ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ Μ. Ε. Α. ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, Αρ. Αίτησης 98/2026, 27/4/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ Μ. Ε. Α. ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, Αρ. Αίτησης 98/2026, 27/4/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

i-justice

Αρ. Αίτησης 98/2026

 

 27 Απριλίου 2026

 

[Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ Μ. Ε. Α. ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤO ΕΝΤΑΛΜΑ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 19.12.2025 ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΚΕΦ.155, ΑΡΘΡΑ 17, 18 ΚΑΙ 44

 

____________________

 

Ρ. Βραχίμης για Ρ. Βραχίμης & Συνεργάτες, για την Αιτήτρια.

____________________

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

    ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.:  Η Αιτήτρια ζητά άδεια για την καταχώριση αίτησης με κλήση για την έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari για ακύρωση του εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε εναντίον της από Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στις 19.12.2025.  Επειδή η Αιτήτρια βρισκόταν στην Ελλάδα, ακολούθησε στις 17.2.2026, στη βάση του, η έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης της, αναφορικά με το οποίο καταχωρίστηκε από την Αιτήτρια η Πολ. Αίτ. Αρ.99/2025.

 

    Σήμερα η Αιτήτρια βρίσκεται προφυλακισμένη στην Ελλάδα, μετά από διαταγή Δικαστηρίου για την έκδοση της στην Κύπρο.  Αναφέρεται ότι εναντίον της απόφασης έκδοσης της, έχει ασκήσει αίτηση αναίρεσης στον Άρειο Πάγο.

 

    Η Αιτήτρια, η οποία κατάγεται από την Ελλάδα και ο παραπονούμενος στην υπόθεση, ο οποίος είναι κύπριος, απέκτησαν το 2014 ένα παιδί, εκτός γάμου.  Μετά το χωρισμό τους, το 2016, με διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, η επιμέλεια, φύλαξη και φροντίδα του παιδιού ανατέθηκε στην Αιτήτρια και καθορίστηκε ως τόπος διαμονής του παιδιού ο τόπος διαμονής της Αιτήτριας στην Κύπρο.  Στον παραπονούμενο δόθηκε δικαίωμα επικοινωνίας με το παιδί τέσσερις ημέρες της εβδομάδας σε καθορισμένες ώρες.  Το δικαστικό διάταγμα προνοούσε ακόμη ότι η Αιτήτρια μπορούσε να ταξιδεύσει μαζί με το παιδί στην Ελλάδα τα Χριστούγεννα, το Πάσχα και το Καλοκαίρι μεταξύ των μηνών Ιουνίου και Σεπτεμβρίου, χωρίς τη συγκατάθεση του παραπονούμενου, νοουμένου ότι θα τον ενημέρωνε γραπτώς.

 

    Όπως αναφέρεται στον αστυνομικό όρκο, που λήφθηκε ενώπιον του Δικαστή που εξέδωσε το ένταλμα, η Αιτήτρια ταξίδευσε με το παιδί στην Ελλάδα στις 21.7.2022, έχοντας ενημερώσει σχετικά τον παραπονούμενο, όμως, ουδέποτε επέστρεψαν στην Κύπρο.  Από τότε, προωθήθηκαν διάφορες δικαστικές διαδικασίες, τόσο από την Αιτήτρια, όσο και από τον παραπονούμενο.  Η ανάμιξη της Αστυνομίας στην υπόθεση φαίνεται να αρχίζει από τον Αύγουστο του 2022.  Στάλθηκε στις αρχές στην Ελλάδα αίτημα συνδρομής, ενώ η περίπτωση απασχόλησε και την Γενική Εισαγγελία τον Σεπτέμβριο του ιδίου χρόνου, οπόταν και αποφασίστηκε να μην επιδιωχθεί η έκδοση εντάλματος σύλληψης της Αιτήτριας, αλλά οι διαφορές των μερών να επιλυθούν σε οικογενειακό Δικαστήριο.

 

    Σύμφωνα με τον αστυνομικό όρκο, το αδίκημα το οποίο διερευνούσε η Αστυνομία αφορούσε σε παράνομη κατακράτηση ανηλίκου εκτός των ορίων της Δημοκρατίας κατά παράβαση του άρθρου 248Α  του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154.[1] Αναφερόταν ότι το αδίκημα «διαπράχθηκε από τις 21/07/2022 μέχρι σήμερα στην Επαρχία Λευκωσίας».

 

    Προβάλλεται επιχειρηματολογία ότι η αναφορά στο διερευνώμενο αδίκημα είναι αντιφατική, αφού η Αιτήτρια δικαιούτο να ταξιδεύσει με το παιδί στις 21.7.2022 και την περίοδο Ιουνίου – Σεπτεμβρίου και επισημαίνεται ότι αναφέρεται ως τόπος διάπραξης του αδικήματος η επαρχία Λευκωσίας, ενώ η Αιτήτρια βρίσκεται από 21.7.2022 στην Ελλάδα.  Πότε ήταν υπόχρεα να επιστρέψει μαζί με το παιδί στην Κύπρο, σημειώνεται, δεν διευκρινίζεται στον όρκο.  Η Αιτήτρια εισηγείται ότι, στις περιστάσεις της υπόθεσης, δεν δικαιολογείτο εύλογη υπόνοια να πιστεύεται ότι αυτή είχε διαπράξει το υπό διερεύνηση αδίκημα.

 

    Τα στοιχεία που είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστή που εξέδωσε το ένταλμα, μπορούσαν να τον ικανοποιήσουν ότι «υπάρχει εύλογη υπόνοια να πιστεύεται» ότι η Αιτήτρια είχε διαπράξει το αδίκημα της παράνομης κατακράτησης ανηλίκου εκτός των ορίων της Δημοκρατίας, κατά παράβαση του άρθρου 248Α  του Κεφ.154.  Οι ορθές λεπτομέρειες ως προς τον χρόνο και τόπο διάπραξης του αδικήματος, θα μπορούσαν να εξαχθούν από τα πρωτογενή γεγονότα όπως αποκαλύπτονταν στον όρκο, αλλά δεν ήταν ζήτημα που επιτακτικά έχρηζε επίλυσης στο στάδιο εκείνο.

 

    Ένα άλλο ζήτημα που εγείρεται από τους δικηγόρους της Αιτήτριας είναι ότι, στη βάση των ίδιων γεγονότων που θεμελιώνουν το αδίκημα το οποίο διερευνά η Αστυνομία, η Αιτήτρια έχει αντιμετωπίσει τέσσερις ποινικές διώξεις στην Ελλάδα.  Στην πρώτη, που αφορούσε την περίοδο 10.8.2022 μέχρι 6.7.2023, αθωώθηκε.  Στη δεύτερη, που αφορούσε την περίοδο 10.8.2022 μέχρι 27.3.2025, καταδικάστηκε και της επιβλήθηκε πρόστιμο.  Οι κατηγορίες και στις δύο υποθέσεις ήταν για το αδίκημα της αυτοδικίας, κατά παράβαση του άρθρου 331 του Ελληνικού Ποινικού Κώδικα.  Όπως εξηγείται, το ανάλογο με το άρθρο 248Α του Κεφ.154 αδίκημα της αρπαγής ανηλίκου, κατά παράβαση του άρθρου 324 του Ελληνικού Ποινικού Κώδικα, δεν μπορεί να διαπραχθεί από γονέα που έχει την επιμέλεια ανήλικου.  Υποστήριξαν, συναφώς, οι δικηγόροι της Αιτήτριας ότι στη βάση του άρθρου 5(2) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, το οποίο διαλαμβάνει ότι «Ποινική δίωξη δεν θα διεξάγεται στη Δημοκρατία σε σχέση με αδίκημα που διαπράχτηκε σε ξένη χώρα, αν ο κατηγορούμενος αφού δικάστηκε σε τέτοια χώρα για τέτοιο αδίκημα καταδικάστηκε ή αθωώθηκε.», η Αιτήτρια δεν θα μπορούσε να διωχθεί στην Κύπρο για το αδίκημα το οποίο η Αστυνομία διερευνούσε εναντίον της.  Προφανώς, αυτό που εμμέσως πλην σαφώς υποβάλλεται είναι ότι, εφόσον δεν θα μπορούσε να διωχθεί, η διερεύνηση ήταν αχρείαστη, όπως, κατά προέκταση, και η σύλληψης της.

 

    Αναφορά σε διώξεις της Αιτήτριας στην Ελλάδα, δεν γινόταν στον αστυνομικό όρκο, συνεπώς δεν ήταν κάτι που το κατώτερο Δικαστήριο όφειλε ή μπορούσε να λάβει υπόψη. 

 

    Προωθήθηκε επιχειρηματολογία για να δοθεί άδεια στη βάση ότι το περιεχόμενο του αστυνομικού όρκου ήταν δόλιο, παραπλανητικό και ότι απεκρύβησαν ουσιώδη ζητήματα που ήταν γνωστά ή ευλόγως γνωστά ή που ο αστυνομικός που ορκίστηκε όφειλε να γνωρίζει.  Δεν παρουσιάστηκαν ωστόσο στοιχεία ότι η Αστυνομία ήταν σχετικά ενήμερη και απέκρυψε από το κατώτερο Δικαστήριο ότι η Αιτήτρια είχε αντιμετωπίσει διώξεις στην Ελλάδα. 

 

    Πέραν τούτου, σημειώνεται ότι στην Αίτηση δεν αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η άδεια, παρά μόνο γίνεται παραπομπή στην Έκθεση, όπου όμως αναφέρονται δύο μόνο λόγοι σε επικεφαλίδες: «(1) Προϋπόθεη Εύλογης Υποψίας: και (2)Προϋπόθεση Αναγκαιότητας:». Στην Έκθεση αναφέρονται τα γεγονότα σε σχέση με τις διώξεις στην Ελλάδα, και καταγράφεται ότι «η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η ΕΔ ήταν δόλια και/ή παραπλανητική και/ή απέκρυψε ουσιώδη ζητήματα», όμως η ουσία παραμένει ότι η άδεια επιδιώκεται για τους δύο πιο πάνω λόγους μόνο.

 

    Σε κάθε περίπτωση, ότι μπορεί να υπάρξει κάποιο εμπόδιο στο να διωχθεί ποινικά κάποιος ύποπτος, δεν συνιστά κώλυμα στην διερεύνηση του αδικήματος και στην έκδοση εντάλματος σύλληψης του, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 18(1) του Κεφ.155[2] και η έκδοση του εντάλματος κρίνεται εύλογα αναγκαία. 

 

    Η αναγκαιότητα για την έκδοση του εντάλματος σύλληψης της Αιτήτριας είναι το δεύτερο ζήτημα που εγείρεται με την Αίτηση.  Επί του προκειμένου, στην Γ.Κ., Πολ. Αίτ. Αρ.47/2022, ημερ.3.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:D172, αναφέρθηκε ότι:

 

«Για να εκδοθεί ένταλμα σύλληψης πρέπει ο δικαστής σε πρώτο στάδιο να ικανοποιηθεί, στη βάση των όσων τίθενται ενώπιον του με γραπτή ένορκη δήλωση, ότι υπάρχει εύλογη υπόνοια να πιστεύεται ότι το πρόσωπο εναντίον του οποίου θα στρέφεται το ένταλμα σύλληψης διέπραξε αδίκημα.  Αφού έτσι ικανοποιηθεί, θα εκδώσει το σχετικό ένταλμα μόνο εφόσον θεωρήσει τη σύλληψη του υπόπτου εύλογα αναγκαία.  Εδώ υπεισέρχεται και η αρχή της αναλογικότητας, που εγείρεται οποτεδήποτε εξετάζεται ζήτημα αναγκαιότητας.  Και βέβαια, η πλήρωση της πρώτης προϋπόθεσης, για εύλογη υποψία, δεν οδηγεί χωρίς άλλο στην πλήρωση και της δεύτερης, για την αναγκαιότητα (Κυριάκου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολ. Έφ.355/2019, ημερ.16.6.2021, ECLI:CY:AD:2021:A257)».

 

 

    Εν προκειμένω, το διερευνώμενο αδίκημα ήταν συνεχές, παραμένει ωστόσο γεγονός ότι η διάπραξη του φέρεται να αρχίζει από το Καλοκαίρι του 2022.  Στον Αστυνομικό όρκο καταγράφεται στο τέλος ότι «η έκδοση του εντάλματος σύλληψης είναι αναγκαία και ανάλογη για την αποτελεσματική διερεύνηση του πιο πάνω αδικήματος».  Σημασία έχουν οι περιστάσεις που θα μπορούσαν να αναδείξουν ότι η έκδοση του εντάλματος ήταν αναγκαία και αναλογική, πεποίθηση για την οποία θα έπρεπε να ικανοποιηθεί το κατώτερο Δικαστήριο.  Δεν γίνεται παραπομπή σε κάτι το συγκεκριμένο και εναπόκειτο στο κατώτερο Δικαστήριο, στη βάση του συνόλου των στοιχείων που είχαν τεθεί ενώπιον του να καταλήξει κατά πόσο η έκδοση εντάλματος σύλληψης της Αιτήτριας ήταν αναγκαία και αναλογική.  Εν προκειμένω, ο Δικαστής που εξέδωσε το ένταλμα κατέγραψε σε αυτό ότι είχε λογικά ικανοποιηθεί ότι: «τα περιστατικά της υπόθεσης, καθιστούν την έκδοση του εντάλματος αναγκαία και επιθυμητή».

 

    Στην Γ.Κ. είχε αναφερθεί ότι:

 

«Η αναγκαιότητα για την έκδοση εντάλματος σύλληψης μπορεί να εδράζεται στο δημόσιο συμφέρον της διαφύλαξης της πορείας του ανακριτικού έργου από παρεμβάσεις του υπόπτου στην περίπτωση που παραμείνει ελεύθερος, σε σχέση με μάρτυρες ή και τεκμήρια της υπό διερεύνηση υπόθεσης και όχι μόνο.  Ό,τι, σε τέτοια περίπτωση, πρέπει να τίθεται ενώπιον του δικαστή από τον οποίο ζητείται η έκδοση εντάλματος σύλληψης, είναι τα πρωτογενή γεγονότα που δίδουν βάση για τέτοιο ενδεχόμενο.  Περί ενδεχομένου ο λόγος, και ο κίνδυνος πρέπει να καταφαίνεται υπαρκτός, σύμφωνα με την ανθρώπινη λογική και εμπειρία.  Και για να εκδοθεί το ένταλμα πρέπει να είναι τέτοιος που να αντισταθμίζει το ατομικό δικαίωμα του υπόπτου στην ελευθερία του, ικανοποιώντας την αρχή της αναλογικότητας (Pitsillos v. the Police (1966) 2 C.L.R. 50, 55 και Γ. Μ. Πικής: «Ποινική Δικονομία στην Κύπρο», 2η έκδ., 1975, 43).

 

Και ενώ μπορεί να εφίσταται η προσοχή του Δικαστή στα γεγονότα που δίδουν βάση για την ύπαρξη του κινδύνου, σημασία έχει η παράθεση τους.  Άλλωστε η διαπίστωση του κινδύνου ανήκει στον ίδιο το Δικαστή, όπως και τελική απόφαση κατά πόσο είναι τέτοιος που δικαιολογεί την έκδοση του εντάλματος (Πολυκάρπου (1991) 1 Α.Α.Δ. 207)».

 

 

    Στις περιστάσεις της υπόθεσης, εγείρεται εκ πρώτης όψεως, συζητήσιμο ζήτημα νομιμότητας του επίδικου εντάλματος, στη βάση ότι η έκδοση του δεν ήταν αναγκαία και αναλογική.

 

    Παρέχεται συνεπώς άδεια στην Αιτήτρια να καταχωρίσει αίτηση με κλήση για την έκδοση προνοµιακού εντάλµατος Certiorari για την ακύρωση του εντάλματος σύλληψης της, το οποίο εκδόθηκε στις 19.12.2025 από Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας.

 

    Η αίτηση να καταχωριστεί μέσα σε 5 ημέρες και να επιδοθεί στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, τουλάχιστο 4 ημέρες πριν τη δικάσιμο.  Εφόσον καταχωριστεί αίτηση ως ανωτέρω, ο Πρωτοκολλητής να την ορίσει την 11.5.2026 η ώρα 09:00. 

 

    Τα έξοδα της παρούσας Αίτησης θα είναι έξοδα στην πορεία της αίτησης με κλήση.

 

 

 

 

 

 

 

                                                                   Χ. Μαλαχτός, Δ.



[1]    «(1) Όποιος, ενώ ασκεί κοινή κηδεμονία ανηλίκου με άλλο ή άλλα πρόσωπα, μεταφέρει το ανήλικο πρόσωπο εκτός των ορίων της Δημοκρατίας, με τη συναίνεση του άλλου  ή των άλλων νομίμων κηδεμόνων του για συγκεκριμένη περίοδο και, με την εκπνοή της περιόδου αυτής, εξακολουθεί να κατακρατεί το ανήλικο πρόσωπο εκτός των ορίων της Δημοκρατίας, χωρίς τη συναίνεση του άλλου ή των άλλων νομίμων κηδεμόνων του, θεωρείται ότι κατακρατεί παράνομα το ανήλικο πρόσωπο εκτός των ορίων της Δημοκρατίας.

 

     (2) Όποιος κατακρατεί παράνομα ανήλικο πρόσωπο εκτός των ορίων της Δημοκρατίας είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα επτά (7) έτη».

 

[2]    «Όταν δικαστής ικανοποιείται με γραπτή ένορκη δήλωση ότι υπάρχει εύλογη υπόνοια να πιστεύεται ότι ένα πρόσωπο διέπραξε αδίκημα ή όταν η σύλληψη ή η κράτηση θεωρηθεί ευλόγως αναγκαία για παρεμπόδιση διαπράξεως αδικήματος ή αποδράσεως μετά τη διάπραξη αυτού, ο δικαστής δύναται να εκδώσει ένταλμα (που θα αναφέρεται στον παρόντα Νόμο ως ένταλμα συλλήψεως) το οποίο να εξουσιοδοτεί τη σύλληψη του ατόμου εναντίον του οποίου στρέφεται το ένταλμα».


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο