ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ Σ.Σ. ΜΕ Α.Δ.Τ. [ ], ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, Πολιτική Αίτηση Αρ.193/2025, 18/5/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ Σ.Σ. ΜΕ Α.Δ.Τ. [ ], ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, Πολιτική Αίτηση Αρ.193/2025, 18/5/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

Πολιτική Αίτηση Αρ.193/2025

 

18 Μαΐου, 2026

 

(Α. ΔΑΥΙΔ, Δ/ΣΤΗΣ)

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964, ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ 2018

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ Σ.Σ. ΜΕ Α.Δ.Τ. [   ], ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΕΝΤΑΛΜΑ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 16.06.2025, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΚΘΟΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΝΟΜΟΥ, ΚΕΦ. 155, ΑΡΘΡΑ 18 ΚΑΙ 19

 

-------------------------------

 

Α. Κορέλλης, για Αγγελίδης, Ιωαννίδης, Λεωνίδου ΔΕΠΕ, για τον Αιτητή

Ε. Παπαγαπίου (κα), Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας, με Ν. Κόλιαρου (κα), Δικηγόρο της Δημοκρατίας, για Καθ’ ου η Αίτηση Γενικό Εισαγγελέα

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΔΑΥΙΔ, Δ.:  Στις 07.08.2025, ο αιτητής εξασφάλισε την άδεια του Δικαστηρίου για την καταχώριση αίτησης δια κλήσεως για την έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari, με σκοπό την ακύρωση του δικαστικού εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε σε βάρος του στις 16.06.2025, από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας (εφεξής κατώτερο Δικαστήριο).   

 

Παρά την προβολή αριθμού λόγων για την εξασφάλιση της άδειας, η τελευταία εξασφαλίστηκε στη βάση της εισήγησης του αιτητή ότι το εγκαλούμενο ένταλμα σύλληψης, εκ πρώτης όψεως, εκδόθηκε κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και αναγκαιότητας της έκδοσης του.

 

Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση έχουν ήδη καταγραφεί στην απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία παραχωρήθηκε η άδεια για την καταχώρηση της υπό συζήτηση αίτησης. Στο βαθμό που ενδιαφέρουν, κατά συνοπτικό τρόπο,  μεταφέρονται και στην παρούσα. Σύμφωνα με αυτά, πληροφοριοδότης  της Αστυνομίας, υψηλής αξιοπιστίας, ενέπλεξε τον Αιτητή (ύποπτο 3) και άλλα δύο πρόσωπα (ύποπτοι 1 και 2), στον εμπρησμό του αυτοκινήτου συνταξιούχου οδηγού ταξί (ο παραπονούμενος), στις 30.04.2025.  Ο τελευταίος είναι πατέρας τόσο της υπεύθυνης λοχία του Αστυνομικού Σταθμού Ευρύχου, Σταθμός ο οποίος διερευνά τροχαίο δυστύχημα (πληροφορίες για εικονικό δυστύχημα) με εμπλεκόμενο όχημα  εταιρείας  του ύποπτου  1,  όσο και αξιωματικού  της Αστυνομίας, υπεύθυνου Τμήματος το οποίο προέβη σε κατάσχεση μεγάλου χρηματικού ποσού από την οικία του ύποπτου 1 μετά από έρευνα, ενόψει αναφορών ότι ο τελευταίος είναι αναμεμειγμένος σε υποθέσεις  εξαπάτησης  ασφαλιστικών  εταιρειών  και  απόσπασης χρημάτων με τη διενέργεια εικονικών δυστυχημάτων και υποβολή ψευδών  απαιτήσεων.  Ειδικότερα,  στις  13.05.2025, ο  ως  άνω πληροφοριοδότης  ανέφερε  ότι  στον  εμπρησμό  του  οχήματος εμπλέκονται και οι τρείς ύποπτοι, με τον πρώτο ύποπτο να είναι το πρόσωπο που έδωσε την εντολή προς τούτο. Η συγκεκριμένη πηγή πληροφόρησης ανέφερε πως ενώ βρισκόταν στη μάντρα αυτοκινήτων που διατηρεί ο ύποπτος 1 στην Ευρύχου, ήταν παρών σε δύο διαφορετικές τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχε ο ύποπτος 1 με τους υπόπτους 2  και 3, οι  οποίες  έγιναν την επόμενη μέρα του εμπρησμού.  Το περιεχόμενο των εν λόγω τηλεφωνικών συνομιλιών αφορούσε τον εμπαιγμό και τον χλευασμό  του εμπρησμού. Ο ύποπτος 1 με  ειρωνική  διάθεση  και  γέλιο  ανέφερε  ότι «.... έγινε η δουλειά  (γέλιο) .... ήταν  βραχυκύκλωμα», «κανονίστηκε το θέμα με τον ταξιτζή, τον πατέρα της κοπέλας και του άλλου που μας  κατάσχεσε τα λεφτά». Η πηγή, ακούοντας τις αναφερόμενες τηλεφωνικές συνομιλίες, διαπίστωσε ότι τόσο ο Αιτητής (ύποπτος 3) όσο και ο ύποπτος 2, είχαν γνώση για την πρόθεση και το  σχεδιασμό  του  εμπρησμού  ενώ  στη  συνέχεια  περιήλθε  στην αντίληψη του ότι το  πρόσωπο το  οποίο διέπραξε  τον  εμπρησμό χρησιμοποίησε αυτοκίνητο χρώματος γκρίζου μάρκας  ΚΙΑ.  Παρεμβάλλεται ότι στις 30.05.2025, λήφθηκε δεύτερη πληροφορία, από άλλο πληροφοριοδότη, που ενόψει της συνεργασίας του στο παρελθόν με την αστυνομία με θετικό αποτέλεσμα, κρίθηκε επίσης αξιόπιστος, σύμφωνα με την οποία τον εμπρησμό του οχήματος διενήργησε ο δεύτερος ύποπτος για  λογαριασμό του πρώτου υπόπτου. Σύμφωνα πάντα με τον συγκεκριμένο πληροφοριοδότη, ο δεύτερος ύποπτος, οδηγώντας ψηλό μαύρο όχημα SUV, μετέβη στην οικία του παραπονούμενου όπου  διέπραξε  τον  εμπρησμό.  Στη συνέχεια  μετέφερε  το  όχημα  στην  οικία  του, σε συγκεκριμένη διεύθυνση στη Γαλάτα όπου και το έκρυψε στο γκαράζ που βρίσκεται κάτω από αυτήν.  Σύμφωνα με τον δεύτερο πληροφοριοδότη, ο δεύτερος ύποπτος οδηγούσε το συγκεκριμένο όχημα 2 -3 ημέρες πριν τον εμπρησμό, ενώ μετά από αυτόν δεν τον ξαναείδε να το οδηγεί, ούτε το εν λόγω όχημα να κυκλοφορεί στην περιοχή.  Το εν λόγω  όχημα  σύμφωνα  με  την  πληροφορία, ανήκει  σε  εταιρεία αγοραπωλησίας οχημάτων του υπόπτου 1. Σύμφωνα με τον δεύτερο πληροφοριοδότη,  αιτία  του  εμπρησμού  ήταν  ο  εκφοβισμός αξιωματικού  που  υπηρετεί  στο  Αρχηγείο  Αστυνομίας,  υιού  του ιδιοκτήτη του οχήματος που κάηκε, καθότι ο τελευταίος διερευνά ποινική υπόθεση εναντίον του πρώτου υπόπτου.  Ως προστίθεται στην ένορκη  δήλωση  του  Λοχ.  Γ.  Ιωάννου,  μετά  την  διάπραξη  του εμπρησμού έγιναν ενδελεχείς έρευνες στην περιοχή και διακριτικές εξετάσεις μέχρι τις 16.06.2025,  στο  πλαίσιο  την οποίων διαπιστώθηκε πως ο ύποπτος 2 ενώ σύμφωνα με την πληροφορία οδηγούσε το όχημα της εταιρείας του πρώτου υπόπτου, από την ημέρα του εμπρησμού, το συγκεκριμένο όχημα δεν θεάθηκε να οδηγείται  είτε  από  τους  τρείς  υπόπτους  είτε  από  οποιοδήποτε πρόσωπο.  Διαπιστώθηκε επίσης ότι η οικία του ύποπτου 2, στη Γαλάτα, διαθέτει γκαράζ με κλειστή πόρτα, εντός του οποίου υπάρχει όχημα τύπου SUV χρώματος σκούρου, χωρίς ωστόσο να μπορεί να εξακριβωθεί η μάρκα του οχήματος. Μέσω του μηχανογραφημένου συστήματος της Αστυνομίας διαπιστώθηκε ότι ο δεύτερος ύποπτος δεν είναι κάτοχος οχήματος SUV, ενώ τόσο ο Αιτητής (ύποπτος 3) όσο και ο ύποπτος 2, μετά από διακριτικές εξετάσεις, διαπιστώθηκε ότι επισκέπτονται συχνά τον πρώτο ύποπτο.  Πέρα από τους λόγους για τους οποίους επιζητείτο η εξασφάλιση εντάλματος έρευνας της οικίας και των υποστατικών των τριών πιο πάνω προσώπων, όπως και της μάντρας αυτοκινήτων  του  ύποπτου 1, στην  Ευρύχου,  προς  εντοπισμό  τεκμηρίων  που  δυνατόν  να  παράσχουν  μαρτυρία  για απόδειξη των προαναφερόμενων αδικημάτων, ο ομνύων, προέβαλε ότι: «Η σύλληψη των υπόπτων είναι ευλόγως αναγκαία και ανάλογη, προς αποφυγή επηρεασμού μαρτύρων από τους οποίους πρόκειται να ληφθούν καταθέσεις και επέμβασης τους στο έργο της δικαιοσύνης. Η έκδοση ων ενταλμάτων σύλληψης είναι αναγκαία και ανάλογη για την διερεύνηση των πιο πάνω αδικημάτων.»

 

Η πλευρά του έντιμου Γενικού Εισαγγελέα, στην οποία επιδόθηκε η δια κλήσεως αίτηση, καταχώρισε ένσταση, υποστηρίζοντας ότι η έκδοση του εκκαλούμενου εντάλματος σύλληψης ήταν καθόλα νομότυπη, έγκυρη και δεόντως αιτιολογημένη. Σημειώνοντας ότι το προνομιακό ένταλμα certiorari, δεν αποσκοπεί στον έλεγχο της ορθότητας μιας απόφασης αλλά στη νομιμότητα της, αποτελεί θέση του ότι το κατώτερο Δικαστήριο, ενεργώντας εντός των πλαισίων της δικαιοδοσίας του και ικανοποιούμενο: (α) για την ύπαρξη εύλογης υπόνοιας να πιστεύεται ότι ο αιτητής έχει διαπράξει τα αδικήματα που περιγράφονται στο ένταλμα και (β) ότι τα περιστατικά της υπόθεσης καθιστούσαν την έκδοση του εντάλματος αναγκαία και επιθυμητή, άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια, εκδίδοντας το σχετικό διάταγμα.   Παραπέμποντας στο είδος και τη σοβαρότητα των υπό διερεύνηση αδικημάτων ως και στα ειδικότερα γεγονότα που περιβάλλουν την υπο εξέταση περίπτωση, υποστηρίζει πως όλα όσα αναφέρονται στον Όρκο που υποστύλωνε το αίτημα, ήταν αρκετά για να αναδείξουν, λογικά, την αναγκαιότητα έκδοσης του επίδικου εντάλματος σύλληψης. Ο κίνδυνος να επηρεαστεί το ανακριτικό έργο μέσω του επηρεασμού προσώπων-μαρτύρων από το επαγγελματικό, οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον των τριών ύποπτων-συλληφθέντων ή τεκμηρίων, τόσο από τον Αιτητή όσο και από τους άλλους ύποπτους για τη διάπραξη των υπό διερεύνηση αδικημάτων, εμποδίζοντας ην απρόσκοπτη διερεύνηση της υπόθεσης και παρεμποδίζοντας το έργο της δικαιοσύνης, δεν θα μπορούσε να υποτιμηθεί. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, υποδεικνύεται, δεν υπήρχε ανάγκη για τυπική διευκρίνηση με αναφορά στα ονόματα των μαρτύρων που τυχόν θα μπορούσε να επηρεάσει το Αιτητής. Το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την περίπτωση, προβάλλεται, ως αναδύονται από τον σχετικό Όρκο που τέθηκε υπόψη του κατώτερου Δικαστηρίου για την έκδοση του εκκαλούμενου εντάλματος σύλληψης, επισφραγίζουν και τεκμηριώνουν το στοιχείο της αναγκαιότητας της ληφθείσας διαδικαστικής ενέργειας. 

 

Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών, με τις αγορεύσεις τους, τις οποίες προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους.  Στο βαθμό δε που έκριναν αναγκαίο έπραξαν τούτο και διά ζώσης κατά το στάδιο της ακρόασης της αίτησης.

 

Έχω διεξέλθει με προσοχή το σύνολο των όσων έχουν τεθεί υπόψη μου μέσω της αίτησης, της ένστασης και των ενόρκων δηλώσεων που τις συνοδεύουν, ως επίσης και τις τοποθετήσεις και εισηγήσεις των ευπαίδευτων δικηγόρων για τα ειδικότερα ζητήματα που απασχολούν στην παρούσα.

 

Ως κατ’ επανάληψη έχει διακηρυχθεί, τα προνομιακά εντάλματα για έλεγχο των κατώτερων Δικαστηρίων χορηγούνται με φειδώ  και κατ’ εξαίρεση.  Μια τέτοια θεραπεία,  παρέχεται  στις  περιπτώσεις  που από το πρακτικό του κατώτερου  Δικαστηρίου  διαφαίνεται  έλλειψη  ή  υπέρβαση δικαιοδοσίας, έκδηλη νομική πλάνη, δόλος, προκατάληψη ή μη τήρηση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης (βλ. σύγγραμμα Πέτρου Αρτέμη, «Προνομιακά Εντάλματα Αρχές και Υποθέσεις», σελ. 109 κ.επ., Αίτηση του Κωνσταντινίδη (2003)1 Α.Α.Δ. 1298, Perrella (Αρ.2) (1995) 1 Α.Α.Δ. 692 και Ευδόκας (2016) 1(Γ) Α.Α.Δ. 3018). Ό,τι ενδιαφέρει, είναι η νομιμότητα των ελεγχόμενων ενεργειών, ή σύννομη δηλαδή άσκηση της δικαιοδοσίας του κατώτερου Δικαστηρίου. Μέσω της συγκεκριμένης δικαιοδοσίας, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν υποκαθιστά τους χειρισμούς, ούτε τη διαδικασία που ακολουθήθηκε από το κατώτερο Δικαστήριο.  Διαδικασία ως η υπό συζήτηση, δεν συνιστά υποκατάστατο της Δευτεροβάθμιας διαδικασίας, ούτε μπορεί να αφεθεί να χρησιμοποιηθεί ως έφεση υπό μεταμφίεση για τον έλεγχο της ορθότητας των αποφάσεων των κατώτερων Δικαστηρίων και του τρόπου άσκησης της διακριτικής ευχέρειας τους προς επίλυση ζητημάτων που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία τους (Ηλία (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 869, Νεοφύτου (2012) 1 Α.Α.Δ. 1 και Θεοχαρίδου (2017)  1(Α) Α.Α.Δ. 886).

 

Ως έχει ήδη σημειωθεί, μοναδικό αντικείμενο συζήτησης και δικαστικής κρίσης στην υπο συζήτηση περίπτωση, αποτελεί η αναγκαιότητα ή μη της έκδοσης του εκκαλούμενου εντάλματος σύλληψης του Αιτητή και η αναλογικότητα του μέτρου. Αποτελεί θέση της πλευρά του Αιτητή πως μέσω του Όρκου που συνόδευε το αίτημα, δεν τέθηκε υπόψη του κατώτερου Δικαστηρίου οτιδήποτε που να εστιάζει, ειδικά στο ζήτημα του επηρεασμού μαρτυρίας ή καταστροφής τεκμηρίων, ζητήματα για τα οποία παρέμεινε αστήρικτη και αβάσιμη η θέση του ομνύοντος λοχία της αστυνομίας και, ως εκ τούτου, αδύνατη να θεμελιώσει την αναγκαιότητα έκδοσης ου εκκαλούμενου διατάγματος. Υπό τις περιστάσεις που περιέβαλλαν την υπόθεση, υποδεικνύεται, η έκδοση του εκκαλούμενου εντάλματος από το κατώτερο Δικαστήριο, με το τελευταίο να ενεργεί μηχανιστικά και χωρίς να το απασχολεί αν η έκδοση του ήταν ανάλογη και απολύτως αναγκαία για τον επιδιωκόμενο σκοπό, αντιβαίνει την αρχή της αναλογικότητας.

 

Στον αντίποδα, η ευπαίδευτη εκπρόσωπος του καθ’ ου αίτηση, προβάλλει ότι η δικαστική διεργασία του κατώτερου Δικαστηρίου, για την αναγκαιότητα έκδοσης του εντάλματος σύλληψης, είχε ως δικαιολογητική βάση το περιεχόμενο του όρκου, τη φύση της υπόθεσης και τα πραγματικά περιστατικά που την περιβάλλουν. Η φύση και η σοβαρότητα των υπό διερεύνηση αδικημάτων, υποστηρίζει, σε συνδυασμό θεωρούμενα με το αδίκημα της συνωμοσίας και της εμπλοκής άλλων ατόμων, πέραν του Αιτητή, καθιστούσαν αναγκαία και αναλογική την έκδοση του επίδικου εντάλματος σύλληψης. Το κατώτερο Δικαστήριο, υποστήριξε, δεν περιορίστηκε σε μια μηχανιστική αποδοχή της αστυνομικής εκτίμησης για την αναγκαιότητα έκδοσης του αιτούμενου εντάλματος.  Προέβη το  ίδιο σε αυτοτελή αξιολόγηση όλων όσων τέθηκαν υπόψη του, διαμορφώνοντας κρίση ως προς την ύπαρξη της αναγκαιότητας έκδοσης του εντάλματος σύλληψης.  Όλα όσα αποκαλύπτονται στον σχετικό Όρκο, υποστήριξε, καταδείκνυαν, όχι μόνο ότι δεν μπορούσε να υποτιμηθεί ο κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων, άλλων εμπλεκόμενων και τεκμηρίων από τον Αιτητή και τους υπόλοιπους φερόμενους ως συνωμότες, αλλά και την αναγκαιότητα και αναλογικότητα της έκδοσης του εκκαλούμενου εντάλματος σύλληψης για σκοπούς διερεύνησης, η έκδοση του οποίου ήταν αποτέλεσμα άσκησης ανεξάρτητης και αυτόνομης κρίσης του κατώτερου Δικαστηρίου στη βάση του συνόλου των περιστατικών που τέθηκαν υπόψη του.  

 

Κατ’ επανάληψη έχει υποδειχθεί πως με δεδομένη την ύψιστη σημασία που έχει το δικαίωμα της ελευθερίας του ατόμου, οποιοσδήποτε περιορισμός του, πρέπει να εμπίπτει στους ρητά και περιοριστικά προβλεπόμενους λόγους του νόμου και να τεκμηριώνεται από τα δεδομένα της κάθε περίπτωσης (βλ. μεταξύ άλλων Ανδρέας Τσουλούπας ν. Γενικός Εισαγγελέας (2002) 1 Α.Α.Δ. 1263).  Ως ειδικότερα υποδεικνύεται επί του συζητούμενου στην Πολυκάρπου (1991) 1 Α.Α.Δ. 207, δικαστής που επιλαμβάνεται αίτησης για την έκδοση εντάλματος σύλληψης, οφείλει αρχικά να εξετάσει κατά πόσον οι λόγοι για τους οποίους ζητείται το ένταλμα, αποκαλύπτουν ή όχι εύλογη υπόνοια ότι το πρόσωπο εναντίον του οποίου θα εκδοθεί σχετίζεται με τη διάπραξη του αδικήματος. Στην περίπτωση που η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι καταφατική, τότε θα πρέπει να προχωρήσει στο δεύτερο στάδιο της έρευνας, η οποία αποσκοπεί στη διαπίστωση κατά πόσο τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης καθιστούν ή όχι την έκδοση του αναγκαία ή επιθυμητή. Σε κάθε περίπτωση η γνώμη του προσώπου που υπογράφει την ένορκη δήλωση, ότι υπάρχει εύλογη υποψία ότι ο καθ' ου η αίτηση διέπραξε το  αδίκημα ή ακόμα ότι η σύλληψη είναι ευλόγως αναγκαία προς αποφυγή επηρεασμού μαρτύρων απόκρυψης ή καταστροφής τεκμηρίων, δεν είναι από μόνη της αρκετή (βλ. επίσης Κυριάκου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολ. Έφ.355/2019, ημερ.16.6.2021, ECLI:CY:AD:2021:A257 και Αναφορικά με την Αίτηση του Μ.Σ. για την έκδοση εντάλματος certiorari, Πολιτική Αίτηση αρ. 95/2022 ημερ. 27.6.2022). Ως υποδεικνύεται στην υπόθεση Πολυκάρπου (ανωτέρω), ο λόγος της οποίας διαχρονικά επαναλαμβάνεται από τα δικαστήρια:  «ανεξαρτήτως της άποψης που εκφράζεται από τον Αστυνομικό, το ίδιο το Δικαστήριο θα πρέπει να προβεί στο δικό του συμπέρασμα με βάση την ένορκη δήλωση για την ύπαρξη εύλογης υπόνοιας σύνδεσης του υπόπτου με τα αδικήματα της αναγκαιότητας έκδοσης του εντάλματος, …».  

 

Των ως άνω λεχθέντων, δεν διαλανθάνει της προσοχής του Δικαστηρίου η υπόδειξη πως, εν πάση περιπτώσει, οδηγός για τον προσδιορισμό της αναγκαιότητας έκδοσης ενός εντάλματος σύλληψης, αποτελεί η φύση και η σοβαρότητα των αδικημάτων (βλ. μεταξύ άλλων Παναγιώτου (2004) 1 Α.Α.Δ. 1094).   Διακήρυξη, ασφαλώς, που δεν αναιρεί την αναγκαιότητα να εξετάζεται σε κάθε περίπτωση το αιτιολογημένο ή μη και αναγκαίο της έκδοσης εντάλματος του είδους.

 

Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση, θα πρέπει εξαρχής να σημειωθεί ότι δεν αμφισβητείται η εύλογη υπόνοια διασύνδεσης του αιτητή με τη διάπραξη των αδικημάτων που περιγράφονται στο ένταλμα. Η πλευρά του Αιτητή, εστιάζει στο γεγονός ότι μέσω του σχετικού Όρκου, δεν τίθενται ειδικότερα στοιχεία ούτε καταγράφονται συγκεκριμένα γεγονότα, όσον αφορά τον προβαλλόμενο κίνδυνο επηρεασμού μαρτυρίας ή την καταστροφή τεκμηρίων στην περίπτωση κατά την οποία δεν εκδιδόταν ένταλμα σύλληψης του Αιτητή. Η μηχανιστική υιοθέτηση της απογυμνωμένης θέσης του ομνύοντος αστυνομικού επί του ζητήματος, προκρίνεται, δεν είναι ικανή να δικαιολογήσει την έκδοση του εκκαλούμενου διατάγματος.

 

Πριν την ενασχόληση με το τελευταίο αυτό ζήτημα, είναι σημαντικό να εντοπιστεί ότι το κατώτερο Δικαστήριο, εκδίδοντας το εκκαλούμενο ένταλμα σύλληψης, κατέγραψε στο σώμα του περί ου ο λόγος εντάλματος, ότι:

 

«Με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία και συγκεκριμένα το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση για έκδοση του παρόντος εντάλματος σύλληψης, το οποίο έχω μελετήσει προσεκτικά:

 

Έχω ικανοποιηθεί λογικά για (α) την ύπαρξη εύλογης υπόνοιας να πιστεύεται ότι το πιο πάνω αναφερόμενο πρόσωπο εναντίον του οποίου ζητείται η έκδοση του παρόντος εντάλματος σύλληψης έχει διαπράξει τα αδικήματα που περιγράφονται στο παρόν ένταλμα και (β) τα περιστατικά της υπόθεσης, όπως αναφύονται από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση για έκδοση του παρόντος εντάλματος σύλληψης, καθιστούν την έκδοση του εντάλματος αναγκαία και επιθυμητή.

 

Εξεδόθη υπ’ εμού σήμερον την ………………………………»

 

Προφανώς, η σοβαρότητα ενός αδικήματος που τελεί υπό διερεύνηση,  απομονωμένη και απογυμνωμένη από οτιδήποτε άλλο δυνάμενο να ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις έκδοσης ενός εντάλματος σύλληψης, ως περιλαμβάνονται στο νόμο (άρθρο 18 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155), δεν θα μπορούσε, από μόνη της, να δικαιολογήσει την έκδοση ενός τέτοιου εντάλματος. Ωστόσο, στην υπό συζήτηση περίπτωση, ο μακροσκελής όρκος που υποστηρίζει το αίτημα έκδοσης του εκκαλούμενου εντάλματος, αποκαλύπτει, πέραν από την σοβαρότητα των αδικημάτων που διερευνώνται, μεταξύ των οποίων και το αδίκημα της συνομωσίας, ένα ευρύτατο πλέγμα πολύπλοκων γεγονότων, τα οποία εξελίσσονται σε ικανό χρονικό διάστημα, σε διάφορους χώρους, με εμπλοκή και συνδρομή διαφόρων προσώπων και με την χρήση διαφόρων αντικειμένων και μέσων.

 

Η διευκόλυνση των ανακρίσεων δεν είναι λόγος άγνωστος για την έκδοση εντάλματος σύλληψης. Αντίθετα, στη βάση πάντα των ιδιαίτερων γεγονότων της κάθε υπόθεσης, μπορεί να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης ενός τέτοιου εντάλματος (βλ. Cook Neil Lee (Αρ.2), (2004) 1(Β) Α.Α.Δ. 12, Αναφορικά με την Αίτηση του ΕΕ, Πολ. Αίτ. 146/2022 ημερ. 30.09.2022, ECLI:CY:AD:2022:D368 και  Αναφορικά με την Αίτηση του Λ.Λ., Πολ. Αίτ. 142/2024 ημερ. 04.09.2024).  Στην υπό συζήτηση περίπτωση, το σύνολο των γεγονότων που την περιβάλλουν και η εξέλιξη τους, ως τέθηκαν υπόψη του κατώτερου Δικαστηρίου, καθιστούσε πράγματι αναγκαία και επιθυμητή την έκδοση του εκκαλούμενου εντάλματος για σκοπούς διευκόλυνσης των ανακρίσεων.

 

Ούτε η εισήγηση περί μηχανιστικής προσέγγισης του κατώτερου Δικαστηρίου των αναφορών του ομνύοντος αστυνομικού, μπορεί να υιοθετηθεί. Το ζήτημα, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται στο πλαίσιο μιας, ας μου επιτραπεί ο όρος, «φορμαλιστικής προσέγγισης». Η κάθε περίπτωση, δεν μπορεί παρά να κρίνεται στη βάση των δικών της ειδικότερων περιστατικών. Πέραν των όσων πιο πάνω έχουν αναφερθεί σε σχέση με το περιεχόμενο του όρκου, τη σοβαρότητα των υπό διερεύνηση αδικημάτων και τη διασύνδεση τους με την εξέλιξη πολύπλοκων γεγονότων που περιέβαλλαν την υπό εξέταση περίπτωση, ικανών να δικαιολογήσουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου που εξέταζε το σχετικό αίτημα, υπέρ της έγκρισης του, το Δικαστήριο, ως στο ίδιο το ένταλμα καταγράφεται, προχώρησε στην έκδοση του εκκαλούμενου εντάλματος  έχοντας υπόψη την ενώπιον του τεθείσα μαρτυρία, την οποία μελέτησε προσεκτικά, διαμορφώνοντας την δική του κρίση ως προς την αναγκαιότητα έκδοσης του εντάλματος σύλληψης για την αποτελεσματική διερεύνηση των αδικημάτων.  Ως καταγράφεται στο ίδιο το ένταλμα σύλληψης, κατάληξε στην αναγκαιότητα έκδοσης του, αφού έλαβε υπόψη τα σοβαρά περιστατικά και δεδομένα της υπόθεσης που τέθηκαν υπόψη του. Στη βάση δε όλων όσων τέθηκαν υπόψη του, αντικειμενικά ορωμένων, ο κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων ή καταστροφής τεκμηρίων, ως παράγοντα δυνάμενου να αναδείξει την αναγκαιότητα έκδοσης του επίδικου εντάλματος σύλληψης, δεν θα μπορούσε να αποκλειστεί.

 

Των ως άνω λεχθέντων, το ζήτημα της αναγκαιότητας και αναλογικότητας του εκδοθέντος διατάγματος, ως προβάλλεται από την πλευρά του Αιτητή, δεν θα μπορούσε, τελικά, βάσιμα να προβληθεί στην υπό εξέταση περίπτωση, για την ακύρωση του εκκαλούμενου διατάγματος μέσω της έκδοσης προνομιακού εντάλματος certiorari.

 

Υπό το φως όλων των πιο πάνω η αίτηση δεν μπορεί να έχει  επιτυχή κατάληξη και απορρίπτεται.

 

Τα έξοδα της δια κλήσεως αίτησης, θα επιβαρυνθεί η πλευρά του Αιτητή, ως θα υπολογιστούν  από τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή. 

 

 

 

Α. ΔΑΥΙΔ, Δ

 

 

 

 

 

 

 

/γκ

 

 

 

 

                                                                                                           


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο