότι η κατάληξη του Δικαστηρίου παραγνωρίζει τις πρόνοιες του Άρθρου 20(2) του περί Διαιτησίας Νόμου, ενώ με τον 9ο Λόγο Έφεσης θεωρεί ότι λανθασμένα άσκησε τη διακριτική του εξουσία όταν καταδίκαζε την Εφεσείουσα στα έξοδα της προσφυγής.

 

Με τις Αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Εξετάσαμε με προσοχή τις τοποθετήσεις, τα επιχειρήματα και εισηγήσεις τους για τα ζητήματα που εγείρονται στο πλαίσιο της παρούσας.

 

Στέφοντας εν πρώτοις την προσοχή στον 3ο Λόγο Έφεσης, σημειώνουμε πως ό,τι ουσιαστικά προβάλλεται είναι ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εφαρμόζοντας εσφαλμένα την ισχύουσα νομολογία, κατέληξε ότι το γεγονός ότι η Εφεσείουσα δεν είχε εμφανιστεί στη διαδικασία την εμπόδιζε να εγείρει οποιοδήποτε παράπονο ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

Στην υπόθεση Κούλλουρου ν. Σ.Π.Ε. Αθηαίνου (2005) 1 Α.Α.Δ. 987, είχε εκδοθεί διαιτητική απόφαση προς όφελος της εφεσίβλητης Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας στην απουσία της εφεσείουσας. Ακολούθησε αίτηση της εφεσείουσας υπό μορφή έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Η διαπίστωση ότι η εφεσείουσα δεν παρευρέθηκε στη διαιτητική διαδικασία και δεν υπέβαλε οποιαδήποτε θέση επί της απαίτησης της εφεσίβλητης, παρόλο ότι είχε ειδοποιηθεί, απέβη μοιραία. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η αδικαιολόγητη παράλειψη εμφάνισης ενώπιον του Διαιτητή ήταν καταλυτική. Κατ’ έφεσιν κρίθηκε πως η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ότι η εφεσείουσα δεν μπορούσε να θέσει ενώπιον του θέσεις τις οποίες δεν είχε προωθήσει ενώπιον του Διαιτητή, ήταν ουσιαστικά ορθή. Λέχθηκε, περαιτέρω, πως ούτε το πρωτόδικο Δικαστήριο, ούτε το Εφετείο θα μπορούσαν να κρίνουν                        εξ υπαρχής θέματα, εκτός εάν από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Διαιτητή δεν εδικαιολογείτο η απόφασή του. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην Κούλλουρου (ανωτέρω) τα στοιχεία που είχαν τεθεί ενώπιον του Διαιτητή ήταν στη διάθεση του Δικαστηρίου, το οποίο μπορούσε να ελέγξει κατά πόσο δικαιολογείτο η απόφασή του.

 

Ό,τι, επομένως, προκύπτει από την υπόθεση Κούλλουρου (ανωτέρω) είναι ότι το Δικαστήριο δεν δύνατο να επανεξετάσει την ουσία της διαφοράς, ειδικά έχοντας υπόψη ότι η Εφεσείουσα είχε την ευκαιρία να το πράξει στη διαιτησία και δεν το έπραξε.

 

Όπως ορθά επισημαίνεται από την Εφεσίβλητη, η Κούλλουρου υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Κλεοβούλου ν. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Επαγγελματικού Κλάδου και Επιχειρηματιών Κύπρου (ΣΤΕΚΕΚ) Λτδ (2015) 1 Α.Α.Δ. 1675 στην οποία λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα:

 

«Το τελικό δε γεγονός της μη εμφάνισης του Εφεσείοντα προκειμένου να προωθήσει τις όποιες θέσεις και επιχειρήματά του προς εξέταση από τον διαιτητή, δεν καθιστούσε επιτρεπτή την πρωτογενή εξέτασή τους είτε από το πρωτόδικο Δικαστήριο είτε από το Εφετείο. Ο διαιτητής είχε υποχρέωση και ορθά αποφάσισε με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν του……….. Υπό τις συνθήκες αυτές δεν εντοπίζεται παράτυπη διαιτητική διαδικασία ή οποιαδήποτε παραβίαση κανόνων φυσικής δικαιοσύνης.»

 

 

 

Στην υπό συζήτηση υπόθεση αποτέλεσε γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι η Εφεσείουσα, ενώ είχε λάβει ειδοποίηση για τη διεξαγωγή της διαδικασίας στις 7/2/2011, παρέλειψε να παρουσιαστεί στη διαδικασία χωρίς μάλιστα να δοθεί  οποιαδήποτε εξήγηση για την εν λόγω παράλειψη. Όπως δε ορθά αναφέρθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν υπήρχε υποχρέωση από το Διαιτητή να δώσει προειδοποίηση στο μέρος που δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία, προτού προχωρήσει στην απουσία του. Εν πάση δε περιπτώσει, όπως προκύπτει από την ειδοποίηση του Διαιτητή ημερ. 15/12/2010 (Τεκμήριο Δ στην ένορκη δήλωση Σταυρινού που υποστήριζε την Αίτηση της Εφεσείουσας), ο τελευταίος είχε προειδοποιήσει την Εφεσείουσα ότι εάν δεν παρευρίσκετο στη διαδικασία, η απόφαση θα εκδίδετο στην απουσία της. Δεδομένων των πιο πάνω καθόλα ορθή ήταν η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, η οποία προσβάλλεται μέσω του 4ου  Λόγου Έφεσης,  ότι από τη στιγμή που η Εφεσείουσα είχε λάβει τη σχετική ειδοποίηση και είχε προειδοποιηθεί ως προς τις συνέπειες σε περίπτωση παράλειψης της να εμφανιστεί στη διαδικασία, ο Διαιτητής δεν είχε πλέον οποιαδήποτε υποχρέωση να την αναζητήσει ή να της δώσει νέα ειδοποίηση.

 

Έπεται ότι ο 3ος και 4ος Λόγοι Έφεσης δεν είναι βάσιμοι και, συνεπώς, απορρίπτονται.

 

Mέσω του 2ου Λόγου Έφεσης προσβάλλεται η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με επάρκεια της αιτιολογίας της απόφασης του Διαιτητή.

 

Εν πρώτοις θα πρέπει να επισημανθεί ότι η έκταση και/ή η επάρκεια της αιτιολογίας της Απόφασης είναι ανάλογη και συναρτάται με τα επίδικα θέματα και την ευρύτητα τους (βλ. Κλεοβούλου (ανωτέρω)).

 

Όπως προέκυψε, η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς την επάρκεια της αιτιολογίας της απόφασης του Διαιτητή βασίστηκε σε μια σειρά στοιχείων και Τεκμηρίων όπως η Συμφωνία Δανείου και το έγγραφο υποθήκης (Τεκμήρια 1 και 2 στην ένορκη δήλωση Ασπρομάλλη που υποστήριζε την Ένσταση της Εφεσίβλητης), στο ότι η Εφεσείουσα δεν είχε αρνηθεί το γεγονός της παραχώρησης του δανείου και της υπογραφής εκ μέρους της του εγγράφου υποθήκης, καθώς και στην αποδοχή της μαρτυρίας που δόθηκε κατά την αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας Ασπρομάλλη, συμφώνως της οποίας η Συμφωνία Δανείου, το έγγραφο υποθήκης, η κατάσταση λογαριασμού και η επιστολή τερματισμού είχαν τεθεί ενώπιον του Διαιτητή και είχαν εξεταστεί. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω ουδεμία σημασία ενείχε το γεγονός ότι, όπως υποστηρίχθηκε από μέρους της Εφεσείουσας, στην Απόφαση του Διαιτητή γινόταν αναφορά σε «γραμμάτιο» και όχι σε δάνειο, ως ήταν η μαρτυρία που είχε τεθεί ενώπιον του. Στη βάση της πιο πάνω μαρτυρίας ήταν, επίσης, πρόδηλο πως η Απόφαση του Διαιτητή και ειδικότερα ο καθορισμός του οφειλόμενου ποσού είχε βασισθεί επί των στοιχείων που είχαν τεθεί ενώπιον του, συμπεριλαμβανομένης και της πιο πάνω αναφερόμενης κατάστασης λογαριασμού.

 

Το ότι δεν τέθηκε ενώπιον του Διαιτητή ως μαρτυρία και το έγγραφο απαλλαγής ακινήτου από υποθήκη, Τεκμήριο 2, κατά την ακροαματική διαδικασία, ουδόλως επηρέασε την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς την επάρκεια της αιτιολογίας της Απόφασης του Διαιτητή, δεδομένου ότι το εν λόγω Τεκμήριο κρίθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι ήταν ουδέτερης σημασίας και δεν υποστήριζε τη θέση της Εφεσείουσας περί εξάλειψης της επίδικης Υποθήκης, στη βάση του πιο κάτω σκεπτικού:

 

«Όσον αφορά το έγγραφο απαλλαγής ακινήτου από  υποθήκη - Τεκμήριο 2, θεωρώ ότι είναι ουδέτερης σημασίας. Αυτό διότι δεν υποστηρίζει τη θέση της εφεσείουσας περί εξάλειψης της υποθήκης Υ2525/07. Στο Τεκμήριο 2 ρητά αναφέρεται ότι εξαλείφθηκε το 1/21 του μεριδίου του ενυπόθηκου ακινήτου. Η πιο πάνω αναφορά επιβεβαιώνεται και στο Τεκμήριο 1 όπου η υποθήκη Υ2525/07 εξακολουθεί να εμφανίζεται ως εμπράγματο βάρος, ενώ στις χειρόγραφες σημειώσεις επί του εν λόγω Τεκμηρίου αναγράφεται ότι με το Τεκμήριο 2 εξαλείφθηκε το 1/21 του μεριδίου 3/5 του ενυπόθηκου ακινήτου και δεν έγινε οποιαδήποτε άλλη απαλλαγή για την υποθήκη Υ2525/07.»

 

 

Ως δε ορθώς επισημαίνεται από πλευράς Εφεσίβλητης, η πιο πάνω κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν έχει, μέσω της υπό συζήτηση Έφεσης αμφισβητηθεί, με αποτέλεσμα τούτη να παραμένει άθικτη και ισχυρή.

 

Η δε αναφορά του Διαιτητή στην Απόφαση του σε «άλλα αποδεικτικά στοιχεία που έχουν κατατεθεί», δεν καθιστά την εν λόγω Απόφαση αναιτιολόγητη, ως ήταν η θέση της Εφεσείουσας, εφόσον ό,τι εξετάζεται είναι το κατά πόσο στη βάση των ενώπιον του Διαιτητή στοιχείων και τεκμηρίων η απόφαση που εξέδωσε ήτο αιτιολογημένη.

 

Συνακόλουθα ο 2ος Λόγος Έφεσης αποτυγχάνει και απορρίπτεται.

 

Μέσω του 6ου Λόγου Έφεσης προβάλλεται ως εσφαλμένο το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι οι πρόνοιες του Άρθρου 53 του                         Co-operative Societies Law, Κεφ. 114, οι οποίες ήταν παρόμοιες με αυτές του Άρθρου 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/1985, δεν παραβίαζαν διατάξεις του Συντάγματος και συγκεκριμένα τα Άρθρα 28, 30 και 152.

 

Έρεισμα για τον πιο πάνω Λόγο Έφεσης αποτέλεσε η ακόλουθη αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου:

 

«Τέλος, θεωρώ ότι θα πρέπει να σχολιαστεί και το ζήτημα που εγείρει η εφεσείουσα περί παραβίασης του δικαιώματος της για προσφυγή ενώπιον Δικαστηρίου και διάγνωσης των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της σε δημόσια ακροαματική διαδικασία. Αν και επικαλείται παραβίαση του πιο πάνω αναφερόμενου δικαιώματος της, εντούτοις δεν εγείρει ευθέως ζήτημα αντισυνταγματικότητας του άρθρου 52 του Νόμου. Περιορίζομαι απλώς να αναφέρω ότι παρόμοιο ζήτημα εξετάστηκε στην υπόθεση IN THE MATTER ΟF A REFERENCE BY THE DISTRICT COURT OF KYRENIA IN CIVIL APPLICATION No. 4/61, THE CO-OPERATIVE GROCERY OF VASILIA LTD., and 1) HARALAMBOS N. PPIROU a.o. Υπόθεση αρ.66/62. Στην προαναφερόμενη υπόθεση εξετάστηκε η συνταγματικότητα του άρθρου 53 του Τhe Co-operative Societies Law, Κεφ.114, ο οποίος καταργήθηκε από τον Νόμο. Οι πρόνοιες του άρθρου 53 του Κεφ.114 ήταν παρόμοιες με αυτές του άρθρου 52 του Νόμου και το Δικαστήριο εξετάζοντας τες αποφάνθηκε ότι δεν παραβίαζαν τις διατάξεις των άρθρων 28, 30 και 152 του Συντάγματος.»

 

Με δεδομένο ότι ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν είχε εγερθεί ζήτημα αντισυνταγματικότητας του Άρθρου 52 του Ν. 22/1985, γεγονός το οποίο δεν έχει μέσω της υπό συζήτηση Έφεσης αμφισβητηθεί, τα όσα το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε δεν αποτελούσαν μέρος του λόγου της απόφασης (ratio) του, αλλά λεχθέντα ειρήσθω εν παρόδω (obiter) και κατά πλεονασμό και, ως τέτοια, δεν μπορούν έγκυρα να αποτελέσουν αντικείμενο έφεσης.

 

 Όπως συναφώς επισημάνθηκε στην υπόθεση Paphos Stone C. Estates Ltd κ.ά. ν. Χριστοδουλίδη κ.ά. (2000) 1 A.A.Δ. 2110:

 

«Τα όσα λέχθηκαν εν παρόδω δεν αποτελούν μέρος του λόγου (ratio) της απόφασης. Δεν ήταν αναγκαία για να αποφασισθεί η υπόθεση. Δεν έχουν δεσμευτική ισχύ και δεν μπορούν έγκυρα να αποτελούν αντικείμενο έφεσης

 

 

Ως εκ των ανωτέρω, ο 6ος Λόγος Έφεσης είναι έκθετος σε απόρριψη.

 

 

Σε ό,τι αφορά τη δυνατότητα έκδοσης από το Διαιτητή απόφασης για το οφειλόμενο ποσό, αντικείμενο του 1ου Λόγου Έφεσης, στη Απόφαση του το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε αναφέρει τα ακόλουθα:

 

«….η εφεσείουσα εγείρει ακροθιγώς το ζήτημα της δυνατότητας έκδοσης απόφασης για το οφειλόμενο ποσό από τη στιγμή που η εφεσείουσα υπέγραψε έγγραφο υποθήκης και όχι εγγύησης. Όπως όμως προκύπτει από το έγγραφο υποθήκης εκ μέρους τρίτου (Τεκμήριο 2 της ένορκης δήλωσης Ασπρομάλλη), η εφεσείουσα ανέλαβε και την υποχρέωση πληρωμής οποιουδήποτε ποσού καθίστατο πληρωτέο δυνάμει της συμφωνίας δανείου μέχρι του ποσού των Λ.Κ.30.000 (€51.258) πλέον τόκους. Παραπέμπω σχετικά στους όρους 4[1], 11[2] και 15[3] του εγγράφου υποθήκης εκ μέρους τρίτου.

 

Από την άλλη το γεγονός της μη έκδοσης διατάγματος εκποίησης της υποθήκης δεν καθιστά την απόφαση εμφανώς λανθασμένη. Η έκδοση διατάγματος εκποίησης αποτελεί δικαίωμα και όχι υποχρέωση του ενυπόθηκου δανειστή (βλ. όρος 15 του εγγράφου υποθήκης εκ μέρους τρίτου - Τεκμήριο 2 της ένορκης δήλωσης Ασπρομάλλη).»

 

 

Στην υπό συζήτηση περίπτωση είναι σαφές από τα σχετικά Τεκμήρια που είχαν τεθεί ενώπιον του Διαιτητή, περιλαμβανομένης της Σύμβασης και Δήλωσης Υποθηκεύσεως Ακινήτου (Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση Ασπρομάλλη που υποστήριζε την Ένσταση της Εφεσίβλητης), όπως και του Εγγράφου Υποθήκης εκ μέρους Τρίτου (Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση Ασπρομάλλη), ότι η Εφεσείουσα ήταν εγγυητής και ενυπόθηκος οφειλέτης, έχοντας πρωτίστως την ιδιότητα του εγγυητή, ιδιότητα την οποία αναγνώρισε και διακήρυξε μέσω της Σύμβασης και Δήλωσης Υποθηκεύσεως Ακινήτου, ως προκύπτει από τα πιο κάτω:

 

«Εγώ η D. STAVRINOS ESTATES LTD H.E. 53256

από ΛΕΩΦ. ΝΙΚΟΛΑΙΔΗ & ΓΩΝΙΑ ΠΑΦΟΣ

μόνιμος κάτοικος Κύπρου                                                                           (α)

συνάπτω σύμβαση με τη Σ.Π.Ε. ΓΕΡΟΣΚΗΠΟΥ

από ΑΡΧ. ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΑΡ. 20, 8200 ΓΕΡΟΣΚΗΠΟΥ, ΠΑΦΟΣ

μόνιμου κατοίκου Κύπρου                                                                            (β)

(που στο εξής θα αναφέρεται ως «Ενυπόθηκος Δανειστής») τον οποίο και γνωρίζω προσωπικά να του καταβάλω στις 27ΗΝ ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2007 (γ) το ποσό των £ 30.000 μαζί με απλούν/σύνθετο τόκο πάνω                    (δ)

στο ποσό των £ 30.000  προς 6,50 τα εκατόν, κυμαινόμενο από τις 27ΗΝ ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2007 και σε περίπτωση που θα ληφθούν νόμιμα μέτρα για ανάκτηση του πιο πάνω ποσού και τόκου, τα σχετικά έξοδα.

…………………………………………………………………………………….

Για καλύτερη εξασφάλιση της πληρωμής του πιο πάνω ποσού, τόκου και των εξόδων για τη λήψη οποιουδήποτε νόμιμου μέτρου ως αναφέρεται πιο πάνω δηλώνω ότι υποθηκεύω στον πιο πάνω Ενυπόθηκο Δανειστή το συμφέρον μου πάνω στο ακίνητο που περιγράφεται στον Πίνακα που περιέχεται στο έντυπο αυτό του οποίου ακινήτου είμαι ο εγγεγραμμένος κύριος και ζητώ εγγραφή της υποθήκης αυτής στα βιβλία του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου προς όφελος του πιο πάνω Ενυπόθηκου Δανειστή.»

 

 

Εγγυάτο, δηλαδή, η Εφεσείουσα την καταβολή προς την Εφεσίβλητη συγκεκριμένου ποσού παρέχοντας συγχρόνως και /ή, περαιτέρω, εξασφάλιση με τη μορφή της υποθήκης.

Τα πιο πάνω, σε συνάρτηση και με τους σχετικούς όρους του Εγγράφου Υποθήκης εκ μέρους Τρίτου, στους οποίους το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέπεμψε, δεν υποστηρίζουν τα όσα η Εφεσείουσα προώθησε μέσω του                  1ου Λόγου Έφεσης.


Συνακόλουθα, ο 1ος Λόγος Έφεσης δεν είναι βάσιμος και, συνεπώς, απορρίπτεται.

 

Μέσω του 8ου Λόγου Έφεσης προβάλλεται ότι η κατάληξη του Δικαστηρίου παραγνωρίζει τις πρόνοιες του Άρθρου 20(2) του περί Διαιτησίας Νόμου. Ως αιτιολογία του εν λόγω Λόγου Έφεσης αναφέρεται ότι «υιοθετείται η αιτιολογία των προηγούμενων λόγων έφεσης».

 

Το ζήτημα που εγείρεται εν προκειμένω είναι κατά πόσο ο πιο πάνω Λόγος Έφεσης υποστυλώνεται από την αναγκαία αιτιολογία.

 

Το υπό εξέταση ζήτημα διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.35, θ. 4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας[4] που ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο, σύμφωνα με τις οποίες οι λόγοι έφεσης πρέπει να είναι πλήρως αιτιολογημένοι. Όπως είναι δε πάγια νομολογημένο, συστατικά στοιχεία του λόγου έφεσης είναι η βάση της έφεσης η οποία συνίσταται από τον προσδιορισμό των λόγων που καθιστούν την εκκαλούμενη απόφαση τρωτή και η αιτιολογία που υποστυλώνει τη βάση της έφεσης. Ειδοποίηση έφεσης η οποία δεν στοιχειοθετείται από έγκυρο λόγο ή λόγους έφεσης είναι θνησιγενής. Η έφεση δεν είναι έγκυρη όταν δεν αιτιολογούνται οι λόγοι έφεσης και όταν εκφράζονται με ασαφή και γενικό τρόπο (Φαίδωνας Χριστοδούλου ν. Χρίστου Μεταξάκη (1997) 1 Α.Α.Δ. 1002, Μυριάνθη Παναγιώτη Προκοπίου ν. Jacquelin Lesley Ryan κ.ά. (2012)                  1 Α.Α.Δ. 1982 και Cyprus Import Corporation Ltd v. Θεοδώρου, Πολιτική Έφεση Αρ. 29/2010, ημερ. 30/1/2015). 

 

Όπως τονίστηκε, επίσης, στην υπόθεση Christoudias Beverages Agencies Ltd ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου (1995) 1 Α.Α.Δ. 34, «όπου ελλείπει το ένα από τα δύο συστατικά στοιχεία του λόγου έφεσης, όπως αυτά καθορίζονται στη                     Δ.35, θ. 4 και ειδικά η αιτιολογία, η έφεση είναι θνησιγενής και δεν ενεργοποιεί τη δευτεροβάθμια δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου».

 

Στην υπό εξέταση περίπτωση είναι σαφές ότι η αιτιολογία που δίδεται προς υποστύλωση του 8ου Λόγου Έφεσης με την παραπομπή στην αιτιολογία των προηγούμενων λόγων έφεσης, δεν αποτελεί με οποιοδήποτε τρόπο αιτιολογία του προσδιοριζόμενου με το Λόγο Έφεσης σφάλματος, ήτοι την παραγνώριση των προνοιών του Άρθρου 20(2) του περί Διαιτησίας Νόμου.

 

Ως εκ των ανωτέρω ο 8ος Λόγος Έφεσης απορρίπτεται.

 

Με τον 9ο Λόγο Έφεσης η Εφεσείουσα διατείνεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε λανθασμένα τη διακριτική του εξουσία όταν την καταδίκαζε στα έξοδα της προσφυγής.

 

Πάγια είναι η θέση της νομολογίας ότι τα έξοδα εμπίπτουν στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία πρέπει να ασκείται δικαστικά (βλ. Glykys v. Ioannides (1959-60) 24 C.L.R. 220, Mylonas and Others v. Kaili (1967)                    1 C.L.R. 77, Papakokkinou and Others v. Kanther (1982) 1 C.L.R. 65, 79 και Χάσικος κ.ά. ν. Χαραλαμπίδης (1990) 1 Α.Α.Δ. 389). Βασικός δε παράγοντας που διέπει την άσκηση της είναι το αποτέλεσμα της δίκης. Απόκλιση από τον κανόνα αυτό αποτελεί εξαίρεση. Κλασσικό παράδειγμα εξαίρεσης από τον κανόνα αποτελεί η περίπτωση επιτυχόντα διαδίκου, ο οποίος συμβάλλει με το χειρισμό της υπόθεσης του, στην αύξηση των εξόδων της δίκης. (Θρασυβούλου ν. Arto Estates Ltd (1993) 1 Α.Α.Δ. 12, 15, El Alam v. Τουμαζίδη, (1998) 1Β Α.Α.Δ. 968 και Κυπριανού v. Πιλλακούρη (2000)                             1 Α.Α.Δ. 1873).

Στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν έχει υποδειχθεί από μέρους της Εφεσείουσας οποιοσδήποτε λόγος ο οποίος δικαιολογεί απόκλιση από τον κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης.

 

Συνεπώς ο 9ος Λόγος Έφεσης απορρίπτεται.

 

Προβλήθηκε μέσω του 7ου Λόγου Έφεσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε παραλείψει να σχολιάσει το ζήτημα που είχε εγερθεί αναφορικά με την ανεξαρτησία και αμεροληψία του Διαιτητή.

 

Εξέταση των Λόγων που είχαν προβληθεί πρωτοδίκως αποκαλύπτει πως πέραν του ότι τέτοιο ζήτημα είχε τεθεί κατά τρόπο γενικό και αόριστο, δεν προωθήθηκε τελικά από μέρους της Εφεσείουσας ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου και, συνεπώς, δεν δύναται να εγερθεί κατ’ έφεση. Σύμφωνα με τη νομολογία, θέμα το οποίο δεν είχε εγερθεί πρωτόδικα και δεν τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξεταστεί στην έφεση (βλ. F.H.K. Hotels Holdings Ltd v. A.S. Air Control Ltd (1999) 1 Α.Α.Δ. 2159, Αδαμίδη ν. Κακουρίδη κ.ά. (2001) 1 Α.Α.Δ. 640, Οικονόμου Αρχιτέκτονες και Μηχανικοί κ.ά. ν. Δημητρίου (2000) 1 Α.Α.Δ. 853, Pentaliotis & Papapetrou Estates v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (1998) 1 Α.Α.Δ. 1931 και Φακοντή v. Βρυώνη (2003) 1 Α.Α.Δ. 1714, στη σελ. 1720). Μια τέτοια πορεία δεν είναι επιτρεπτή (βλ. Χ" Ιωάννου ν. Κωνσταντίνου κ.ά. (1993) 1 Α.Α.Δ. 844, 851 και Θωμά ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (1997) 1 Α.Α.Δ. 797).

 

Δεδομένων των πιο πάνω, ο 7ος Λόγος Έφεσης δεν μπορεί να εξετασθεί και, συνεπώς, απορρίπτεται.

 

Υπό το φως όλων των πιο πάνω, η υπό συζήτηση Έφεση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη και ως εκ τούτου απορρίπτεται

 

Επιδικάζονται υπέρ της Εφεσίβλητης και εναντίον της Εφεσείουσας έξοδα, ύψους €3.900, πλέον Φ.Π.Α., εάν υπάρχει.  

 

 

 

Κ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.

 

 

 

                                      Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.

 

 

 

                                      Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.



[1] 4. Σε πρώτη ζήτηση ή/και από τη στιγμή που κάθε ποσό που εξασφαλίζεται με την υποθήκη αυτή καταστεί πληρωτέο, ο πρωτοφειλέτης και ο ενυπόθηκος οφειλέτης και/ή οποιοσδήποτε από αυτούς χωριστά οφείλουν να πληρώσουν ολόκληρο το ποσό αυτό. Σε περίπτωση που παραλείψουν να πληρώσουν το ποσό αυτό, η Συνεργατική θα δικαιούται να πωλήσει τα ενυπόθηκα κτήματα είτε μέσω του κτηματολογίου είτε με αγωγή μέσω του Δικαστηρίου και/ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ήθελε αποφασίσει ή όπως προβλέπεται πιο κάτω χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη. Η Συνεργατική μπορεί να χρησιμοποιήσει το προϊόν της πώλησης αυτής για να εξοφληθούν μερικά ή συνολικά οι υποχρεώσεις τις οποίες εξασφαλίζει η υποθήκη αυτή ή όλες ή οποιεσδήποτε από τις υποχρεώσεις αυτές. Νοείται ότι εάν μετά την αναφερόμενη πώληση παραμένει οποιοδήποτε ποσό οφειλόμενο προς τη Συνεργατική τόσο ο πρωτοφειλέτης όσο και ο ενυπόθηκος οφειλέτης ευθύνονται για την αποπληρωμή του.

 

[2] Νοείται πάντοτε ότι το μεγαλύτερο ποσό για το οποίο δεσμεύονται τα υποθηκευμένα κτήματα είναι το τελικό υπόλοιπο το οποίο, τη μέρα της εκποίησης της υποθήκης αυτής, θα παραμείνει απλήρωτο σε σχέση με τις υποχρεώσεις για την εξασφάλιση των οποίων συνιστάται η υποθήκη αυτή, μέχρι το συνολικό ποσό των ΛΚ30.000 (ΤΡΙΑΝΤΑ ΧΙΛΙΑΔΕΣ λίρες μόνο) επιπλέον τόκος, περιθώριο, τόκος υπερημερίας, δικαιώματα παροχής υπηρεσιών και/ή άλλα έξοδα από τη στιγμή της εγγραφής της υποθήκης αυτής.

 

[3] Μόλις η σχετική διευκόλυνση ή οποιοδήποτε μέρος της ήθελε ζητηθεί από τη Συνεργατική θα καθίσταται απαιτητή και θα εξοφλείται αμέσως και ο πρωτοφειλέτης και/ή ο ενυπόθηκος οφειλέτης οφείλουν να πληρώσουν προς τη Συνεργατική κάθε οφειλόμενο ποσό, συμπεριλαμβανομένου του κεφαλαίου, του τόκου, του περιθωρίου, του τόκου υπερημερίας, δικαιωμάτων, δαπανών και/ή άλλων εξόδων. Παράλειψη του πρωτοφειλέτη και/ή του ενυπόθηκου οφειλέτη να προβούν σε άμεση εξόφληση θα δίδει το δικαίωμα στη Συνεργατική να εκποιήσει τα ενυπόθηκα κτήματα και/ή να απαιτήσει δικαστικώς ή άλλως πως την πληρωμή του χρέους πλέον τόκους πλέον δικαστικά και άλλα έξοδα οποιασδήποτε φύσης μέχρι πλήρους και τελείας εξόφλησης.

[4]4. The appellant may, by his notice, appeal from the whole or any part of any judgment or order, and the notice shall state whether the whole or part only of the judgment or order is complained of, and in the latter case shall specify such part. The notice shall also state all the grounds of appeal and set forth fully the reasons relied upon for the grounds stated. Κάθε λόγος έφεσης θα καταγράφεται σε ξεχωριστή παράγραφο. Μετά από κάθε λόγο έφεσης θα καταγράφεται ξεχωριστά η αιτιολογία του. Any notice of appeal may be amended at any time as the Court of Appeal may think fit.”                                              (Ο τονισμός είναι δικός μας)

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο