ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ v. ΜΑΡΙΑΣ ΠΑΠΟΥΗ, Πολιτική Έφεση Αρ. 167/2017, 29/5/2026
print
Τίτλος:
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ v. ΜΑΡΙΑΣ ΠΑΠΟΥΗ, Πολιτική Έφεση Αρ. 167/2017, 29/5/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

  Πολιτική Έφεση Αρ. 167/2017

29 Μαΐου, 2026

[Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Α. ΔΑΥΙΔ, Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Δ/στές]

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ

               Εφεσείων

ν.

 

ΜΑΡΙΑΣ ΠΑΠΟΥΗ

              Εφεσίβλητη

………………………………………..

 

Δ. Ιωαννίδης, για Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τον εφεσείοντα

Εφεσίβλητη, ίδια προσωπικά

---------------------------------

 

ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Δαυίδ, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΔΑΥΙΔ, Δ.Στις 14.4.2012, στην Αθηένου, αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής [   ], που οδηγούσε ο εφεσείων, συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής [   ], που οδηγείτο από την εφεσίβλητη.  Η τελευταία, με αγωγή που καταχώρισε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας (αγωγή αρ.1566/2012), αξίωνε από τον εφεσείοντα οδηγό, γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για ζημιές που προέβαλλε ότι υπέστη, ως αποτέλεσμα του ως άνω δυστυχήματος.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού αξιολόγησε και συνεκτίμησε το σύνολο της μαρτυρίας, τα στοιχεία και τα τεκμήρια που τέθηκαν υπόψη του, κατέληξε στα πιο κάτω ευρήματα, ως προς τον τρόπο που  επισυνέβη το δυστύχημα:

 

«Στις 14.4.2012 και περί ώρα 12:30 το όχημα με αρ. εγγραφής [   ], που οδηγείτο από τον Εναγόμενο, κινείτο στην οδό Μ. Ταππή στην Αθηαίνου με πορεία προς τον αστυνομικό σταθμό Αθηαίνου. Το όχημα με αρ. εγγραφής [   ], οδηγούμενο από την Ενάγουσα, ταξίδευε την ίδια μέρα και ώρα εντός της οδού Τ. Μιχαήλ, παρόδου στην οδό Μ. Ταππή, κυρίου δρόμου.  Ο Εναγόμενος επιχείρησε δεξιά στροφή από την οδό Μ. Ταππή προς την οδό Μ. Μιχαήλ με κυκλική πορεία και πριν από το σημείο που δικαιούτο να πράξει αυτό, εισερχόμενος στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και αντίθετη της νόμιμης πορείας του με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το όχημα της Ενάγουσας που είχε ήδη σταματήσει 60 πόντους έξω από την οριζόντια γραμμή του αλτ στην οδό Τ. Μιχαήλ, εντός του κυρίου δρόμου και κατά προέκταση της νόμιμης λωρίδας κυκλοφορίας της στην πάροδο. Οι ζημιές και στα δύο οχήματα ήταν στο μπροστινό και μπροστινό δεξιό μέρος αυτών. Ο Εναγόμενος δεν είχε υπερβολική ταχύτητα. Κατά τον επίδικο χρόνο, υπήρχε φως της μέρας και ο καιρός ήταν αίθριος. Ως εκ του ατυχήματος, η Ενάγουσα υπέστη κάκωση της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης και παρουσίασε οσφυϊσχιαλγία. Προς αντιμετώπιση των σωματικών της βλαβών, η Ενάγουσα έλαβε φαρμακευτική αγωγή με παυσίπονα και αντιφλεγμονώδη και έτυχε μικρού αριθμού φυσιοθεραπειών.»

 

Με δεδομένη την ως άνω κατάληξη του για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επισυνέβη η σύγκρουση των εμπλεκόμενων οχημάτων, έκρινε ότι ο εφεσείων ήταν αμελής, καθ’ ότι  «υπέπεσε της προσοχής και φροντίδας που επιδεικνύει κατά την οδήγηση ο μέσος συνετός οδηγός». Η αμέλεια του, εξήγησε, συνίσταται αφ’ ενός στο ότι έστριψε από σημείο απ’ όπου δε δικαιούτο να στρίψει, παίρνοντας κυκλικά και όχι σε ορθή γωνία τη στροφή από τον κύριο δρόμο προς την πάροδο και αφ’ ετέρου, στο ότι πριν βεβαιωθεί για την έλλειψη οχήματος που κινείτο στη νόμιμη και αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της παρόδου, ενήργησε με τον πιο πάνω τρόπο, εισερχόμενος μάλιστα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας του κύριου δρόμου, οριζοντιώνοντας μάλιστα το όχημα του εντός αυτής. Ενέργειες που οδήγησαν στην πρόσκρουση στο ήδη σταματημένο όχημα της Ενάγουσας. Δεν παρέλειψε να σημειώσει, παραπέμποντας και στο σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος,  πως εάν επιχειρούσε την ίδια στροφή με κάθετη γωνία και από το σημείο όπου στο οδόστρωμα υπήρχε άσπρη διακεκομμένη γραμμή, είναι βέβαιο, από τη θέση στην οποία ευρίσκετο σταματημένη η εφεσίβλητη οδηγός κατά τη στιγμή της σύγκρουσης, ότι η σύγκρουση θα αποφεύγετο.

 

Απέδωσε παράλληλα, συντρέχουσα  αμέλεια στην εφεσίβλητη. Παρά την επισήμανση ότι δεν υπήρχε μαρτυρία ενώπιον του όσον αφορά την ταχύτητα με την οποία κινούνταν τα δύο οχήματα, ούτε σε σχέση με την ορατότητα του ενός οδηγού προς τον άλλο, κρίνοντας πειστική την εξήγηση της ότι δεν είδε τον εφεσείοντα οδηγό, αφού έστρεψε αρχικά την προσοχή της δεξιά και πριν προλάβει να κοιτάξει αριστερά επήλθε η σύγκρουση, έκρινε ότι της αναλογεί ευθύνη, ενόψει του γεγονότος ότι δεν σταμάτησε πριν τη γραμμή του αλτ της παρόδου, μικρότερη πάντως, ως εξήγησε, από την περίπτωση που δεν σταματούσε καθόλου πριν την σύγκρουση.

 

 Υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλουν την περίπτωση, επιμέρισε την ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος, αποδίδοντας την σε ποσοστό 80% στον εφεσείοντα,  ενώ στην εφεσίβλητη καταλόγισε συντρέχουσα ευθύνη για το υπόλοιπο 20%.

 

Με το μοναδικό λόγο έφεσης που προβάλλει ο εφεσείων, αμφισβητεί τον επιμερισμό της ευθύνης που αποφάσισε το πρωτόδικο Δικαστήριο. Σύμφωνα με τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, υποστηρίζει, τα οποία δεν αμφισβητεί, η ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος θα έπρεπε να καταμεριστεί εξ ολοκλήρου στην εφεσίβλητη ή τουλάχιστον σε ποσοστό  80% σε βάρος της τελευταίας.

 

Υποδεικνύοντας ως παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της ευθύνης, την υπαιτιότητα (blameworthiness) των διαδίκων που συναρτάται με την εκπλήρωση των καθηκόντων του κάθε οδηγού για την ασφάλεια του άλλου, όπως και την αιτιώδη συνάφεια (causative potency) των πράξεων τους με το αποτέλεσμα, αποτελεί θέση του ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε ή παραγνώρισε την προτεραιότητα χρήσης της κύριας οδού στην οποία εδικαιούτο ο εφεσείων, παραλείποντας επίσης να λάβει υπόψη ότι η υποχρέωση τήρησης της αριστερής πλευράς του δρόμου από ένα οδηγό, ενυπάρχει μόνο όταν το επιβάλλουν τα δικαιώματα άλλου προσώπου για τη χρήση του ίδιου δρόμου. Επί τούτου, σημειώνει πως υποχρέωση του οδηγού είναι να κάνει λογική χρήση του δρόμου, χωρίς ειδικό περιορισμό ως προς την πλευρά στην οποία θα πρέπει να οδηγεί. Άλλωστε, με δεδομένο το εύρημα ότι η ενάγουσα βρισκόταν κατά 60 εκατοστά εκτός της παρόδου όπου εδικαιούτο να βρίσκεται, το Δικαστήριο έπρεπε να καταλογίσει την ευθύνη αντίθετα από ό,τι την καταλόγισε.

 

Διαμετρικά αντίθετη είναι η θέση της εφεσίβλητης επί του συζητούμενου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, υποστηρίζει, εφάρμοσε ορθά το νόμο και τις καλά καθιερωμένες για την περίπτωση, νομολογιακές αρχές.

 

Είναι αυτονόητο ότι ο οδηγός οχήματος υπέχει καθήκον επιμέλειας έναντι των υπόλοιπων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Καθήκον που περιλαμβάνει την υποχρέωση να ενεργεί κατά τρόπο που να μην δημιουργεί κινδύνους, λαμβάνοντας υπόψη τις εκάστοτε συνθήκες και την παρουσία άλλων οχημάτων (βλ. Φιλίππου κ.ά. ν. Παναγή κ.ά. (2000) 1(B) Α.Α.Δ. 1275).  Στο πλαίσιο αυτό, κάθε οδηγός υποχρεούται να επιδεικνύει τη δέουσα παρατηρητικότητα (proper lookout) σε κάθε στιγμή και κάτω από όλες τις περιστάσεις (Constantinou v. Katsouris and Another (1975) 1 C.L.R. 188). Υποχρέωση που κρίνεται πάντα υπό το φως των πραγματικών περιστατικών της κάθε περίπτωσης και των οδικών συνθηκών υπό τις οποίες βρίσκεται ένας οδηγός (Παύλου ν. Παπακυπριανού (2000) 1(B) Α.Α.Δ. 974). Ως χαρακτηριστικά σημειώθηκε στην Δημοκρατία v. Μιχαήλ (2002) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1595, «είναι στοιχειώδες ότι η διαπίστωση αμέλειας δεν είναι νομικό θέμα αλλά κατ’ εξοχή θέμα γεγονότων που εξαρτάται από το σύνολο των περιστάσεων.»

 

Κατ’ επανάληψη έχει διακηρυχθεί από το Δικαστήριο ότι ο καταμερισμός της ευθύνης, αποτελεί κατ' εξοχήν έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Επέμβαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου δικαιολογείται μόνον όταν ο καταμερισμός κρίνεται καταφανώς εσφαλμένος, διαπιστωθεί σφάλμα αρχής ή πλάνη περί τον νόμο ή τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα. (Σαμαρά κ.ά. ν. Πιπονίδου κ.ά. (2013) 1 Α.Α.Δ. 629 και Σαλαφώρης v. Κολοκασίδη κ.α. (2012) 1(Α) Α.Α.Δ. 213) Με κάθε σεβασμό προς τις εισηγήσεις του ευπαίδευτου δικηγόρου του εφεσείοντα, εν προκειμένω, υπό το σύνολο όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου και έγιναν αποδεκτά, χωρίς να αμφισβητούνται, τα ειδικότερα περιστατικά που περιβάλλουν την περίπτωση και τον τρόπο δράσης και αντίδρασης των εμπλεκομένων οδηγών, ο καταμερισμός ευθύνης στον οποίο προέβη το πρωτόδικο Δικαστήριο, σε καμία περίπτωση δεν κρίνεται καταφανώς εσφαλμένος, ώστε να δικαιολογείται η παρέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου.

 

Δεν διαπιστώνεται οποιοδήποτε σφάλμα στην εκτίμηση των γεγονότων από την πλευρά του πρωτόδικου Δικαστηρίου και στην εφαρμογή των σχετικών νομολογικών αρχών επί του ζητήματος. Αντίθετα, με επιμέλεια πραγματεύτηκε το ζήτημα της ευθύνης, λαμβάνοντας υπόψη όλους τους παράγοντες, πάντοτε υπό το πρίσμα της κοινής λογικής, συνεκτιμώντας τη δράση, αντίδραση και παραλείψεις  των εμπλεκόμενων οδηγών, θεωρούμενων στο επίπεδο του λογικού και συνετού ανθρώπου και όχι μικροσκοπικά. 

 

Στην υπό συζήτηση περίπτωση, η διαπίστωση από τον ευπαίδευτο δικαστή αμέλειας εκ μέρους και των δύο εμπλεκόμενων οδηγών, κατά τον τρόπο που την επιμέρισε, με τον εφεσείοντα να έχει σαφώς βαρύνουσα ευθύνη για την σύγκρουση, αιτιολογήθηκε πλήρως στο σκεπτικό του, το οποίο, στη βάση των αδιαμφισβήτητων περιστατικών που περιβάλλουν την περίπτωση, κρίνεται καθ’ όλα ορθό. Περιθώριο παρέμβασης μας, δεν υπάρχει. 

 

Ως εκ των ανωτέρω, ο μοναδικός λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.

 

Υπό το φως των πιο πάνω, η έφεση δεν μπορεί να επιτύχει και ως εκ τούτου απορρίπτεται.

 

 Επιδικάζονται υπέρ της εφεσίβλητης και εναντίον του εφεσείοντα έξοδα ύψους €1.700, πλέον ΦΠΑ, εάν υπάρχει.

 

 

 

 

                                            Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.

 

 

 

                Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.

 

 

 

                           ΑΛ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ.

 

 

 

 

 

 

 

/γκ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο