ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ MINDIA GOGOCHURI ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΩΡΓΙΑ, ΜΕ ΑΡ. ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΟΥ [ ] ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, Πολιτική Έφεση Αρ. 22/2026, 29/5/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ MINDIA GOGOCHURI ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΩΡΓΙΑ, ΜΕ ΑΡ. ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΟΥ [ ] ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, Πολιτική Έφεση Αρ. 22/2026, 29/5/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

 

 

(Πολιτική Έφεση Αρ. 22/2026)

(I-justice)

 

 

29 Μαΐου, 2026

 

 

[ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΔΑΥΙΔ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ/στές]

 

 

ΕΦΕΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΟΔΙΚΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 05/2026

 

ΥΠΟ ΤΟΝ ΤΙΤΛΟ:

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΩΝ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΩΝ ΤΟΥ 1964 ΕΩΣ (ΑΡ.3) ΤΟΥ 2022

 

ΚΑΙ

 

AΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥΣ ΤΟΥ 2018 ΚΑΙ 2023

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ MINDIA GOGOCHURI ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΩΡΓΙΑ, ΜΕ ΑΡ. ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΟΥ [ ] ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 29/10/2025 ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ 2018.

 

 

   Στ. Ερωτοκρίτου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού    Εισαγγελέα, για την Εφεσείουσα.

 

Π. Λοΐζου για Πάρης Λοΐζου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για τον Εφεσίβλητο.

 

______________________________________________________________

 

Η Απόφαση είναι ομόφωνη, θα απαγγελθεί από τη

Δικαστή Δημητριάδου-Ανδρέου.

______________________________________________________________

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.: Με την παρούσα Έφεση ο Γενικός Εισαγγελέας προσβάλλει την Απόφαση αδελφής μας Δικαστή (εφεξής «το πρωτόδικο Δικαστήριο»), με την οποία εξέδωσε Προνομιακό Ένταλμα Certiorari και ακύρωσε το προσωρινό Ένταλμα Σύλληψης εναντίον του Εφεσίβλητου, ημερ. 6/12/2025, που εκδόθηκε από Πρόεδρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στη βάση του ότι τούτο εκδόθηκε υπό νομική πλάνη και καθ’ υπέρβαση εξουσίας, χωρίς να είχαν τεθεί ενώπιον της Προέδρου εκείνα τα στοιχεία που δικαιολογούσαν την έκδοσή του.

 

Η πρωτόδικη Απόφαση προσβάλλεται με δύο Λόγους Έφεσης. Μέσω του                1ου Λόγου Έφεσης προβάλλεται πως εσφαλμένα και αντινομικά κρίθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι το πιο πάνω εκδοθέν προσωρινό Ένταλμα Σύλληψης εκδόθηκε υπό νομική πλάνη και καθ’ υπέρβαση εξουσίας. Με το                2ο Λόγο Έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα και αντινομικά έκρινε ότι η αίτηση, η οποία αφορούσε τη νομιμότητα της έκδοσης του επίδικου προσωρινού Εντάλματος Σύλληψης, ημερ. 6/12/2025, δεν είχε απωλέσει το αντικείμενό της, με την απόρριψη του αιτήματος έκδοσης των Ρωσικών Αρχών στις 15/1/2026 και την απέλαση του Εφεσίβλητου στη Γεωργία.

 

Ο συνήγορος του Εφεσίβλητου δήλωσε ότι ενόψει του περιεχομένου της Απόφασης που εκδόθηκε στην Πολιτική Έφεση Αρ. 40/2025, ημερ. 6/5/2026, δεν φέρει ένσταση στην αποδοχή της Έφεσης. Λέμε εξαρχής ότι η συναίνεση ή συγκατάθεση του Εφεσίβλητου στην αποδοχή της Έφεσης καθόλου δεν δεσμεύει το Δικαστήριο σε ό,τι αφορά τη δική του κατάληξη.

 

Το επίδικο προσωρινό Ένταλμα Σύλληψης εκδόθηκε εναντίον του Εφεσίβλητου από Πρόεδρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας δυνάμει του Άρθρου 8(1)(β) και 8(2) του περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμου, Ν. 97/1970. Σε αυτό αναφέρετο ότι η Πρόεδρος είχε ικανοποιηθεί για την αναγκαιότητα έκδοσης του και για τη συνδρομή των προϋποθέσεων του ως άνω Άρθρου για την έκδοση αυτού.

 

Στον Όρκο που συνόδευε την αίτηση για την έκδοση του προσβαλλόμενου προσωρινού Εντάλματος Σύλληψης, ο Αστ. 2363 είχε αναφέρει ότι εκκρεμούσε η Ερυθρά Αγγελία η οποία εκδόθηκε στις 21/11/2025 από τις Αρχές της Ρωσίας εναντίον του Εφεσίβλητου ο οποίος καταζητείτο διεθνώς, καθότι είχε εκδοθεί εναντίον του δικαστικό ένταλμα σύλληψης από το Δικαστήριο του Κρασνοντάρ στις 15/10/2025 για τα αδικήματα της 1) Συνωμοσίας, 2) Απόπειρας φόνου,                   3) Παράνομης κατοχής, μεταφοράς και χρήσης πυροβόλου όπλου και                           4) Παράνομης κατοχής και χρήσης εκρηκτικών υλών, τα οποία φέρεται να διαπράχθηκαν στο Κρασνοντάρ της Ρωσίας, στις 23/4/2025.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε ότι για την έκδοση του εν λόγω Εντάλματος απαιτείτο η προσκόμιση τέτοιων αποδειχτικών στοιχείων τα οποία, κατά την κρίση του Προέδρου ενώπιον του οποίου τίθεται η αίτηση, θα δικαιολογούσαν την έκδοση Εντάλματος Σύλληψης προσώπου το οποίο αναζητείται για τη διάπραξη ανάλογων αδικημάτων εντός της δικαιοδοσίας του, επισημαίνοντας παράλληλα πως το ημεδαπό δίκαιο, το οποίο παρέχει και ρυθμίζει την εξουσία έκδοσης εντάλματος σύλληψης, είναι το Άρθρο 18(1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155.

 

Επισήμανε, περαιτέρω, πως με βάση το περιεχόμενο του Όρκου, η μοναδική μαρτυρία που είχε τεθεί ενώπιον της Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και αφορούσε τον Εφεσίβλητο, περιοριζόταν στο ότι ο Εφεσίβλητος φερόταν να είχε προβεί στη διάπραξη των αναφερόμενων στον Όρκο που συνόδευε την αίτηση για την έκδοση του Εντάλματος αδικημάτων, «χωρίς ίχνος μαρτυρίας ως προς το πώς συνδέθηκε με τη διάπραξη τους». Καταλήγοντας, έκρινε ότι δεν είχε προσαχθεί οποιαδήποτε μαρτυρία από την οποία η Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας να μπορούσε να αξιολογήσει και καταλήξει στο δικό της συμπέρασμα περί εύλογης υποψίας ότι ο Εφεσίβλητος διέπραξε τα αδικήματα για τα οποία καταζητείτο. Ως συγκεκριμένα το έθεσε «η Πρόεδρος δεν είχε τέτοια μαρτυρία για να προβεί σε εκτίμηση αυτής, παρά μόνο την απλή περιγραφή των γεγονότων τα οποία εμπλέκουν τον αιτητή, τα αδικήματα που αυτά τα γεγονότα αφορούν και το ότι είχε εκδοθεί ένταλμα σύλληψης του από Ρωσικό Δικαστήριο». Ήταν δε η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι «αυτή η μαρτυρία δεν ήταν ικανή να καταδείξει στην Πρόεδρο το πώς ο αιτητής συνδεόταν με τα αδικήματα».

 

Στο πλαίσιο προώθησης του 1ου Λόγου Έφεσης υποστηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, πως το υπό κρίση προσωρινό Ένταλμα Σύλληψης για το οποίο εκκρεμούσε εν ισχύ Ερυθρά Αγγελία της Ρωσικής Ομοσπονδίας, εκδόθηκε νομότυπα δυνάμει των σχετικών προνοιών του περί της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Εκδόσεως Φυγοδίκων (Κυρωτικού) Νόμου του 1970 ως τροποποιήθηκε και του περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμου του 1970,                      Ν. 97/1970, στη βάση του ότι συνέτρεχαν όλες οι αναγκαίες προϋποθέσεις.

 

Η δυνατότητα έκδοσης προσωρινού εντάλματος σύλληψης, σε περιπτώσεις όπως την παρούσα, όπου δεν είχε ακόμα ληφθεί η εξουσιοδότηση του Υπουργού, προβλέπεται στο Άρθρο 8(1)(β) του Ν. 97/1970.

Το Άρθρο 8(1) και (2) του Ν. 97/1970, προνοεί ως ακολούθως:

 

«(1) Δύvαται vα εκδoθή έvταλμα συλλήψεως πρoσώπoυ διωκoμέvoυ δι' αδίκημα, δι' o δύvαται vα χωρήση έκδoσις, ή πρoσώπoυ καταζητoυμέvoυ πρoς έκτισιv πoιvής επιβληθείσης αυτώ μετά καταδίκηv αυτoύ διά τoιoύτov αδίκημα-

 

(α) άμα τη λήψει εξoυσιoδoτήσεως διά τηv έvαρξιv της διαδικασίας της εκδόσεως υπό δικαστoύ τoυ Επαρχιακoύ Δικαστηρίoυ, εv τη δικαιoδoσία τoυ oπoίoυ ευρίσκεται ή πιστεύεται ότι ευρίσκεται τo ως άvω πρόσωπov·

 

(β) άvευ τoιαύτης εξoυσιoδoτήσεως, υπό τoυ Πρoέδρoυ τoιoύτoυ Επαρχιακoύ Δικαστηρίoυ, άμα ως ήθελε ληφθή καταγγελία ότι τo ως είρηται πρόσωπov ευρίσκεται εv τη Δημoκρατία ή πιστεύεται ότι ευρίσκεται εv τη Δημoκρατία ή καθ' oδόv πρoς τηv Δημoκρατίαv, έvταλμα δε εκδoθέv δυvάμει της παραγράφoυ (β) αvωτέρω, εv τω παρόvτι Νόμω αvαφέρεται ως πρoσωριvόv έvταλμα. 

 

(2) Δύvαται vα εκδoθή έvταλμα συλλήψεως δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ επί τη πρoσκoμίσει τoιoύτωv απoδεικτικώv στoιχείωv, ως κατά τηv κρίσιv τoυ δικαστoύ ή τoυ Πρoέδρoυ τoυ Επαρχιακoύ Δικαστηρίoυ, θα εδικαιoλόγoυv τηv έκδoσιv εvτάλματoς συλλήψεως πρoσώπoυ διωκoμέvoυ διά τηv διάπραξιv αvαλόγoυ αδικήματoς ή, αvαλόγως της περιπτώσεως, πρoσώπoυ καταζητoυμέvoυ δι' έκτισιv πoιvής, μετά καταδίκηv αυτoύ δι' αδίκημα τι, εvτός της δικαιoδoσίας τoυ δικαστoύ ή τoυ Πρoέδρoυ τoυ Επαρχιακoύ Δικαστηρίoυ.»

 

 

Στο Ν. 95/1970 γίνεται πρόνοια για τη δυνατότητα των αρμοδίων Αρχών της αιτούσας χώρας να ζητήσουν την προσωρινή σύλληψη του εκζητούμενου, ως επίσης, των δικαιολογητικών που απαιτούνται σε τέτοια περίπτωση (Άρθρα 16 και 12). Παραθέτουμε τα σχετικά Άρθρα:

  

«16(1) Εν επειγούση περιπτώσει αι αρµόδιαι Αρχαί του αιτούντος Μέρους θα δύνανται να ζητήσωσι την πρόσκαιρον σύλληψιν του καταζητουµένου ατόµου. Αι αρµόδιαι Αρχαί του Μέρους, προς ο υπεβλήθη η αίτησις, θέλουσιν αποφανθή επί της αιτήσεως συµφώνως προς την Νοµοθεσίαν του Μέρους τούτου.

 

(2) Η αίτησις προσκαίρου συλλήψεως θα διαλαµβάνη την ύπαρξιν ενός των εν εδαφίω (α) της παραγράφου 2 του άρθρου 12 προβλεποµένων δικαιολογητικών και θα ανακοινώση την πρόθεσιν διαβιβάσεως αιτήσεως εκδόσεως. Θα διαλαµβάνη την παράβασιν δι' ην θα ζητηθή η έκδοσις, τον χρόνον και τόπον ένθα διεπράχθη αύτη, ως και κατά το εφικτόν, χαρακτηρισµόν του καταζητουµένου ατόµου.

 

(3) Η αίτησις προσκαίρου συλλήψεως θέλει διαβιβασθή προς τας αρµοδίας Αρχάς του Μέρους προς ο υποβάλλεται η αίτησις, είτε διά της διπλωµατικής οδού, είτε κατ' ευθείαν ταχυδροµικώς ή τηλεγραφικώς, είτε διά της Διεθνούς Οργανώσεως Εγκληµατολογικής Αστυνοµίας, εiτε διά παντός ετέρου µέσου, εγγράφου ή καθισταµένου αποδεκτού υπό του ετέρου Μέρους.

 

Η αιτούσα Αρχή θέλει ειδοποιηθή άνευ αναβολής επί της εκβάσεως της αιτήσεώς της.

 

4. H πρόσκαιρος σύλληψις δύναται να διακοπή, εάν εντός προθεσμίας δέκα οκτώ ημερών από της συλλήψεως, το Μέρος προς ο υπεβλήθη η αίτησις δεν λάβη την περί εκδόσεως αίτησιν και τα εν άρθρω 12 διαλαμβανόμενα δικαιολογητικά. Εν πάση περιπτώσει αυτή δεν δύναται να υπερβή τας                    40 ημέρας από της τοιαύτης συλλήψεως. Ο καταζητούμενος δύναται, ανά πάσαν στιγμήν, να αφεθή προσωρινώς ελεύθερος, εξαιρέσει της λήψεως, υπό του Μέρους παρ' ού εζητήθη η έκδοσις, των μέτρων εκείνων άτινα θεωρούνται απαραίτητα προς παρεμπόδισιν δραπετεύσεως τούτου.

 

5. Η απελευθέρωσις δεν αντίκειται εις νεωτέραν σύλληψιν και έκδοσιν, εάν η αίτησις εκδόσεως ληφθή μεταγενεστέρως.» 

 

Το Άρθρο 12 του ιδίου Νόμου προβλέπει για τα δικαιολογητικά στοιχεία που απαιτούνται, ως εξής:

  

«12(1) Η αίτησις θέλει διατυπωθή εγγράφως και υποβληθή διά της διπλωµατικής οδού. Δι' απ' ευθείας διευθετήσεις δύναται να συµφωνηθή, µεταξύ δύο ή περισσοτέρων Μερών, έτερον µέσον.

 

(2) Προς υποστήριξιν της αιτήσεως θέλουσι προσαχθή: 

(α) το πρωτόκολλον ή επίσηµον αντίγραφον, είτε εκτελεστής καταδικαστικής αποφάσεως, είτε εντάλµατος συλλήψεως ή ετέρας τινός πράξεως, εχούσης την αυτήν ισχύν, και εκδιδοµένης κατά τας τύπους τους καθοριζοµένους υπό της Νοµοθεσίας του αιτούντος Μέρους.

 

(β) έκθεσις των πράξεων δι' ας ζητείται η έκδοσις, ο τόπος και χρόνος πράξεως, ο κατά Νόµον χαρακτηρισµός και αι παραποµπαί εις τας νοµοθετικάς διατάξεις αίτινες έχουσιν εφαρµογήν και αίτινες δέον να εµφαίνωνται κατά το δυνατόν ακριβέστερον.

 

(γ) αντίγραφον των κατ' εφαρµογήν διατάξεων ή, εφ' όσον τούτο δεν καθίσταται εφικτόν, δήλωσις περί του εν εφαρµογή δικαίου, ως και ο κατά το δυνατόν ακριβέστερος χαρακτηρισµός του καταζητουµένου ατόµου και πάσα ετέρα πληροφορία δυναµένη να καθορίση την ταυτότητα και την εθνικότητα τούτου.»   

 

Ζήτημα ως το υπό συζήτηση στην παρούσα, εξετάσθηκε πρόσφατα στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Z.D.Y., Πολιτική Έφεση Αρ. 40/2025, ημερ. 6/5/2026, στην οποία είχαμε την ευκαιρία να επισημάνουμε τα πιο κάτω, τα οποία και επαναλαμβάνουμε για σκοπούς της παρούσας:

 

«Στις περιπτώσεις όπως η παρούσα, όπου δεν έχει ληφθεί εξουσιοδότηση του Υπουργού για την έναρξη της διαδικασίας έκδοσης, δύναται να εκδοθεί προσωρινό ένταλμα σύλληψης του εκζητούμενου, με βάση το άρθρο 8(1)(β) του Ν.97/1970. Σημειώνεται ότι την έκδοση ενός τέτοιου προσωρινού εντάλματος σύλληψης στο πλαίσιο της διαδικασίας έκδοσης φυγοδίκου, διέπουν ειδικές νομοθετικές πρόνοιες, ως ειδικότερα διαλαμβάνεται στα άρθρα 16 και 12 του Ν.95/1970. Το ιδιότυπο αυτό, προσωρινό ένταλμα σύλληψης που προβλέπεται στο (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 8 του Ν.97/1970, προφανώς δεν εμπίπτει, ούτε ταυτίζεται με τα εντάλματα σύλληψης, η έκδοση των οποίων προβλέπεται στο (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 8 του ως άνω Νόμου. Τα τελευταία, αφορούν εντάλματα σύλληψης που εκδίδονται αφού έχει ήδη εξασφαλιστεί η εξουσιοδότηση του Υπουργού για την έναρξη της διαδικασίας έκδοσης, για την έκδοση των οποίων, ως ειδικότερα προβλέπεται στο άρθρο 8(2) του Ν.97/1970, θα πρέπει να προσκομιστούν τέτοια αποδεικτικά στοιχεία που θα δικαιολογούσαν «την έκδοσιν εντάλματος συλλήψεως προσώπου διωκόμενου διά την διάπραξιν αναλόγου αδικήματος ή, αναλόγως της περιπτώσεως, προσώπου καταζητουμένου δι΄ έκτισιν ποινής, μετά καταδίκην αυτού δι΄ αδίκημα τι, εντός της δικαιοδοσίας του δικαστού ή του Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου.»

 

Για την έκδοση προσωρινού εντάλματος σύλληψης του είδους, δεν απαιτείται η προσκόμιση «αποδεικτικών στοιχείων», ως ανωτέρω, ούτε να συντρέχουν οι πρόνοιες του άρθρου 18 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου,                     Κεφ. 155. Επιβεβαιώνει τούτο, όχι μόνο η συνολική θεώρηση του άρθρου 8 του Ν.97/1970, όπου εντοπίζεται σαφής διαφοροποίηση του «εντάλματος σύλληψης» που εκδίδεται μετά τη λήψη της εξουσιοδότησης και του «προσωρινού εντάλματος σύλληψης» που δύναται να εκδοθεί πριν από αυτή, αλλά και το γεγονός ότι το τελευταίο δύναται να ακυρωθεί με οδηγίες του Υπουργού (άρθρο 8(3) του Ν.97/1970), χωρίς να απαιτείται η ακύρωση του από αρμόδιο Δικαστήριο, ως απαιτεί τούτο το άρθρο 19 του Κεφ. 155 για κάθε ένταλμα σύλληψης που εκδίδεται σύμφωνα με τις πρόνοιες του  Κεφ. 155

 

Εν προκειμένω, η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον της Προέδρου που εξέδωσε το προσωρινό Ένταλμα ήταν η Ερυθρά Αγγελία η οποία, όπως παρατήρησε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, επισυνάπτετο ως Παράρτημα Α στον αστυνομικό όρκο, όπου είχε μεταφερθεί το ουσιαστικό της περιεχόμενο σε μετάφραση στα ελληνικά. Σ’ αυτόν γίνεται αναφορά στα αδικήματα για τα οποία ζητήθηκε η έκδοση, το χρόνο και τόπο όπου αυτά διαπράχθηκαν, συνοπτική αναφορά των γεγονότων και στοιχεία ταυτότητας του εκζητούμενου. Τα στοιχεία αυτά, ικανοποιούν τις πρόνοιες των Άρθρων 16 και 12 του Ν. 95/1970, Κυρωτικού Νόμου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Φυγοδίκων, ο οποίος, ως Κυρωτικός Νόμος Διεθνούς Συμβάσεως, δυνάμει του Άρθρου 169.3 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι άλλης ημεδαπής νομοθεσίας και, ως εκ τούτου, υπερισχύει οποιουδήποτε άλλου νόμου. Το Άρθρο 18(1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 δεν τυγχάνει εφαρμογής στη συγκεκριμένη υπόθεση. Ούτε η υπόθεση Τζεννάρο Περέλλα (αρ. 2) (1995) 1 Α.Α.Δ. 692, στην οποία παρέπεμψε το πρωτόδικο Δικαστήριο, βοηθά, καθότι, σ’ εκείνη την περίπτωση, αντικείμενο της αίτησης ήταν το ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε εναντίον του εκζητούμενου, δυνάμει του Άρθρου 8(1)(α) του Ν. 97/1970, σε σχέση με το οποίο τυγχάνει εφαρμογής και το Άρθρο 8(2) του ιδίου Νόμου και όχι προσωρινό ένταλμα σύλληψης, που δύναται να εκδοθεί δυνάμει του                Άρθρου 8(1)(β).

 

Στη βάση όλων των πιο πάνω ο 1ος Λόγος Έφεσης είναι βάσιμος και επιτυγχάνει.

 

Η πιο πάνω κατάληξη σφραγίζει και το αποτέλεσμα στην παρούσα Έφεση καθιστώντας αχρείαστη την εξέταση του 2ου Λόγου Έφεσης.

 

Ως εκ των ανωτέρω, η Έφεση επιτυγχάνει και η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, καθώς και η διαταγή για έξοδα παραμερίζονται.

 

 

Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης και με δεδομένη την τοποθέτηση των πλευρών όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα.

 

 

 

 

 

                                       Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.

 

 

 

                                      Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.

 

 

 

                                      ΑΛ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο