ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
Πολιτική Αίτηση Αρ.192/2025
18 Μαΐου, 2026
(Α. ΔΑΥΙΔ, Δ/ΣΤΗΣ)
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964, ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ 2018
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ Π.Μ. ΜΕ Α.Δ.Τ. [ ], ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΕΝΤΑΛΜΑ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 16.06.2025, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΚΘΟΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, ΣΤΗ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΕΝΟΡΚΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ ΤΟΥ ΛΟΧ.2178 Γ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΤΑΕ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ (ΜΕΛΟΥΣ ΑΝΑΚΡΙΤΙΚΗΣ ΟΜΑΔΑΣ ΤΑΕ ΜΟΡΦΟΥ), ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΝΟΜΟΥ, ΚΕΦ. 155, ΑΡΘΡΑ 17, 18 ΚΑΙ 44
………………………………………………….
Β. Ακάμας, για Βίκτωρ Φ. Ακάμας ΔΕΠΕ, για τον Αιτητή
Ε. Παπαγαπίου (κα), Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας, με Ν. Κόλιαρου (κα), Δικηγόρο της Δημοκρατίας, για Καθ’ ου η Αίτηση Γενικό Εισαγγελέα
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΔΑΥΙΔ, Δ.: Στις 07.08.2025, ο αιτητής εξασφάλισε την άδεια του Δικαστηρίου για την καταχώριση αίτησης δια κλήσεως για την έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari, με σκοπό την ακύρωση του δικαστικού εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε σε βάρος του στις 16.06.2025, από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας (εφεξής κατώτερο Δικαστήριο).
Παρά την προβολή αριθμού λόγων προς εξασφάλιση της ως άνω άδειας, τελικά, αυτή εξασφαλίστηκε στη βάση της εισήγησης του Αιτητή ότι το εγκαλούμενο ένταλμα σύλληψης, εκ πρώτης όψεως, εκδόθηκε χωρίς να συντρέχει η αναγκαιότητα προς τούτο, ως επίσης, χωρίς να αποκαλυφθούν από την αστυνομία ουσιώδη γεγονότα.
Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση έχουν ήδη καταγραφεί στην απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία παραχωρήθηκε η άδεια για την καταχώρηση της υπό συζήτηση αίτησης. Στο βαθμό που ενδιαφέρουν μεταφέρονται και στην παρούσα. Σύμφωνα με αυτά, πληροφοριοδότης της Αστυνομίας, υψηλής αξιοπιστίας, ενέπλεξε τον Αιτητή (ύποπτο 1) και άλλα δύο πρόσωπα (ύποπτοι 2 και 3), στον εμπρησμό του αυτοκινήτου συνταξιούχου οδηγού ταξί (ο παραπονούμενος), στις 30.04.2025. Ο τελευταίος είναι πατέρας τόσο της υπεύθυνης λοχία του Αστυνομικού Σταθμού Ευρύχου, Σταθμός ο οποίος διερευνά τροχαίο δυστύχημα (πληροφορίες για εικονικό δυστύχημα) με εμπλεκόμενο όχημα εταιρείας του Αιτητή, όσο και αξιωματικού της Αστυνομίας, υπεύθυνου Τμήματος το οποίο προέβη σε κατάσχεση μεγάλου χρηματικού ποσού από την οικία του ύποπτου 1 μετά από έρευνα, ενόψει αναφορών ότι ο τελευταίος είναι αναμεμειγμένος σε υποθέσεις εξαπάτησης ασφαλιστικών εταιρειών και απόσπασης χρημάτων με τη διενέργεια εικονικών δυστυχημάτων και υποβολή ψευδών απαιτήσεων. Ειδικότερα, στις 13.05.2025, ο ως άνω πληροφοριοδότης ανέφερε ότι στον εμπρησμό του οχήματος εμπλέκονται και οι τρείς ύποπτοι, με τον Αιτητή (1ος ύποπτος) να είναι το πρόσωπο που έδωσε την εντολή προς τούτο. Η συγκεκριμένη πηγή πληροφόρησης ανέφερε πως ενώ βρισκόταν στη μάντρα αυτοκινήτων που διατηρεί ο ύποπτος 1 στην Ευρύχου, ήταν παρών σε δύο διαφορετικές τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχε ο ύποπτος 1 με τους υπόπτους 2 και 3, οι οποίες έγιναν την επόμενη μέρα του εμπρησμού. Το περιεχόμενο των εν λόγω τηλεφωνικών συνομιλιών αφορούσε τον εμπαιγμό και τον χλευασμό του εμπρησμού. Ο ύποπτος 1 με ειρωνική διάθεση και γέλιο ανέφερε ότι «.... έγινε η δουλειά (γέλιο) .... ήταν βραχυκύκλωμα», «κανονίστηκε το θέμα με τον ταξιτζή, τον πατέρα της κοπέλας και του άλλου που μας κατάσχεσε τα λεφτά». Η πηγή, ακούοντας τις αναφερόμενες τηλεφωνικές συνομιλίες, διαπίστωσε ότι τόσο ο δεύτερος όσο και ο τρίτος ύποπτοι, είχαν γνώση για την πρόθεση και το σχεδιασμό του εμπρησμού ενώ στη συνέχεια περιήλθε στην αντίληψη του ότι το πρόσωπο το οποίο διέπραξε τον εμπρησμό χρησιμοποίησε αυτοκίνητο χρώματος γκρίζου μάρκας ΚΙΑ. Παρεμβάλλεται ότι στις 30.05.2025, λήφθηκε δεύτερη πληροφορία, από άλλο πληροφοριοδότη, που επίσης κρίθηκε αξιόπιστος, σύμφωνα με την οποία τον εμπρησμό του οχήματος διενήργησε ο δεύτερος ύποπτος για λογαριασμό του πρώτου υπόπτου. Σύμφωνα πάντα με τον συγκεκριμένο πληροφοριοδότη, ο 2ος ύποπτος, οδηγώντας ψηλό μαύρο όχημα SUV, μετέβη στην οικία του παραπονούμενου όπου διέπραξε τον εμπρησμό. Στη συνέχεια μετέφερε το όχημα στην οικία του, σε συγκεκριμένη διεύθυνση στη Γαλάτα όπου και το έκρυψε στο γκαράζ που βρίσκεται κάτω από αυτήν. Σύμφωνα με τον δεύτερο πληροφοριοδότη, ο 2ος ύποπτος οδηγούσε το συγκεκριμένο όχημα 2-3 ημέρες πριν τον εμπρησμό, ενώ μετά από αυτόν δεν τον ξαναείδε να το οδηγεί, ούτε το εν λόγω όχημα να κυκλοφορεί στην περιοχή. Το εν λόγω όχημα σύμφωνα με την πληροφορία, ανήκει σε εταιρεία αγοραπωλησίας οχημάτων του Αιτητή (1ου υπόπτου). Σύμφωνα με τον δεύτερο πληροφοριοδότη, αιτία του εμπρησμού ήταν ο εκφοβισμός αξιωματικού που υπηρετεί στο Αρχηγείο Αστυνομίας, υιού του ιδιοκτήτη του οχήματος που κάηκε, καθότι ο τελευταίος διερευνά ποινική υπόθεση εναντίον του πρώτου υπόπτου. Ως προστίθεται στην ένορκη δήλωση του Λοχ. Γ. Ιωάννου, μετά την διάπραξη του εμπρησμού έγιναν ενδελεχείς έρευνες στην περιοχή και διακριτικές εξετάσεις μέχρι τις 16.06.2025, στο πλαίσιο την οποίων διαπιστώθηκε πως ο ύποπτος 2, που σύμφωνα με την πληροφορία οδηγούσε το όχημα της εταιρείας του πρώτου υπόπτου, από την ημέρα του εμπρησμού, το συγκεκριμένο όχημα δεν θεάθηκε να οδηγείται είτε από τους τρείς υπόπτους είτε από οποιοδήποτε πρόσωπο. Διαπιστώθηκε επίσης ότι η οικία του ύποπτου 2, στη Γαλάτα, διαθέτει γκαράζ με κλειστή πόρτα, εντός του οποίου υπάρχει όχημα τύπου SUV χρώματος σκούρου, χωρίς ωστόσο να μπορεί να εξακριβωθεί η μάρκα του οχήματος. Μέσω του μηχανογραφημένου συστήματος της Αστυνομίας διαπιστώθηκε ότι ο δεύτερος ύποπτος δεν είναι κάτοχος οχήματος SUV, ενώ τόσο ο ύποπτος 2 όσο και ο ύποπτος 3, μετά από διακριτικές εξετάσεις, διαπιστώθηκε ότι επισκέπτονται συχνά τον πρώτο ύποπτο. Πέραν από την εξασφάλιση εντάλματος έρευνας της οικίας και των υποστατικών των τριών πιο πάνω προσώπων, όπως και της μάντρας αυτοκινήτων του Αιτητή στην Ευρύχου, προς εντοπισμό τεκμηρίων που δυνατόν να παράσχουν μαρτυρία για απόδειξη των προαναφερόμενων αδικημάτων, ζητήθηκε και η έκδοση εντάλματος σύλληψης των τριών υπόπτων, καθότι: «Η σύλληψη των υπόπτων είναι ευλόγως αναγκαία και ανάλογη, προς αποφυγή επηρεασμού μαρτύρων από τους οποίους πρόκειται να ληφθούν καταθέσεις και επέμβασης τους στο έργο της δικαιοσύνης. Η έκδοση των ενταλμάτων σύλληψης είναι αναγκαία και ανάλογη για τη διερεύνηση των πιο πάνω αδικημάτων.».
Η πλευρά του έντιμου Γενικού Εισαγγελέα, στην οποία επιδόθηκε η δια κλήσεως αίτηση, καταχώρισε ένσταση, υποστηρίζοντας ότι η έκδοση του εκκαλούμενου εντάλματος σύλληψης ήταν καθόλα νομότυπη, έγκυρη και δεόντως αιτιολογημένη. Σημειώνοντας ότι το προνομιακό ένταλμα certiorari, δεν αποσκοπεί στον έλεγχο της ορθότητας μιας απόφασης αλλά στη νομιμότητα της, αποτελεί θέση του ότι το κατώτερο Δικαστήριο, ενεργώντας εντός των πλαισίων της δικαιοδοσίας του και ικανοποιούμενο: (α) για την ύπαρξη εύλογης υπόνοιας να πιστεύεται ότι ο αιτητής έχει διαπράξει τα αδικήματα που περιγράφονται στο ένταλμα και (β) ότι τα περιστατικά της υπόθεσης καθιστούσαν την έκδοση του εντάλματος αναγκαία και επιθυμητή, άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια εκδίδοντας το σχετικό διάταγμα. Παραπέμποντας στο είδος και τη σοβαρότητα των υπο διερεύνηση αδικημάτων και στα ειδικότερα γεγονότα που περιβάλλουν την υπο εξέταση περίπτωση, υποστηρίζει πως όσα αναφέρονται στον Όρκο που υποστύλωνε το αίτημα, επισφραγίζουν και τεκμηριώνουν το στοιχείο της αναγκαιότητας για την έκδοση του εκκαλούμενου εντάλματος σύλληψης. Στη βάση δε όλων όσων τέθηκαν υπόψη του κατώτερου Δικαστηρίου, o κίνδυνος παρέμβασης στο ανακριτικό έργο μέσω του επηρεασμού προσώπων-μαρτύρων ή τεκμηρίων, τόσο από τον Αιτητή όσο και από τους άλλους ύποπτους για τη διάπραξη των υπό διερεύνηση αδικημάτων, παρεμποδίζοντας την απρόσκοπτη διερεύνηση της υπόθεσης και το έργο της δικαιοσύνης, δεν θα μπορούσε να υποτιμηθεί. Απορρίπτοντας την θέση περί απόκρυψης ουσιαστικών για περίπτωση γεγονότων, υποστηρίζει ότι ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου τέθηκαν όλα τα σχετικά για το ζήτημα γεγονότα, χωρίς να αποκρυβούν αναγκαίες και/ή ουσιώδεις πληροφορίες. Επί τούτου, σημειώνει ότι οι αναφορές στον Όρκο σε σχέση με υποθέσεις που διερευνούσε η αστυνομία, ήτοι την πληροφορία για εικονικό δυστύχημα αλλά και την κατάσχεση μεγάλου χρηματικού ποσού από την οικία του Αιτητή, στο πλαίσιο διερεύνησης υποθέσεων εξαπάτησης ασφαλιστικών εταιρειών και υποβολής ψευδών απαιτήσεων, τις οποίες αντίστοιχα διερευνούσαν η ως άνω θυγατέρα του παραπονούμενου, υπεύθυνη του Αστυνομικού Σταθμού Ευρύχου και ο υιός του, αξιωματικός της Αστυνομίας, υπεύθυνος Τμήματος που προέβη στην κατάσχεση του ποσού, έγιναν, αφενός για να καταδειχθεί η αξιοπιστία των πληροφοριών που λήφθηκαν από την αστυνομία και, αφετέρου, για να καταδειχθεί το ενδεχόμενο κίνητρο της διάπραξης του αδικήματος του εμπρησμού. Η έκβαση των εν λόγω υποθέσεων, υποστηρίζει, δεν θα μπορούσε να αποτελεί ουσιαστικό ζήτημα, δυνάμενο να επιδράσει στην κρίση του κατώτερου Δικαστηρίου αναφορικά με την έκδοση ή μη του εκκαλούμενου εντάλματος σύλληψης.
Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών, με τις αγορεύσεις τους, τις οποίες προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Στο βαθμό δε που έκριναν αναγκαίο έπραξαν τούτο και διά ζώσης κατά το στάδιο της ακρόασης της αίτησης.
Έχω διεξέλθει με προσοχή το σύνολο όσων έχουν τεθεί υπόψη μου μέσω της αίτησης, της ένστασης και των ενόρκων δηλώσεων που τις συνοδεύουν, ως επίσης και τις τοποθετήσεις και εισηγήσεις των ευπαίδευτων δικηγόρων για τα ειδικότερα ζητήματα που απασχολούν στην παρούσα.
Ως κατ’ επανάληψη έχει διακηρυχθεί, τα προνομιακά εντάλματα για έλεγχο των κατώτερων Δικαστηρίων χορηγούνται με φειδώ και κατ’ εξαίρεση. Μια τέτοια θεραπεία, παρέχεται στις περιπτώσεις που από το πρακτικό του κατώτερου Δικαστηρίου διαφαίνεται έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας, έκδηλη νομική πλάνη, δόλος, προκατάληψη ή μη τήρηση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης (βλ. σύγγραμμα Πέτρου Αρτέμη, «Προνομιακά Εντάλματα Αρχές και Υποθέσεις», σελ. 109 κ.επ., Κωνσταντινίδης (2003) 1(Β) Α.Α.Δ. 1298, Perrella (Αρ.2) (1995) 1 Α.Α.Δ. 692 και Ευδόκας (2016) 1(Γ) Α.Α.Δ. 3018). Ό,τι ενδιαφέρει, είναι η νομιμότητα των ελεγχόμενων ενεργειών, ή σύννομη δηλαδή άσκηση της δικαιοδοσίας του κατώτερου Δικαστηρίου Μέσω της συγκεκριμένης δικαιοδοσίας, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν υποκαθιστά τους χειρισμούς, ούτε τη διαδικασία που ακολουθήθηκε από το κατώτερο Δικαστήριο. Διαδικασία ως η υπό συζήτηση, δεν συνιστά υποκατάστατο της Δευτεροβάθμιας διαδικασίας, ούτε μπορεί να αφεθεί να χρησιμοποιηθεί ως έφεση υπό μεταμφίεση για τον έλεγχο της ορθότητας των αποφάσεων των κατώτερων Δικαστηρίων και του τρόπου άσκησης της διακριτικής ευχέρειας τους προς επίλυση ζητημάτων που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία τους (Ηλία (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 869, Νεοφύτου (2012) 1 Α.Α.Δ. 1 και Θεοχαρίδου (2017) 1(Α) Α.Α.Δ. 886).
Σε συνάρτηση πάντα με τα ζητήματα που απασχολούν στην παρούσα, θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι πράγματι, σοβαρές ελλείψεις και παραλείψεις ως προς την ορθή παρουσίαση ουσιαστικών γεγονότων εκ μέρους της αιτήτριας αρχής, αποκλίνουν από την υποχρέωση αποκάλυψης στο Δικαστήριο όλων των ουσιωδών στοιχείων και γεγονότων, δυνάμενες να πλήξουν τη νομιμότητα της έκδοσης ενός εντάλματος του είδους. Ως κατ’ επανάληψη έχει υποδειχθεί, η μη αποκάλυψη ουσιωδών πληροφοριών με αποτέλεσμα την παραπλάνηση του Δικαστηρίου, αφαιρεί ουσιαστικά το νόμιμο της έκδοσης του εντάλματος (Ζερβού (2009) 1(Β) Α.Α.Δ. 1316 και Αντώνης Ανδρέου & Σία ΔΕΠΕ κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2015) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2560). Σε κάθε περίπτωση, το κατά πόσο ένα γεγονός που δεν αποκαλύφθηκε ήταν ουσιώδες ή μη, δυνάμενο τελικά να επιδράσει στη νομιμότητα της έκδοσης εντάλματος του είδους, επαφίεται στη δικαστική κρίση, πάντα κατά περίπτωση.
Βασική παράμετρος της επιχειρηματολογίας της πλευράς του Αιτητή αποτέλεσε η εισήγηση πως μέσω του Όρκου που συνόδευε το αίτημα, δεν τέθηκε υπόψη του κατώτερου Δικαστηρίου οτιδήποτε που να εστιάζει, ειδικά, στο ζήτημα του επηρεασμού μαρτυρίας ή καταστροφής τεκμηρίων, ζητήματα για τα οποία παρέμεινε αστήρικτη, αβάσιμη και υποθετική η θέση του ομνύοντος λοχία της αστυνομίας και, ως εκ τούτου, αδύνατη να θεμελιώσει την αναγκαιότητα έκδοσης του εκκαλούμενου εντάλματος σύλληψης. Η μηχανιστική υιοθέτηση εκ μέρους του κατώτερου Δικαστηρίου, των αστήριχτων και υποθετικών επί του ζητήματος θέσεων του ομνύοντος αστυνομικού, προβάλλεται, δεν ικανοποιεί το κριτήριο της αναγκαιότητας και αναλογικότητας. Η δε εκ των υστέρων προσπάθεια να καλυφθεί το ζήτημα, μέσω τη ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση στην υπο συζήτηση αίτηση, δεν συμπληρώνει το κενό.
Στον αντίποδα των πιο πάνω, η εκπρόσωπος του καθ’ ου αίτηση, προβάλλει ότι η δικαστική διεργασία του κατώτερου Δικαστηρίου, για την αναγκαιότητα έκδοσης ή μη του εκκαλούμενου εντάλματος σύλληψης, είχε ως δικαιολογητική βάση το περιεχόμενο του όρκου, τη φύση της υπόθεσης και τα πραγματικά περιστατικά που την περιβάλλουν. Η φύση και η σοβαρότητα των υπό διερεύνηση αδικημάτων, υποστηρίζει, σε συνδυασμό θεωρούμενα με το αδίκημα της συνωμοσίας και της εμπλοκής άλλων ατόμων, πέραν του Αιτητή, καθιστούσαν αναγκαία και αναλογική την έκδοση του επίδικου εντάλματος σύλληψης. Το κατώτερο Δικαστήριο, υποστήριξε, δεν περιορίστηκε σε μια μηχανιστική αποδοχή της αστυνομικής εκτίμησης για την αναγκαιότητα έκδοσης του αιτούμενου εντάλματος σύλληψης. Προέβη το ίδιο σε αυτοτελή αξιολόγηση όλων όσων τέθηκαν υπόψη του, διαμορφώνοντας ανεξάρτητη και αυτοτελή κρίση ως προς την αναγκαιότητα έκδοσης του. Εν πάση περιπτώσει, προσθέτει, όλα όσα αποκαλύπτονται στον σχετικό Όρκο, καταδείκνυαν, όχι μόνο την αναγκαιότητα και αναλογικότητα της έκδοσης του εκκαλούμενου εντάλματος σύλληψης αλλά και ότι ο κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων ή επέμβασης σε τεκμήρια από τον Αιτητή ή τους υπόλοιπους φερόμενους ως συνωμότες, δεν μπορούσε να υποτιμηθεί.
Κατ’ επανάληψη έχει υποδειχθεί πως με δεδομένη την ύψιστη σημασία που έχει το δικαίωμα της ελευθερίας του ατόμου, οποιοσδήποτε περιορισμός του, πρέπει να εμπίπτει στους εκ του νόμου περιορισμένα προβλεπόμενους λόγους και να τεκμηριώνεται από τα δεδομένα της κάθε περίπτωσης (βλ. μεταξύ άλλων Ανδρέας Τσουλούπας ν. Γενικός Εισαγγελέας (2002) 1 Α.Α.Δ. 1263). Δικαστής που επιλαμβάνεται αίτησης για την έκδοση εντάλματος σύλληψης, οφείλει αρχικά να εξετάσει κατά πόσον οι λόγοι για τους οποίους ζητείται το ένταλμα, αποκαλύπτουν ή όχι εύλογη υπόνοια ότι το πρόσωπο εναντίον του οποίου θα εκδοθεί σχετίζεται με τη διάπραξη του αδικήματος. Στην περίπτωση που η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι καταφατική, θα πρέπει να προχωρήσει στο δεύτερο στάδιο της έρευνας, η οποία αποσκοπεί στη διαπίστωση κατά πόσο τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης καθιστούν ή όχι την έκδοσή του αναγκαία ή επιθυμητή (βλ. μεταξύ άλλων Πολυκάρπου (1991) 1 Α.Α.Δ. 207). Η γνώμη του προσώπου που υπογράφει την ένορκη δήλωση, ότι υπάρχει εύλογη υποψία ότι ο καθ' ου η αίτηση διέπραξε το αδίκημα ή ακόμα ότι η σύλληψη είναι ευλόγως αναγκαία προς αποφυγή επηρεασμού μαρτύρων απόκρυψης ή καταστροφής τεκμηρίων, δεν είναι από μόνη της αρκετή (βλ. επίσης Κυριάκου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολ. Έφ.355/2019, ημερ.16.6.2021, ECLI:CY:AD:2021:A257 και Αναφορικά με την Αίτηση του Μ.Σ. για την έκδοση εντάλματος certiorari, Πολιτική Αίτηση αρ. 95/2022 ημερ. 27.6.2022). Ως υποδεικνύεται στην Πολυκάρπου (ανωτέρω), ο λόγος της οποίας διαχρονικά επαναλαμβάνεται: «ανεξαρτήτως της άποψης που εκφράζεται από τον Αστυνομικό, το ίδιο το Δικαστήριο θα πρέπει να προβεί στο δικό του συμπέρασμα με βάση την ένορκη δήλωση για την ύπαρξη εύλογης υπόνοιας σύνδεσης του υπόπτου με τα αδικήματα της αναγκαιότητας έκδοσης του εντάλματος, …».
Των ως άνω λεχθέντων, δεν θα πρέπει να διαλανθάνει της προσοχής πως, εν πάση περιπτώσει, η φύση και η σοβαρότητα των αδικημάτων αποτελούν οδηγό για τον προσδιορισμό της αναγκαιότητας έκδοσης ενός εντάλματος σύλληψης, (βλ. μεταξύ άλλων Παναγιώτου (2004) 1 Α.Α.Δ. 1094). Διακήρυξη, ασφαλώς, που δεν αναιρεί την αναγκαιότητα να εξετάζεται, σε κάθε περίπτωση, το αιτιολογημένο ή μη και αναγκαίο της έκδοσης εντάλματος του είδους.
Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση, θα πρέπει εξαρχής να σημειωθεί ότι δεν αμφισβητείται η εύλογη υπόνοια διασύνδεσης του αιτητή με τη διάπραξη των αδικημάτων που περιγράφονται στο ένταλμα. Η πλευρά του Αιτητή, εστιάζει στο γεγονός ότι μέσω του σχετικού Όρκου, δεν τίθενται ειδικότερα στοιχεία ούτε καταγράφονται συγκεκριμένα γεγονότα, όσον αφορά τον προβαλλόμενο από τον ομνύοντα αστυνομικό επηρεασμό μαρτυρίας ή την καταστροφή τεκμηρίων, στην περίπτωση κατά την οποία δεν εκδιδόταν ένταλμα σύλληψης του Αιτητή. Η μηχανιστική υιοθέτηση της απογυμνωμένης θέσης του ομνύοντος αστυνομικού επί του ζητήματος, προκρίνεται, δεν είναι ικανή να δικαιολογήσει την έκδοση του εκκαλούμενου διατάγματος.
Πριν την ενασχόληση με το πιο πάνω ζήτημα, είναι σημαντικό να εντοπιστεί ότι το κατώτερο Δικαστήριο, εκδίδοντας το εκκαλούμενο ένταλμα σύλληψης, κατέγραψε στο σώμα του περί ου ο λόγος εντάλματος, ότι:
«Με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία και συγκεκριμένα το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση για έκδοση του παρόντος εντάλματος σύλληψης, το οποίο έχω μελετήσει προσεκτικά:
Έχω ικανοποιηθεί λογικά για (α) την ύπαρξη εύλογης υπόνοιας να πιστεύεται ότι το πιο πάνω αναφερόμενο πρόσωπο εναντίον του οποίου ζητείται η έκδοση του παρόντος εντάλματος σύλληψης έχει διαπράξει τα αδικήματα που περιγράφονται στο παρόν ένταλμα και (β) τα περιστατικά της υπόθεσης, όπως αναφύονται από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση για έκδοση του παρόντος εντάλματος σύλληψης, καθιστούν την έκδοση του εντάλματος αναγκαία και επιθυμητή.
Εξεδόθη υπ’ εμού σήμερον την ………………………………»
Προφανώς, η σοβαρότητα ενός αδικήματος που τελεί υπό διερεύνηση, απομονωμένη και απογυμνωμένη από οτιδήποτε άλλο, δυνάμενο να ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις έκδοσης ενός εντάλματος σύλληψης, ως αυτές περιλαμβάνονται στο νόμο (άρθρο 18 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155), δεν θα μπορούσε, από μόνη της, να δικαιολογήσει την έκδοση ενός τέτοιου εντάλματος. Ωστόσο, στην υπό συζήτηση περίπτωση, ο μακροσκελής όρκος που υποστηρίζει το αίτημα έκδοσης του εκκαλούμενου εντάλματος, αποκαλύπτει, πέραν από την σοβαρότητα των αδικημάτων που διερευνώνται, μεταξύ των οποίων και το αδίκημα της συνομωσίας, ένα ευρύτατο πλέγμα γεγονότων, τα οποία εξελίσσονται σε ικανό χρονικό διάστημα, σε διάφορους χώρους, με εμπλοκή και συνδρομή διαφόρων προσώπων και με την χρήση διαφόρων αντικειμένων και μέσων.
Ως κατ’ επανάληψη έχει διακηρυχθεί, η διευκόλυνση των ανακρίσεων δεν είναι άγνωστος λόγος, για την έκδοση εντάλματος σύλληψης. Αντίθετα, στη βάση πάντα των ιδιαίτερων γεγονότων της κάθε υπόθεσης, μπορεί να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης ενός τέτοιου εντάλματος (βλ. Cook Neil Lee (Αρ.2), (2004) 1(Β) Α.Α.Δ. 12, Αναφορικά με την Αίτηση του ΕΕ, Πολ. Αίτ. 146/2022 ημερ. 30.09.2022, ECLI:CY:AD:2022:D368 και Αναφορικά με την Αίτηση του Λ.Λ., Πολ. Αίτ. 142/2024 ημερ. 04.09.2024). Τέτοια είναι η υπό συζήτηση περίπτωση. Ορθά το κατώτερο Δικαστήριο έκρινε, συνεκτιμώντας και μελετώντας προσεκτικά το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση και την εξέλιξή τους, ως τέθηκαν υπόψη του, καταλήγοντας ότι πράγματι καθιστούσαν αναγκαία και επιθυμητή την έκδοση του εκκαλούμενου εντάλματος σύλληψης για την αποτελεσματική διερεύνηση των αδικημάτων.
Ούτε η εισήγηση περί μηχανιστικής προσέγγισης και υιοθέτησης εκ μέρους του κατώτερου Δικαστηρίου των αναφορών του ομνύοντος αστυνομικού για τον κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων ή τεκμηρίων, φαίνεται να βρίσκει έρεισμα. Το ζήτημα, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται στο πλαίσιο μιας, ας μου επιτραπεί ο όρος, «φορμαλιστικής προσέγγισης». Η κάθε περίπτωση, δεν μπορεί παρά να κρίνεται στη βάση των δικών της ειδικότερων περιστατικών. Πέραν των όσων πιο πάνω έχουν αναφερθεί σε σχέση με το περιεχόμενο του όρκου, τη σοβαρότητα των υπό διερεύνηση αδικημάτων και τη διασύνδεση τους με την εξέλιξη πολύπλοκων γεγονότων που περιέβαλλαν την υπό εξέταση περίπτωση, ικανών να δικαιολογήσουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου που εξέταζε το σχετικό αίτημα, υπέρ της έγκρισης του, το Δικαστήριο, ως στο ίδιο το ένταλμα καταγράφεται, προχώρησε στην έκδοση του εκκαλούμενου εντάλματος έχοντας υπόψη την ενώπιον του τεθείσα μαρτυρία, την οποία μελέτησε προσεκτικά, διαμορφώνοντας την δική του κρίση ως προς την αναγκαιότητα έκδοσης του εντάλματος σύλληψης για την αποτελεσματική διερεύνηση των αδικημάτων. Ως καταγράφεται στο ίδιο το ένταλμα σύλληψης, κατάληξε στην αναγκαιότητα έκδοσης του, αφού έλαβε υπόψη τα σοβαρά περιστατικά και δεδομένα της υπόθεσης που τέθηκαν υπόψη του. Στη βάση δε όλων όσων τέθηκαν υπόψη του, αντικειμενικά ορωμένων, ο κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων ή καταστροφής τεκμηρίων, ως παράγοντα δυνάμενου να αναδείξει την αναγκαιότητα έκδοσης του επίδικου εντάλματος σύλληψης, δεν θα μπορούσε να αποκλειστεί.
Των ως άνω λεχθέντων, το ζήτημα της αναγκαιότητας και αναλογικότητας του εκδοθέντος διατάγματος, ως προβάλλεται από την πλευρά του Αιτητή, δεν θα μπορούσε, τελικά, βάσιμα να προβληθεί στην υπό εξέταση περίπτωση, για την ακύρωση του εκκαλούμενου διατάγματος.
Η παράλειψη αναφοράς στον Όρκο πως στο πλαίσιο της εξέτασης του κατ’ ισχυρισμό εικονικού δυστυχήματος που εξέταζε ο Σταθμός Ευρύχου, εμπειρογνώμονας του Αρχηγείου Αστυνομίας αποφάσισε ήδη ότι δεν προέκυπταν οποιαδήποτε στοιχεία περί εικονικού δυστυχήματος, ως επίσης, ότι το ένταλμα έρευνας, η εκτέλεση του οποίου είχε οδηγήσει στην κατάσχεση από την οικία του Αιτητή ποσού περίπου €230.000.00, ακυρώθηκε τελικά μέσω προνομιακού εντάλματος certiorari, αποτελεί, σύμφωνα με την πλευρά του Αιτητή, απόκρυψη στοιχείων, δυνάμενη να επηρεάσει την κρίση του κατώτερου Δικαστηρίου ως προς την αναγκαιότητα έκδοσης του εντάλματος.
Ως έχει σημειωθεί, διαμετρικά αντίθετη είναι η θέση του Καθ’ ου η αίτηση επί του ζητήματος. Ουδεμία απόκρυψη ή μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων υπήρξε, υποστήριξε η εκπρόσωπός του, υποδεικνύοντας ότι μέσω του Όρκου αποκαλύφθηκαν και τέθηκαν υπόψη του κατώτερου Δικαστηρίου όλα τα ουσιαστικά και σχετικά με το επίδικο ζήτημα γεγονότα. Τα στοιχεία που η πλευρά του Αιτητή προβάλλει ότι δεν αποκαλύφθηκαν, υποστηρίζει, ουδεμία συνάφεια ή ουσιαστική σχέση έχουν με την έκδοση του επίδικου εντάλματος, ούτε μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του κατώτερου Δικαστηρίου κατά το χρόνο έκδοσης του.
Έχει ήδη επισημανθεί η αναγκαιότητα αποκάλυψης των στοιχείων και γεγονότων που περιβάλλουν μια υπόθεση, καθ’ ον χρόνο η αρμόδια Αρχή απευθύνεται στο Δικαστήριο για την έκδοση εντάλματος του είδους. Υποχρέωση που καλύπτει την αναγκαιότητα αποκάλυψης όλων των ουσιαστικών στοιχείων που δυνητικά, θα μπορούσαν να έχουν οποιαδήποτε επίδραση στην κρίση του Δικαστηρίου για την αναγκαιότητα ή μη έκδοσης του εντάλματος σύλληψης. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, το γεγονός ότι δεν αποκαλύφθηκε πως εμπειρογνώμονας της Αστυνομίας κατέληξε, στο πλαίσιο της διερεύνησης του εικονικού δυστυχήματος που εξέταζε η θυγατέρα του παραπονούμενου, ότι δεν προέκυπταν οποιαδήποτε στοιχεία περί εικονικού δυστυχήματος, δεν διαφοροποιεί το γεγονός ότι η θυγατέρα του τελευταίου προΐστατο των αστυνομικών ερευνών για το ζήτημα. Ομοίως, η ακύρωση κατά τον τρόπο που εξηγήθηκε του εντάλματος έρευνας στη βάση του οποίου κατασχέθηκε σημαντικό ποσό από την οικία του αιτητή, δεν διαφοροποιεί το γεγονός ότι η υπηρεσία της Αστυνομίας, της οποίας προΐστατο ο υιός του παραποιούμενου, κατάσχεσε δυνάμει εντάλματος έρευνας το συγκεκριμένο ποσό. Ως ορθά επισημαίνεται από την ευπαίδευτη εκπρόσωπο του καθ’ ου η αίτηση, η αναφορά στον όρκο στα συγκεκριμένα ζητήματα, προφανώς, δεν έγινε προς στοιχειοθέτηση των ως άνω αδικημάτων, αλλά για να καταδειχθεί, αφενός η διασύνδεση τους με τις πληροφορίες που αρχικά λήφθηκαν από την Αστυνομία και η «αξιοπιστία» των τελευταίων και αφετέρου, με το ενδεχόμενο κίνητρο του Αιτητή για τον εμπρησμό του οχήματος του πατέρα των πιο πάνω μελών της Αστυνομικής δύναμης. Πέραν και ανεξάρτητα από την όποια έκβαση είχε η διερεύνηση του εικονικού δυστυχήματος ή η κατάσχεση του συγκεκριμένου ποσού από την οικία του αιτητή, αυτή δεν φαίνεται να αποτελούσε ουσιώδη ζήτημα, δυνάμενο να επιδράσει κατά τον τρόπο που εισηγείται ο Αιτητής στην έκδοση ή μη του επίδικου εντάλματος. Πέραν του γεγονότος ότι «πρωταγωνιστικό» ρόλο στη «προώθηση» των ως άνω διαδικασιών είχαν τα παιδιά του παραπονούμενου, για την υπό διερεύνηση υπόθεση συνομωσίας και εμπρησμού, για την οποία ζητήθηκε το εκκαλούμενο ένταλμα σύλληψης, οι συγκριμένες εξελίξεις στη διερεύνηση των δύο άλλων υποθέσεων, δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «ουσιώδη γεγονότα», η παράλειψη συμπερίληψης των οποίων στον Όρκο, θα μπορούσε να έχει τον καταλυτικό ρόλο που εισηγείται ο Αιτητής.
Υπό το φως όλων των πιο πάνω, ουδείς από τους λόγους για τους οποίους δόθηκε αρχικά η άδεια για καταχώρηση της υπό συζήτηση αίτησης, δύναται να οδηγήσει στην ακύρωση του εκκαλούμενου εντάλματος.
Η αίτηση, δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη και ως εκ τούτου απορρίπτεται.
Τα έξοδα της διαδικασίας θα επιβαρυνθεί η πλευρά του αιτητή ως θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή.
Α. ΔΑΥΙΔ, Δ
/γκ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο