ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση αρ.159/2017)
26 Μαΐου 2026
[ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΔΑΥΙΔ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δικαστές]
Χάρης Παπαναστασίου
Εφεσείων
ν.
B2Kapital Cyprus Ltd
Εφεσίβλητη
Για Εφεσείοντα: κος Διομήδης Καλλής, για Καλλής & Καλλής ΔΕΠΕ.
Για Εφεσίβλητη: κα Κατερίνα Πατσαλίδου, για Μαρκίδης, Μαρκίδης & Σία ΔΕΠΕ.
ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα απαγγελθεί από τον Δικαστή Παναγιώτου.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ.: Με την παρούσα έφεση αμφισβητείται η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, με την οποία ο εφεσείων – εναγόμενος διατάχθηκε να πληρώσει στην εφεσίβλητη – ενάγουσα, το ποσόν των €563.387,52, πλέον τόκους και έξοδα.
Η απαίτηση της εφεσίβλητης στηρίχθηκε σε συμφωνία για συμμετοχή του εφεσείοντος σε επενδυτικό σχέδιο (investor account) της Hellenic Bank Public Company Ltd, η οποία στη συνέχεια για σκοπούς της παρούσας, αντικαταστάθηκε από την εφεσίβλητη. Στο πλαίσιο του εν λόγω επενδυτικού σχεδίου, παραχωρήθηκαν πιστωτικές διευκολύνσεις στον εφεσείοντα, οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν από τον ίδιο για αγοραπωλησίες μετοχών στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ). Οι εν λόγω συναλλαγές διεξάγονταν μέσω της Hellenic Bank (Investments) Ltd, που είναι εταιρεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και ασχολείται, μεταξύ άλλων, με τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών
.
Ο εφεσείων, εκτός από την άρνηση της απαίτησης με την υπεράσπιση του, καταχώρησε επιπλέον και ανταπαίτηση, ζητώντας την ακύρωση της πιο πάνω συμφωνίας επενδυτικού δανείου λόγω ισχυριζόμενης παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων της Hellenic Bank Public Company Ltd, καθώς και των υποχρεώσεών της που πηγάζουν από τον Νόμο και τους σχετικούς Κανονισμούς του ΧΑΚ. Ζήτησε επίσης αποζημιώσεις για κατ’ ισχυρισμό παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων της εφεσίβλητης και για παράβαση των νόμιμων καθηκόντων της, όπως πηγάζουν από τον πιο πάνω Νόμο και Κανονισμούς. Στην ανταπαίτηση προστέθηκε και η επενδυτική εταιρεία Hellenic Bank (Investments) Ltd ως εξ’ ανταπαιτήσεως εναγομένη 2, μέσω της οποίας διεξάγονταν οι επίδικες συναλλαγές στο ΧΑΚ.
Η πρωτόδικη διαδικασία
Απαίτηση και ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού άκουσε 6 μάρτυρες από πλευράς της εφεσίβλητης και της εξ’ ανταπαιτήσεως εναγομένης 2 και τον ίδιο τον εφεσείοντα από πλευράς υπεράσπισης και ανταπαίτησης, αποδέχθηκε την εκδοχή της εφεσίβλητης για τη χορήγηση των πιο πάνω πιστωτικών διευκολύνσεων στον εφεσείοντα, καθώς και τη συνεχή ενημέρωσή του, είτε τηλεφωνικώς είτε μέσω τηλεομοιότυπου (φαξ), για τις συναλλαγές που ο ίδιος είχε διατάξει. Αποδέχθηκε, επιπλέον, τη θέση της εφεσίβλητης ότι ο εφεσείων ήταν σε θέση να αμφισβητήσει πράξεις που είχαν εκτελεστεί εκ μέρους του, χωρίς, όμως, ποτέ να προβεί σε τέτοια ενέργεια.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε επίσης τη θέση της εφεσίβλητης ότι το όριο του επενδυτικού λογαριασμού αυξήθηκε κλιμακωτά, κατόπιν απαίτησης του εφεσείοντος, με τις αυξήσεις αυτές να αξιολογούνται και να εγκρίνονται, σε κάθε περίπτωση, από την εφεσίβλητη. Αποτέλεσε, επιπλέον, εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο εφεσείων προχώρησε σε αναλήψεις μετρητών από τον επενδυτικό λογαριασμό ύψους £253.000,00 (€432.276,16) (βλ. τεκμήριο 4). Σύμφωνα με το πρωτόδικο Δικαστήριο, οι αναλήψεις και οι μεταφορές χρημάτων, αλλά και οι εντολές για την αγοραπωλησία μετοχών και αξιογράφων, καταδείκνυαν τον άμεσο χειρισμό του επενδυτικού λογαριασμού από τον εφεσείοντα, παρά την περί του αντιθέτου μαρτυρία του.
Σύμφωνα με τα πρωτόδικα ευρήματα, ο επενδυτικός λογαριασμός άρχισε σταδιακώς να παρουσιάζει προβλήματα. Παρατηρήθηκε υπέρβαση του εγκεκριμένου ορίου και δεν τηρούνταν οι απαραίτητες και προβλεπόμενες εξασφαλίσεις. Η Hellenic Bank Public Company Ltd άρχισε επαφές με τον εφεσείοντα για να αποκατασταθεί η παρατηρηθείσα υπέρβαση στον επενδυτικό λογαριασμό και το ύψος της προβλεπόμενης εξασφάλισης, με τον εφεσείοντα να μην ανταποκρίνεται. Μεταξύ 4.1.2001 και 3.9.2002, στάλθηκε σειρά επιστολών προς τον εφεσείοντα, καλώντας τον να καλύψει τη διαφορά, με αυτόν να μην συμμορφώνεται (βλ. τεκμήρια 20-24, 38), εξ ου και ο, κατά το πρωτόδικο Δικαστήριο, νόμιμος τερματισμός της συμφωνίας και του επενδυτικού λογαριασμού στις 31.10.2002 (βλ. τεκμήριο 23).
Στη βάση του πιο πάνω σκεπτικού, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε την υπό κρίση απόφαση, με την οποία ο εφεσείων διατάχθηκε να πληρώσει στην εφεσίβλητη το ποσόν των €563.387,52, πλέον τόκο προς 9% ετησίως επί ποσού €253.752,61, από 1/3/2016 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον τα έξοδα της αγωγής. Από την απαίτηση δεν έγινε αποδεκτό το ποσόν των £1.200,00 (€2.050,32). Επρόκειτο για εκ μεταφοράς ποσό στον επενδυτικό λογαριασμό, το οποίο συνυπολογίστηκε ως σταθερά στην κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 4), αλλά και κατά την ετοιμασία των αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού (τεκμήρια 5 και 46). Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε, τη θέση του συνηγόρου του εφεσείοντα ότι η οφειλή του συγκεκριμένου ποσού δεν αποδείχθηκε, ώστε να μπορεί να επιδικαστεί στο πλαίσιο της ευρύτερης αξίωσης της εφεσίβλητης.
Με την ίδια απόφαση, το πρωτόδικο Δικαστήριο διέταξε την πώληση 155 ενεχυριασμένων μετοχών και/ή δικαιωμάτων αγοράς μετοχών (warrants) του εφεσείοντος στην Bank οf Cyprus Public Co Ltd καθώς και άλλων 239 μετοχών στην Hellenic Bank Public Co Ltd.
Για τους ίδιους λόγους, η ανταπαίτησή του εφεσείοντος απορρίφθηκε, χωρίς, όμως, διαταγή ως προς τα έξοδα, ένεκα της συνεκδίκασης, του ενιαίου της δικηγορικής αντιπροσώπευσης και της συνάφειας των ζητημάτων που συζητήθηκαν στην ανταπαίτηση και ανταξίωση με αυτά στην αγωγή.
Η παρούσα έφεση.
Ο εφεσείων, με 7 λόγους έφεσης, αμφισβητεί την πιο πάνω πρωτόδικη απόφαση. Εντούτοις, ο συνήγορος του εφεσείοντα στο περίγραμμα αγόρευσής του, απέσυρε τους λόγους έφεσης 3, 5 και 6. Έτσι, θα εξεταστούν μόνο οι λόγοι έφεσης 1, 2, 4 και 7.
Με τον 1ο λόγο έφεσης, ο εφεσείων ισχυρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι η αξίωση δεν πηγάζει από χρηματιστηριακή συναλλαγή με αποτέλεσμα να κρίνει ότι η αγωγή δεν είχε παραγραφεί. Είναι η θέση του εφεσείοντα ότι η απαίτηση είχε κατά τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής παραγραφεί, αφού δυνάμει του άρθρου 26(1) του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Ν.14(Ι)/93 ως ίσχυε κατά τους επίδικους χρόνους, απαιτήσεις που πηγάζουν από χρηματιστηριακές συναλλαγές παραγράφονται μετά από πάροδο οκτώ ετών από την ημερομηνία καταρτισμού της συναλλαγής. Σημειώνεται ότι το εν λόγω άρθρο καταργήθηκε με τον τροποιητικό Ν.157(Ι) του 2022. Όμως κατά την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής στις 25.9.2009 ίσχυε η οκταετής παραγραφή σε απαιτήσεις που πηγάζουν από χρηματιστηριακές συναλλαγές.
Εξετάσαμε με προσοχή τον πιο πάνω λόγο έφεσης και κρίνουμε ότι δεν ευσταθεί. Είναι, επί του προκειμένου, ορθή η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η βάση αγωγής δεν αφορούσε χρηματιστηριακή συναλλαγή με την έννοια που αναφέρεται στην υπόθεση Χριστοδουλίδης ν. Global Capital Securities And Financial Services Ltd (2012), 1 Α.Α.Δ 636. Στην εν λόγω υπόθεση, η διαφορά σχετιζόταν με υπόλοιπο που προέκυψε απευθείας από χρηματιστηριακές συναλλαγές, σύμφωνα με τον Περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Ν.14(Ι)93. Αντιθέτως, η επίδικη διαφορά στην παρούσα σχετιζόταν με αξίωση προερχόμενη από συμφωνία παροχής τραπεζικών δανείων και πιστώσεων, που παραχωρήθηκαν στον εφεσείοντα για συμμετοχή του στο υπό κρίση επενδυτικό σχέδιο. Το γεγονός ότι, χρησιμοποιώντας τις πιο πάνω τραπεζικές πιστώσεις, ο εφεσείων επένδυσε σε χρηματιστηριακές μετοχές δεν μετατρέπει, από μόνο του, την επίδικη διαφορά σε χρηματιστηριακή δυνάμει του Ν.14(1)93, η οποία εξακολουθεί να έχει ως βάση την επίδικη συμφωνία τραπεζικών δανείων και πιστώσεων.
Έπεται ότι ο 1ος λόγος έφεσης είναι αβάσιμος και απορρίπτεται.
Με τον 2ο λόγο έφεσης, ο εφεσείων ισχυρίζεται ότι η πρωτόδικη απόφαση είναι εσφαλμένη λόγω πλημμελούς και αναιτιολόγητης αξιολόγησης της μαρτυρίας. Ισχυρίζεται, συγκεκριμένα, ότι η αξιολόγηση είναι ελλιπής, εσφαλμένη και αναιτιολόγητη, γιατί μεταξύ άλλων δεν προσδιορίζει και δεν εξειδικεύει ποια ήταν η μαρτυρία που αξιολογήθηκε και έγινε αποδεκτή.
Εξετάζοντας προσεκτικά τη μεθοδολογία και την προσέγγιση στην αξιολόγηση της μαρτυρίας από το πρωτόδικο Δικαστήριο, διαπιστώνουμε ότι δεν ευσταθούν οι πιο πάνω ισχυρισμοί του εφεσείοντος. Αντιθέτως, το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε εκτενή αναφορά στους λόγους για τους οποίους αποδέχθηκε τη μαρτυρία των μαρτύρων για την εφεσίβλητη, χωρίς να παραγνωρίζει κάποιες επουσιώδεις μικροαντιφάσεις. Ευρεία αναφορά γίνεται πρωτοδίκως και ως προς τους λόγους για τους οποίους δεν έγινε αποδεκτή η εκδοχή του εφεσείοντος για τα γεγονότα της υπόθεσης. Ειδικότερα, ως προς τον εφεσείοντα, έγινε εκτενής παραπομπή στη μαρτυρία του, με παράθεση συγκεκριμένων αποσπασμάτων που δικαιολογούσαν πλήρως την πρωτόδικη διαπίστωση ότι αυτός «διακατεχόταν από διάθεση αποστασιοποίησης από καθετί που θα μπορούσε ενδεχομένως να τον εμπλέξει, στη λογική της εκδοχής των εφεσιβλήτων και να τον απομακρύνει, κατ' ακολουθίαν, από την εκδοχή που ο ίδιος προέτασσε διά της δικογραφίας και της μαρτυρίας του».
Πέραν των πιο πάνω, επί της ουσίας της αξιολόγησης, ο 2ος λόγος έφεσης θα πρέπει να εξεταστεί και με βάση τις αρχές που ρυθμίζουν την περιορισμένη επέμβαση του Εφετείου στην αξιολόγηση και τα συμπεράσματα αξιοπιστίας των μαρτύρων από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Αυτές έχουν συνοψισθεί στην υπόθεση Σολωμού ν . Εταιρείας Vineyard View Tourist Enterprises Ltd (1998) 1 Α.Α.Δ 300, από την οποία μεταφέρουμε το πιο κάτω απόσπασμα:
"Στο δικό μας σύστημα η αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ανήκει κατ’ εξοχή στο πρώτοδικο δικαστήριο το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατά κανόνα το Εφετείο σπάνια επεμβαίνει στο να αποφασίσει περί της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα. Ευχέρεια για τον παραγκωνισμό ευρημάτων περί της αξιοπιστίας παρέχεται μόνο όταν καταφαίνονται εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή όταν είναι παράλογα ή αυθαίρετα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία που το πρωτόδικο δικαστήριο έχει αποδεχθεί ως αξιόπιστη. Εάν ήταν εύλογα επιτρεπτό στο πρωτόδικο δικαστήριο να κάμει τα ευρήματα τα οποία έκαμε σε σχέση με την αξιοπιστία το Εφετείο δεν επεμβαίνει."
Οι ίδιες αρχές επαναλήφθηκαν στις πιο πρόσφατες αποφάσεις του Εφετείου N.N. Fiesta Ltd κα ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφεση 183/18 ημ. 4.6.2024, Πετρακκίδη κα ν. Αντωνίου κα Πολ. Έφεση 231/18 ημ. 27 Μαΐου 2024 και Αντωνίου ν. Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λτδ Πολ. Έφεση 154/18 ημ. 20.3.2024 και Ιωάννου ν. Γενικού Εισαγγελέα Πολ. Έφεση 26/2021 ημ. 28.2.2024.
Αναφορικά με αντιφάσεις στη μαρτυρία, σημειώνουμε ότι επέμβαση του Εφετείου χωρεί μόνο στην περίπτωση στην οποία αυτές είναι τέτοιας μορφής που να δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση (βλ. Α.Ο. v. D.T.V, Έφεση Δευτ. Οικ. Δικαστηρίου αρ. 19/2022, ημ. 20/10/2022). Ως τέτοιες, μπορούν να καθορισθούν οι αντιφάσεις οι οποίες υπό το φως της φύσης της υπόθεσης και του ζητήματος που καλύπτουν, πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή φανερώνουν διάθεση καταφυγής στο ψεύδος (βλ. Αθανάση ν. Δημοκρατίας (2016) 2 Α.Α.Δ 867).
Προκύπτει από την πιο πάνω νομολογία ότι χρειάζονται ιδιαίτερα πειστικοί λόγοι για την αναίρεση της πρωτόδικης κρίσης ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας και το Εφετείο επεμβαίνει μόνον όταν οι αντιφάσεις ή οι αδυναμίες στη μαρτυρία είναι τόσο σημαντικές, ώστε να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η αποδοχή της ως αξιόπιστης ήταν λανθασμένη (βλ. επίσης Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας, (2016) 2 Α.Α.Δ 705).
Έχουμε εξετάσει προσεκτικά το σύνολο της μαρτυρίας, σε συνάρτηση με τις πιο πάνω αρχές και τους λόγους που προβάλλει ο εφεσείων για ανατροπή των σχετικών ευρημάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Έχουμε την άποψη πως δεν υπάρχει τίποτε που να δικαιολογεί επέμβασή μας στα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την αξιολόγηση της ενώπιον του δοθείσας μαρτυρίας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, με επαρκή τεκμηρίωση, εξήγησε τους λόγους για τους οποίους αποδέχθηκε τη μαρτυρία των μαρτύρων για την εφεσίβλητη, απορρίπτοντας αυτή του εφεσείοντα, και δεν διαπιστώνουμε ανακολουθία ή πλημμελή αξιολόγηση των δεδομένων που παρουσιάστηκαν ενώπιον του. Ούτε εντοπίζονται αντιφάσεις τέτοιας φύσης που να δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση της εφεσίβλητης ή να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία των μαρτύρων που παρουσίασε στο Δικαστήριο.
Ειδικότερα, ήταν εύλογο από την δοθείσα μαρτυρία το εύρημα ως προς τον άμεσο χειρισμό του επενδυτικού λογαριασμού από τον εφεσείοντα, γεγονός που προκύπτει από τις εκ μέρους του οδηγίες για αγορά αξιών στο ΧΑΚ αλλά και τις αναλήψεις και τις μεταφορές χρημάτων από τον ίδιο. Όπως επίσης εύλογα ήταν τα πρωτόδικα ευρήματα για την σύναψη της επίδικης συμφωνίας, την υπέρβαση του εγκεκριμένου ορίου, την έλλειψη των απαραίτητων και συμφωνηθέντων εξασφαλίσεων αλλά και το ύψος του οφειλόμενου ποσού.
Εν κατακλείδι, κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αιτιολόγησε με επάρκεια τα συμπεράσματα του αναφορικά με την αξιοπιστία των μαρτύρων και κατέληξε σε εύλογα ευρήματα, τα οποία δικαιολογούνται πλήρως από τη δοθείσα μαρτυρία.
Για τους πιο πάνω λόγους και ο 2ος λόγος έφεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Με τον 4ο λόγο έφεσης ο εφεσείων παραπονείται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα και αντιφατικά έκρινε ότι δεν αμβλύνεται η αξιοπιστία των αναδομημένων λογαριασμών (τεκμήρια 5 και 46) λόγω της διαπίστωσής του ότι δεν αποδείχθηκε το ποσό των ΛΚ1.200 (€2.050,32), το οποίο περιλαμβάνουν οι εν λόγω λογαριασμοί. Επεξηγείται στην αιτιολογία του 4ου λόγου έφεσης ότι, παρά το πρωτόδικο εύρημα για μη απόδειξη του εν λόγω ποσού, το πρωτόδικο Δικαστήριο, σε σχέση με τα υπόλοιπα κονδύλια των αναδομημένων λογαριασμών, κατά τρόπο αντιφατικό, δεν θεώρησε ότι και αυτά υπόκειντο σε απόδειξη.
Ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί. Κρίνουμε ότι πολύ ορθά το Πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε τους αναδομημένους λογαριασμούς, πλην του ποσού των Λ.Κ 1.200,00, για τους λόγους που εξηγεί. Δεν είναι ορθή η θέση του εφεσείοντα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι δεν χρειάζεται απόδειξη των αναδομημένων λογαριασμών. Αυτό που λέχθηκε πρωτοδίκως είναι ότι η αξιοπιστία των αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού (τεκμήρια 5 και 46), καθόλου δεν αμβλύνεται υπό το φως της διαπίστωσης της μη απόδειξης του ποσού των Λ.Κ1.200,00. Είναι δε ορθή, επί του προκειμένου, η θέση του συνηγόρου για την εφεσίβλητη, όπως αναφέρεται στην περίγραμμα αγόρευσής του, ότι η προσαχθείσα ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου μαρτυρία, ως προς το θέμα αυτό, συνάδει με τις πρόνοιες του Άρθρου 22 (1) του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, για την εκ πρώτης όψεως απόδειξη των καταχωρήσεων, δοσοληψιών επί του επιδίκου λογαριασμού ως «Τραπεζικού Βιβλίου».
Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά αναφέρει ότι οι κατατεθείσες καταστάσεις λογαριασμού αποτελούν μέρος του τραπεζικού αρχείου της πιστώτριας τράπεζας, με το περιεχόμενό τους να επεξηγείται αρκούντως από τους μάρτυρες της εφεσίβλητης και να διασυνδέεται απολύτως με τα επίδικα θέματα, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση των άλλων καταστάσεων λογαριασμού, χρηματιστηριακών συναλλαγών και εντολών που κατατέθηκαν στη δίκη και έγιναν αποδεκτές ως ορθές και αληθινές.
Όσον αφορά την απόδειξη οφειλόμενου υπολοίπου σε αγωγή τραπεζικού χρέους, παραθέτουμε το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την απόφαση Φρουταρία το Πανέρι Λτδ κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Co Ltd, Πολ. Εφ. 426/11, ημερ. 29.11.2017, ECLI:CY:AD:2017:A432, στο οποίο παραπέμπει και η απόφαση στην μεταγενέστερη υπόθεση Τράπεζα Κύπρου ν. Deme-Dairy Ltd, Πολ. Έφεση 246/2013 ημ. 11.12.2019, ECLI:CY:AD:2019:A523:
«Γενικά να λεχθεί ότι σε αυτού του είδους τις υποθέσεις ο ρόλος του πρωτόδικου Δικαστηρίου, πόσον μάλλον του Εφετείου, δεν είναι να προβεί σε λογιστικό ή άλλο αναλογιστικό έλεγχο των κατατεθειμένων λογαριασμών (η εφεσίβλητη τράπεζα κατέθεσε όλους τους λογαριασμούς που υπερβαίνουν τις 500 σελίδες), αλλά να αποφασίσει στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων κατά πόσο η τράπεζα που διεκδικεί το οφειλόμενο ποσό έχει καταφέρει να αποδείξει την υπόθεση της. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η εφεσίβλητη τράπεζα παρουσίασε όλο το ιστορικό της διαφοράς, τους αρχικούς και τους αναδομημένους λογαριασμούς και εξήγησε με κάθε δυνατή λεπτομέρεια τις χρεώσεις που έγιναν αφαιρώντας ό,τι θεωρήθηκε ως μη συμβατό με την τραπεζική πρακτική και τη νομολογία. Από την άλλη, οι οφειλέτες, δηλαδή οι εφεσείοντες, δεν ήσαν επιτυχείς στο να δείξουν ότι οι λογαριασμοί αυτοί ήσαν λανθασμένοι και αναμφίβολα η εισήγηση τους ότι ήταν η τράπεζα που τους χρωστούσε χρήματα ήταν εντελώς εξωπραγματική και δεν υποστηρίχθηκε από σαφή μαρτυρία.»
Το πρωτόδικο Δικαστήριο σημειώνει ότι η εφεσίβλητη αποφάσισε να μην περιλάβει στους αναδομημένους λογαριασμούς οποιαδήποτε κεφαλαιοποίηση τόκων, πόσο δε μάλλον δύο φορές το χρόνο όπως είχε την ευχέρεια να πράξει κατά νομοθετική ρύθμιση, χρεώνοντας αντ' αυτού τον εφεσείοντα με το χαμηλότερο επιτόκιο που εφαρμοζόταν τη κάθε χρονική στιγμή. Καταλήγει δε ορθά κατά την κρίση μας, ότι όλες οι χρεώσεις στους αναδομημένους λογαριασμούς (τεκμήρια 5 και 46) είναι εναρμονισμένες με το περιεχόμενο της συμφωνίας και τις διατάξεις του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Ν.160(Ι)/99 (βλ. κατ' αναλογία, Επίσημος Παραλήπτης κ.α ν. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος (2005) 1 Α.Α.Δ. 38).
Σχετική με την κατάθεση αναδομημένων λογαριασμών είναι η Καραγιάννη ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφεση 70/14 ημ. 17/11/2021, ECLI:CY:AD:2021:A528, όπου αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων και τα εξής χαρακτηριστικά:
«...Η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού τεκμ. 7(A) παρουσιάζει το τελικό οφειλόμενο ποσό όπως διαμορφώθηκε - μειωμένο - μετά τη μείωση του επιτοκίου. Αυτό αποτελεί μια συνήθη πρακτική των Τραπεζών, η οποία έχει εγκριθεί από τη νομολογία (Γ. Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ (2010) 1ΑΑΔ 1238, Παπαχριστοφόρου κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ., (2015) 1 ΑΑΔ 2326) ώστε να αφαιρούνται κάποιες χρεώσεις η επιβολή επιτοκίων, προς ικανοποίηση του πελάτη τους και ενθάρρυνση για εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης.»
Στην παρούσα περίπτωση, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε ως μαρτυρία την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 46), σύμφωνα με την οποία ο επενδυτικός λογαριασμός παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο, με το ολικώς οφειλόμενο ποσό να ανέρχεται κατά την 29.2.2016, σε €565.437,84, πλέον τόκους προς 9% ετησίως επί ποσού €255.802,93, από 1.3.2016 μέχρι εξοφλήσεως και ότι το υπόλοιπο αυτό, νομιμοποιημένο ως είναι με αναφορά στη επίδικη συμφωνία, πρέπει να καταβληθεί από τον εφεσείοντα προς την εφεσίβλητη.
Για τους πιο πάνω λόγους και ο 4ος λόγος έφεσης κρίνεται ως αβάσιμος και απορρίπτεται.
Απομένει ο 7ος λόγος έφεσης, με τον οποίο ο εφεσείων παραπονείται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι αυτός έδωσε τις επίδικες χρηματιστηριακές εντολές προς την εξ’ ανταπαιτήσεως επενδυτική εταιρεία Hellenic Bank Public Company Ltd. Αναφέρεται, συγκεκριμένα, ότι τόσον η εφεσίβλητη όσον και η εξ ανταπαιτήσεως εναγομένη 2, με τη μαρτυρία που παρουσίασαν στο Δικαστήριο, δεν κατόρθωσαν να ταυτίσουν τις επίδικες χρηματιστηριακές συναλλαγές με τηλεφωνικές εντολές του εφεσείοντος. Γίνεται δε ιδιαίτερη αναφορά στον Μ.Ε.4, ο οποίος δήλωσε ότι δεν κατάφερε να εντοπίσει τις τηλεφωνικές αυτές εντολές σε ηχογραφημένη μορφή, στο σύστημα καταγραφής συνομιλιών της εν λόγω επενδυτικής εταιρείας.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει, επί του προκειμένου, ότι από την πιο πάνω δήλωση του Μ.Ε.4 δεν συνάγεται πως, επειδή αυτός δεν μπόρεσε να εντοπίσει καταγεγραμμένες τηλεφωνικές εντολές του εφεσείοντα, οι οποίες να σημειωθεί έγιναν πριν πολλά χρόνια από την ημερομηνία εκδίκασης της αγωγής, αυτές δεν είχαν δοθεί τηλεφωνικώς ή με άλλο μέσο.
Συμφωνούμε με την πιο πάνω διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Ανεξαρτήτως της αδυναμίας εντοπισμού των τηλεφωνικών εντολών, όπως πολύ ορθά αναφέρει το πρωτόδικο Δικαστήριο, το σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας καταδεικνύει ξεκάθαρα πως όλες οι επίδικες χρηματιστηριακές συναλλαγές έγιναν μετά από εντολές του εφεσείοντα σύμφωνα με την σύμβαση, με αυτόν να αποδέχεται την καθεμιά αγοραπωλησία χωρίς διαμαρτυρία.
Να σημειωθεί επίσης ότι παρά την απουσία των τηλεφωνικών εντολών, κατατέθηκαν στο πρωτόδικο Δικαστήριο γραπτές εντολές του εφεσείοντα προς την επενδυτική εταιρεία για διάφορες αγοραπωλησίες μετοχών. Το πρωτόδικο Δικαστήριο παραπέμπει στην απόφαση του μεταξύ άλλων στα τεκμήρια 15, 32-37, 39, από τα οποία προκύπτει η διαδικασία των γραπτών εντολών, οι οποίες διαβιβάζονταν από τον εφεσείοντα είτε ηλεκτρονικώς μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος διαβίβασης εντολών, είτε απευθείας προς την Κεντρική Υπηρεσία Λήψης Εντολών της επενδυτικής εταιρείας εξ ανταπαιτήσεως εναγομένης 2, ή προς τα κατά τόπους επαρχιακά της γραφεία και τους εντεταλμένους χρηματιστές της.
Ως εκ τούτου και ο 7ος λόγος έφεσης κρίνεται ως αβάσιμος και απορρίπτεται.
Τελική κατάληξη
Εν κατακλείδι, κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε στο σύνολό τους, όλα τα επίδικα θέματα που τέθηκαν ενώπιον του και, με μια πλήρως αιτιολογημένη απόφαση, κατέληξε σε εύλογα ευρήματα που δικαιολογούνταν πλήρως από τη μαρτυρία και τις νομολογιακές αρχές που εφαρμόζονται στην υπόθεση.
Η έφεση απορρίπτεται με €5.000,00 έξοδα, πλέον Φ.Π.Α., εναντίον του εφεσείοντα και υπέρ της εφεσίβλητης.
Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Δ
Α. Δαυίδ, Δ
Αλ. Παναγιώτου, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο